Η τραγωδία των παιδιών-προσφύγων του εμφυλίου

Η τραγωδία και οι ανοιχτές πληγές των παιδιών-προσφύγων του ελληνικού Εμφύλιου Πολέμου

kataskinosi-ellinopoulon-makedonopoulon
Προσφυγόπουλα σε καλοκαιρινή κατασκήνωση στην Πολωνία το 1951

του Παναγιώτη Δημητρά

 Loring M. Danforth and Riki Van Boeschoten Children of the Greek Civil War: Refugees and the Politics of Memory, University of Chicago Press, 2012, 352 σελ. (βλπ. φωτογραφία στο τέλος του παρόντος κειμένου)


Δημοσιεύθηκε στο The Books’ Journal (Φεβρουάριος 2012) με το ακόλουθο αρχικό σχόλιο:

“Ήταν ένα από τα πολλά επεισόδια του εμφυλίου. Το 1948, με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, απομακρύνθηκαν από την Ελλάδα χιλιάδες παιδιά, στην Ανατολική Ευρώπη. Λίγο νωρίτερα, με πρωτοβουλία της βασίλισσας Φρειδερίκης, μερικές ακόμα χιλιάδες παιδιά είχαν αρχίσει να μεταφέρονται σε παιδουπόλεις. Δυο καθηγητές, οι ανθρωπολόγοι Λόρινγκ Ντάνφορθ και η Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, προσεγγίζουν, μέσω πρωτογενών μαρτυριών, τα διακυβεύματα εκείνων των επιλογών, και από τις δύο πλευρές. Το βιβλίο τους, που μόλις κυκλοφόρησε στην Αμερική, παρουσιάζει την πραγματική, πολυσύνθετη ιστορία των παιδιών-προσφύγων του ελληνικού εμφύλιου πολέμου – που ακόμα έχει ανοιχτές πληγές. [ΤBJ]”



«Εμείς που ζήσαμε την κόλαση του πολέμου και της εξορίας γνωρίζουμε καλά τις προσωπικές και συλλογικές τραγωδίες που έζησαν άνθρωποι σε παρόμοιες συνθήκες. Κανένα παιδί στον κόσμο να μη βιώσει ξανά τις δικές μας εμπειρίες. Κανένας γονιός στον κόσμο να μη λαχταρήσει να ξαναδεί τα παιδιά του όπως οι δικοί μας.»
[Απόσπασμα της καταληκτικής διακήρυξης του πρώτου ανταμώματος πρώην παιδιών προσφύγων από την Αιγαιατική –δηλαδή ελληνική- Μακεδονία, το 1988 στα Σκόπια]

Το παρακάτω κείμενο είναι μια ανάγνωση αυτού του εξαιρετικού βιβλίου που ελπίζεται πως σύντομα θα εκδοθεί και στα ελληνικά. Έτσι, θα μπορέσουν να το διαβάσουν αυτοί που ενδιαφέρονται να γνωρίσουν την πραγματική, πολυσύνθετη ιστορία των παιδιών-προσφύγων του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Μια ιστορία γραμμένη μέσα από τις διηγήσεις των παιδιών-προσφύγων και με την παρουσίαση και ανάλυσή τους από τον καθηγητή ανθρωπολογίας στο Bates College στις ΗΠΑ Loring Danforth και την αναπληρώτρια καθηγήτρια της κοινωνικής ανθρωπολογίας και προφορικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Riki Van Boeschoten.

Την άνοιξη του 1948 το ΚΚΕ απομάκρυνε περίπου 10.000 ελληνόπουλα και 10.000 μακεδονόπουλα 3-14 ετών από τα χωριά της βόρειας Ελλάδας μεταφέροντάς τα στην Ανατολική Ευρώπη. Επίσημα, ο σκοπός της πράξης αυτής ήταν ανθρωπιστικός για να σωθούν τα παιδιά από τους «μοναρχοφασίστες» και να τους προσφερθεί ξανά εκπαίδευση αφού τα σχολεία είχαν κλείσει από το 1946. Όπως όμως αναφέρουν οι συγγραφείς, η ενέργεια αυτή εξυπηρετούσε και τα πολιτικά και στρατιωτικά σχέδια του ΚΚΕ. Μειωνόταν έτσι ο αριθμός των ατόμων για τα οποία έπρεπε να εξασφαλιστεί τροφή ενώ οι μητέρες των παιδιών απελευθερωμένες από τη φροντίδα τους μπορούσαν ευκολότερα να εμπλακούν στην υποστήριξη του Δημοκρατικού Στρατού κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Όμως, σε αρκετές περιπτώσεις, μερικά από τα παιδιά αυτά στάλθηκαν αργότερα πίσω ως παιδιά-στρατιώτες του ΔΣ. Στη δεκαετία που ακολούθησε, 5.000 από αυτά επέστρεψαν στην Ελλάδα. Πολύ περισσότερα, αλλά μόνο ελληνόπουλα, επέστρεψαν ως ενήλικες κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, ενώ στα ενηλικιωμένα μακεδονόπουλα απαγορεύτηκε η επιστροφή και έτσι μετατράπηκαν σε εξόριστους.

Στο μεταξύ, το 1947, 18.000 παιδιά επίσης από τη Βόρειο Ελλάδα μεταφέρθηκαν σε «παιδουπόλεις» στα πλαίσια ενός προγράμματος που οργάνωσε η τότε Βασίλισσα Φρειδερίκη. Επίσημα, ο σκοπός της πράξης αυτής ήταν στην αρχή επίσης ανθρωπιστικός, αφού είχαν διαπιστωθεί τραγικές συνθήκες διαβίωσης εκατοντάδων χιλιάδων «ανταρτόπληκτων» σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Στη συνέχεια, μετά την έναρξη του προγράμματος του ΚΚΕ, απέκτησε ιδεολογικό μανδύα αφού στόχευε στη σωτηρία των παιδιών από το «παιδομάζωμα» των «σλαβοκομμουνιστών». Το 1950, οι περισσότερες παιδουπόλεις έκλεισαν και τα περισσότερα παιδιά επέστρεψαν στα χωριά τους.

Οι συγγραφείς του βιβλίου πήραν συνεντεύξεις από 114 προσφυγόπουλα που μεταφέρθηκαν τότε από το ΚΚΕ ή την κυβέρνηση, καταβάλλοντας προσπάθεια να συμπεριλάβουν μεγάλη ποικιλία εμπειριών. Επέλεξαν να παρουσιάσουν αναλυτικά στο τέταρτο και στο πέμπτο κεφάλαιο τις συνεντεύξεις δύο ελληνόπουλων (του Κώστα Τσιμούδη και του «Στέφανου Γκίκα» -ψευδώνυμο-) και δύο μακεδονόπουλων (Evropi Marinova και Maria Budnovska Rosova) που μεταφέρθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη και δύο ελληνόπουλων (Ευτέρπη Τσίου και Κώστας Δήμου) και ενός μακεδονόπουλου (Traian Dimitriou) που μεταφέρθηκαν στις παιδουπόλεις, ενώ αποσπάσματα από δεκάδες άλλες συνεντεύξεις (με χρήση ψευδωνύμων) ενσωματώθηκαν στην ανάλυση στα άλλα κεφάλαια.

Στο πρώτο κεφάλαιο, παρουσιάζονται τα δύο προγράμματα απομάκρυνσης των παιδιών μέσα στο ιστορικό πλαίσιο και άλλων προγραμμάτων απομάκρυνσης παιδιών στην Ευρώπη κατά τα χρόνια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, που εκτιμάται πως έπληξε ένα εκατομμύριο παιδιά που βρέθηκαν το 1945 «ορφανά», «εγκαταλειμμένα» ή χωρισμένα από τις οικογένειές τους. Όσο τραυματικές και αν ήταν για την Ελλάδα οι απομακρύνσεις αυτές, δεν αποτελούσαν ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά ένα μικρό μέρος της τεράστιας τραγωδίας του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, αναλύονται με βάση τόσο το αρχειακό υλικό όσο και τις συνεντεύξεις το πρόγραμμα απομάκρυνσης παιδιών του ΚΚΕ, η απόφαση να σταλούν πίσω μερικά από αυτά ηλικίας 14-15 ετών ως παιδιά-στρατιώτες, η ζωή, εκπαίδευση (στα ελληνικά και στα μακεδονικά) και επαγγελματική εξέλιξη των περισσότερων προσφυγόπουλων στην Ανατολική Ευρώπη, η σχέση μεταξύ ελληνόπουλων και μακεδονόπουλων στις χώρες φιλοξενίας τους, και ο επαναπατρισμός πολλών από τους πρόσφυγες αυτούς. Υπενθυμίζεται δε πως οι εκθέσεις του ΟΗΕ το 1948 αποφαίνονται πως μερικές απομακρύνσεις ήταν καταναγκαστικές, αφού ιδίως σε πολλά ελληνόφωνα χωριά θύμιζαν στρατολόγηση, ενώ άλλες έγιναν με τη συμφωνία των γονέων, ιδιαίτερα στα σλαβόφωνα ή/και προσκείμενα στους αντάρτες χωριά. Οι συγγραφείς πάντως, όπως και οι ίδιοι οι πρόσφυγες, θεωρούν πως στην πραγματικότητα υπήρχε ένα συνεχές και όχι μια διχοτομία ανάμεσα στην πλήρως καταναγκαστική και στην πλήρως συναινετική απομάκρυνση. Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση στο κεφάλαιο αυτό αφορά την αλλαγή των ημερομηνιών γέννησης πολλών παιδιών είτε για να περιληφθούν στα προς απομάκρυνση είτε για να αποφύγουν την απομάκρυνση ή ακόμα περισσότερο τη στρατολόγησή τους στο Δημοκρατικό Στρατό, γεγονός που ίσως ερμηνεύει κατά ένα μέρος τις συχνά διαφορετικές ημερομηνίες γέννησης που παρατηρούνται σήμερα στα δημοτολόγια των τόπων γέννησης και σε εκείνα των χωρών κατοικίας των προσφύγων.

Στο τρίτο κεφάλαιο, υπάρχει ανάλογη παρουσίαση του προγράμματος βραχύτερης απομάκρυνσης παιδιών στις παιδουπόλεις από τη Βασίλισσα Φρειδερίκη και την κυβέρνηση, τη ζωή στις παιδουπόλεις και τον επαναπατρισμό τους. Αναφέρεται πως σημαντικός αριθμός των προσφυγικών οικογενειών είχαν αρχικά ξεριζωθεί όχι από τους «αντάρτες» -όπως διατεινόταν η κυβέρνηση- αλλά από το στρατό που έτσι απέκοπτε τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού από πιθανές βάσεις ανεφοδιασμού και υποστήριξης: όλοι και ιδίως τα παιδιά ζούσαν σε τρισάθλιες συνθήκες στους καταυλισμούς που κατέγραψε και ο ΟΗΕ. Στις παιδουπόλεις, 10.000 παιδιά των οικογενειών αυτών είχαν ήδη σταλθεί «για να μην πέσουν θύματα ασθενειών και αντεθνικών απόψεων» πριν αρχίσει το πρόγραμμα απομάκρυνσης του ΚΚΕ, μεταξύ Ιουλίου 1947 και Μαρτίου 1948. Συγγραφείς και πρόσφυγες συμφωνούν πως και στο πρόγραμμα αυτό υπήρχε ένα συνεχές και όχι μια διχοτομία ανάμεσα στην πλήρως καταναγκαστική και στην πλήρως συναινετική απομάκρυνση των συνολικά περίπου 18.000 παιδιών από τις οικογένειές τους και την τοποθέτησή τους σε 54 παιδουπόλεις σε όλη τη χώρα.

Στο κεφάλαιο αυτό γίνεται τέλος σύγκριση των δύο προγραμμάτων. Είχαν παρόμοια μικτά, ανθρωπιστικά και πολιτικοιδεολογικά κίνητρα και εντάχθηκαν σε αυτά περίπου ο ίδιος συνολικός αριθμός παιδιών με πλήρη, μερική ή καμιά συναίνεση των γονέων τους. Τα παιδιά και στα δυο προγράμματα εκπαιδεύονταν σε ιδρύματα με αυστηρά ελεγχόμενο και πολιτικοποιημένο περιβάλλον σχεδόν αποκομμένα από τη λοιπή κοινωνία, με στόχο να συμβάλουν στην οικοδόμηση μιας Ελλάδας ανάλογης με τα αντίστοιχα πολιτικά μοντέλα και να γίνουν καλοί κομμουνιστές ή καλοί βασιλόφρονες. Και οι δύο πλευρές εκμεταλλεύθηκαν τα προγράμματα αυτά για προπαγανδιστικούς λόγους στα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου: χαρακτηριστικά συχνά αναφέρονταν σε αυτά ως «τα παιδιά του Στάλιν» ή τα «παιδιά της Φρειδερίκης». Είναι αξιοσημείωτο πως τα παιδιά που μεταφέρθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη δεν έχασαν την ελληνική ή τη μακεδονική τους ταυτότητα (βλπ. φωτογραφία), παρά την πολύχρονη απομάκρυνσή τους από την Ελλάδα, άσχετα αν πρόσθεσαν σε αυτή και την ταυτότητα της χώρας, ή για πολλά των χωρών, υποδοχής τους στην Ανατολική Ευρώπη και αργότερα για πολλά στον Καναδά και στην Αυστραλία. Για τα παιδιά των παιδουπόλεων δεν υπήρξε παρόμοιο θέμα αφού τα 16.000 από τα 18.000 επέστρεψαν στις οικογένειές τους (αν όχι στα χωριά τους) μέχρι το 1951.

Στο έκτο κεφάλαιο, γίνεται μια κοινωνικο-ανθρωπολογική ανάλυση του ερευνητικού υλικού με βάση την κρατούσα θεωρητική προσέγγιση των προσφύγων, του ξεριζωμού και της έννοιας της πατρίδας για αυτούς. Οι συχνότατα τραγικές στιγμές αποχωρισμού παιδιών από γονείς, οι εμπειρίες της εξορίας και οι συχνά δραματικές στιγμές επανένωσης παιδιών με γονείς, όπου ξένες που γνώρισαν κατά την έξοδο και την εξορία (μια δασκάλα-ομαδάρχισα ανά 25 παιδιά) έγιναν για τα παιδιά αυτά «μάνες», ενώ οι μάνες τους που δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν πριν φύγουν από τις αγκαλιές τους έγιναν ξένες. Η συνθετότητα των εννοιών του τόπου και της πατρίδας παρουσιάζονται τέλος μέσα από τις διαφορετικές εμπειρίες τριών ομάδων, Μακεδόνων που δεν μπορούν να επιστρέψουν στα χωριά που γεννήθηκαν, Ελλήνων και Μακεδόνων που επαναπατρίσθηκαν κατά τη δεκαετία του 1950, καθώς και Ελλήνων που επαναπατρίσθηκαν κατά τη δεκαετία του 1980.

Στο έβδομο κεφάλαιο, οι συγγραφείς παρουσιάζουν τη διαμόρφωση των «εμπειρικών κοινοτήτων μνήμης», που βασίζονται σε κοινές βιωματικές εμπειρίες του παρελθόντος, είτε στην Ανατολική Ευρώπη, είτε στις παιδουπόλεις. Τα παιδιά που βρέθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη δηλώνουν στη σημερινή μετακομμουνιστή εποχή πως τους έγινε τότε πλύση εγκεφάλου, όχι όμως για να μισήσουν την Ελλάδα ή για να μεταμορφωθούν σε «Σλαύους», όπως έλεγε η ελληνική προπαγάνδα, αλλά για να γίνουν πιστά μέλη του ΚΚΕ: «αυτό ήταν κακό καθώς δεν είχαμε τους γονείς μας μαζί μας για να μας μάθουν να αμφισβητούμε κάποια πράγματα». Επίσης, η εμπειρία της επιστροφής στις γενέτειρές τους κατά τη δεκαετία του 1950, μετά την εκσυγχρονιστική εκπαίδευσή τους σε πόλεις της Ανατολικής Ευρώπης ή ελληνικές παιδουπόλεις, δείχνει πως αυτή ήταν συχνά όσο τραυματική και η αναχώρησή τους από τα χωριά. Ένα κορίτσι διηγείται πως, όταν γύρισε από μια παιδούπολη στο χωριό, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τα αγορασμένα παπούτσια και να ξαναφορέσει τσαρούχια. Ένα αγόρι επιστρέφοντας στο χωριό καμάρωνε για την τσάντα και τη στολή που είχε από την παιδούπολη μέχρι που αντιλήφθηκε πως οι συγχωριανοί τα θεωρούσαν «εξωγήινα» είδη. «Γυρίσαμε σαν άγγελοι και βρεθήκαμε στην κόλαση» όπως δήλωσε κάποια που παντρεύτηκε ένα τσοπάνο ο οποίος τις έσκισε όλα τα ρούχα που είχε αποκτήσει στην Ουγγαρία αφού κατά την άποψή του φαινόταν σαν πόρνη: άλλωστε στο γάμο της υποχρεώθηκε να ντυθεί με παραδοσιακή στολή και όχι να βάλει το άσπρο νυφικό που είχε μάθει πως φοριόταν εκεί στην Ουγγαρία. Πάμπολλα αγόρια δε βρέθηκαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας αφού στερούνταν πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων για να βρουν δουλειά ενώ οι χωροφύλακες τους παρακολουθούσαν τακτικά – για αυτό και πολλοί μετανάστευσαν μόλις μπόρεσαν.

Τέλος, στο όγδοο κεφάλαιο, παρουσιάζονται οι «πόλεμοι» μνήμης μέσα από «πολιτικές κοινότητες μνήμης» που βασίζονται σε πολιτικές -και άρα σε μεγάλο βαθμό διαστρεβλωμένες- ερμηνείες του παρελθόντος και στοχεύουν σε πολιτική δράση. Επιλέχθηκαν τέσσερα εθνογραφικά παραδείγματα, ο «Σύλλογος Παιδιών Προσφύγων από την Αιγαιατική Μακεδονία» (με μέλη πρόσφυγες με μακεδονική εθνική ταυτότητα, έδρα τα Σκόπια και τμήματα στις χώρες της μακεδονικής διασποράς), η Παμμακεδονική Ένωση ΗΠΑ (με μέλη άτομα με ελληνική εθνική ταυτότητα και μακεδονική περιφερειακή ταυτότητα), η παρουσίαση της απομάκρυνσης παιδιών στο βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη «Ελένη» και η συνεπακόλουθη και αμφιλεγόμενη για τους κατοίκους της μεταμόρφωση της γενέτειρας του συγγραφέα, της Λιάς στην Ήπειρο, σε τουριστικό «χωριό μνήμης». Οι συγγραφείς αποδομούν την εθνικιστική βάση των δύο συλλόγων και του βιβλίου, τονίζοντας ιδιαίτερα πως οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί περί «εθνοκάθαρσης» και «γενοκτονίας» είναι όχι μόνο υπερβολικοί αλλά και αστήρικτοι. Ο Γκατζογιάννης έγραψε ένα συναρπαστικό βιβλίο στο οποίο ενσωματώνει την τραγική ιστορία της μητέρας του Ελένης, που πλήρωσε με τη ζωή της τη φυγάδευση των παιδιών της από το χωριό για να πάνε στην Αμερική όπου ζούσε ο πατέρας τους, καθώς και άλλα πραγματικά γεγονότα, μαζί με ατεκμηρίωτες ανακατασκευές, αναξιόπιστες αναμνήσεις και φήμες με προφανή πολιτικό, αντικομουνιστικό, ψυχροπολεμικό, στόχο. Η Λιά, λόγω της αξιοποίησής της ως τουριστικού αξιοθέατου κυρίως για δεξιούς προσκυνητές, έχει διατηρήσει μέχρι σήμερα το χαρακτήρα ενός βαθύτατα τραυματισμένου χωριού που δεν το αφήνουν να επουλώσει τις πληγές του Εμφυλίου Πολέμου, όπως διαπίστωσαν οι συγγραφείς. Γενικότερα δε, τα κριτήρια της γενοκτονίας που έχει υιοθετήσει ο ΟΗΕ από το 1948 δεν επιτρέπουν τη χρήση του όρου στις περιπτώσεις αυτές, τονίζουν οι συγγραφείς. Τα μακεδονόπουλα δεν διώχθηκαν από την Ελλάδα από την κυβέρνηση λόγω της ταυτότητάς τους αλλά απομακρύνθηκαν από το ΚΚΕ μαζί με ελληνόπουλα, χωρίς το εθνοτικό κριτήριο να παίζει κάποιο ρόλο. Παράλληλα, η απομάκρυνση έγινε με τη συναίνεση των γονέων τους σε πολλές περιπτώσεις και στην Ανατολική Ευρώπη δεν υπήρξε καμιά προσπάθεια αλλοίωσης της εθνικής τους ταυτότητας που υπονοεί ο όρος «παιδομάζωμα»: όσοι έχουν μακεδονική ταυτότητα την είχαν και πριν απομακρυνθούν.

Από την άποψη αυτή ίσως ένα από τα πιο σημαντικά τμήματα του βιβλίου είναι η αφήγηση του Traian Dimitriou. Γεννήθηκε το 1934 στις Λεπτοκαρυές (μακεδονόφωνο χωρίο που μέχρι το 1926 λεγόταν Λεσκοβίτσα) της Φλώρινας. Μια ημέρα του 1947, ο κυβερνητικός στρατός απομάκρυνε αυτόν και άλλα δώδεκα παιδιά παρά τη θέληση των γονέων τους. Κατέληξε σε τεχνική σχολή της Λέρου, όπου στέλνονταν παιδιά κομμουνιστών και Μακεδόνων. Του απαγορευόταν να μιλάει ανοικτά τη μητρική του γλώσσα και υπέστη την προπαγάνδα για τους «βρωμοβούλγαρους», «σλαβομομμουνιστές», «προδότες» κτλ που αφορούσε (και) τους γονείς του. Το 1949, επέστρεψε στους γονείς του, που είχαν στο μεταξύ μετακομίσει στο Αμμοχώρι (μακεδονόφωνο χωριό που μέχρι το 1927 λεγόταν Πεσόσνιτσα). Το 1954 μετανάστευσε στο Τορόντο, όπου ζούσε μια θεία του από το 1927. Σήμερα είναι συνταξιούχος και εδώ και πάνω από μια δεκαετία ενεργό μέλος της Μακεδονικής-Καναδικής Επιτροπής Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, μιας από τις οργανώσεις της μακεδονικής διασποράς. Η «πλύση εγκεφάλου» της παιδούπολης είχε αποτύχει…

Στον επίλογό τους, οι συγγραφείς υπενθυμίζουν ότι διεθνώς παρόμοιες βαθύτατα τραυματικές εμπειρίες ξεπερνιούνται σήμερα μόνο μέσα από συνειδητά προγράμματα ειρήνευσης και συμφιλίωσης, που προϋποθέτει την εκατέρωθεν παραδοχή ότι και οι δύο πλευρές υπέφεραν. Την εξέλιξη αυτή προτείνουν και για την Ελλάδα, τόσο ατομικά όσο και μεταφέροντας τις φωνές και ευχές των (πρώην) προσφυγόπουλων.

Πρόκειται για σχεδόν ουτοπική ευχή σε ότι αφορά τα σημερινή Ελλάδα, όπως τονίζουν και οι συγγραφείς, αφού το θέμα των πολιτικών προσφύγων απέκτησε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα «εθνοτική διάσταση». Με διάφορους νόμους επιτράπηκε ο μαζικός επαναπατρισμός μόνο των «Ελλήνων το γένος» προσφύγων, αποκλείοντας δηλαδή τους «μη Έλληνες το γένος», που δεν ήταν και δεν είναι άλλοι από τους μειονοτικούς Μακεδόνες. Αργότερα δε το θέμα συνδέθηκε με το πρόβλημα της επίσημης ονομασίας της (Πρώην Γιουγκοσλαβικής) Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Κατά τη γνώμη μας, όσο η Ελλάδα αρνείται, στρουθοκαμηλίζοντας, να αναγνωρίσει την ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας στη χώρα, μια μειονότητα που η λοιπή υφήλιος και τα αρμόδια διεθνή δικαστήρια και όργανα εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν αναγνωρίσει, και στη συνέχεια να επιτρέψει τον ελεύθερο επαναπατρισμό των μακεδόνων προσφύγων, λύση στην ονομασία δεν θα υπάρξει και έτσι οι «πληγές του Εμφυλίου Πολέμου» δεν θα κλείσουν.

Επειδή όλα τα ελληνικά ΜΜΕ αποσιώπησαν τη σημαντική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) που δημοσιεύθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2009, θυμίζουμε εδώ τα σχετικά αποσπάσματα στο κεφάλαιο «Μακεδόνες και άλλες μειονοτικές ομάδες» (στην επίσημη -και για αυτό συχνά άκομψη- μετάφρασή τους):[1]

«Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI ενθάρρυνε τις ελληνικές αρχές να λάβουν περαιτέρω μέτρα προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της ελευθερίας της έκφρασης των μελών των Μακεδονικών και Τουρκικών κοινοτήτων που ζουν στην Ελλάδα… Οι παράγοντες της κοινωνίας των πολιτών και οι αντιπρόσωποι της μακεδονικής κοινότητας έχουν υποδείξει στην ECRI ότι η εφαρμογή συμβιβαστικών μέτρων που ελήφθησαν για εκείνους που διέφυγαν στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο αναφορικά με την αποκατάσταση της ιθαγένειάς τους και την επιστροφή της περιουσίας τους που είχε κατασχεθεί, εξακολουθεί να ισχύει μόνο για τους αυτόχθονες Έλληνες… Η ECRI συνιστά ξανά στις ελληνικές αρχές να κάνουν ενέργειες για την εφαρμογή, με τρόπο που δεν θα προωθεί τις διακρίσεις, των συμβιβαστικών μέτρων που λαμβάνονται για όλους εκείνους που διέφυγαν στον εμφύλιο πόλεμο… Η ECRI συνιστά επίσης έντονα στις ελληνικές αρχές να κάνουν ενέργειες για την αναγνώριση του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού των ομάδων αυτών… Η ECRI συνιστά ξανά στις ελληνικές αρχές να ορίσουν ένα διάλογο με τους αντιπροσώπους των Μακεδόνων για να βρεθεί μια λύση στα ζητήματα που επηρεάζουν τα μέλη αυτής της ομάδας.»

Πιστεύουμε πως τεράστια ευθύνη για την απαράδεκτη στάση της ελληνικής πολιτείας απέναντι στους Μακεδόνες έχουν ιδιαίτερα οι αυτοανακηρυγμένοι ιδεολογικοί επίγονοι του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του Δημοκρατικού Στρατού και του ΚΚΕ της εποχής από το Μεσοπόλεμο μέχρι τη Μεταπολίτευση, όταν αναγνώριζαν τους (Σλαβο)Μακεδόνες. Σήμερα βρίσκονται σε κόμματα που εκπροσωπούν το 60% του ελληνικού λαού (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ και ΠΑΣΟΚ) αλλά, ευθυγραμμισμένοι με τα δεξιά και ακροδεξιά κόμματα, όχι μόνο αρνούνται την ύπαρξή των Μακεδόνων αλλά και αποκρύπτουν τόσο τις αλλεπάλληλες διεθνείς καταδίκες και εκθέσεις με συστάσεις για το θέμα όσο και κυρίως τη δική τους στάση στο παρελθόν. Οι συγγραφείς αναφέρουν πως στην Ανατολική Ευρώπη εκδίδονταν σχολικά βιβλία και εφημερίδες στα μακεδονικά, περιλαμβανόταν η επέτειος του Ίλιντεν στις εθνικές γιορτές και τοποθετούνταν Μακεδόνες στα διοικούντα όργανα των προσφυγικών σωματείων και στην ΕΒΟΠ (Επιτροπή Βοήθειας στο Παιδί). Μόνο μετά τη Μεταπολίτευση, και ιδιαίτερα μετά το 1982 που επιτράπηκε η επιστροφή μόνο των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, οι ενιαίες προσφυγικές κοινότητες στην Ανατολική Ευρώπη διασπάσθηκαν και επήλθε επανεθνικοποίηση των σχέσεων μεταξύ Ελλήνων και Μακεδόνων.

Οι συγγραφείς, τέλος, αναφέρουν πως μεταξύ 1948-1962 η ελληνική πολιτεία εισήγαγε νομοθεσία με την οποία αφαίρεσε τις ιθαγένειες και κατάσχεσε την περιουσία των πολιτικών προσφύγων, νομοθεσία που έπαψε να ισχύει μετά το 1982, τουλάχιστον για τους «Έλληνες το γένος». Όπως και σχεδόν όλοι οι άλλοι ερευνητές του θέματος αυτού, δεν γνωρίζουν την πρόσθετη νομοθεσία που οδήγησε στη μαζική αφαίρεση ιθαγενειών των Μακεδόνων ως αλλογενών, που υπήρχε από το 1926 και ενσωματώθηκε στο «διαβόητο» (όρος του Υπουργείου Εσωτερικών το 2011) άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας το 1955 το οποίο καταργήθηκε το 1998 αφού, κατά την πολιτεία, οδήγησε στην αφαίρεση 60.000 ιθαγενειών Τούρκων, Μακεδόνων αλλά και Αρμένιων, Βλάχων μέχρι και Εβραίων. Επίσης δεν γνωρίζουν τις «ειδικές επιτροπές υπό την προεδρία του οικείου εισαγγελέως» που, μετά το Οκτώβριο 1945, με εντελώς αδιαφανείς διαδικασίες και συνήθως χωρίς κανένα στοιχείο, έκαναν απόρρητες εισηγήσεις στον Υπουργό Εσωτερικών για την «έκπτωση ιθαγένειας βουλγαρόφρονος» που «εγκατέλειψε το ελληνικό έδαφος χωρίς πρόθεση επανόδου επειδή κατά την κατοχή και μετέπειτα αρνήθηκε την ελληνική καταγωγή και υπηκοότητα, αναγνώρισε πως ανήκε στη βουλγαρική φυλή και το βουλγαρικό κράτος, έδρασε ποικιλότροπα υπέρ τη Βουλγαρίας και κατά της Ελλάδας και των Ελλήνων» (βλπ. φωτογραφία). Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν πως με τις διαδικασίες αυτές αφαιρέθηκαν ιθαγένειες ακόμα και από νεκρούς! Μόνο όταν το ελληνικό κράτος παραδεχθεί με διαφάνεια όλα αυτά τα γεγονότα και άρει τις όποιες συνέπειές τους υπάρχουν ακόμα (όπως έκανε πρόσφατα με τις μαζικές αφαιρέσεις ιθαγενειών των Ελλήνων Εβραίων), θα είναι εφικτό το κλείσιμο όλων ανεξαίρετα των πληγών του Εμφύλιου Πολέμου.

childrencover
Γυναίκα και τρία μικρά παιδιά ξεκουράζονται κάπου στα γυμνά βουνά στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας

ekpt-ith-voulg-1953-edited-for-publicationΑπόφαση «έκπτωσης ιθαγένειας βουλγαρόφρονος» από ειδική επιτροπή υπό την προεδρία του οικείου εισαγγελέα

[1] http://www.coe.int/t/dghl/monitoring/ecri/Country-by-country/Greece/GRC-CbC-IV-2009-031-GRC.pdf

Advertisements