Πολιτική ορθότητα και ελευθερία έκφρασης

Καθημερινή

Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Πολιτική ορθότητα και ελευθερία έκφρασης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 

Οταν ακούτε κάποιον να διαμαρτύρεται για την «πολιτική ορθότητα», σχεδόν ποτέ δεν εννοεί ότι, ας πούμε, στον δημόσιο λόγο της χώρας μας δεν θεωρείται πρέπον να αναφέρεται κάποιος στη μικρή χώρα που βρίσκεται ανάμεσα στην Αλβανία και τη Βουλγαρία με τη λέξη «Μακεδονία». Μολονότι πρόκειται για καραμπινάτο παράδειγμα «πολιτικής ορθότητας». Υπάρχει, δε, και το θέμα της βλασφημίας, που στη χώρα μας είναι και ποινικό αδίκημα. Δεν θεωρείται πολιτικά ορθό να βρίζουμε τα Θεία εδώ. Αλλά ούτε αυτό σκέφτεται κανείς όταν μιλάμε για «πολιτική ορθότητα» στην εποχή μας.

Στην εποχή μας «πολιτική ορθότητα» εννοούμε σχεδόν αποκλειστικά τους περιορισμούς στην αναπαραγωγή λέξεων και εκφράσεων που ενοχλούν κοινωνικές ομάδες οι οποίες έχουν αντιμετωπίσει διαχρονικά διακρίσεις: άτομα με αναπηρία, άτομα ΛΟΑΤΚΙ, άτομα με διατροφικές διαταραχές, με ψυχικές παθήσεις, με άλλο θρήσκευμα ή διαφορετική καταγωγή από την πλειονότητα των κατοίκων μιας χώρας. Εχει σημασία αυτό. Επειδή το πρώτο επιχείρημα όσων διαμαρτύρονται για την «πολιτική ορθότητα» έχει να κάνει με την ελευθερία της έκφρασης. Γιατί δεν μπορώ να μιλήσω όπως θέλω; Δεν είμαι ελεύθερος; Είναι ένα περίεργο επιχείρημα αυτό, καθώς απόλυτη ελευθερία της έκφρασης δεν υπάρχει πουθενά.

Πρώτα απ’ όλα, η γλώσσα δεν είναι κάτι ουδέτερο. Σχεδόν τίποτε από όσα λέμε δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερο. Η γλώσσα έχει ατζέντα, ακόμα κι όταν εμείς δεν έχουμε. Δεύτερον και πιο αυτονόητο: ακόμα και στις πιο ανώδυνες ανθρώπινες σχέσεις υπάρχουν κανόνες. Συμβάσεις κοινωνικής ευπρέπειας. Δεν μπορούμε να μιλάμε μεταξύ μας όπως μας κατέβει. Τρίτον, υπάρχουν και άλλοι περιορισμοί που ενίοτε έχουν ώς και ποινικές συνέπειες, από τη δυσφήμηση και τη συκοφαντία μέχρι την αναπαραγωγή διαβαθμισμένων πληροφοριών. Στα συγκεκριμένα θέματα που αφορούν εκείνες τις συγκεκριμένες ομάδες, όμως, κάποιοι άνθρωποι αντιδρούν και θυμούνται να επικαλεστούν την ελευθερία της έκφρασής τους, που κινδυνεύει. Δεν τους πειράζει στα άλλα. Υπακούουν στους άλλους περιορισμούς της ελευθερίας της έκφρασης που επιβάλλουν οι κοινωνικές συμβάσεις και οι νόμοι. Τους αποδέχονται. Τους διδάσκουν στα παιδιά τους. Αρα η λογική μάς λέει ότι δεν έχουν πρόβλημα με τους περιορισμούς της ελευθερίας της έκφρασης εν γένει. Εχουν πρόβλημα μόνο με τους άλλους, τους συγκεκριμένους περιορισμούς. Με αυτές τις λέξεις.

Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει «πολιτική ορθότητα». Υπάρχουν ομάδες που διεκδικούν αξιοπρέπεια και κάποιες συγκεκριμένες προσθήκες σε ένα πλέγμα από περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης που υπήρχε και θα υπάρχει πάντα σε όλες τις πολιτισμένες κοινωνίες. Και υπάρχει και μια ομάδα ανθρώπων που χαράσσει μια γραμμή και λέει αυτοί οι περιορισμοί δεν μου αρέσουν. Δεν είναι εξίσου σημαντικοί, και οι άνθρωποι που τους ζητούν δεν είναι σημαντικοί για εμένα.

Με το να γκρινιάζω για το ότι η πολιτική ορθότητα δεν μου δίνει το δικαίωμα να λέω ανέκδοτα για χοντρές, μαύρους και γκέι, επισημαίνω στους ανθρώπους που έχουν υποστεί διακρίσεις και bullying για το βάρος τους ή το χρώμα τους ή τη σεξουαλική τους ταυτότητα ότι η ευαισθησία τους δεν έχει σημασία. Οτι δεν έχει αξία. Οτι πρέπει να συνεχίσουν να ακούνε αυτά τα ανέκδοτα κι αυτές τις εκφράσεις όπως σε όλη τους τη ζωή έως τώρα, χωρίς να διαμαρτύρονται και χωρίς να ενοχλούνται και χωρίς να μου δημιουργούν πρόβλημα στην καριέρα μου ή στην ηρεμία μου, επειδή έτσι νομίζω εγώ ότι εξασκώ την ελευθερία μου, την οποία βεβαίως ευχαρίστως θυσιάζω όταν πρόκειται να αναφερθώ σε μια χώρα στα βόρεια σύνορά μας ή στα Θεία. Αυτά με νοιάζουν. Εσύ, όχι.

 

29/03/2019: Grassrootsmobilise Workshop on Religion and education in the ECtHR context: Papageorgiou v. Greece and beyond/Συνάντηση Grassrootsmobilise με θέμα: “Θρησκεία και εκπαίδευση στο πλαίσιο του ΕΔΑΔ: Παπαγεωργίου κατά Ελλάδας και πέρα”

Συνήγορος του Πολίτη για αστυνομική βία, ΑμεΑ, δικαιώματα παιδιού και ίση μεταχείριση

Στις 23 Μαρτίου 2019, ο Συνήγορος του Πολίτη δημοσιοποίησε την ετήσια έκθεσή του για το 2018

Εδώ κάνουμε ανάρτηση επιλεγμένων κεφαλαίων που αφορούν:

Δικαιώματα του παιδιού

Ίση μεταχείριση

Δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες

Διερεύνηση περιστατικών αυθαιρεσίας προσωπικού Σωμάτων Ασφαλείας και Καταστημάτων Κράτησης (περιλαμβάνει και την εμπλοκή του στην εκτέλεση σχετικών καταδικαστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ)

Υπάρχει πολύ χρήσιμο υλικό αλλά και σημαντικές αδυναμίες τις οποίες θα επισημάνουμε χωριστά. Εμφανής είναι η απουσία κεφαλαίου για εθνικές ή εθνοτικές μειονότητες, αφού σχεδόν ποτέ δεν ασχολήθηκε με τις εθνικές μειονότητες ενώ ελάχιστα ασχολείται με τους Ρομά.

Γλώσσα χωρίς όνομα; – Τρεις Έλληνες Πανεπιστημιακοί απαντάνε στον κ. Μπαμπινιώτη!

Comentaristas

Γλώσσα χωρίς όνομα; – Τρεις Έλληνες Πανεπιστημιακοί απαντάνε στον κ. Μπαμπινιώτη!

Μπαμπινιώτης: Η διδασκαλία «Μακεδονικής Γλώσσας» έμμεση αποδοχή μειονότητας. «Δεν είναι δυνατόν μια σλαβική, βουλγαροσέρβικη γλώσσα με κυριλλικό αλφάβητο,ψευδώνυμη μακεδονική να έρθουμε εμείς να την εισάγουμε και να την διδάσκουμε στα πανεπιστήμια μας.» λέει ο κος Μπαμπινιώτης. – Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν τα «Μακεδονικά» αποτελούν γλώσσα ή διάλεκτο και το δεύτερο γιατί να ονομάζονται έτσι και όχι αλλιώς. Κατά συντριπτική πλειοψηφία, οι απαντήσεις που δίνονται δεν βασίζονται σε γλωσσολογικά επιχειρήματα και φανερώνουν μια σύγχυση σχετικά με τους όρους ‘γλώσσα’ και ‘διάλεκτος’. Και επειδή η παραπληροφόρηση από μη ειδικούς περισσεύει – γέμισε η Βουλή γλωσσολόγους θα έλεγε κανείς – θεωρήσαμε κρίσιμο να δώσουμε κάποιες απαντήσεις που βασίζονται σε γλωσσολογικά επιστημονικά επιχειρήματα, παρακάμπτοντας μη επιστημονικές προσεγγίσεις, ιδεολογικού ή βιωματικού χαρακτήρα.
Γ. Μπαμπινιώτης: Καίριο λάθος ενδεχόμενη διδασκαλία «μακεδονικής» γλώσσας
Καίριο λάθος χαρακτηρίζει μια ενδεχόμενη απόφαση διδασκαλίας στην Ελλάδα της «μακεδονικής» γλώσσας ο καθηγητής Γλωσσολογίας και πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Μπαμπινιώτης, τονίζοντας ότι λανθασμένη ήταν και η επιλογή της αναγνώρισης της γλώσσας των Σκοπίων ως «μακεδονική».
Το θέμα προέκυψε από αίτημα του σλαβόφωνου  κόμματος «Ουράνιο Τόξο» στη διοίκηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για εισαγωγή «μακεδονικών» στο πρόγραμμα σπουδών του. Ο πρύτανης του ΠΑΜΑΚ απάντησε αρνητικά, ωστόσο ο αρμόδιος υπουργός δεν έχει πάρει οριστική απόφαση.
«Δεν είναι δυνατόν μια σλαβική, βουλγαροσέρβικη γλώσσα με κυριλλικό αλφάβητο, ψευδώνυμη μακεδονική να έρθουμε εμείς να την εισάγουμε και να τη διδάσκουμε στα πανεπιστήμιά μας» δήλωσε ο κ. Μπαμπινιώτης μιλώντας στον ΣΚΑΪ, υπογραμμίζοντας πως μια τέτοια ενέργεια θα ήταν παράλληλα έμμεση αναγνώριση «μακεδονικής μειονότητας».
Ο πρώην πρύτανης, επισημαίνοντας πως ένας μικρός αριθμός κατοίκων στα σύνορα, οι οποίοι είναι Έλληνες πολίτες, κατά βάση μεγαλύτεροι σε ηλικία, και μιλούν ελληνικά, επιλέγουν να χρησιμοποιούν και τα λεγόμενα «σλαβομακεδονικά» δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση πως αποτελούν ή θα μπορούσαν να λογιστούν ως μειονότητα.
«Έχουμε Έλληνες που μιλάνε αρβανίτικα, τσιγγάνικα» είναι μειονότητα; διερωτάται.
Και ο κ. Μπαμπινιώτης προσθέτει: «Στη Συμφωνία των Πρεσπών προβλέπεται ότι δεν υπάρχει μειονότητα, άλλο όμως το τι γράφεται άλλο το τι συμβαίνει», κάνοντας λόγο για επικίνδυνα ψεύδη και για προσοχή που χρειάζεται να δοθεί στο θέμα, εκφράζοντας και την απορία του σχετικά με τη στάση του υπουργού Παιδείας.*
 Γλώσσα χωρίς όνομα;
 
 
Το ονοματολογικό ζήτημα της ΠΓΔΜ στο πλαίσιο της συζήτησης για την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, συμπαρασύρει και το ζήτημα της γλώσσας. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν τα «Μακεδονικά» αποτελούν γλώσσα ή διάλεκτο και το δεύτερο γιατί να ονομάζονται έτσι και όχι αλλιώς. Κατά συντριπτική πλειοψηφία, οι απαντήσεις που δίνονται δεν βασίζονται σε γλωσσολογικά επιχειρήματα και φανερώνουν μια σύγχυση σχετικά με τους όρους ‘γλώσσα’ και ‘διάλεκτος’. Και επειδή η παραπληροφόρηση από μη ειδικούς περισσεύει – γέμισε η Βουλή γλωσσολόγους θα έλεγε κανείς – θεωρήσαμε κρίσιμο να δώσουμε κάποιες απαντήσεις που βασίζονται σε γλωσσολογικά επιστημονικά επιχειρήματα, παρακάμπτοντας μη επιστημονικές προσεγγίσεις, ιδεολογικού ή βιωματικού χαρακτήρα. Καθώς το όνομα της γλώσσας της γειτονικής χώρας είναι ζητούμενο του δημόσιου διαλόγου, στο κείμενο που ακολουθεί το αναφέρουμε ουδέτερα ως Γλώσσα.
1. Η καταγωγή της Γλώσσας
Ανοίγοντας την Εγκυκλοπαίδεια των γλωσσών του Elsevier, διαβάζουμε μεταξύ άλλων τα εξής στο λήμμα/γλώσσα Macedonian (όρο που μεταφράζουμε ως Μακεδονική στο σχετικό χωρίο, Friedman 2006: 356): «Η σύγχρονη μακεδονική γραμματειακή δραστηριότητα θεωρείται ότι άρχισε στις αρχές του 19ου αιώνα, μεταξύ διανοούμενων που ήθελαν να γράφουν στη δική τους σλαβική δημώδη γλώσσα, αντί για την Παλαιοσλαβική (ή Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβική). Προέκυψαν δύο κέντρα Βαλκανικής σλαβικής γραμματείας, ένα εκεί που είναι σήμερα η βορειανατολική Βουλγαρία, κι ένα άλλο στη σημερινή Νοτιοδυτική Μακεδονία [(= ΠΓΔΜ)]. Καθώς και οι δύο πλευρές αποκαλούσαν τη γλωσσική ποικιλία που μιλούσαν βουλγαρική, η διαμάχη που προέκυψε αφορούσε ποια από τις δύο θα αποτελούσε την κοινή (πρότυπη) γλώσσα» (σημειώνουμε ότι ο όρος ‘γλωσσική ποικιλία’ αναφέρεται σε διαφορετικούς τρόπους ομιλίας, χωρίς να παίρνει κανείς θέση για το αν πρόκειται για διαφορετικές γλώσσες ή διαλέκτους). «Έτσι η κοινή (επίσημη) βουλγαρική στηρίχτηκε στη βορειοανατολική ποικιλία. Οι προσπάθειες για τη διαμόρφωση μιας ξεχωριστής λόγιας γλώσσας στην περιοχή της ΠΓΔΜ («Νοτιοδυτική Μακεδονία» στο σχετικό λήμμα) συνεχίστηκαν, με πρώτη αναφορά «μιας ξεχωριστής μακεδονικής γλωσσικής ταυτότητας» από τον Gjorgji Pulevski το 1875. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ο ίδιος ονόμαζε την γλώσσα του γενικά (αλλά όχι αποκλειστικά) «Μακεδονικά», και βασιζόμενος στην ποικιλία από τον τόπο καταγωγής του, την διαφοροποίησε τόσο από την βουλγαρική όσο και από την σερβική, μολονότι ο ίδιος φαίνεται να θεωρούσε τον εαυτό του άλλοτε Μακεδόνα, άλλοτε Σέρβο και άλλοτε Βούλγαρο.
Συνεχίζοντας από το λήμμα του Friedman (2006: 357) στην Εγκυκλοπαίδεια: «Το πρώτο συγκροτημένο σχέδιο για μια επίσημη μακεδονική γλώσσα δημοσιεύτηκε από τον Krste Misirkov το 1903» (στο βιβλίο Μακεδονικά Θέματα). «Μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, η μακεδονική αντιμετωπίστηκε ως διάλεκτος της σερβικής στη Σερβία και της βουλγαρικής στη Βουλγαρία, ενώ καταπιέστηκε ανελέητα στην Ελλάδα …. Στις 2 Αυγούστου του 1944 η Μακεδονική έγινε η επίσημη γλώσσα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Η Βουλγαρία αναγνώρισε τη μακεδονική γλώσσα και τη δική της μακεδονική μειονότητα από το 1946 έως το 1948, ενώ από το 1948 έως το 1960 κάποιοι Βούλγαροι γλωσσολόγοι συνέχισαν να την αναγνωρίζουν ως ξεχωριστή σλαβική γλώσσα». Η αναγνώριση της ως γλώσσας από τη Βουλγαρία έγινε μόλις το 1999, ενώ είχε ήδη αναγνωρισθεί η χώρα από το 1991. Ας σημειωθεί ότι σε ολόκληρη τη διεθνή γλωσσολογική βιβλιογραφία, ο όρος ‘Macedonian’ αποτελεί τον μοναδικό τρόπο αναφοράς στην γλώσσα της ΠΓΔΜ.
2. Είναι η Γλώσσα διάλεκτος της βουλγαρικής;
Από τα παραπάνω προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η Γλώσσα είναι πολύ κοντινή με τη βουλγαρική. Αυτό όμως δεν την κάνει βουλγαρική γιατί, αν και είναι κοντινή, σε καμία περίπτωση δεν είναι ίδια. Άρα, η Γλώσσα σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με την βουλγαρική, όπως επίσης ακούστηκε αυτές τις ημέρες στη Βουλή. Μοιραία έχει δεχτεί ισχυρές επιρροές και από τη σερβική, και γενικότερα υπάρχει μία συνέχεια μεταξύ των τριών γλωσσών, γεγονός καθόλου ασυνήθιστο για γλώσσες με κοινή καταγωγή και γεωγραφική γειτνίαση (όπως συμβαίνει λ.χ., στην περίπτωση των Σκανδιναβικών γλωσσών, όπου η δανέζικη, η σουηδική και η νορβηγική αποτελούν στην πραγματικότητα τους τρεις πόλους ενός γλωσσικού συνεχούς). Είναι ενδεικτικό ότι στην απογραφή του Ελληνικού κράτους το 1928 υπήρχε σαφής διαφοροποίηση ανάμεσα στους πληθυσμούς που μιλούσαν την ‘βουλγαρική’ και σε αυτούς που μιλούσαν την ‘μακεδονοσλαβική’, με τους πρώτους να περιορίζονται κυρίως στους Πομάκους της Θράκης και τους δεύτερους στους Σλαβόφωνους της Μακεδονίας.
Μήπως όμως η Γλώσσα είναι διάλεκτος της βουλγαρικής; Πρώτα απ’ όλα, σύμφωνα με την ιστορία της, έτσι όπως παρουσιάστηκε πιο πάνω, βλέπουμε ότι δεν προέρχεται από τη βουλγαρική: τόσο η Γλώσσα, όσο και η βουλγαρική είναι σύγχρονες εκδοχές της Παλαιάς Εκκλησιαστικής Σλαβικής, όπως αυτή μιλήθηκε σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές (με τον ίδιο τρόπο που η σύγχρονη ιταλική, η ισπανική, η γαλλική ή η ρουμανική είναι διαφοροποιημένες εκδοχές της Λατινικής όπως αυτή μιλήθηκε σε διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης).
Πέρα από τα ιστορικά / διαχρονικά κριτήρια, σπουδαιότερα από γλωσσολογική άποψη για την επισήμανση των διαλέκτων είναι τα συγχρονικά κριτήρια. Ένα απλό εργαλείο για να διαπιστώσουμε κατά πόσο δύο γλωσσικές ποικιλίες αποτελούν διαλέκτους της ίδιας γλώσσας ή δύο διαφορετικές γλώσσες είναι η αμοιβαία κατανοησιμότητα: δηλαδή, αν οι ομιλητές των δύο ποικιλιών μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ανάμεσα στην βουλγαρική και την Γλώσσα υπάρχει μερική κατανοησιμότητα, χωρίς να είναι σαφές σε ποιο βαθμό φτάνει.
Ωστόσο, αυτό δεν είναι το κρισιμότερο θέμα, καθώς, όπως διδάσκεται ακόμη και σε εισαγωγικά μαθήματα γλωσσολογίας, το επικοινωνιακό κριτήριο είναι τελικά δευτερεύον σε σύγκριση με το κοινωνικο-πολιτικό. Έτσι, παρότι τα σουηδικά και τα νορβηγικά είναι αμοιβαία κατανοητά λόγω της πολιτικής τους ένωσης για έναν αιώνα αλλά και της γειτνίασης και επαφής μεταξύ των ομιλητών τους, θεωρούνται διαφορετικές γλώσσες και όχι διάλεκτοι, επειδή αποτελούν τις επίσημες γλωσσικές ποικιλίες που αντιστοιχούν σε διαφορετικές κρατικές οντότητες (βλ. για παράδειγμα, VikØr 2000). Υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα στον κόσμο αμοιβαία κατανοητών γλωσσικών ποικιλιών που θεωρούνται διαφορετικές γλώσσες, επειδή ακριβώς μιλιούνται σε διαφορετικά εθνικά κράτη, αλλά και το αντίθετο, δηλαδή μη κατανοητές ποικιλίες που θεωρούνται διάλεκτοι μίας γλώσσας (βλ. διαλέκτους της Κίνας αλλά ενδεχομένως και τις διαλέκτους της Νότιας Ιταλίας σε αντιδιαστολή με αυτές της Βόρειας). Αυτό μας δείχνει ότι η διάκριση γλώσσας/διαλέκτου είναι ουσιαστικά πολιτικοκοινωνική, και η απόφαση σχετικά με το ποια γλωσσική ποικιλία θεωρείται γλώσσα και ποια διάλεκτος είναι τελικά πολιτική. Μην ξεχνάμε και το διάσημο γλωσσολογικό ρητό «Γλώσσα είναι μία διάλεκτος με στρατό και ναυτικό».
Το αν λοιπόν η Γλώσσα είναι διάλεκτος της βουλγαρικής είναι ουσιαστικά ψευτοδίλημμα που δεν βοηθάει σε τίποτα και δεν εδραιώνει τίποτα. Αλλά ακόμη κι έτσι να μην ήταν, προκύπτει από τα προηγούμενα ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να θεωρούμε τη Γλώσσα ως διάλεκτο της βουλγαρικής και όχι τη βουλγαρική ως διάλεκτο της Γλώσσας.
3. Πώς πρέπει να λέγεται η Γλώσσα;
Το κύριο ερώτημα που απασχολεί τον δημόσιο διάλογο είναι πώς πρέπει να ονομάζεται η Γλώσσα παρότι, όπως έχουμε δει πιο πριν, εδώ και δεκαετίες τώρα, το όνομά της είναι Macedonian/македонски, που στα Ελληνικά μεταφράζεται ως ‘Μακεδονική’. Έχουν ακουστεί και προταθεί διάφορες ονομασίες από την ελληνική πλευρά, όπως:
Α) Σερβοβουλγαρική: Με την ίδια λογική θα έπρεπε η καταλανική να αποκαλείται ισπανογαλλική (μιας κι έχει στοιχεία από αυτές τις δύο γλώσσες) – αλλά ακόμη και η πορτογαλική, για τους ίδιους λόγους.
Β) Σλάβικη: Αν ναι, θα έπρεπε να λέγεται έτσι και η ρωσική, η πολωνική, και η σερβική, η κροατική και η Βουλγάρικη – αφού όλες είναι σλάβικες γλώσσες. Αλλά τότε πώς θα τις ξεχωρίζαμε;
Γ) Σλαβομακεδονική: Θα μπορούσε, αν θέλαμε να την διακρίνουμε από μία άλλη ελληνομακεδονική γλώσσα ή διάλεκτο, που μιλήθηκε ή μιλιέται στην Ελλάδα (είναι ενδεικτικό ότι ως Σλαβομακεδονική έχει αποδοθεί στα Ελληνικά ο όρος Macedonian στο ευρέως χρησιμοποιούμενο πανεπιστημιακό βιβλίο: Fromkin, V., R. Rodman & N. Hyams. Εισαγωγή στη μελέτη της Γλώσσας. 2005. Πατάκης. Επιμέλεια Γ. Ξυδόπουλος. (Πρωτότυπος τίτλος: An Introduction to language, 7th edition). Υπάρχει όμως τέτοια γλώσσα ή διάλεκτος; Είναι γνωστό ότι δεν αναφέρεται από τους διαλεκτολόγους της ελληνικής ‘μακεδονική’ διάλεκτος. Στη σχετική βιβλιογραφία θα βρει κανείς ενότητες για την Κυπριακή διάλεκτο, την Κρητική διάλεκτο, την Δωδεκανησιακή, της Χίου, των Κυκλάδων, των Επτανήσων, της Πελοποννήσου, αλλά όχι για Μακεδονική, καθώς οι περισσότερες ποικιλίες αυτής της περιοχής εντάσσονται στην κατηγορία ‘Διάλεκτοι της βόρειας Ελλάδας’ γιατί οι επιμέρους διαφορές τους δεν δικαιολογούν την περαιτέρω διαφοροποίησή τους, τουλάχιστον σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα.
Ως προς την ιστορική διάσταση του όρου, τα τελευταία 30 χρόνια υποστηρίχτηκε με αρκετή επιτυχία από τους ιστορικούς γλωσσολόγους ότι, παρότι ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος χρησιμοποιούσαν την Αττική διάλεκτο στις επίσημες σχέσεις τους και στις σχέσεις τους με την υπόλοιπη Ελλάδα, υπάρχει μικρός αριθμός επιγραφών σε μία δωρική διάλεκτο της περιοχής (π.χ., ο εντυπωσιακός κατάδεσμος της Πέλλας), αλλά και πιθανό ‘υπόστρωμα’ αυτής της δωρικής διαλέκτου σε κάποιες επιγραφές (Γιαννάκης 2012). Αν και λιγοστά λοιπόν, υπάρχουν ιστορικά στοιχεία για αρχαία μακεδονική ως μία ακόμη διάλεκτο της αρχαίας ελληνικής. Όμως, όπως είναι ευρύτατα γνωστό, όλες οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι εξαφανίστηκαν με εξαίρεση την εξέλιξη της αττικής διαλέκτου, δηλαδή την Ελληνιστική Κοινή, από την οποία προήλθαν όλες οι μεσαιωνικές και νεοελληνικές διάλεκτοι (με πιθανή εξαίρεση την Τσακωνική). Προκύπτει λοιπόν ότι, αποκαλώντας ‘μακεδονική’ τη γειτονική γλώσσα, είναι πολύ μικρές οι πιθανότητες να την μπερδέψει κάποιος με κάποια ζωντανή ή νεκρή ελληνική διάλεκτο – και βέβαια σε καμία περίπτωση ο γλωσσολόγος.
Επιπλέον, οι γεωγραφικοί προσδιορισμοί (π.χ. ‘βόρεια μακεδονική’) συνήθως χρησιμοποιούνται για την διαφοροποίηση μεταξύ διαλέκτων της ίδιας γλώσσας. Μία τέτοια ονομασία θα υπονοούσε ότι υπάρχει και νότια μακεδονική ως ξεχωριστή διάλεκτος της μακεδονικής, γεγονός που θα δημιουργούσε θέμα ξεχωριστής σλαβικής διαλέκτου στην Ελλάδα. Αυτό ακριβώς όμως δεν προσπάθησε το ελληνικό κράτος με ακραίες και ιδιαίτερα οδυνηρές μεθόδους (και σε μεγάλο βαθμό πέτυχε) να εξαλείψει;
Υπάρχουν πολλές πτυχές σε αυτό το ζήτημα που δεν μπορούν να καλυφθούν εδώ. Ένα όμως είναι βέβαιο: αν θέλουμε να χρησιμοποιούμε γλωσσολογικά επιχειρήματα, θα πρέπει να γνωρίζουμε και γλωσσολογικές έννοιες. Και η γλωσσολογία, ως επιστήμη, αγαπάει περισσότερο και από την πολιτική τα πραγματικά δεδομένα: την αλήθεια.**
Θοδωρής Μαρκόπουλος, Πανεπιστήμιο Πατρών
 
Άννα Ρούσσου, Πανεπιστήμιο Πατρών
 
Αρχόντω Τερζή, ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας
Βιβλιογραφικές αναφορές
Γιαννάκης, Γ. 2012. (επιμ.). Αρχαία Μακεδονία: Γλώσσα, Ιστορία και Πολιτισμός. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Friedman, V. A. 2006. Macedonian. Στο K. Brown (Editor-in-Chief) Encyclopedia of Language & Linguistics, Second Edition, volume 7: 356-358. Oxford: Elsevier.
VikØr, L. 2000. Northern Europe: Languages as prime markers of ethnic and national identity. Στο S. Barbour & C. Carmichael (επιμ.) Language and Nationalism in Europe. Oxford: Oxford University Press.
Πηγές : 

14/03/2019: NGOs calling on European leaders to end the humanitarian and human rights crisis at Europe’s borders

NGOs calling on European leaders to end the humanitarian and human rights crisis at Europe’s borders

14/03/2019: Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών καλούν τους Ευρωπαίους ηγέτες να αναλάβουν επειγόντως δράση για τον τερματισμό της ανθρωπιστικής κρίσης και της κρίσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα σύνορα της Ευρώπης

Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών καλούν τους Ευρωπαίους ηγέτες να αναλάβουν επειγόντως δράση για τον τερματισμό της ανθρωπιστικής κρίσης και της κρίσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα σύνορα της Ευρώπης

EHF warns U.N. about obstacles to asylum for persecuted non-believers

ehf

Posted on the 14/03/19

On 12 March, the European Humanist Federation took the floor at the United Nations in Geneva and urged the Human Rights Council to take strong action in order to facilitate asylum procedures for non-believers fleeing persecutions worldwide.

Although the UN Refugee Agency and the EU have issued guidelines to help governments dealing with this issue, in many countries, including EU Member States, the situation of non-believer asylum seekers is still very precarious, for various reasons.

First, despite both guidelines making it clear that religion-based asylum claims fully apply to people who hold non-theistic or atheistic beliefs, including those who leave religion (apostates), in several countries (e.g. Germany, the Netherlands or until recently the UK), government officers fail to correctly assess and understand the life-stances and situation of non-believers who seek asylum. Many of them are not aware of the risks that these people (and their relatives) face in their countries of origin and several cases have stressed the inadequacy of administrative questionnaires to assess claimants’ credibility.

Furthermore, where procedures have been improved (e.g. in the UK), it is thanks to the work of Humanist organisations that have provided trainings to government services.

Finally, the threats that target non-believers in their countries of origin (e.g. Pakistan, Afghanistan, the Maldives, Saudi Arabia, Sudan or Bangladesh – see last version of the Freedom of Thought report) do not stop when non-believers finally reach European countries. Too often, the threats continue in arrival centers, and come from believing migrants. Atheist and humanist asylum seekers are still not free to express safely their views once in Europe. This is the reason why, for instance, the NGO Atheist Refugee Relief in Germany urges the public authorities to provide for separate housing for non-believers.

You can read our full statement below

 


Human Rights Council, 40th session

General Debate Item 4

Geneva

ORAL STATEMENT

European Humanist Federation

 

Thank you Mr President.

 

The European Humanist Federation would like to draw the Council’s attention on an issue that is often politically neglected although it affects a large number of people worldwide.

Many people must leave their country and community after facing persecutions because of the beliefs and the religious views they hold or do not hold: these people are atheists, agnostics, rationalists, humanists, non-believers and free-thinkers.

Religion and beliefs are one of the five grounds on which people can request asylum or international protection. Both the UN Refugee Agency1 and the European Union2 have made it clear in their Guidelines on asylum claims that the concept of religion shall include the holding of non-theistic and atheistic beliefs.

However, in practice, asylum claims based on conversion to atheism and renouncement of religion are not well understood by government officers in Europe. This often leads to asylum denials that endanger non-believers’ life.

Except in countries where training has been provided by humanist organisations like in the UK, assessment procedures fail to understand the life-stance and the situation of non-believers who request asylum in Europe.

Inadequate administrative questionnaires and peer pressure in arrival centers are widespread obstacles that need to be addressed urgently and efficiently.

We therefore urge the Council to strengthen the existing UN Guidelines to improve the implementation of asylum procedures on belief grounds in Europe and beyond. These Guidelines should include the need for training government officers when it comes to “assessing” atheism and non-belief, but also cater for the effective protection of asylum-seekers in arrival centers.

 

Thank you Mr President.

 


 

1. GUIDELINES ON INTERNATIONAL PROTECTION: Religion-Based Refugee Claims under Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or the 1967 Protocol relating to the Status of Refugees, 2004

2. DIRECTIVE 2011/95/EU OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL of 13 December 2011 on standards for the qualification of third-country nationals or stateless persons as beneficiaries of international protection, for a uniform status for refugees or for persons eligible for subsidiary protection, and for the content of the protection granted, article 10

 

Δικαίωση ΕΠΣΕ: κυβερνητική δέσμευση για επαναφορά αντιρατσιστικών διατάξεων σε Ποινικό Κώδικα

Δική του πρόταση με αλλαγές για τους Κώδικες ετοιμάζει το Υπουργείο Δικαιοσύνης

Σχόλιο του ΕΠΣΕ για την ανακοίνωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Η κυβέρνηση σήμερα “αδειάζει” τους “καταξιωμένους εκπροσώπους του νομικού κόσμου (δικαστές, καθηγητές νομικής, δικηγόροι)” που αγνοούσαν εν μέρει την ισχύουσα νομοθεσία ώστε να καταστεί αναγκαία “η εισαγωγή στο σχέδιο κρίσιμων αντιρατσιστικών διατάξεων που είχε εισηγηθεί και ψηφίσει η Κυβέρνηση” (φωτογραφίζεται σχεδόν ρητά τουλάχιστον το 81Α ΠΚ για τα ρατσιστικά εγκλήματα που απουσιάζει εντελώς από την πρόταση της επιτροπής “καταξιωμένων κτλ” ακόμα και από τα υπό κατάργηση άρθρα ενώ υπάρχει το καταργημένο προηγούμενο 79.3 ΠΚ για ρατσιστικό κίνητρο, ενώ επίσης φωτογραφίζεται πιθανώς και η κατάργηση του 361Β που τουλάχιστον αναφέρεται και αφορά τη ρατσιστική διάθεση αγαθών). Το ΕΠΣΕ από την αρχή (7 Μαρτίου 2019) τα επισήμανε και μέχρι σήμερα κανένας άλλος δεν τα έχει επισημάνει στη διαβούλευση ή με άλλη δημόσια μορφή:

 

Ολόκληρη η ανακοίνωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης έχει ως εξής:

«Τα σχέδια νέου Ποινικού Κώδικα και νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που έχουν τεθεί σε δημόσια διαβούλευση συνιστούν τις προτάσεις των ειδικών Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών, που συγκροτήθηκαν δυνάμει του άρθρου 76 παρ. 6 του Συντάγματος, προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η διαδικασία που ακολουθείται είναι αυτή της «διαδικασίας των κωδίκων» και αποσκοπεί στο να εξασφαλιστεί η συνοχή και η συστηματικότητα των προβλέψεών τους. Στην περίπτωση αυτή το σχέδιο κάθε νομοθετήματος ψηφίζεται στο σύνολό του, όπως διαμορφώνεται από τις εργασίες των ειδικών Επιτροπών, στις οποίες συμμετέχουν καταξιωμένοι εκπρόσωποι του νομικού κόσμου (δικαστές, καθηγητές νομικής, δικηγόροι). Στη διαδικασία της διαβούλευσης που έχει ξεκινήσει τα σχέδια των Επιτροπών λειτουργούν ως βάση συζήτησης, αλλά όχι ως τελικά κείμενα προς ψήφιση από το Υπουργείο, αφού αμέσως μετά τη διαβούλευση, οι επιτροπές θα συγκληθούν εκ νέου για να αξιοποιήσουν τα πορίσματα της διαβούλευσης.

Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η διαβούλευση είναι μια ουσιαστική διαδικασία συζήτησης για τις τυχόν αναγκαίες αλλαγές επί των σχεδίων, η οποία τηρείται και αφορά ακόμη και τις προτάσεις του ίδιου του Υπουργείου προς τις ειδικές επιτροπές.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ήδη έχει καταγράψει τα πρώτα ζητήματα που αναδείχθηκαν από τη διαβούλευση και ετοιμάζει την πρότασή του προς τις ειδικές Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές, η οποία αυτονόητα κινείται στην κατεύθυνση πάγιων πολιτικών που το ίδιο έχει αναπτύξει ήδη από το 2015 και μετά.

Ειδικότερα, σε αυτή θα περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η αντιμετώπιση του ζητήματος της αύξησης του απειλούμενου πλαισίου ποινής για τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, το ζήτημα της ευρύτερης οριοθέτησης της έννοιας της απειλής στο έγκλημα του βιασμού σε σχέση με την προτεινόμενη από τις Επιτροπές, η ανάγκη επανεξέτασης του καθορισμού ορισμένων εγκλημάτων ως πλημμελημάτων και η εισαγωγή στο σχέδιο κρίσιμων αντιρατσιστικών διατάξεων που είχε εισηγηθεί και ψηφίσει η Κυβέρνηση.

Άλλωστε, με πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης κ. Μιχάλη Καλογήρου προγραμματίζεται συνάντηση με τους Τομεάρχες Δικαιοσύνης των κομμάτων της αντιπολίτευσης, πλην της Χρυσής Αυγής, για την Τρίτη 19/03/2019. Η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί με την παρουσία των Προέδρων των Ειδικών Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών για τα σχέδια Νέου Ποινικού Κώδικα και Νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Προσπάθειες να συσχετιστεί η επιστημονική και τεκμηριωμένη εργασία των Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών με ζητήματα της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας και αντιπαράθεσης είναι αυτονοήτως θλιβερές. Η επιστημονική αρτιότητα και η ηθική ποιότητα των συμμετεχόντων στις Επιτροπές αποτελεί εξάλλου την ύψιστη δυνατή εγγύηση σχετικά».