Ο Μωάμεθ, η ελευθερία της έκφρασης και η παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

echrcaselaw

Ο Μωάμεθ, η ελευθερία της έκφρασης και η παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

ΑΠΟΦΑΣΗ

E.S. κατά Αυστρίας της 25.10.2018 (αριθ. προσφ. 38450/12)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ελευθερία έκφρασης και κριτική στον Μωάμεθ. Ενημερωτικά σεμινάρια για το ισλάμ, στα οποία η διοργανώτρια χαρακτήρισε τον Μωάμεθ ως παιδεραστή, λόγω του γάμου του με την εξάχρονη Aisha. Επιβολή προστίμου για υποκίνηση θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δηλώσεις δεν είχαν γίνει με αντικειμενικό τρόπο, και δεν συνέβαλλαν στο δημόσιο διάλογο (όπως ο γάμος ανηλίκων), αλλά αντιθέτως ειπώθηκαν με σκοπό να αποδείξουν ότι ο Μωάμεθ δεν ήταν άξιος λατρείας. Αναφορά υποκειμενικών αξιολογικών κρίσεων για τον Μωάμεθ σχετικά με τη γενική σεξουαλική του προτίμηση, χωρίς ενημέρωση του κοινού για το ιστορικό υπόβαθρο. Μη παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασής.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, E.S., είναι υπήκοος της Αυστρίας, η οποία γεννήθηκε το 1971 και ζει στη Βιέννη.

Η υπόθεση αφορά την καταδίκη της προσφεύγουσας για αποτροπιασμό των θρησκευτικών δογμάτων. Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2009, η κ. S. πραγματοποίησε δύο σεμινάρια με τίτλο «Βασικές πληροφορίες για το Ισλάμ», στην οποία αναφέρθηκε στον γάμο μεταξύ του Προφήτη Μωάμεθ και της εξάχρονης Aisha, γάμος ο οποίος ολοκληρώθηκε όταν η τελευταία ήταν εννιά ετών. Η προσφεύγουσα δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι στον Μωάμεθ «άρεσε να έχει σεξουαλικές σχέσεις με παιδιά» και «…» Ένας 56χρονος και μία εξάχρονη; … Πώς να το ονομάσει κανείς, αν όχι παιδεραστία; ».

Στις 15 Φεβρουαρίου 2011, το Περιφερειακό Ποινικό Δικαστήριο της Βιέννης διαπίστωσε ότι αυτές οι δηλώσεις μεταδίδουν το μήνυμα ότι ο Μωάμεθ είχε παιδόφιλες τάσεις και καταδίκασε την κυρία S. για προσβολή θρησκευτικού δόγματος. Καταδικάστηκε στην καταβολή πρόστιμου ύψους 480 ευρώ και στην καταβολή των εξόδων της δίκης. Η κ. S. άσκησε έφεση, αλλά το Εφετείο της Βιέννης επιβεβαίωσε την απόφαση τον Δεκέμβριο του 2011, επικυρώνοντας κατ’ ουσία τα πορίσματά του κατώτερου δικαστηρίου. Το αίτημα επανεκκίνησης της διαδικασίας απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 11 Δεκεμβρίου 2013.

Βασιζόμενη στο άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης), η S. καταγγέλλει ότι τα εθνικά δικαστήρια παρέλειψαν να εξετάσουν την ουσία των επίμαχων δηλώσεων υπό το πρίσμα του δικαιώματός της στην ελευθερία έκφρασης.

Αν το είχαν πράξει, δεν θα είχαν χαρακτηρίσει τις δηλώσεις της ως απλή αξιολογική κρίση αλλά ως αξιολογική κρίση βασισμένη σε γεγονότα. Επιπλέον, η κριτική της για το Ισλάμ έλαβε χώρα στο πλαίσιο μιας αντικειμενικής και ζωντανής συζήτησης που συνέβαλε στη προώθηση δημόσιας συζήτησης και δεν είχε ως στόχο την δυσφήμιση του Προφήτη του Ισλάμ. Τέλος, η κ. S. υποστήριξε ότι οι θρησκευτικές ομάδες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δημόσιοι θεσμοί και ως εκ τούτου έπρεπε να ανέχονται και να δέχονται ακόμη και σοβαρές επικρίσεις.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι όσοι επιλέγουν να ασκήσουν την ελευθερία έκφρασης της θρησκείας τους σύμφωνα με το άρθρο 9 της Σύμβασης, δεν μπορούν να περιμένουν ότι απαλλάσσονται από την κριτική. Πρέπει να ανέχονται και να δέχονται την άρνηση και την κριτική των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων από τρίτους.  Μόνο όταν οι δηλώσεις και η κριτική, σύμφωνα με το άρθρο 10, υπερβαίνουν τα όρια της κριτικής άρνησης και όταν πιθανόν προκαλούν θρησκευτική μισαλλοδοξία, μόνο τότε ένα κράτος μπορεί νομίμως να τις θεωρεί ασυμβίβαστες με τον σεβασμό της ελευθερίας της σκέψης, συνείδησης και θρησκείας και μπορεί να λαμβάνει ανάλογα περιοριστικά μέτρα.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι κάνει διάκριση στη νομολογία του μεταξύ δηλώσεων πραγματικών περιστατικών και αξιολογικών κρίσεων. Υπογράμμισε ότι η αλήθεια των αξιολογικών κρίσεων δεν ήταν επιδεκτική απόδειξης. Ωστόσο, ακόμη και μια εκτίμηση, κριτική χωρίς καμία πραγματική βάση στήριξης, μπορεί να είναι υπερβολική.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα εγχώρια δικαστήρια εξήγησαν εκτενώς τους λόγους για τους οποίους έκριναν ότι οι δηλώσεις και η κριτική  της προσφεύγουσας ήταν ικανές να προκαλέσουν δικαιολογημένη αγανάκτηση, δηλαδή ότι δεν είχαν γίνει με αντικειμενικό τρόπο, και δεν συνέβαλλαν στο δημόσιο διάλογο (όπως ο γάμος ανηλίκων), αλλά αντιθέτως ειπώθηκαν με σκοπό να αποδείξουν ότι ο Μωάμεθ δεν ήταν άξιος λατρείας.

Το Δικαστήριο συμφώνησε με τα εθνικά δικαστήρια ότι η κ. S. έπρεπε να γνωρίζει ότι οι δηλώσεις της βασίζονταν εν μέρει σε αναληθή γεγονότα και ήταν ικανές να προκαλέσουν αγανάκτηση σε τρίτους. Τα εθνικά δικαστήρια διαπίστωσαν ότι η κ. S. είχε χαρακτηρίσει υποκειμενικά τον Μωάμεθ ως παιδεραστή αναφορικά με τη γενική σεξουαλική του προτίμηση και ότι δεν ενημέρωσε με ουδέτερο τρόπο το ακροατήριό της για το ιστορικό υπόβαθρο, κάτι το οποίο συνεπώς δεν επέτρεψε να διεξαχθεί σοβαρή συζήτηση επί του θέματος. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είχε κανένα λόγο να απομακρυνθεί από τον χαρακτηρισμό των αμφισβητούμενων δηλώσεων ως αξιολογικές κρίσεις, βάσει της λεπτομερούς ανάλυσης των δηλώσεων που έγιναν.

Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι ακόμη και σε μια ζωντανή συζήτηση δεν είναι συμβατό με το άρθρο 10 της Σύμβασης να συσσωρεύονται ενοχοποιητικές δηλώσεις στη κατά τα άλλα αποδεκτή έκφρασης γνώμης και να συναχθεί ότι αυτό θα καθιστούσε τις δηλώσεις υπερβαίνουσες τα επιτρεπόμενα όρια της ελευθερίας έκφρασης επιτρεπτές.

Τέλος, δεδομένου ότι η S. ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει χαμηλό πρόστιμο και το πρόστιμο ήταν χαμηλότερο από το σύνηθες ποσό που επιβάλλονταν σε αντίστοιχες υποθέσεις, η ποινική κύρωση δεν μπορούσε να θεωρηθεί δυσανάλογη.

Εν κατακλείδι, τα εγχώρια δικαστήρια είχαν εκτιμήσει διεξοδικά το ευρύτερο πλαίσιο των δηλώσεων της προσφεύγουσας και εξισορρόπησαν προσεκτικά το δικαίωμά της στην ελευθερία έκφρασης με τα δικαιώματα τρίτων αναφορικά με τη προστασία των θρησκευτικών αισθημάτων και τη διατήρηση την θρησκευτική ειρηνικής στην αυστριακή κοινωνία. Είχαν συζητήσει τα επιτρεπτά όρια της κριτικής των θρησκευτικών δογμάτων και διαπίστωσαν ότι οι δηλώσεις του προσφεύγοντος ήταν πιθανό να προκαλέσουν δικαιολογημένη αγανάκτηση στους μουσουλμάνους. Επιπλέον, οι φερόμενες δηλώσεις δεν είχαν διατυπωθεί με ουδέτερο τρόπο, με στόχο να αποτελέσουν αντικειμενική συμβολή σε δημόσιο διάλογο σχετικά με τους γάμους ανηλίκων, αλλά μάλλον αποτελούσαν γενίκευση χωρίς πραγματική βάση. Έτσι, θεωρώντας τις δηλώσεις ως υπερβαίνοντας τα επιτρεπτά όρια μιας αντικειμενικής συζήτησης και χαρακτηρίζοντάς τα ως μια καταχρηστική επίθεση στον προφήτη του Ισλάμ, που ήταν ικανή να προκαλέσει προκατάληψη και να θέσει σε κίνδυνο την θρησκευτική ειρήνη, τα εθνικά δικαστήρια είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα πραγματικά περιστατικά περιείχαν στοιχεία υποκίνησης της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Έτσι, είχαν προβάλει σχετικούς και επαρκείς λόγους και δεν είχαν υπερβεί το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεώς τους. Η παρέμβαση στα δικαιώματα της προσφεύγουσας βάσει του άρθρου 10 ανταποκρινόταν πράγματι σε μια πιεστική κοινωνική ανάγκη και ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό.

Συνολικά, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 (επιμέλεια echrcaselaw.com). 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s