01/06/2012: Καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής κατά των Βασανιστηρίων για Ελλάδα

Επιτροπή κατά των Βασανιστηρίων

48η Σύνοδος

7 Μαΐου – 1 Ιουνίου 2012

Εξέταση εκθέσεων που υπέβαλαν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 19 της Συνθήκης

(αγγλικό πρωτότυπο στο http://www2.ohchr.org/english/bodies/cat/docs/CAT.C.GRC.CO.5-6.doc – μετάφραση στα ελληνικά από Έρση Κώη, Θωμά Ματσούκα, Εύη Παπά και Ειρήνη Πετροπούλου – επιμέλεια μετάφρασης από Παναγιώτη Δημητρά)

Καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής κατά των Βασανιστηρίων: Ελλάδα

 1. Η Επιτροπή κατά των Βασανιστηρίων έλαβε υπόψη τη συνδυασμένη 5η και 6η περιοδική έκθεση της Ελλάδας (CAT/C/GRC/5-6) στη 1062η και 1065η συνεδρίαση (CAT/C/SR.1062 και SR.1065) που πραγματοποιήθηκαν στις 9 και 10 Μαΐου 2012. Η Επιτροπή υιοθέτησε τις παρακάτω καταληκτικές παρατηρήσεις κατά τη διάρκεια της 1084ης και 1085ης συνεδρίασης (CAT/C/SR.1084 και SR.1085) που πραγματοποιήθηκαν στις 25 Μαΐου 2012.

Α. Εισαγωγή

  1. Η Επιτροπή καλοδέχεται την υποβολή της συνδυασμένης 5ης και 6ης περιοδικής έκθεσης της Ελλάδας σε απάντηση καταλόγου ζητημάτων που είχε ετοιμαστεί [από την Επιτροπή] πριν την υποβολή των εκθέσεων (CAT/C/GRC/Q/5-6). Η Επιτροπή εκφράζει την εκτίμησή της προς το κράτος μέλος για την αποδοχή της προαιρετικής διαδικασίας υποβολής εκθέσεων καθώς και την υποβολή της περιοδικής έκθεσης με αυτή τη διαδικασία, καθώς αυτή βελτιώνει τη συνεργασία ανάμεσα στο κράτος μέλος και την Επιτροπή και επικεντρώνει την εξέταση της έκθεσης καθώς και το διάλογο με την αντιπροσωπεία.
  1. Επίσης, η Επιτροπή εκτιμά τον ανοικτό και εποικοδομητικό διάλογο που είχε με την υψηλόβαθμη αντιπροσωπεία του κράτους μέλους και τα συμπληρωματικά στοιχεία που παρείχε κατά τη διάρκεια της εξέτασης της έκθεσης, αν και εκφράζει λύπη για το γεγονός ότι δεν απαντήθηκαν από το κράτος μέλος ορισμένες από τις ερωτήσεις. Η Επιτροπή έχει τη βεβαιότητα ότι τόσο ο διάλογος όσο και οι επακόλουθες συστάσεις θα συμβάλουν ώστε το κράτος μέλος να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να συμμορφωθεί και εμπράκτως με τη Σύμβαση.

Β. Θετικά σημεία

  1. Η Επιτροπή σημειώνει με ικανοποίηση ότι το κράτος μέλος έχει επικυρώσει ή προσχωρήσει στα ακόλουθα διεθνή κείμενα μετά την εξέταση της τέταρτης περιοδικής έκθεσης του:

(α) Τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, καθώς και το Πρωτόκολλο για την Πρόληψη, τη Καταστολή και Τιμωρία της Εμπορίας Ανθρώπων, ιδίως Γυναικών και Παιδιών, που συμπληρώνει τη Σύμβαση (Πρωτόκολλο του Παλέρμο) τον Ιανουάριο 2011 και

(β) Το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την πώληση παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία το Φεβρουάριο 2008.

  1. Η Επιτροπή καλοδέχεται την υιοθέτηση από το κράτος μέλος του «Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τη Διαχείριση της Μετανάστευσης» το 2010 για τη βελτίωση της διαδικασίας χορήγησης ασύλου και τις προϋποθέσεις αντιμετώπισης των υπηκόων από τρίτες χώρες που εισέρχονται παράνομα στη χώρα, περιλαμβανομένων και όσων αιτούνται άσυλο, την υιοθέτηση το Νοέμβριο 2010 Προεδρικού Διατάγματος (Π.Δ. 114/2010) που τροποποιεί την προηγούμενη νομοθεσία σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης ασύλου και τον καθορισμό, για μια μεταβατική περίοδο, των κατάλληλων προτύπων και εγγυήσεων για τη δίκαιη και αποτελεσματική εξέταση όσων αιτούνται άσυλο, καθώς και την θέση σε ισχύ ολοκληρωμένης νομοθεσίας (Ν 3907/2011) τον Ιανουάριο 2011 η οποία προβλέπει τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης από την αστυνομία Υπηρεσίας Ασύλου η οποία θα αναλάβει σταδιακά την πλήρη ευθύνη πάνω σε θέματα που αφορούν τη χορήγηση ασύλου, καθώς και τη δημιουργία μιας Υπηρεσίας Υποδοχής που θα ρυθμίζει τη λειτουργία των Κέντρων Πρώτης Υποδοχής στις παραμεθόριες περιοχές.
  1. Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίηση της για το γεγονός ότι το κράτος μέλος έχει αναλάβει σειρά άλλων νομοθετικών πρωτοβουλιών με στόχο τη συμμόρφωση με τις συστάσεις της Επιτροπής και τη βελτίωση της εφαρμογής της Σύμβασης, περιλαμβανομένων και των ζητημάτων που αφορούν την προφυλάκιση, τη δίκαιη δίκη, τις συνθήκες κράτησης, την εμπορία ανθρώπων, την ενδοοικογενειακή βία κλπ.
  1. Η Επιτροπή εκτιμά τις προσπάθειες που καταβάλλει το κράτος μέλος ώστε να τροποποιήσει τις πολιτικές που ακολουθεί και τις διαδικασίες που εφαρμόζει ώστε να βελτιωθεί η προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και η εφαρμογή της Σύμβασης, περιλαμβανομένων:

(α) της καθιέρωσης από τον Ιούνιο 2011 αρχείου καταγραφής των περιστατικών τραυματισμών των κρατουμένων σε όλες τις φυλακές, καθώς και αρχείου με τις σωματικές έρευνες που έγιναν σε όλες τις γυναικείες φυλακές, και

(β) της δημιουργίας ειδικής τηλεφωνικής γραμμής που θα επιτρέπει στα άτομα που βρίσκονται υπό κράτηση να έρχονται σε επαφή και να ακούγονται από την κεντρική διοίκηση των φυλακών.

  1. Η Επιτροπή παρατηρεί, επίσης, με ικανοποίηση ότι το κράτος μέλος έχει υποβάλει ανοικτή πρόσκληση για επίσκεψη στη χώρα όλων των ειδικών μηχανισμών [Ειδικοί Εισηγητές κτλ] του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Από την εξέταση της τελευταίας περιοδικής έκθεσης το κράτος μέλος έχει δεχτεί την επίσκεψη τριών εισηγητών του Συμβουλίου, περιλαμβανομένου και του Ειδικού Εισηγητή για τα βασανιστήρια και άλλες σκληρές, απάνθρωπες ή ταπεινωτικές μεταχειρίσεις ή τιμωρίες.

Γ. Κύρια ζητήματα που δημιουργούν ανησυχίες και συστάσεις

Ορισμός βασανιστηρίων

  1. Η Επιτροπή σημειώνει ότι ο ποινικός νόμος του κράτους μέλους τιμωρεί τις πράξεις βασανισμού (άρθρα 137Α και 137Β), αλλά εκφράζει την ανησυχία της για το ότι ο τρέχων ορισμός των βασανιστηρίων δεν συνάδει με αυτόν που παρέχεται στο άρθρο 1 της Σύμβασης, καθώς δεν περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία (άρθρο 1).

Το κράτος μέλος θα πρέπει να ενσωματώσει στον ποινικό του νόμο έναν ορισμό των βασανιστηρίων που να συνάδει αυστηρά με το άρθρο 1 της Σύμβασης και να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που αυτό το άρθρο περιέχει. Ένας τέτοιος ορισμός θα ανταποκρίνεται στην ανάγκη για σαφήνεια και προβλεψιμότητα στο ποινικό δίκαιο, καθώς και στην ανάγκη, σύμφωνα με την Σύμβαση, να διακρίνονται οι πράξεις βασανισμού που διαπράχθηκαν από, υποκινήθηκαν από ή τελέστηκαν με τη συγκατάθεση ή την ανοχή δημόσιου αξιωματούχου, και κάθε άλλου ατόμου που ενεργεί με επίσημη ιδιότητα, από τις πράξεις βίας που διαπράχθηκαν από άτομα που ενεργούν χωρίς κρατική ιδιότητα.

Καταγγελίες για βασανιστήρια και κακομεταχείριση, ατιμωρησία

  1. Η Επιτροπή εκφράζει τη σοβαρή ανησυχία της για επίμονες καταγγελίες βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης από αστυνομικά όργανα κατά τη σύλληψη ή την κράτηση, οι οποίες αφορούν και περιστατικά που συνέβησαν σε ανακριτικές υπηρεσίες. Η Επιτροπή επίσης ανησυχεί για τον περιορισμένο αριθμό τέτοιων περιπτώσεων για τις οποίες έχει ασκηθεί δίωξη, για τον εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό τελεσίδικων καταδικών και για την απουσία κυρώσεων σε περιπτώσεις καταδίκης λόγω ελαφρυντικών κλπ. Η Επιτροπή σημειώνει ότι αυτό δεν συνάδει με πρόσφατες αποφάσεις διεθνών φορέων, περιλαμβανόμενων της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. επίσης δεν συνάδει με τις επίμονες καταγγελίες και την αναλυτική τεκμηρίωση που έλαβε από άλλες πηγές. Η Επιτροπή επίσης εκφράζει εκ νέου την ανησυχία της για τη συνεχιζόμενη απροθυμία των εισαγγελέων να ασκήσουν διώξεις σύμφωνα με το άρθρο 137Α του Ποινικού Κώδικα και για το ότι μόλις μία περίπτωση έχει καταλήξει σε καταδίκη σύμφωνα με αυτό το άρθρο. Επιπρόσθετα, η Επιτροπή συμμερίζεται την ανησυχία του Ειδικού Εισηγητή για τα βασανιστήρια σχετικά με την περιορισμένη διαθέσιμη ιατροδικαστική τεκμηρίωση για την επιβεβαίωση της κακομεταχείρισης σε βαθμό βασανιστηρίων (άρθρα 1,2,4,12 και 16).

Το κράτος-μέλος θα πρέπει:

(α) Σε επείγουσα βάση, να λάβει άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της κακομεταχείρισης, περιλαμβανόμενης της ευαισθητοποίησης του κοινού και της ανακοίνωσης και υιοθέτησης πολιτικής που θα οδηγήσει με μετρήσιμο τρόπο στην εξάλειψη των βασανιστηρίων και της κακομεταχείρισης από κρατικούς αξιωματούχους.

(β) Να αναθεωρήσει άμεσα τους κανόνες και τις διαδικασίες ανάκρισης, ώστε να προλαμβάνει τα βασανιστήρια και την κακομεταχείριση, όπως με τη χρήση συστημάτων ακουστικής καταγραφής και μαγνητοσκόπησης.

(γ) Να προσάγει έγκαιρα σε δίκη τους κατηγορούμενους για διάπραξη βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης και, σε περίπτωση που βρεθούν ένοχοι, να τους επιβάλλει τις προσήκουσες ποινές, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη βαρύτητα των πράξεών τους.

Υπέρμετρη χρήση βίας από την αστυνομία

  1. Η Επιτροπή εκφράζει εκ νέου την ανησυχία της για τις συνεχιζόμενες καταγγελίες υπέρμετρης χρήσης βίας εκ μέρους οργάνων επιβολής του νόμου συχνά στα πλαίσια αστυνόμευσης διαδηλώσεων και ελέγχου του πλήθους (άρθρα 12 και 16).

Το κράτος μέλος θα πρέπει να λάβει άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα για να εξασφαλίσει ότι τα όργανα επιβολής του νόμου θα χρησιμοποιούν βία μόνον όταν είναι απολύτως απαραίτητο και μόνον στο βαθμό που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Κακομεταχείριση παράτυπων μεταναστών, αιτουμένων άσυλο, μειονοτήτων και Ρομά.

  1. Η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για τις επανειλημμένες και συνεπείς μεταξύ τους αναφορές κακομεταχείρισης παράτυπων μεταναστών, αιτουμένων άσυλο και Ρομά εκ μέρους αστυνομικών, η οποία λαμβάνει χώρα και σε χώρους κράτησης και στα πλαίσια τακτικών αστυνομικών ελέγχων σε δρόμους αστικών περιοχών, κατά παραβίαση της Σύμβασης. Η Επιτροπή επίσης ανησυχεί λόγω πληροφοριών σύμφωνα με τις οποίες τα θύματα εμφανίζουν διαδεδομένη απροθυμία να κάνουν καταγγελίες, λόγω απουσίας ασφαλούς μηχανισμού για τις καταγγελίες, ανεπαρκούς αριθμού διερμηνέων και απουσίας εμπιστοσύνης προς τις αρχές. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για την αύξηση των ξενοφοβικών και ρατσιστικών επιθέσεων εναντίον αλλοδαπών, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς τους, στις οποίες περιλαμβάνονται και επιθέσεις από ομάδες πολιτών και από ακροδεξιές ομάδες, σύμφωνα με τα ευρήματα του ημιεπίσημου Δικτύου Καταγραφής της Ρατσιστικής Βίας. Επιπλέον, η Επιτροπή σημειώνει με ανησυχία ότι η μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη είναι η μοναδική αναγνωρισμένη μειονότητα στη χώρα (άρθρα 2,12 και 16).

Το κράτος μέλος θα πρέπει να καταπολεμήσει ισχυρά τις αυξανόμενες εκδηλώσεις φυλετικών διακρίσεων, ξενοφοβίας και συναφούς βίας, μεταξύ άλλων με τη δημόσια καταδίκη κάθε τέτοιας μισαλλοδοξίας και βίας με ρατσιστικό κίνητρο. Το κράτος μέλος θα πρέπει να δώσει ένα σαφές και μονοσήμαντο μήνυμα ότι οι συμπεριφορές ρατσισμού και διακρίσεων, και εκ μέρους αστυνομικών και άλλων κρατικών αξιωματούχων, δεν είναι αποδεκτές, και να προβεί στη δίωξη και στην τιμωρία όσων διαπράττουν τέτοιες πράξεις. Το κράτος μέλος θα πρέπει επίσης να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την πρόληψη των διακρίσεων ενάντια σε όλες τις μειονότητες και για την προστασία αυτών των μειονοτήτων, αναγνωρισμένων και μη, σύμφωνα με το γενικό σχόλιο Νο 2 (2007) της Επιτροπής. Σε αυτά τα μέτρα περιλαμβάνεται αύξηση της συμμετοχής μελών μειονοτήτων στη δημόσια διοίκηση, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών επιβολής του νόμου.

Άμεσες, αμερόληπτες και αποτελεσματικές διερευνήσεις.

  1. Ενώ σημειώνει τη δημιουργία εντός του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη ειδικού Γραφείου για τις καταγγελίες εναντίον αστυνομικών για αυθαιρεσία, η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για το ότι αυτό το Γραφείο ακόμα δεν λειτουργεί, για το ότι η αποστολή του σύμφωνα με αναφορές περιορίζεται στην κρίση του παραδεκτού των καταγγελιών και για το ότι τα περιστατικά θα διαβιβάζονται στα συναφή πειθαρχικά όργανα των σωμάτων ασφαλείας για περαιτέρω διερεύνηση. Για αυτό, η Επιτροπή εξακολουθεί να ανησυχεί για την απουσία αποτελεσματικού ανεξάρτητου συστήματος διερεύνησης των καταγγελιών για βασανιστήρια, κακομεταχείριση ή υπερβολική χρήση βίας. Επίσης, η Επιτροπή ανησυχεί για τις ελλείψεις στην παροχή προστασία των θυμάτων από κακομεταχείριση ή εκφοβισμό μετά από την υποβολή καταγγελίας ή την παροχή μαρτυριών (άρθρα 12 και 13).

Το κράτος μέλος θα πρέπει: 

(α) Να ενισχύσει τους υπάρχοντες μηχανισμούς για την εποπτεία και την επιτήρηση της αστυνομίας και άλλων δημοσίων αξιωματούχων, περιλαμβανόμενης της δημιουργίας αξιόπιστου, ανεξάρτητου και προσιτού συστήματος διερεύνησης καταγγελιών, το οποίο θα μπορεί να διεξάγει άμεση, αμερόληπτη και αποτελεσματική διερεύνηση για κάθε καταγγελία βίας, κακομεταχείρισης και υπέρμετρης χρήσης βίας. 

(β) Να εξασφαλίσει ότι όλες αυτές οι καταγγελίες θα καταγράφονται σε γραπτή μορφή, ότι θα παραγγέλλεται άμεσα ιατροδικαστική εξέταση και ότι θα λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί η σωστή διερεύνηση των καταγγελιών. Αυτή η διαδικασία θα πρέπει να ακολουθείται ανεξάρτητα από του αν ο φερόμενος ως παθών φέρει ορατές εξωτερικές κακώσεις. 

(γ) Να εξασφαλίσει ότι, στις περιπτώσεις καταγγελιών για βασανιστήρια, οι ύποπτοι θα πρέπει άμεσα να απαλλάσσονται των καθηκόντων τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διερεύνησης, ιδίως αν υπάρχει ο κίνδυνος ότι διαφορετικά ενδέχεται να είναι σε θέση να επαναλάβουν τις πράξεις για τις οποίες καταγγέλλονται ή να παρακωλύσουν τη διερεύνηση.

(δ) Να λάβει αποτελεσματικά μέτρα τα οποία θα εξασφαλίζουν ότι όλα τα άτομα που αναφέρουν πράξεις βασανιστηρίων ή κακοποίησης θα απολαμβάνουν επαρκούς προστασίας.

Συνθήκες κράτησης

  1. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει τη σοβαρή της ανησυχία για την αποτυχία των αρχών του κράτους μέλους να βελτιώσει τις συνθήκες κράτησης στα αστυνομικά τμήματα και στις φυλακές του. Η Επιτροπή ανησυχεί ιδιαίτερα για το ότι το επίπεδο υπερπληθυσμού των φυλακών, παρά τις κάποιες βελτιώσεις σε ορισμένες εγκαταστάσεις, παραμένει ανησυχητικό. Η Επιτροπή εκφράζει επίσης την έντονη ανησυχία της για τα οικτρές υλικές συνθήκες και συνθήκες υγιεινής σε πολλά αστυνομικά τμήματα και φυλακές, τα ανεπαρκή επίπεδα σε αριθμό προσωπικού, περιλαμβανομένων των ιατρικών επαγγελματιών, και την έλλειψη βασικών αγαθών (άρθρα 2, 11 και 16). 

Το κράτος μέλος πρέπει να λάβει επείγοντα και αποτελεσματικά μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι συνθήκες κράτησης στα αστυνομικά τμήματα, φυλακές και άλλες εγκαταστάσεις κράτησης είναι σύμφωνες με τους Βασικούς Ελάχιστους Κανόνες των Ηνωμένων Εθνών για τη Μεταχείριση των Κρατουμένων. Ειδικότερα, το συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να: 

(α) Μετριάσει τον υπερπληθυσμό στις φυλακές, μεταξύ άλλων μέσω της ευρύτερης χρήσης των μη στερητικών της ελευθερίας μέτρων ως εναλλακτική λύση σε ποινές φυλάκισης· και 

(β) Να λάβει άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα για τη βελτίωση των υλικών συνθηκών και των συνθηκών υγιεινής τόσο στα αστυνομικά τμήματα όσο και στις φυλακές, να διασφαλίσει την παροχή των βασικών προμηθειών, και να ορίσει επαρκή αριθμό καταρτισμένων υπαλλήλων, περιλαμβανομένων των ιατρικών επαγγελματιών.


Παρατεταμένες περίοδοι προφυλάκισης, ανήλικοι

  1. Ενώ σημειώνει μερικές πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες, η Επιτροπή ανησυχεί για τις μεγάλες περιόδους προφυλάκισης, ακόμη και στην περίπτωση ανηλίκων, που οφείλεται σε ελλείψεις και σημαντικές καθυστερήσεις στο δικαστικό σύστημα. Η Επιτροπή εκφράζει επίσης την ανησυχία της για την περιορισμένη χρήση των μη στερητικών της ελευθερίας μέτρων για τους ανήλικους κρατούμενους. Επιπροσθέτως ανησυχεί ότι ο διαχωρισμός μεταξύ των προφυλακισθέντων και καταδικασθέντων κρατουμένων, καθώς επίσης και των ανηλίκων και ενηλίκων, δεν είναι πάντα εγγυημένος (άρθρα 2 και 11).

Το κράτος μέλος πρέπει να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να μειώσει σημαντικά τη διάρκεια της προφυλάκισης. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι προσωρινά κρατούμενοι απολαμβάνουν μια δίκαιη και ταχεία εκδίκαση, καθώς επίσης και την εφαρμογή εναλλακτικών προδικαστικών περιορισμών. Στην περίπτωση των ανηλίκων, η κράτηση πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις ή ως μέτρο έσχατης ανάγκης, για λόγους που ειδικώς προβλέπονται από το νόμο, και μόνο για το συντομότερο δυνατό διάστημα. Επιπλέον, το κράτος μέλος θα πρέπει να εξασφαλίζει τον αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ των προφυλακισθέντων και καταδικασθέντων κρατουμένων και μεταξύ των ανηλίκων και των ενηλίκων σε όλες τις εγκαταστάσεις κράτησης.


Έλεγχοι σωματικών κοιλοτήτων

  1. Η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για τη συνεχιζόμενη χρήση διεισδυτικών ελέγχων στις κοιλότητες του σώματος, ιδίως τις εσωτερικές, σε εγκαταστάσεις κράτησης (άρθρα 11 και 16).

Το κράτος μέλος οφείλει να ασκεί αυστηρό έλεγχο των διαδικασιών σωματικού ελέγχου, ιδίως των εσωτερικών ελέγχων, εξασφαλίζοντας ότι αυτοί εκτελούνται με τρόπο που να είναι όσο το δυνατό λιγότερο αδιάκριτος και να δείχνει τον περισσότερο δυνατό σεβασμό στην ακεραιότητα του ατόμου, και να είναι σε όλες τις περιπτώσεις σε συμφωνία με τους όρους της Σύμβασης. Η Επιτροπή συνιστά επίσης στο συμβαλλόμενο Κράτος να εξετάσει εναλλακτικές λύσεις, όπως ηλεκτρονικές μεθόδους ανίχνευσης.

Συστηματική παρακολούθηση των εγκαταστάσεων κράτησης, εθνικός μηχανισμός πρόληψης

  1. Ενώ σημειώνει το γεγονός ότι ένας αριθμός οργανώσεων έχει την εξουσιοδότηση να επισκέπτεται τόπους κράτησης, και την πολιτική που ανέφερε η αντιπροσωπεία της χώρας για τη χορήγηση πρόσβασης στις φυλακές σε ΜΚΟ και άλλους φορείς, η Επιτροπή ανησυχεί ότι τέτοιες επισκέψεις επί του παρόντος συμβαίνουν ευκαιριακά (ad hoc), εξαιτίας της απουσίας ενός ανεξάρτητου οργανισμού για τη συστηματική παρακολούθηση όλων των εγκαταστάσεων κράτησης. Η Επιτροπή σημειώνει, ωστόσο, ότι το συμβαλλόμενο κράτος υπέγραψε το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Σύμβασης στις 3 Μαρτίου 2011 και ότι με πρόσφατο σχέδιο νόμου ορίζει το Συνήγορο του Πολίτη ως εθνικό μηχανισμό πρόληψης (ΕΜΠ) (άρθρα 2 και 11).

Το κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίσει ότι θα συσταθεί ένα σύστημα συστηματικής παρακολούθησης όλων των εγκαταστάσεων κράτησης, περιλαμβανομένων των εγκαταστάσεων για τους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή συνιστά στο κράτος μέλος να επικυρώσει το Προαιρετικό Πρωτόκολλο το συντομότερο δυνατό και να εξασφαλίσει το διορισμό ενός ΕΜΠ, με εντολή σύμφωνη με τις διατάξεις του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου. Το κράτος μέλος πρέπει να διασφαλίσει περαιτέρω ότι ο μηχανισμός αυτός είναι εφοδιασμένος με το απαραίτητο ανθρώπινο, υλικό και οικονομικό δυναμικό προκειμένου να φέρει σε πέρας την εντολή του, ανεξάρτητα και αποτελεσματικά σε όλη τη χώρα. 

Πρόσβαση σε δίκαιη και αμερόληπτη ατομική διαδικασία χορήγησης ασύλου

  1. Η Επιτροπή αναγνωρίζει τις προκλήσεις και τα βάρη που αντιμετωπίζει το κράτος μέλος, ως το κύριο σημείο εισόδου στην Ευρώπη για πολλούς μετανάστες και αιτούντες άσυλο λόγω της γεωγραφικής του θέσης, και χαιρετίζει τις προσπάθειες που καταβάλλονται για τη βελτίωση της διαδικασίας χορήγησης ασύλου, όσον αφορά στην ποιότητα και στην ταχύτητα. Ωστόσο, η Επιτροπή διαπιστώνει με ανησυχία ότι οι αιτούντες άσυλο αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια στην πρόσβαση των διαδικασιών ασύλου, που οφείλονται σε διαρθρωτικές ανεπάρκειες και στη μη λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου στις ελληνικές παραμεθόριες περιοχές και στη Διεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής (Πέτρου Ράλλη). Τέτοια εμπόδια περιλαμβάνουν την απουσία διαδικαστικών εγγυήσεων, περιλαμβανόμενης της δωρεάν νομικής βοήθειας, της διερμηνείας και της επαρκούς ενημέρωσης, καθώς και της προϋπόθεσης σταθερής διεύθυνσης. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το κράτος μέλος έχει εκκαθαρίσει κάποιες από τις εκκρεμείς υποθέσεις ασύλου και τις προσφυγές, μεταξύ άλλων μέσω της δημιουργίας της δευτεροβάθμιας Επιτροπής Προσφυγών, αλλά λυπάται για το ότι χιλιάδες υποθέσεις εκκρεμούν ακόμη. Επίσης εξακολουθεί να ανησυχεί για τα χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης προσφύγων (άρθρο 2).

Το κράτος μέλος οφείλει να εγγυάται πλήρως και να διευκολύνει την πρόσβαση σε δίκαιη και αμερόληπτη ατομική διαδικασία χορήγησης ασύλου. Για το σκοπό αυτό, το κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίσει ότι τα σημαντικά προστατευτικά μέτρα για την ποιότητα και την αμεροληψία της διαδικασίας ασύλου, όπως περιλαμβάνονται στην πρόσφατη νομοθεσία για το άσυλο πρέπει να εφαρμοστούν στην πράξη και να υποστηρίζονται με κατάλληλες υποδομές, περιλαμβανόμενης της έγκαιρης έναρξης λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου και της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής. Το κράτος μέλος οφείλει επίσης να διασφαλίσει την παροχή κατάλληλων πληροφοριών στις σχετικές γλώσσες, νομική βοήθεια και διερμηνεία, για να διευκολυνθεί αυτή η πρόσβαση. Επιπλέον, το κράτος μέλος θα πρέπει να αφιερώσει τους απαραίτητους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους, για να αντιμετωπίσει τις σημαντικές καθυστερήσεις στις υποθέσεις προσφυγών κατά των αποφάσεων για το άσυλο.

Μη επαναπροώθηση

  1. Η Επιτροπή σημειώνει με σοβαρή ανησυχία πως συχνά άτομα δεν ήταν σε θέση να απολαύσουν πλήρη προστασία, στο πλαίσιο των σχετικών άρθρων της Σύμβασης, σε σχέση με την αποπομπή, επιστροφή ή απέλαση σε άλλη χώρα. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει την ανησυχία της για την εφαρμογή εκ μέρους του κράτους μέλους των διαδικασιών αναγκαστικής επιστροφής, περιλαμβανόμενης της πράξης άμεσης απέλασης και της εφαρμογής της συμφωνίας επανεισδοχής με την Τουρκία. Είναι επίσης ανήσυχη για το γεγονός ότι τα πρόσωπα που υπόκεινται σε αναγκαστική επιστροφή δεν απολαμβάνουν αποτελεσματικών διαδικαστικών εγγυήσεων για την πρόσβαση σε ένδικα μέσα ή την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, και ότι δεν έχουν δωρεάν νομική βοήθεια ή αποτελεσματικές πληροφορίες που να παρέχονται μέσω των υπηρεσιών διερμηνείας. Κατά συνέπεια, δεν είναι σε θέση να προσφύγουν αποτελεσματικά κατά των αποφάσεων απέλασης ή / και της επακόλουθης κράτησης. Η Επιτροπή ανησυχεί πως τα άτομα αυτά βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο επαναπροώθησης, περιλαμβανομένης της αλυσιδωτής επαναπροώθησης (άρθρο 3).

Το κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίσει την πλήρη προστασία από την επαναπροώθηση με τη θέσπιση των απαραίτητων μέτρων ασφάλειας και εποπτείας των διαδικασιών αναγκαστικής επιστροφής, και έτσι να εγγυάται ανά πάσα στιγμή ότι κανένα πρόσωπο που χρήζει διεθνούς προστασίας δεν θα επιστραφεί σε μια χώρα όπου αυτός ή αυτή φοβάται τη δίωξη του/της ή κινδυνεύει να υποστεί πράξεις βασανισμού ή σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, καθώς και αλυσιδωτής επαναπροώθησης. Για το σκοπό αυτό, το κράτος μέλος πρέπει να επανεξετάσει το περιεχόμενο της συμφωνίας επανεισδοχής με την Τουρκία προκειμένου να διασφαλίσει ότι συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του κράτους μέλους που πηγάζουν από το διεθνές δίκαιο. Θα πρέπει επίσης να διασφαλίσει ότι οι προσφυγές κατά των αποφάσεων επιστροφής ή απέλασης θα έχουν αυτόματο και άμεσα ανασταλτικό χαρακτήρα.


Διοικητική κράτηση των αιτούντων άσυλο και των μεταναστών

  1. Η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για την τρέχουσα πολιτική κρατήσεων που εφαρμόζεται στους αιτούντες άσυλο και τους μετανάστες σε μη νόμιμη κατάσταση, περιλαμβανομένων αναφορών ότι οι αιτούντες άσυλο σε παραμεθόριες περιοχές συνήθως υπόκεινται σε μεγάλες περιόδους διοικητικής κράτησης. Η διάρκεια της κράτησης, σε συνδυασμό με τις άθλιες συνθήκες κράτησης, ισοδυναμεί με απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση και συνιστά σοβαρή τροχοπέδη για τους αιτούντες άσυλο, προκειμένου να υποβάλουν αίτηση για άσυλο. Επιπλέον, η Επιτροπή ανησυχεί σοβαρά για τις αποκρουστικές συνθήκες στις εγκαταστάσεις κράτησης, περιλαμβανομένων των τακτικών αστυνομικών τμημάτων και τμημάτων συνοριοφυλακής σε όλη τη χώρα, και ιδιαίτερα στην περιοχή του Έβρου, από την άποψη του έντονου υπερπληθυσμού, του ανεπαρκούς αριθμού προσωπικού, της έλλειψης βασικών αγαθών, καθώς και της ανεπαρκούς ιατρικής, ψυχολογικής, κοινωνικής και νομικής υποστήριξης (άρθρα 2, 11 και 16).

Το κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίσει ότι η διοικητική κράτηση για λόγους παράνομης εισόδου, δεν εφαρμόζεται στους αιτούντες άσυλο. Ειδικότερα, η κράτηση των αιτούντων άσυλο θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή ως μέτρο έσχατης ανάγκης, για λόγους που ειδικώς προβλέπονται από το νόμο, και μόνο για το συντομότερο δυνατό διάστημα. Για το σκοπό αυτό, οι εναλλακτικές λύσεις της κράτησης θα πρέπει να εξεταστούν δεόντως και να εξαντληθούν, ιδίως όσον αφορά στις ευάλωτες ομάδες. Το κράτος μέλος οφείλει επίσης να λάβει επείγοντα και αποτελεσματικά μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών της διοικητικής κράτησης, μέσω της ανακούφισης του υπερπληθυσμού, του διορισμού ενός επαρκούς αριθμού εκπαιδευμένου προσωπικού, και την παροχή των βασικών αγαθών, όπως η ιατρική περίθαλψη και θεραπεία, η επαρκής τροφή, νερό και είδη προσωπικής υγιεινής, σε κάθε εγκατάσταση που χρησιμοποιείται για την κράτηση των αλλοδαπών.

Κράτηση για λόγους δημόσιας υγείας

  1. Η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για την πρόσφατη νομοθετική τροπολογία με την οποία ένας μετανάστης ή αιτών άσυλο μπορεί να κρατείται, αν αυτός ή αυτή συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, όταν αυτός ή αυτή πάσχει από κάποια μεταδοτική ασθένεια ή ανήκει σε ομάδες που είναι ευάλωτες σε μολυσματικές ασθένειες (άρθρα 2 και 16).

Η Επιτροπή προτρέπει το κράτος μέλος να καταργήσει τη διάταξη που επιτρέπει την κράτηση των μεταναστών και των αιτούντων άσυλο για λόγους δημόσιας υγείας και να αντικαταστήσει την κράτηση για τέτοιους λόγους με τα κατάλληλα ιατρικά μέτρα.

Ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτούντες άσυλο

  1. Η Επιτροπή ανησυχεί ιδιαίτερα για το ότι ασυνόδευτοι ή χωρισμένοι από τις οικογένειές τους ανήλικοι που ζητούν άσυλο συχνά δεν καταχωρούνται σωστά ενώ κρατούνται συστηματικά, συχνά σε μικτές εγκαταστάσεις μετανάστευσης με ενήλικες. Η Επιτροπή ανησυχεί, επίσης, για το γεγονός ότι το μεταβατικό Προεδρικό Διάταγμα 114/2010 δεν εισήγαγε μια νομοθετημένη απαγόρευση σχετικά με την κράτηση των ανηλίκων αυτών και ότι ο περιορισμένος αριθμός των ειδικών κέντρων υποδοχής για ασυνόδευτους ανηλίκους συμβάλλει στην παρατεταμένη κράτησή τους. Υπάρχει επίσης ανησυχία για το ότι πολλοί ασυνόδευτοι ανήλικοι καταλήγουν άστεγοι και ζουν στους δρόμους, όπου συχνά εκτίθενται σε αυξημένους κινδύνους εκμετάλλευσης και βίας (άρθρα 2, 11 και 16).

Το κράτος μέλος οφείλει να ενισχύσει τις προσπάθειές του προκειμένου να παρέχει επαρκή προστασία και κατάλληλα φροντίδα στους ασυνόδευτους ή χωρισμένους από τους γονείς τους ανηλίκους που εισέρχονται στη χώρα, εκτός των άλλων και με την άμεση τροποποίηση της νομοθεσίας, ώστε να απαγορεύεται η κράτησή τους. Η Επιτροπή συναινεί με τη σύσταση του Ειδικού Εισηγητή για τα βασανιστήρια, πως το Υπουργείο Υγείας και το Υπουργείο Εσωτερικών θα πρέπει να συνεργάζονται στενά για να εξασφαλίσουν ότι τοποθετούνται σε κατάλληλα και ξεχωριστά κέντρα υποδοχής. Επιπλέον, ειδικά μέτρα θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή για την πρόληψη της έλλειψης στέγης και την παροχή κοινωνικής υποστήριξης και εκπαίδευσης σε αυτήν την ομάδα.

Βία κατά των γυναικών

  1. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη νομοθεσία και τα άλλα μέτρα που λαμβάνονται από το κράτος μέλος για τη καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, περιλαμβανομένης και της θέσπισης του Νόμου 3500/2006 για τη καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας και την υιοθέτηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τη Βία κατά των Γυναικών (2009-2013). Ωστόσο, η Επιτροπή εξακολουθεί να ανησυχεί για τα συνεχιζόμενα περιστατικά κακοποίησης γυναικών και παιδιών, περιλαμβανομένης και της ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής κακοποίησης, καθώς και τον περιορισμένο αριθμό διώξεων και καταδικών των δραστών. Ενώ σημειώνει ότι το κράτος μέλος έχει δημιουργήσει μια μόνιμη επιτροπή που έχει αναλάβει να επεξεργαστεί σχέδιο νόμου για τη καταπολέμηση της έμφυλης βίας κατά των γυναικών, η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για το γεγονός ότι ο υφιστάμενος Ποινικός Κώδικας του κράτους μέλους δεν περιλαμβάνει ρητά στις αξιόποινες μορφές βασανιστηρίων το βιασμό και τις άλλες μορφές σεξουαλικής βίας (άρθρα 2, 12 και 16).

Το κράτος μέλος πρέπει να λάβει άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα προστασίας για την πρόληψη και καταπολέμηση όλων των μορφών βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών, ιδίως δε της ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας, περιλαμβανομένης και της διερεύνησης και τιμωρίας των αδικημάτων αυτών. Στα μέτρα αυτά πρέπει να περιλαμβάνεται η τροποποίηση του άρθρου 137Α του Ποινικού Κώδικα του κράτους μέλους έτσι ώστε να περιλαμβάνεται ρητά ο βιασμός και οι άλλες μορφές σεξουαλικής βίας στις μορφές βασανιστηρίων και όχι στις «σοβαρές προσβολές της γενετήσιας αξιοπρέπειας». Το κράτος μέλος πρέπει επίσης να οργανώσει μια ευρεία εκστρατεία ευαισθητοποίησης και να παρέχει μαθήματα επιμόρφωσης και κατάρτισης πάνω στην πρόληψη της βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών στο υπαλληλικό προσωπικό που έρχεται σε άμεση επαφή με τα θύματα (όργανα επιβολής του νόμου, δικαστές, δικηγόρους, κοινωνικούς λειτουργούς, κλπ) και για το ευρύ κοινό.

Εμπορία Ανθρώπων

  1. Η Επιτροπή αναγνωρίζει τις προσπάθειες που καταβάλλονται από το κράτος μέλος για την αντιμετώπιση της εμπορίας ανθρώπων. Εκφράζει, ωστόσο, την ανησυχία της για τις επίμονες αναφορές για εμπορία γυναικών και παιδιών με σκοπό τη σεξουαλική ή άλλη μορφή εκμετάλλευσης και ανησυχεί για τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου οι δράστες των εγκλημάτων αυτών παραπέμφθηκαν σε δίκη και καταδικάστηκαν για τα εγκλήματα που διέπραξαν. Παράλληλα, η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της ότι τα εμπόδια που συναντούν τα θύματα των εγκλημάτων αυτών στο σύστημα της δικαιοσύνης περιλαμβάνουν την ανεπαρκή γνώση των δικαστών και των εισαγγελέων για το Πρωτόκολλο του Παλέρμο καθώς και για το γεγονός ότι αναφέρεται πως δεν υπάρχουν υπηρεσίες διερμηνείας για τα θύματα εμπορίας ανθρώπων στις δίκες για εμπορία ανθρώπων. Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για την ανεπάρκεια των υπηρεσιών υποστήριξης στα θύματα εμπορίας ανθρώπων σε ό,τι αφορά την υγεία ως μέρος της πιθανής επανένταξής τους (άρθρα 2, 10, 12 και 16).

Το κράτος μέλος πρέπει να διασφαλίσει την άμεση, αμερόληπτη και αποτελεσματική διερεύνηση των καταγγελιών για εμπορία ανθρώπων και τη δίωξη και τιμωρία για τα εγκλήματα αυτά των δραστών. Το κράτος μέλος οφείλει επίσης να διασφαλίσει ότι θα παρέχεται στα θύματα αποτελεσματική νομική και κοινωνική βοήθεια καθώς και πρόσβαση στις υπηρεσίες διερμηνείας κατά τις δίκες. Το κράτος μέλος οφείλει να συνεχίσει τη διεξαγωγή εκστρατειών ευαισθητοποίησης σε εθνικό επίπεδο και να παρέχει τα κατάλληλα προγράμματα υποστήριξης, αποκατάστασης και επανένταξης των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων. Επιπλέον, το κράτος μέλος οφείλει να εκπαιδεύσει και επιμορφώσει τα όργανα επιβολής του νόμου, τους δικαστές, τους εισαγγελείς, τα στελέχη των αρχών μετανάστευσης και τους συνοριοφύλακες πάνω στα αίτια, τις συνέπειες και τις επιπτώσεις που έχει η εμπορία ανθρώπων και οι λοιπές μορφές εκμετάλλευσης, καθώς και στα άρθρα του Πρωτοκόλλου του Παλέρμο.

 Εκπαίδευση

  1. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τα στοιχεία που παρέχονται στην έκθεση και από την αντιπροσωπεία σχετικά με τα συστήματα κατάρτισης των στελεχών των υπηρεσιών επιβολής του νόμου, αλλά εκφράζει τη λύπη της για το μικρό αριθμό των διαθέσιμων στοιχείων όσον αφορά την αξιολόγηση των συστημάτων αυτών και την αποτελεσματικότητά τους στη μείωση των περιστατικών βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης. Η Επιτροπή εκφράζει, επίσης, τη λύπη της για την απουσία στοιχείων όσον αφορά την εκπαίδευση που παρέχεται στους συνοριοφύλακες και για το Εγχειρίδιο Αποτελεσματικής Διερεύνησης και Τεκμηρίωσης των Περιστατικών Βασανισμού και άλλων περιστατικών σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης) σε όσα στελέχη συμμετέχουν στην έρευνα και την εξακρίβωση περιστατικών βασανισμού και κακής μεταχείρισης (άρθρο 10).

Το κράτος μέλος οφείλει να συνεχίσει να παρέχει προγράμματα κατάρτισης σε όλους τους δημόσιους λειτουργούς, ιδιαίτερα στην αστυνομία και στα άλλα όργανα επιβολής του νόμου, ώστε να διασφαλίζεται ότι είναι πλήρως ενημερωμένα πάνω στις διατάξεις της Σύμβασης. Το κράτος μέλος πρέπει να διασφαλίσει, παράλληλα την εξειδικευμένη κατάρτιση πάνω στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο σχετικά με τους πρόσφυγες και τα ανθρώπινα δικαιώματα, που πρέπει να παρέχεται στις υπηρεσίες που ασχολούνται με τη φύλαξη των συνόρων, καθώς και να διασφαλίζει τη διενέργεια τακτικών εσωτερικών ελέγχων.

Επιπροσθέτως, το κράτος μέλος οφείλει να καθιερώσει ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης για όλο το προσωπικό που ασχολείται με τη διερεύνηση και την εξακρίβωση των περιστατικών βασανιστηρίων, περιλαμβανομένων και των εισαγγελέων, των γιατρών και των ψυχολόγων ώστε να γίνει γνωστό το περιεχόμενο του εν λόγω εγχειριδίου (Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης) και να εφαρμόζεται στη πράξη. Επίσης θα πρέπει να προβεί σε περαιτέρω εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και της απήχησης των δράσεων κατάρτισης και  επιμόρφωσης πάνω σε τρόπους περιορισμού των κρουσμάτων βασανισμού και κακομεταχείρισης.

 Επανόρθωση, περιλαμβανομένης της αποζημίωσης και της αποκατάστασης

  1. Η Επιτροπή εκφράζει για άλλη μια φορά τη λύπη της για την ανεπάρκεια των στοιχείων που παρέχονται σχετικά με τον τρόπο επανόρθωσης, περιλαμβανομένης της δίκαιης και επαρκούς αποζημίωσης και αποκατάστασης, που προσφέρεται στα θύματα βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης και στις οικογένειες τους, σύμφωνα με το άρθρο 14 της Συνθήκης. Παράλληλα, η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για τις σημαντικές καθυστερήσεις που εντοπίζονται ως προς την επανόρθωση προς τα θύματα βίας σε υποθέσεις για τις οποίες έχουν αποφανθεί διεθνή εποπτικά όργανα και δικαστήρια (άρθρο 14).

Το  κράτος μέλος οφείλει να ενισχύσει τις προσπάθειες που καταβάλλει για την επανόρθωση προς τα θύματα, περιλαμβανομένης της αποζημίωσης και των μέσων για την πληρέστερη δυνατή αποκατάσταση και να αναπτύξει ένα ειδικό πρόγραμμα βοήθειας για τα θύματα βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης. Το κράτος μέλος οφείλει, παράλληλα, να δημιουργήσει πιο αποτελεσματικές και προσιτές διαδικασίες που θα διασφαλίζουν ότι τα θύματα μπορούν να διεκδικούν το δικαίωμα αποζημίωσης έτσι όπως απορρέει από το νόμο 3811/2009, ιδιαίτερα όσον αφορά την επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών από τα εθνικά δικαστήρια που επιδικάζουν σε τέτοιες περιπτώσεις αποζημίωση. Επίσης, η Επιτροπή συνιστά στο κράτος μέλος να διασφαλίζει με μορφή κατεπείγοντος και χωρίς εξαίρεση άμεση επανόρθωση προς τα θύματα βίας σε υποθέσεις για τις οποίες έχουν αποφανθεί διεθνή εποπτικά όργανα και δικαστήρια έτσι όπως έχει καθοριστεί από τα διεθνή εποπτικά όργανα και δικαστήρια, όπως είναι η Επιτροπή αυτή και η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 Υπόθεση Αγίας Βαρβάρας

 27. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει την προηγούμενη ανησυχία της η οποία αφορά την περίπτωση των 502 από τα 661 Αλβανών Ρομά παιδιών του δρόμου, τα οποία σύμφωνα με πληροφορίες εξαφανίστηκαν, αφού τοποθετήθηκαν την περίοδο 1998-2002 στο ελληνικό ίδρυμα για παιδιά Αγία Βαρβάρα και ιδιαίτερα ανησυχεί για το γεγονός ότι αυτές οι περιπτώσεις δεν διερευνήθηκαν από τις αρχές του κράτους –μέλους (άρθρα 2 και 12).

Η Επιτροπή ζητάει επειγόντως από το κράτος μέλος να συνεργαστεί με τις αλβανικές αρχές με στόχο να δημιουργηθεί άμεσα ένας αποτελεσματικός μηχανισμός για να διερευνηθούν αυτές οι περιπτώσεις, έτσι ώστε να βρεθούν τα αγνοούμενα παιδιά, σε συνεργασία με τους Συνηγόρους του Πολίτη των δύο κρατών και με σχετικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και να καταλογισθούν οι πειθαρχικές και  ποινικές ευθύνες των εμπλεκομένων, πριν η πάροδος του χρόνου δημιουργήσει δυσκολίες στην εξακρίβωση των γεγονότων. Η Επιτροπή συστήνει επίσης στο κράτος μέλος να υιοθετήσει μια ολοκληρωμένη πολιτική για να καταπολεμήσει τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των παιδιών του δρόμου, ώστε να προλάβει επανάληψη (τέτοιων περιστατικών) στο μέλλον.

Συλλογή δεδομένων

  1. Ενώ σημειώνει με ενδιαφέρον ότι ειδική ομάδα εργασίας συστάθηκε πρόσφατα για να υποβάλει ολοκληρωμένη πρόταση για την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισμό των στατιστικών της Δικαιοσύνης του κράτους μέλους, η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για την έλλειψη ολοκληρωμένων και αναλυτικών στοιχείων για καταγγελίες, έρευνες, διώξεις και καταδίκες σε περιπτώσεις βασανιστηρίων και κακοποιήσεων από όργανα επιβολής του νόμου, στους οποίους περιλαμβάνονται οι αξιωματούχοι της αστυνομίας και των φυλακών και οι συνοριοφύλακες, όπως επίσης και για τις περιπτώσεις εμπορίας ανθρώπων, ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας (άρθρα 11και 12).

Το κράτος μέλος θα πρέπει να εγκαθιδρύσει ένα αποτελεσματικό σύστημα το οποίο θα συλλέγει τα σχετικά στατιστικά στοιχεία για  την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που αφορούν  καταγγελίες, έρευνες, διώξεις και καταδίκες σε περιπτώσεις βασανιστηρίων, κακοποιήσεων, εμπορίας ανθρώπων, καθώς και ενδοοικογενειακής ή σεξουαλικής βίας, καθώς επίσης  για τα ένδικα μέσα, περιλαμβανομένης και της αποζημίωσης αλλά και της αποκατάστασης που παρέχονται στα θύματα.

  1. Η Επιτροπή προσκαλεί το κράτος μέλος να κυρώσει τον πυρήνα των συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα των Ηνωμένων Εθνών που δεν έχει ακόμη επικυρώσει, και συγκεκριμένα τη Διεθνή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων των Μεταναστών Εργαζομένων και Μελών των Οικογενειών τους, τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, και τη Διεθνή Σύμβαση για την Προστασία Όλων των Προσώπων από Εξαναγκαστική Εξαφάνιση.
  1. Ζητείται από το κράτος μέλος να διαδώσει ευρέως την έκθεση που υπέβαλε στην Επιτροπή καθώς και τις καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής, σε κατάλληλες γλώσσες, μέσω επισήμων ιστοσελίδων, μέσων μαζικής επικοινωνίας και μη-κυβερνητικών οργανώσεων.
  1. Το κράτος-μέλος καλείται να υποβάλλει το κοινό βασικό έγγραφο, σε συμφωνία με τις προδιαγραφές για το κοινό βασικό έγγραφο το οποίο περιλαμβάνεται σε εναρμονισμένες οδηγίες για την υποβολή εκθέσεων στο πλαίσιο των διεθνών συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα (HRI/GEN/2/Rev.6).
  1. Η Επιτροπή παρακαλεί το κράτος μέλος να υποβάλει μέχρι την 1 Ιουνίου 2013 ενημερωμένη πληροφόρηση σε απάντηση των συστάσεων της Επιτροπής που αφορούν (1) τη διεξαγωγή άμεσων, αμερόληπτων και αποτελεσματικών ερευνών και (2) τη δίωξη υπόπτων και την τιμωρία δραστών βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης, όπως τίθενται στις παραγράφους 10 και 13 του παρόντος εγγράφου. Επιπροσθέτως η Επιτροπή παρακαλεί να έχει ενημερωμένη πληροφόρηση για τις συνθήκες κράτησης και διοικητικής κράτησης των αιτούντων ασύλου και των μεταναστών, όπως περιλαμβάνονται στις παραγράφους 14 και 20 του παρόντος εγγράφου.
  1. Το κράτος μέλος προσκαλείται να υποβάλει την επόμενη έκθεσή του, η οποία θα είναι η έβδομη περιοδική έκθεσή του, μέχρι την 1 Ιουνίου 2016. Για αυτόν τον σκοπό, η Επιτροπή, εν ευθέτω χρόνω, θα υποβάλει στο κράτος μέλος κατάλογο θεμάτων πριν από την υποβολή της έκθεσης, δεδομένου ότι το κράτος μέλος έχει αποδεχθεί να αναφέρεται στην Επιτροπή με βάση την προαιρετική διαδικασία υποβολής εκθέσεων.