Αναλυτική περίληψη αποφάσεων Συμβουλίου Επικρατείας για θρησκευτικά με σημαντικές μειοψηφίες

Αναλυτική περίληψη των 1749 και 1750/2019 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας

27/09/2019

Πρόεδρος: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Π. Μπραΐμη, Σύμβουλος
Με τις 1749 και 1750/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκαν οι 101470/Δ2/16.6.2017 (Β΄ 2104) και 99058/Δ2/13.6.2017 (Β΄ 2105) αποφάσεις του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με τις οποίες καθορίσθηκαν τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών αφενός του δημοτικού και του γυμνασίου και αφετέρου του λυκείου. Ειδικότερα, σε σχέση με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι πρέπει να επιδιώκεται η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές.
Και τούτο, διότι ως ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, νοείται, για την πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών που ασπάζονται το δόγμα αυτό, η ανάπτυξη της ορθόδοξης θρησκευτικής συνείδησης, ενόψει του ότι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού χαρακτηρίζεται ως «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα», αναγνωρίζεται δηλαδή από τον συνταγματικό νομοθέτη, με το άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος, ως η θρησκεία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Στην ανάπτυξη, άλλωστε, θρησκευτικής συνείδησης των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας αποβλέπουν και οι γονείς τους, αντλώντας από το άρθρο 13 του Συντάγματος, το δικαίωμα, που κατοχυρώνεται ευθέως και από το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να “εξασφαλίζουν” τη μόρφωση και την εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Το κυριότερο μέσο, με το οποίο υπηρετείται ο ανωτέρω συνταγματικός σκοπός είναι η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει οπωσδήποτε, με σαφήνεια και πληρότητα, τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χωρίς να προκαλεί σύγχυση με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών. Πρέπει δηλαδή το μάθημα να διατηρεί ως προέχουσα και κύρια μέριμνα όχι την παροχή πληροφοριών ή την επεξεργασία γνώσεων ή την ανάπτυξη προβληματισμών ιστορικής, θρησκευτικής ή κοινωνιολογικής φύσεως (αντικείμενο άλλωστε και άλλων μαθημάτων), αλλά την καλλιέργεια των κατάλληλων προϋποθέσεων ώστε να μπορεί να μεταδοθεί το προεκτεθέν κατά το Σύνταγμα περιεχόμενό του. Η διδασκαλία αυτή είναι συμβατή με την απαραβίαστη θρησκευτική ελευθερία (άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος), διότι δεν συνιστά επιβολή πίστεως, αφού το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους μαθητές που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Εξάλλου, οι ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι ή άθεοι μαθητές έχουν δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα με την υποβολή σχετικής δήλωσης, η οποία θα μπορούσε να γίνει με μόνη την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης, η δε Πολιτεία οφείλει, εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται, να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος «ελεύθερης ώρας».
Περαιτέρω, εφόσον διασφαλίζεται η ανωτέρω συνταγματική υποχρέωση του Κράτους για την ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης των μαθητών, η Πολιτεία δεν εμποδίζεται να περιλαμβάνει στα σχολικά προγράμματα και εκπαίδευση «θρησκειολογικού» χαρακτήρα με πληροφορίες και γνώσεις για άλλες θρησκείες και δόγματα. Εξάλλου, ενόψει του ότι ο νομοθέτης έχει ρητώς προβλέψει, για ετερόδοξους ή αλλόθρησκους μαθητές (ιδίως καθολικού δόγματος ή εβραϊκής θρησκείας ή μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης), τη δυνατότητα διδασκαλίας του οικείου δόγματος ή θρησκείας, το Κράτος δεν μπορεί, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, να στερήσει από τους μαθητές που ασπάζονται ορισμένο δόγμα ή θρησκεία το δικαίωμα, το οποίο αναγνωρίζει σε μαθητές που ανήκουν σε άλλα δόγματα ή θρησκείες, να διδάσκονται αποκλειστικά τα δόγματα της πίστεώς τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι τα επίδικα προγράμματα σπουδών, όπως προκύπτει από τους σκοπούς και το περιεχόμενό τους, δεν αποβλέπουν στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ορθόδοξων μαθητών, διότι τα μεν προγράμματα του δημοτικού και του γυμνασίου δεν περιέχουν ολοκληρωμένη -και διακριτή έναντι άλλων δογμάτων και θρησκειών- διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της ορθόδοξης εκκλησίας, το δε πρόγραμμα του λυκείου είναι αποσυνδεδεμένο από τη διδασκαλία αυτή. Αντιθέτως, δίδεται ιδιαίτερη έμφαση είτε στην προβολή στοιχείων κοινών με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών (δημοτικό-γυμνάσιο) είτε στη διδασκαλία διαφόρων ηθικών και κοινωνικών ζητημάτων, τα οποία είτε είναι αντικείμενο κυρίως άλλων μαθημάτων (δημοτικό-γυμνάσιο) είτε είναι άσχετα ή και αντίθετα με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία (λύκειο).
Κατόπιν τούτων, κρίθηκε ότι τα επίδικα προγράμματα σπουδών έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 16 παρ.2 και 13 παρ.1 του Συντάγματος, με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, άρθρα 14 και 9 της ΕΣΔΑ).
Κατά την ειδικότερη γνώμη δύο Συμβούλων, ως “συμβάλλουσα” στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων μαθητών, οι οποίοι εισέρχονται στον σχολικό βίο με ήδη διαμορφωμένη συνείδηση περί του θείου, απότοκη των βιωμάτων τους από το οικογενειακό περιβάλλον, νοείται η αγωγή εκείνη που έχει ως αντικείμενο να εισαγάγει τους μαθητές και να τους εξοικειώσει με την έννοια του ιερού ως έγκυρης πρότασης νοηματοδότησης του βίου. Και δη, για την πλειοψηφία των Ελλήνων μαθητών που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, όπως η πρόταση αυτή έχει διαμορφωθεί από τη χριστιανική ορθοδοξία και αναδειχθεί ιστορικά στην Ελλάδα ως το “επικρατέστερο” συλλογικό θρησκευτικό βίωμα, ενώ, για τους ετερόδοξους ή αλλόθρησκους μαθητές ο νομοθέτης, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, έχει ρητώς προβλέψει δυνατότητα διδασκαλίας του οικείου δόγματος ή θρησκείας. Ειδικότερα, για την πλειοψηφία των μαθητών η θρησκευτική αγωγή δεν είναι επιτρεπτό να μεταβάλλεται σε δογματική ομολογία πίστεως ή πολλώ μάλλον σε κατήχηση, από την άλλη, όμως, οφείλει να διατηρεί ως προέχουσα και κύρια μέριμνα όχι την παροχή πληροφοριών ή την επεξεργασία γνώσεων ή την ανάπτυξη προβληματισμών ιστορικής, θρησκευτικής ή κοινωνιολογικής φύσεως (αντικείμενο άλλωστε και άλλων μαθημάτων), αλλά την εμπέδωση και ενίσχυση της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης των μαθητών με τη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κατά τα λοιπά, είναι ασφαλώς ελεύθερη η Πολιτεία να επιλέγει και να καθορίζει κανονιστικά το περιεχόμενο της σχετικής κατά την εκάστοτε εκπαιδευτική πολιτική και τα πορίσματα της παιδαγωγικής επιστήμης, μη ελεγχόμενη δικαστικά στις επιλογές αυτές παρά μόνο ως προς την τήρηση των ανωτέρω συνταγματικών υποχρεώσεων.
Επίσης, κατά την ειδικότερη γνώμη ενός Συμβούλου, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ο συνταγματικός νομοθέτης, αναγνωρίζοντας την παιδεία ως βασική αποστολή του Κράτους, αποβλέπει σε ορισμένους σκοπούς, στους οποίους συγκαταλέγει την ανάπτυξη -και όχι διαμόρφωση- της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών, οι οποίοι εισέρχονται στον σχολικό βίο με ήδη διαμορφωμένη συνείδηση περί του θείου, απότοκη των βιωμάτων τους από το οικογενειακό περιβάλλον. Συνεπώς, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 Συντ., το σχολικό πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει μάθημα, στο οποίο οι μαθητές ασκούνται στην κατανόηση και εμπέδωση των θρησκευτικών δογμάτων, τα οποία ήδη πρεσβεύουν, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει μορφή κατηχήσεως, ώστε να μην διακυβεύεται η διάπλαση ελεύθερης προσωπικότητας, που επίσης αναγνωρίζεται, κατά την ίδια διάταξη, ως σκοπός της παιδείας. Έτσι, το σχολικό πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει τη διδασκαλία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ως θρησκεύματος της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, καθώς και τη διδασκαλία άλλων δογμάτων της χριστιανικής πίστεως ή άλλων θρησκειών στην περίπτωση που η εκπαίδευση παρέχεται σε περιοχές όπου ευδιάκριτο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού πρεσβεύει τα δόγματα αυτά ή τις άλλες θρησκείες, υπό την προϋπόθεση της μη υποχρεωτικής παρακολούθησης του μαθήματος αυτού από ετερόδοξους, αλλόθρησκους, μη θρησκευόμενους ή άθεους μαθητές. Μάθημα «θρησκειολογικού» περιεχομένου μπορεί να είναι χρήσιμο, πλην δεν οδηγεί στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, την οποία το Σύνταγμα ρητώς επιβάλλει και, συνεπώς, δεν υποκαθιστά θεμιτώς τη διδασκαλία των θρησκευτικών δογμάτων που απαντώνται στην ελληνική επικράτεια.
Επί των θεμάτων αυτών διατυπώθηκαν τρεις μειοψηφούσες απόψεις:
α) Κατά την άποψη τεσσάρων Συμβούλων, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 13 παρ. 1 και 16 παρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 της ΕΣΔΑ και 2 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι η μετάδοση γνώσεων ή πληροφοριών θρησκευτικού χαρακτήρα στην εκπαίδευση πρέπει να είναι αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική και να μην επιδιώκει κατηχητικό σκοπό, χωρίς ωστόσο να θίγεται η ελευθερία του κράτους να διαμορφώνει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ανάλογα με τις ανάγκες και τις παραδόσεις του ή σύμφωνα με τις αρχές της τυχόν επίσημης ή επικρατούσας θρησκείας, εφόσον, στην περίπτωση αυτή, προβλέπεται σύστημα απαλλαγής των μαθητών που δεν παραβιάζει τη θρησκευτική τους ελευθερία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και με την αναγνώριση, στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος, της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ως επικρατούσας στην Ελλάδα, δηλαδή θρησκείας της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, συνάγεται ότι επιβάλλεται κατ’αρχήν, στο πλαίσιο της θρησκευτικής εκπαίδευσης των μαθητών, να δίνεται έμφαση στη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, εναπόκειται δε στον νομοθέτη να καθορίσει το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών ή άλλου ισότιμου μαθήματος, κατά τρόπο ώστε να εκπληρώνεται η ως άνω συνταγματική υποχρέωση και για τους μη ορθόδοξους Έλληνες, καθώς και να θεσπίσει σύστημα απαλλαγής από τη διδασκαλία των θρησκευτικών με τρόπο που να μην παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία των μαθητών. Επίσης, εντός του προγράμματος σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών επιβάλλεται να συμπεριλαμβάνονται θρησκειολογικά, φιλοσοφικά ή άλλα στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, και δοθέντος ότι από τις ανωτέρω διατάξεις δεν παρέχεται δικαίωμα στους γονείς να αξιώνουν από το κράτος την οργάνωση διδασκαλίας με συγκεκριμένο περιεχόμενο, ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να διαμορφώσει το ειδικότερο περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών, λαμβάνοντας υπόψη και παιδαγωγικά κριτήρια. Επομένως, ο σχετικός δικαστικός έλεγχος είναι οριακός, ενώ εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου οι ουσιαστικές εκτιμήσεις και οι παιδαγωγικές επιλογές της Διοίκησης, οι οποίες στηρίζονται σε εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις.
β) Κατά την άποψη ενός Συμβούλου, το άρθρο 3 του Συντάγματος αναφέρεται απλώς στο πραγματικό γεγονός ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού ασπάζεται το θρήσκευμα της  Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τέθηκε για λόγους ιστορικούς και έχει περιορισμένο κανονιστικό περιεχόμενο, ενώ δεν επηρεάζει την άσκηση του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε εισάγει προνομιακή μεταχείριση υπέρ των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Ομοίως, και η επίκληση της Αγίας Τριάδος στην προμετωπίδα του Συντάγματος τέθηκε για ιστορικούς λόγους και έχει περιορισμένη κανονιστική επιρροή. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ο όρος «θρησκευτική συνείδηση» παραπέμπει στον ταυτόσημο όρο του άρθρου 13 παρ. 1 Συντ., και όχι στον διαφορετικό όρο «επικρατούσα θρησκεία» του άρθρου 3 παρ. 1 Συντ., ενώ ως «ανάπτυξη» της θρησκευτικής συνείδησης νοείται η εξοικείωση των μαθητών με το θρησκευτικό φαινόμενο στην ιστορική του πορεία και στη σύγχρονη πραγματικότητα, με έμφαση πάντως στην παρουσίαση των δογμάτων και των αρχών της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, δηλαδή της επικρατούσας θρησκείας. Σημαίνει δε την εσωτερική και μη υποκείμενη σε εξωτερική χειραγώγηση στάση του μαθητή αναφορικά με το θείο, και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του μαθητή, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του, να ασπάζεται ή όχι συγκεκριμένο θρήσκευμα, να αλλάξει θρήσκευμα ή να είναι άθρησκος. Ενόψει τούτων, από τον συνδυασμό των άρθρων 2 παρ.1, 5 παρ.1, 13 παρ.1 και 16 παρ. 2 του Συντάγματος και 2 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι υποκείμενο του δικαιώματος της παιδείας και της εκπαίδευσης είναι τόσο οι Έλληνες, ήτοι οι κεκτημένοι την ελληνική ιθαγένεια, όσο και οι νομίμως ευρισκόμενοι στην Ελλάδα αλλοδαποί, στο πλαίσιο των υπαρχουσών εκπαιδευτικών δομών και των διατιθέμενων μέσων. Περαιτέρω, για τη διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών και την επιλογή της διδακτέας ύλης, που αποτελούν αμιγώς κρατικές αρμοδιότητες, ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις που καθορίζουν τους σκοπούς της εκπαίδευσης, μεταξύ των οποίων προέχων είναι η «διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων» πολιτών. Από αυτά παρέπεται ότι το Κράτος δεν επιτρέπεται να επιβάλλει συγκεκριμένη κοσμοθεωρία ως τη μόνη αποδεκτή ή αληθινή, αλλά οφείλει, τηρώντας την αρχή της ουδετερότητας και της αμεροληψίας, να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι μαθητές να διαμορφώσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να επιλέξουν κριτικά την κοσμοαντίληψη της αρεσκείας τους. Ενόψει τούτων, ο νομοθέτης ουδόλως υποχρεούται να προσδώσει στο μάθημα των θρησκευτικών ομολογιακό χαρακτήρα, ενώ απαγορεύεται να προσδώσει κατηχητικό χαρακτήρα. Και ναι μεν προβλέπεται η δυνατότητα απαλλαγής του μαθητή, πλην η άσκηση της δυνατότητας αυτής αποτελεί έσχατο μέτρο, διότι, όταν ιδίως δεν προβλέπεται εναλλακτικό μάθημα, όπως στην Ελλάδα, ο μαθητής αποστερείται της θρησκευτικής εκπαίδευσης κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 2 Συντ., ενώ η απαλλαγή δημιουργεί στεγανά μεταξύ των μαθητών και ενισχύει το αίσθημα του αποκλεισμού σε βάρος του ομαδικού πνεύματος, της ενσωμάτωσης στο σχολικό περιβάλλον και της κοινωνικοποίησης. Συνεπώς, ο νομοθέτης δύναται να προσδώσει στο μάθημα θρησκειολογικό περιεχόμενο, με την κατάλληλη έμφαση στην ιστορία, το ρόλο και τις αρχές της επικρατούσας θρησκείας, και να το εμπλουτίσει με στοιχεία λογοτεχνικά, κοινωνιολογικά, λαογραφικά, φιλοσοφικά και ιστορίας της Τέχνης, το περιεχόμενο δε αυτό ανταποκρίνεται πληρέστερα προς τις επιταγές του Συντάγματος και των διεθνών συμβάσεων. Η αντίθετη άποψη δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στην αρχή της ισότητας, διότι δεν υφίσταται ομοιότητα καταστάσεων σε σχέση με τους μαθητές της μουσουλμανικής μειονότητας, του καθολικού δόγματος και της εβραϊκής κοινότητας, που διέπονται από ειδικές διατάξεις ή διεθνείς συμβάσεις ή ανήκουν σε θρησκευτικές μειονότητες, για τις οποίες επιτρέπονται θετικές διακρίσεις.
γ) Τέλος, κατά την άποψη ενός Συμβούλου, το άρθρο 16 παρ. 2 Συντ. πρέπει να ερμηνευθεί συστηματικά σε συνδυασμό με τα άρθρα 13 παρ.1, 5 παρ.1, 2 παρ.1, 1 παρ.1-2. Εντός του ως άνω συνταγματικού πλαισίου, ο βασικός προσανατολισμός του άρθρου 16 παρ. 2 είναι η διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών που ενστερνίζονται την αντίληψη ότι είναι αφενός άτομα που ασκούν τα δικαιώματά τους μέσα σε ένα περιβάλλον ελευθερίας και ισότητας που συνιστούν θεμέλια της δημοκρατίας, και αφετέρου μέλη μιας ανοιχτής και πλουραλιστικής κοινωνίας που κατανοούν και σέβονται τα δικαιώματα των άλλων. Επί τη βάσει των ανωτέρω, το άρθρο 16 παρ. 2 Συντ. επιτάσσει θρησκειολογικό προσανατολισμό της θρησκευτικής εκπαίδευσης, δεδομένου ότι ως θρησκευτική συνείδηση νοείται το ενδιάθετο φρόνημα του ανθρώπου σχετικά με τη φυσική ή μεταφυσική θεώρηση του κόσμου σε αναφορά ιδίως με το «θείο», η δε θρησκειολογική εκπαίδευση δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 3 παρ. 1 Συντ. ούτε προς το άρθρο 9  της ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, δεν νοείται απαλλαγή μαθητών από τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών με αυτούς τους προσανατολισμούς, διότι τούτο θα αντέβαινε στις θεμελιώδεις αρχές του φιλελεύθερου και δημοκρατικού πολιτεύματος που επιτάσσουν ελεύθερη διαμόρφωση της συνείδησης των πολιτών, χωρίς κρατική επιβολή απόψεων και καταναγκασμούς, στο πλαίσιο μιας πολυφωνικής κοινωνίας.

Αριθμός 1749/2019

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, ελλείποντος Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Μ. Πικραμένος, Π. Μπραΐμη, Χρ. Ντουχάνης, Ε. Παπαδημητρίου, Κ. Νικολάου, Ι. Σύμπλης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Α. Μίντζια, Ρ. Γιαννουλάτου, Χρ. Σιταρά, Μ. Τριπολιτσιώτη, Σύμβουλοι, Μ. Αθανασοπούλου, Ε. Μουργιά, Γ. Ζιάμος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Α. Μίντζια και Μ. Τριπολιτσιώτη καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.

Για να δικάσει την από 26ης Οκτωβρίου 2017 αίτηση:

των: 1. …, ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του: α) … και β) …, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. …), 2. …, συζύγου …, ατομικά και ως ασκούσης τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της: α) … και β) …, η οποία παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, που τον διόρισε με πληρεξούσιο, 3. …, ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του …, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. …), 4. Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, που εδρεύει στον Πειραιά (Ακτή Θεμιστοκλέους 190), 5. Μητροπολίτη Πειραιώς … και 6. σωματείου με την επωνυμία «Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων» (Π.Ε.Θ.), …, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο …, που τον διόρισαν με πληρεξούσια,

κατά του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με τον Σπυρίδωνα Παπαγιαννόπουλο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,

και κατά του παρεμβαίνοντος σωματείου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος “ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης”», …, το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Παναγιώτη Νικολόπουλο (Α.Μ. 10436), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 8ης Μαΐου 2018 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 101470/Δ2/16.6.2017 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Π. Μπραΐμη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πρώτο των αιτούντων ως δικηγόρο και ως πληρεξούσιο των λοιπών (πλην του τρίτου) αιτούντων και τον τρίτο των αιτούντων ως δικηγόρο, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο του παρεμβαίνοντος σωματείου και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. 171399951957 1227 0004 κωδικός ηλεκτρονικού παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 101470/Δ2/16.6.2017 αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο» (Β΄ 2104/19.6.2017).

3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με μείζονα σύνθεση, κατόπιν της από 8.5.2018 πράξεως του Προέδρου του, λόγω της όλως εξαιρετικής σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, 20 και 21 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) και 8 παρ. 4 και 5 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242).

4. Επειδή, υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρεμβαίνει το σωματείο με την επωνυμία «Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος “ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης”».

5. Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έχει κανονιστικό χαρακτήρα (βλ. ΣτΕ 660, 661, 926/2018 Ολομ.), δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19.6.2017. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30.10.2017, ασκείται εμπροθέσμως, δεδομένης της αναστολής της προθεσμίας ασκήσεώς της μέχρι και τις 15.9.2017 λόγω των δικαστικών διακοπών.

6. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1512 και 1516 του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι οι γονείς ασκούν καταρχήν από κοινού τη μέριμνα για το ανήλικο τέκνο τους (γονική μέριμνα), εκτός εάν συντρέχει κατά τον Α.Κ. περίπτωση ασκήσεως της γονικής μέριμνας αποκλειστικά από τον ένα γονέα ή από τρίτον. Η εκ μέρους του ενός γονέα επιχείρηση πράξεων της γονικής μέριμνας, όταν η άσκησή της ανήκει από κοινού και στους δύο γονείς, επιτρέπεται μόνο στις ρητώς προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 1516 του Α.Κ. περιπτώσεις, στις οποίες (μεταξύ άλλων) περιλαμβάνονται οι συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, οι πράξεις που αφορούν την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του, καθώς και οι πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Η άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως κατά πράξεων που είτε αφορούν το πρόσωπο του ανήλικου τέκνου είτε βλάπτουν τα έννομα συμφέροντά του δεν υπάγεται μεν στις συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου ή της τρέχουσας διαχειρίσεως της περιουσίας του, συνιστά, όμως, πράξη που έχει επείγοντα χαρακτήρα, ενόψει του ότι πρέπει να ασκηθεί εντός ορισμένης προθεσμίας, 60 ημερών, από τη δημοσίευση ή την κοινοποίηση ή τη γνώση της προσβαλλόμενης πράξεως, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 46 του π.δ. 18/1989. Κατά συνέπεια, εγκύρως η αίτηση αυτή ασκείται από τον ένα γονέα, εφ’ όσον όμως έως την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ο άλλος γονέας εγκρίνει την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου ή προσκομισθεί απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1512 του Α.Κ. Η έγκριση αυτή γίνεται με δήλωση που κατατίθεται στη γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή προφορικά στο ακροατήριο από τον έτερο γονέα ή από πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο αυτός έχει χορηγήσει γενικό ή ειδικό πληρεξούσιο. Η έγκριση μπορεί επίσης να γίνει και με δήλωση του γονέα αυτού ενώπιον συμβολαιογράφου, αντίγραφο όμως της συμβολαιογραφικής πράξεως πρέπει να περιέλθει στο Συμβούλιο έως την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως (βλ. ΣτΕ 5720/1996 Ολομ., 660, 661/2018 Ολομ.).

7. Επειδή, ο πρώτος των αιτούντων παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, η δε δεύτερη εξ αυτών και σύζυγος του πρώτου αιτούντος διόρισε αυτόν με πληρεξούσιο ως δικηγόρο, τόσο για λογαριασμό της όσο και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της. Επομένως, και οι δύο εν λόγω αιτούντες νομιμοποιούνται να ασκήσουν την κρινόμενη αίτηση τόσο ατομικώς όσο και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων τους (βλ. ΣτΕ 661/2018 Ολομ.). Περαιτέρω, ο τρίτος αιτών παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, η δε σύζυγος αυτού και μητέρα του τέκνου του ενέκρινε για λογαριασμό της και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως και διόρισε αυτόν ως πληρεξούσιο δικηγόρο για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους (βλ. το από 21.9.2018 πληρεξούσιο συμβολαιογράφου Αθηνών). Συνεπώς, και ο ως άνω αιτών νομιμοποιείται να ασκήσει την κρινόμενη αίτηση τόσο ατομικώς όσο και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου του.

8. Επειδή, οι τρεις πρώτοι αιτούντες προβάλλουν ότι έχουν άμεσο, ενεστώς και προσωπικό έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως. Ειδικότερα προβάλλουν ότι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και ότι έχουν άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως, διότι θίγονται από την προσβαλλόμενη απόφαση τόσο οι ίδιοι ως γονείς όσο και τα τέκνα τους, τα οποία δεν διδάσκονται τις αρχές και τα δόγματα της ορθόδοξης πίστεως στο πλαίσιο του μαθήματος των θρησκευτικών. Οι δύο πρώτοι αιτούντες, γονείς δύο τέκνων, έχουν προσκομίσει σχετικώς την 395/6.9.2018 βεβαίωση φοίτησης του ενός τέκνου τους στην Α΄ τάξη του Γυμνασίου και την 122/6.9.2018 αντίστοιχη βεβαίωση φοίτησης του άλλου τέκνου τους στην Ε΄ τάξη του Δημοτικού Σχολείου για το σχολικό έτος 2018-2019, καθώς και το από 6.9.2018 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης. Ο δε τρίτος από τους αιτούντες έχει προσκομίσει την από 6.9.2018 βεβαίωση φοίτησης του τέκνου του στην Ε΄ τάξη του Δημοτικού Σχολείου για το σχολικό έτος 2018-2019 καθώς και το από 3.9.2018 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης. Με τα δεδομένα αυτά οι ως άνω αιτούντες ασκούν με έννομο συμφέρον την κρινόμενη αίτηση τόσο ατομικώς όσο και υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων τους (βλ. ΣτΕ 661, 926/2018 Ολομ.).

9. Επειδή, η τέταρτη των αιτούντων Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς και ο πέμπτος αιτών Μητροπολίτης Πειραιώς προβάλλουν προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους ότι έχουν την υποχρέωση να συνεργάζονται με την Πολιτεία επί του θέματος της θρησκευτικής εκπαιδεύσεως και αγωγής των νέων και δη των παιδιών του δημοτικού και του γυμνασίου, ενόψει της διαλαμβανόμενης στις διατάξεις του ν. 590/1977 (περί του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος) βασικής αποστολής των Ιερών Μητροπόλεων και των Ιερών Ναών, των Αρχιερέων Μητροπολιτών και των Ιερέων, και ιδίως αυτής του άρθρου 2 του νόμου αυτού κατά την οποία «Η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, ως τα της χριστιανικής αγωγής της νεότητος, ……..». Εξάλλου, η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς ισχυρίζεται επί πλέον ότι έχει την ευθύνη λειτουργίας και την εποπτεία τριών σχολικών μονάδων διαφορετικού εκπαιδευτικού επιπέδου (παιδικού σταθμού και νηπιαγωγείου, δημοτικού σχολείου, γυμνασίου και λυκείου) και ότι, για τον λόγο αυτόν, έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως. Ενόψει αυτών, έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχουν τόσο η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, όσο και ο Μητροπολίτης Πειραιώς, ο οποίος προΐσταται αυτής και φέρει την ποιμαντική ευθύνη για τους ορθόδοξους χριστιανούς της Μητροπόλεώς του, δοθέντος ότι, όπως προβάλλουν, θίγονται ηθικώς από τη μεταβολή του περιεχομένου της διδασκαλίας και του εν γένει χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών στα δημοτικά και γυμνάσια. Το έννομο συμφέρον των ανωτέρω προσώπων καθίσταται, άλλωστε, σαφές και εκ του ότι, λόγω της λειτουργίας σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, για τα οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας η αιτούσα Ιερά Μητρόπολη, υφίσταται υποχρέωση εφαρμογής των σχετικών προγραμμάτων σπουδών που αφορούν το μάθημα των θρησκευτικών (βλ. ΣτΕ 660/2018 Ολομ.), απορριπτομένων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων με το 146855/ΓΔ4/7.9.2018 έγγραφο απόψεων της Διοικήσεως προς το Δικαστήριο. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης, κατά την γνώμη του οποίου ο Μητροπολίτης και η Μητρόπολη Πειραιώς δεν έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της αιτήσεως επικαλούμενοι το άρθρο 9 παρ. 1 περ. ε΄ του ν. 590/1977, διότι κατά το άρθρο αυτό αρμόδια να παρακολουθεί το δογματικό περιεχόμενο των διδακτικών βιβλίων του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και όχι κάθε Μητρόπολη ή ο προϊστάμενος αυτής Μητροπολίτης. Περαιτέρω, ούτε η διατήρηση εκπαιδευτηρίων προσδίδει στους ανωτέρω έννομο συμφέρον, διότι δεν προβάλλεται ούτε προκύπτει ότι αυτοί νομίμως εκπροσωπούν τις οικείες σχολικές μονάδες ή τους μαθητές και τους γονείς των, καθ’ υποκατάσταση των οικείων οργάνων διοικήσεως των εκπαιδευτηρίων και των συλλόγων γονέων.

10. Επειδή, το έκτο των αιτούντων σωματείο προβάλλει ότι η προάσπιση του ορθόδοξου χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών, που πλήττεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελεί μέρος του σκοπού του ως σωματείου και, ως εκ τούτου, έχει άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως, ενόψει των καταστατικών του σκοπών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η κατανόηση της ουσίας του Ορθόδοξου Χριστιανισμού, η διέγερση του ενδιαφέροντος και της αγάπης του λαού προς τη θρησκευτική γνώση και ζωή εντός του πλαισίου των πατρικών παραδόσεων, ο πλήρης θρησκευτικός και ηθικός διαφωτισμός της νεότητος και η προσήλωση στην Ορθοδοξία και άμυνα κατά πάσης αντιορθοδόξου και αντιχριστιανικής εκδηλώσεως. Με τα δεδομένα αυτά και το ως άνω σωματείο έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως (βλ. ΣτΕ 661/2018), τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα με το 146855/ΓΔ4/7.9.2018 έγγραφο απόψεων της Διοικήσεως προς το Δικαστήριο είναι απορριπτέα.

11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω όλοι οι αιτούντες ασκούν την κρινόμενη αίτηση με έννομο συμφέρον και παραδεκτώς ομοδικούν, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στην ίδια νομική και πραγματική βάση (βλ. ΣτΕ 660-1/2018, 926/2018). Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης, κατά την γνώμη του οποίου οι μη έχοντες την ιδιότητα γονέων μαθητών αιτούντες (Μητροπολίτης και Μητρόπολη Πειραιώς και Σύλλογος Θεολόγων) απαραδέκτως προβάλλουν παράβαση του άρθ. 2 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ, το οποίο νομιμοποιούνται να επικαλεσθούν μόνο μαθητές ή γονείς μαθητών (πρβλ. ΕΕπΔΑ 7.4.1997, Scientology Kirche Deutschland). Συνεπώς, οι ανωτέρω αιτούντες δεν ομοδικούν με τους λοιπούς αιτούντες γονείς μαθητών.

12. Επειδή, το παρεμβαίνον σωματείο, σύμφωνα με το καταστατικό του, έχει ως μέλη του θεολόγους και εκπαιδευτικούς του μαθήματος των θρησκευτικών και βασικό σκοπό την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα. Μεταξύ των αποτυπωμένων στο καταστατικό του ειδικότερων σκοπών και αξόνων δράσης είναι: «α) Η εκπόνηση και η διατύπωση προτάσεων σχετικά με το περιεχόμενο και το χαρακτήρα της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα (σε Α/βάθμια και Β/βάθμια εκπαίδευση), β) Η συμβολή στη δημιουργία ενός πλαισίου διαλόγου μεταξύ των φορέων της Ελληνικής Πολιτείας που είτε εμπλέκονται θεσμικά στο σχεδιασμό και την παροχή της θρησκευτικής εκπαίδευσης (Υπουργείο Παιδείας, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, συνδικαλιστικοί φορείς εκπαιδευτικών κ.ά.) είτε έχουν νόμιμο και θεμιτό ενδιαφέρον για αυτήν (Εκκλησία της Ελλάδος, θρησκευτικές κοινότητες, ανεξάρτητες αρχές, πολιτικά κόμματα, σύλλογοι κ.ά.), γ) … δ) Η συμβολή στην ανάπτυξη ελεύθερου διεπιστημονικού και θεολογικού διαλόγου σχετικά με το περιεχόμενο και το χαρακτήρα της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα […], ε) … στ) … ζ) … η) …». Επίσης, μεταξύ των δραστηριοτήτων του παρεμβαίνοντος σωματείου, όπως αποτυπώνο­νται στο καταστατικό του, είναι η προσφυγή στη δικαιοσύνη και γενικώς η ανάληψη κάθε ενέργειας αναγκαίας για τη διαφύλαξη και την προστασία των σκοπών, της δραστηριότητας και της ηθικής υποστάσεως του συνδέσμου, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως προβάλλεται, και η άσκηση της εν λόγω παρεμβάσεως. Με βάση τα ανωτέρω, το προαναφερθέν σωματείο προβάλλει ότι έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης παρεμβάσεως, καθώς, βάσει των καταστατικών σκοπών του, μεριμνά για την ενασχόληση με το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως διδάσκεται σε όλες τις βαθμίδες της εκπαιδεύσεως μέσω της αξιοποιήσεως όλων των σύγχρονων εξειδικευμένων παιδαγωγικών μεθόδων και παράλληλα τη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου των διδασκόντων στο μάθημα των θρησκευτικών. Όπως προβάλλει δε, μέλη του συγκαταλέγονται μεταξύ των θεολόγων και δασκάλων που συμμετείχαν στην εκπόνηση του αναλυτικού προγράμματος σπουδών, που αποτελεί περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξεως, μεταξύ των εμπειρογνωμόνων και αξιολογητών των προγραμμάτων και μεταξύ των συντακτών των φακέλων – βιβλίων που διανεμήθηκαν στους μαθητές. Υπό τα δεδομένα αυτά, με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη παρέμβαση το ως άνω σωματείο, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με το από 5.10.2018 υπόμνημα των αιτούντων είναι απορριπτέα.

13. Επειδή, η ένωση περισσότερων αιτούντων σε κοινό δικόγραφο επιτρέπεται, με την προϋπόθεση ότι προβάλλουν κοινούς λόγους ακυρώσεως, που στηρίζονται στην ίδια νομική και πραγματική βάση. Συνέπεια τούτου είναι ότι οι προβαλλόμενοι μη κοινοί για όλους τους αιτούντες λόγοι είναι απαράδεκτοι (ΣτΕ 5935/1995 Ολομ.). Επομένως, εφόσον το από 10.8.2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων δεν ασκείται από όλους τους ομόδικους αιτούντες (συγκεκριμένα δεν ασκείται από την δεύτερη αιτούσα), οι προβαλλόμενοι με αυτό πρόσθετοι λόγοι, ως μη κοινοί για όλους τους αιτούντες, πρέπει ν’ απορριφθούν ως απαράδεκτοι (βλ. ΣτΕ 5935/1995 Ολομ., 3271/2000, 1332/2004 7μ., 2531/2005 7μ., 807/2008, 3923/2008 7μ., 2739, 4525/2014, 1688-9/2015 7μ.).

14. Επειδή, στην αρχή του ισχύοντος Συντάγματος γίνεται επίκληση της Αγίας Τριάδος («Eις τo όνoμα της Aγίας και Oμooυσίoυ και Aδιαιρέτoυ Tριάδoς»), στο δε άρθρο 2 παρ. 1, το οποίο εντάσσεται στο Τμήμα Α΄ του Μέρους Πρώτου αυτού, ορίζεται ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Εν συνεχεία, στο άρθρο 3, το οποίο εντάσσεται στο Τμήμα Β΄ αυτού (με τίτλο: «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας») του Μέρους Πρώτου του Συντάγματος, ορίζεται ότι: «1. Eπικρατoύσα θρησκεία στην Eλλάδα είναι η θρησκεία της Aνατoλικής Oρθόδoξης Eκκλησίας τoυ Xριστoύ. H Oρθόδoξη Eκκλησία της Eλλάδας, πoυ γνωρίζει κεφαλή της τoν Kύριo ημών Iησoύ Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δoγματικά με τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινoύπoλης και με κάθε άλλη oμόδoξη Eκκλησία τoυ Xριστoύ· τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τoυς ιερoύς απoστoλικoύς και συνoδικoύς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Eίναι αυτoκέφαλη, διoικείται από την Iερά Σύνoδo των εν ενεργεία Aρχιερέων και από τη Διαρκή Iερά Σύνoδo πoυ πρoέρχεται από αυτή και συγκρoτείται όπως oρίζει ο Kαταστατικός Xάρτης της Eκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων τoυ Πατριαρχικoύ Tόμoυ της κθ΄ (29) Ioυνίoυ 1850 και της Συνoδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίoυ 1928. 2. To εκκλησιαστικό καθεστώς πoυ υπάρχει σε oρισμένες περιoχές τoυ Kράτoυς δεν αντίκειται στις διατάξεις της πρoηγoύμενης παραγράφoυ. 3. To κείμενo της Aγίας Γραφής τηρείται αναλλoίωτo. H επίσημη μετάφρασή τoυ σε άλλo γλωσσικό τύπo απαγoρεύεται χωρίς την έγκριση της Aυτoκέφαλης Eκκλησίας της Eλλάδας και της Mεγάλης τoυ Xριστoύ Eκκλησίας στην Kωνσταντινoύπoλη». Περαιτέρω, στο Μέρος Δεύτερο του Συντάγματος με τίτλο: «Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα» ορίζεται, στο μεν άρθρο 5 αυτού, ότι: «1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. 2. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο … 3. … 4. … 5. …», στο δε άρθρο 13 αυτού ορίζεται ότι: «1. H ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. H απόλαυση των ατoμικών και πoλιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεπoιθήσεις καθενός. 2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελoύνται ανεμπόδιστα υπό την πρoστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να πρoσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O πρoσηλυτισμός απαγoρεύεται. 3. … 4. Kανένας δεν μπoρεί, εξαιτίας των θρησκευτικών τoυ πεπoιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υπoχρεώσεων πρoς τo Kράτoς ή να αρνηθεί να συμμoρφωθεί πρoς τoυς νόμoυς. 5. …». Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 3, επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η κατάσχεση εφημερίδων ή άλλων εντύπων, μεταξύ άλλων για προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας. Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. … 2. H παιδεία απoτελεί βασική απoστoλή τoυ Kράτoυς και έχει σκoπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τoυς σε ελεύθερoυς και υπεύθυνoυς πoλίτες. 3. Tα έτη υπoχρεωτικής φoίτησης δεν μπoρεί να είναι λιγότερα από εννέα. 4. … 5. …», στο δε άρθρο 21 αυτού ορίζεται ότι: «Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους …. και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. … 3. … 4. … 5. … 6. … 7. …». Σύμφωνα δε με το άρθρο 110 (παρ. 1) δεν υπόκεινται, μεταξύ άλλων, σε αναθεώρηση και οι ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1 αυτού.

15. Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε το πρώτον με τον νόμο 2329/1953 (Α΄ 68) και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), εγγυάται, στην παρ. 1, την ελευθερία της θρησκείας ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπονται οι περιορισμοί του δικαιώματος αυτού. Ειδικότερα το άρθρο 9 ορίζει ότι: «Πάν πρόσωπο δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας. Το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ’ ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. 2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων». Περαιτέρω στο άρθρο 14 αυτής ορίζεται ότι: «Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως». Εξάλλου, το άρθρο 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εκπαίδευση, ορίζει δε ειδικότερα ότι: «Ουδείς δύναται να στερηθή του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Πάν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και την εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις».

16. Επειδή, η περιεχόμενη στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορά ως «επικρατούσης» στην Ελλάδα της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού -όπως, άλλωστε, και η επίκληση στην κεφαλίδα του Συντάγματος της «Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος»- συναρτάται με τον καίριο ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ιστορική πορεία του Ελληνισμού, ιδίως κατά την προηγηθείσα της εθνικής ανεξαρτησίας χρονική περίοδο της τουρκοκρατίας, αποτελεί δε και διαπίστωση του πραγματικού γεγονότος ότι την θρησκεία αυτήν πρεσβεύει η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ενώ δεν στερείται η αναφορά αυτή και κανονιστικών συνεπειών (όπως, ενδεικτικώς, η καθιέρωση χριστιανικών εορτών ως υποχρεωτικών αργιών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα) (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία αναγορεύει την παιδεία ως βασική αποστολή του Κράτους, συγκαταλέγει μεταξύ των σκοπών της την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων. Η έννοια της «εθνικής» και της «θρησκευτικής» συνειδήσεως κατά την εν λόγω συνταγματική διάταξη, είναι, ενόψει και της χρήσεως οριστικού άρθρου, συγκεκριμένη και δεν αφορά σε οποιοδήποτε έθνος και σε οποιοδήποτε θρήσκευμα. Ειδικότερα, ως ανάπτυξη της «εθνικής» συνειδήσεως νοείται ευλόγως, εφ’ όσον το ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό Κράτος (βλ. ΣτΕ 460/2013 Ολομ.), η ανάπτυξη της ελληνικής -και όχι άλλης- εθνικής συνειδήσεως, ως ανάπτυξη δε της «θρησκευτικής» συνειδήσεως νοείται, για την πλειοψηφία, βεβαίως, των Ελλήνων πολιτών που ασπάζονται το δόγμα αυτό, η ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ., 2176/1998 7μ., 3356/1995), ενόψει του ότι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χαρακτηριζόμενη ως «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα», αναγνωρίζεται από τον συνταγματικό νομοθέτη, όπως προεκτέθηκε, ως η θρησκεία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Στην ανάπτυξη, άλλωστε, θρησκευτικής συνειδήσεως των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας αποβλέπουν και οι γονείς τους, αντλώντας από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 13 του Συντάγματος, το δικαίωμα, που κατοχυρώνεται ευθέως και από το άρθρο 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (Π.Π.Π.) της Συμβάσεως της ΕΣΔΑ, να «εξασφαλίζουν» την μόρφωση και εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ., 2176/1998 7μ., 3356/1995). Περαιτέρω, δοθέντος ότι η θρησκευτική συνείδηση γεννάται και διαμορφώνεται σταδιακά, πριν ακόμη από την έναρξη του σχολικού βίου, στο πλαίσιο της οικογένειας (η οποία, ως «θεμέλιο της συντηρήσεως και προαγωγής του Έθνους» τελεί -όπως και η παιδική ηλικία- υπό την προστασία του Κράτους, κατά το άρθρο 21 του Συντάγματος), από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 13 αυτού και του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι ως «ανάπτυξη» της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκευτικής συνειδήσεως κατά τα ανωτέρω νοείται η εμπέδωση και ενίσχυση της συγκεκριμένης αυτής θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών με τη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ως εκ τούτου δε αφορά αποκλειστικά τους μαθητές, οι οποίοι, ανήκοντες στην κατά τα άνω πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Το κυριότερο μέσο, με το οποίο -εκτός άλλων (προσευχή, εκκλησιασμός)- υπηρετείται ο ανωτέρω συνταγματικός σκοπός είναι η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Συνεπώς, στις ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις αντίκεινται ρυθμίσεις νόμων ή κανονιστικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες, μέσω, κυρίως, των προγραμμάτων διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών, για τους αποτελούντες την κατά τα άνω πλειοψηφία του ελληνικού λαού μαθητές, δεν υπηρετείται ο ως άνω συνταγματικός σκοπός, η ανάπτυξη δηλαδή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ). Περαιτέρω, ως αποστολή της Παιδείας, η, υπό την προεκτεθείσα έννοια, «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως» αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του Κράτους, επιτελείται δε κυρίως με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, το οποίο για να υπηρετεί τον εν λόγω σκοπό, πρέπει να διδάσκεται επί ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ., 2176/1998 7μ., 3356/1995), να μην υποβαθμίζεται, κατά την διδασκαλία και την εξέταση, σε σχέση με άλλα μαθήματα και να περιλαμβάνει οπωσδήποτε, με σαφήνεια και πληρότητα, τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χωρίς να προκαλεί σύγχυση με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Πρέπει δηλαδή το μάθημα να διατηρεί ως προέχουσα και κύρια μέριμνα όχι την παροχή πληροφοριών ή την επεξεργασία γνώσεων ή την ανάπτυξη προβληματισμών ιστορικής, θρησκευτικής ή κοινωνιολογικής φύσεως (αντικείμενο άλλωστε και άλλων μαθημάτων) αλλά την καλλιέργεια των κατάλληλων προϋποθέσεων ώστε να μπορεί να μεταδοθεί το προεκτεθέν κατά το Σύνταγμα περιεχόμενό του. Η διδασκαλία των ανωτέρω στοιχείων είναι συμβατή με την, καθιερούμενη στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, απαραβίαστη θρησκευτική ελευθερία, διότι δεν συνιστά επιβολή πίστεως προς την επικρατούσα θρησκεία, αφού το μάθημα αυτό, μέσω του οποίου πραγματώνεται ως σκοπός της παιδείας η «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως» υπό το προεκτεθέν κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος περιεχόμενο (ήτοι η ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως), απευθύνεται αποκλειστικά, ως εκ του ανωτέρω περιεχομένου του, στους μαθητές που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και όχι στους ετερόδοξους, αλλόθρησκους ή άθεους μαθητές (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Τούτο δε ενόψει και του ότι οι τελευταίοι, απολαύοντες της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία κατοχυρώνεται ως απαραβίαστη με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, έχουν ευθέως βάσει της συνταγματικής αυτής διατάξεως δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών, χωρίς καμία δυσμενή συνέπεια, εφ’ όσον οι γονείς τους, ή οι ίδιοι αν είναι ενήλικοι, υποβάλουν δήλωση ότι δεν επιθυμούν, για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, να παρακολουθήσουν τα τέκνα τους τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών που έχει το προεκτεθέν περιεχόμενο. Η δήλωση, εξάλλου, αυτή, που θα μπορούσε να έχει το εξής περιεχόμενο: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των θρησκευτικών», δεν παραβιάζει τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, εφ’ όσον γίνεται χάριν απαλλαγής των μαθητών αυτών από την, επιβαλλόμενη κατ’ αρχήν από το Σύνταγμα και το νόμο, υποχρέωση παρακολουθήσεως του μαθήματος αυτού [πρβ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ., 2176/1998 7μ., 3356/1995, βλ. επίσης ΣτΕ 2280/2001 Ολομ., πρβ. σε σχέση με την ΕΣΔΑ και την απόφαση του ΕΔΔΑ της 26.9.2007 Folgero και λοιποί κατά Νορβηγίας (αρ. Προσφυγής 15472/02), σκ. 96-102]. Για τους μαθητές όμως αυτούς που απαλλάσσονται από τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, και προκειμένου να αποτραπεί η δημιουργία “ελεύθερης ώρας” και, εντεύθεν, ο κίνδυνος απομακρύνσεως των μαθητών από το ανωτέρω, συνταγματικώς επιβαλλόμενο, μάθημα χωρίς αποχρώντα λόγο, η Πολιτεία οφείλει να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος, συναφούς κατά την αντίληψή της περιεχομένου (π.χ. μαθήματος ηθικής), εφόσον βεβαίως συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών, κατά την αντίληψη πάντοτε της Πολιτείας. Περαιτέρω, εφόσον διασφαλίζεται η συνταγματική υποχρέωση του Κράτους για την ανάπτυξη, κατά τα άνω, της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως των μαθητών εκείνων, οι οποίοι ανήκοντες στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, δεν εμποδίζεται η Πολιτεία να περιλαμβάνει στα σχολικά προγράμματα του μαθήματος των θρησκευτικών και εκπαίδευση «θρησκειολογικού» χαρακτήρα με πληροφορίες και γνώσεις και για άλλες, πέραν της Ορθοδοξίας, θρησκείες και δόγματα (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.).

17. Επειδή, περαιτέρω, ο νομοθέτης, για ετερόδοξους ή αλλόθρησκους μαθητές -ιδίως τους μαθητές του καθολικού δόγματος ή της εβραϊκής θρησκείας ή της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης-, έχει ρητώς προβλέψει δυνατότητα διδασκαλίας του οικείου δόγματος ή θρησκείας από πρόσωπα προτεινόμενα από την οικεία θρησκευτική κοινότητα, προκειμένου δε περί της μουσουλμανικής μειονότητας από μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό (βλ. άρθρα 19 παρ. 1 του ν. 3379/1955, Α΄ 260, 85 παρ. 4 του ν. 1566/1985, 55 παρ. 5 του ν. 4386/2016, Α΄ 83, και 7 παρ. 1 του ν. 694/1977, Α΄ 264). Ενόψει αυτού, σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) και τις διατάξεις των άρθρων 9 και 14 της ΕΣΔΑ και της παρ. 1 του ΠΠΠ αυτής, το Κράτος δεν μπορεί, ρυθμίζοντας το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, να στερήσει από τους μαθητές, που ασπάζονται ορισμένο δόγμα ή θρησκεία, το δικαίωμα, το οποίο αναγνωρίζει σε μαθητές που ανήκουν σε άλλα δόγματα ή θρησκείες, να διδάσκονται αποκλειστικά τα δόγματα της πίστεώς τους (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.).

18. Επειδή, οι Σύμβουλοι Μ. Γκορτζολίδου και Ε. Νίκα διατύπωσαν την ακόλουθη ειδικότερη γνώμη: Υπό το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο και την συνδυασμένη ερμηνεία των σχετικών συνταγματικών διατάξεων κατά το γράμμα και τον σκοπό τους, ενόψει της τυπικής τους ισοδυναμίας, καθώς και της αντίληψης του νοήματός τους σε αρμονία και με τις προπαρατεθείσες διατάξεις της ΕΣΔΑ, συνάγονται τα ακόλουθα: Απώτερος σκοπός της παιδείας, ως βασικής αποστολής του Κράτους είναι η “διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών”. Η “αγωγή των Ελλήνων”, η οποία παρέχεται προς τον σκοπό αυτό, οφείλει, μεταξύ των άλλων, να συμβάλλει στην “ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής τους συνείδησης”. Ως “συμβάλλουσα” δε στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων μαθητών, οι οποίοι εισέρχονται στον σχολικό βίο με ήδη διαμορφωμένη συνείδηση περί του θείου, απότοκη των βιωμάτων τους από το οικογενειακό περιβάλλον, όπως αυτά αναπτύσσονται σε συνθήκες πλήρους θρησκευτικής ελευθερίας προστατευόμενης από το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος, νοείται η αγωγή εκείνη που έχει ως αντικείμενο να εισαγάγει τους μαθητές και να τους εξοικειώσει με την έννοια του ιερού ως έγκυρης πρότασης νοηματοδότησης του βίου. Και δη, για την πλειοψηφία των Ελλήνων μαθητών που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, όπως η πρόταση αυτή έχει διαμορφωθεί από την χριστιανική ορθοδοξία και αναδειχθεί ιστορικά στην Ελλάδα ως το “επικρατέστερο”, συλλογικό θρησκευτικό βίωμα, ενώ, εξάλλου, για τους ετεροδόξους ή αλλοθρήσκους μαθητές, ιδίως τους μαθητές του καθολικού δόγματος ή της εβραϊκής θρησκείας ή της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης, ο νομοθέτης, σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της ισότητας, έχει ρητώς προβλέψει δυνατότητα διδασκαλίας του οικείου δόγματος ή θρησκείας από πρόσωπα προτεινόμενα από την οικεία θρησκευτική κοινότητα (βλ. και σκέψη 17 της παρούσης). Ειδικότερα για την πλειοψηφία των μαθητών που ασπάζεται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, κατά την αντίληψη του συνταγματικού νομοθέτη, η θρησκευτική αγωγή, από την μία μεν πλευρά δεν επιτρέπεται να υπερβεί τον χαρακτήρα της ως “έγκυρης” μεν, αλλά, πάντως, “πρότασης” για την συγκρότηση ελεύθερων συνειδήσεων, ικανών για τις δικές τους προσωπικές επιλογές και, επομένως, δεν είναι επιτρεπτό να μεταβάλλεται σε δογματική ομολογία πίστεως ή πολλώ μάλλον σε κατήχηση, από την άλλη, όμως, οφείλει να διατηρεί ως προέχουσα και κύρια μέριμνα όχι την παροχή πληροφοριών ή την επεξεργασία γνώσεων ή την ανάπτυξη προβληματισμών ιστορικής, θρησκευτικής ή κοινωνιολογικής φύσεως (αντικείμενο άλλωστε και άλλων μαθημάτων), αλλά την εμπέδωση και ενίσχυση της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης των μαθητών αυτών, με τη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κατά τα λοιπά, είναι ασφαλώς ελεύθερη η Πολιτεία να επιλέγει και να καθορίζει κανονιστικά το περιεχόμενο της σχετικής αγωγής κατά την εκάστοτε εκπαιδευτική πολιτική και τα πορίσματα της παιδαγωγικής επιστήμης, μη ελεγχόμενη δικαστικά στις επιλογές της αυτές παρά μόνον ως προς την τήρηση των πιο πάνω συνταγματικών υποχρεώσεων. Εξάλλου, ο Σύμβουλος Σ. Μαρκάτης διατύπωσε την ειδικότερη γνώμη ότι: Κατά την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ο κοινός νομοθέτης είναι ελεύθερος να διαμορφώνει το πρόγραμμα της σχολικής εκπαιδεύσεως των Ελλήνων μαθητών, υπό τον όρο ότι το περιεχόμενο των διδασκόμενων μαθημάτων οδηγεί στην επίτευξη των σκοπών, στους οποίους ο συνταγματικός νομοθέτης αποβλέπει, αναγνωρίζοντας την παιδεία ως βασική αποστολή του Κράτους. Στους σκοπούς αυτούς ο συνταγματικός νομοθέτης ρητώς συγκαταλέγει την ανάπτυξη -και όχι διαμόρφωση- της θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών, οι οποίοι εισέρχονται στον σχολικό βίο με ήδη διαμορφωμένη συνείδηση περί του θείου, απότοκη των βιωμάτων τους από το οικογενειακό περιβάλλον, όπως αυτά αναπτύσσονται σε συνθήκες πλήρους θρησκευτικής ελευθερίας προστατευόμενης από το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος. Συνεπώς, κατά την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, το σχολικό πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει μάθημα, στο οποίο οι μαθητές ασκούνται στην κατανόηση και εμπέδωση των θρησκευτικών δογμάτων, τα οποία ήδη πρεσβεύουν, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει μορφή κατηχήσεως σ’ αυτά ώστε να μην διακυβεύεται η διάπλαση ελεύθερης προσωπικότητας που, επίσης αναγνωρίζεται, κατά την ίδια διάταξη, ως σκοπός της παιδείας. Έτσι, κατά την διάταξη αυτή, στο σχολικό πρόγραμμα, που καταρτίζει ο κοινός νομοθέτης, πρέπει να περιλαμβάνεται η διδασκαλία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ως θρησκεύματος της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, καθώς και η διδασκαλία άλλων δογμάτων της χριστιανικής πίστεως ή άλλων θρησκειών στην περίπτωση που η εκπαίδευση παρέχεται σε περιοχές όπου ευδιάκριτο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού πρεσβεύει τα δόγματα αυτά ή τις άλλες θρησκείες, υπό την εξυπακουόμενη, εκ του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος, προϋπόθεση της μη υποχρεωτικής παρακολουθήσεως του μαθήματος αυτού από ετερόδοξους χριστιανούς, αλλόθρησκους, μη θρησκευόμενους ή άθεους μαθητές. Μάθημα “θρησκειολογικού” περιεχομένου, δηλαδή προσφορά και επεξεργασία γνώσεων για τις ανά τον κόσμο θρησκευτικές δοξασίες και αντιλήψεις μπορεί να είναι χρήσιμο για την πνευματική αγωγή των μαθητών και την διάπλαση της προσωπικότητάς τους, πλην δεν οδηγεί στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως, την οποία το ισχύον Σύνταγμα ρητώς επιβάλλει, και, συνεπώς, δεν υποκαθιστά θεμιτώς την διδασκαλία των θρησκευτικών δογμάτων, τα οποία απαντώνται στην ελληνική επικράτεια. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Κ. Κουσούλης, Α. Χλαμπέα, Χ. Ντουχάνης και Ι. Σύμπλης, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Από τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει ως σκοπό την διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών, καθώς και, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων, ως εκ τούτου δε περιλαμβάνει και τη θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών. Η τελευταία πραγματοποιείται ιδίως μέσω του μαθήματος των θρησκευτικών. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 (με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας), 13 παρ. 1 (σύμφωνα με το οποίο η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη) και του ανωτέρω άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 της ΕΣΔΑ και 2 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι η μετάδοση γνώσεων ή πληροφοριών θρησκευτικού χαρακτήρα στην εκπαίδευση πρέπει να είναι αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική και να μην επιδιώκει κατηχητικό σκοπό, χωρίς ωστόσο να θίγεται η ελευθερία του κράτους να διαμορφώνει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ανάλογα με τις ανάγκες και τις παραδόσεις του ή σύμφωνα με τις αρχές της τυχόν επίσημης ή επικρατούσας θρησκείας, εφόσον, στην περίπτωση αυτή, προβλέπεται σύστημα απαλλαγής των μαθητών που δεν παραβιάζει τη θρησκευτική τους ελευθερία (πρβλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ Folgerø κατά Νορβηγίας, Ολομ., 29.6.2007, Hansan και Eylem Zengin κατά Τουρκίας, 9.10.2007, Grzelak κατά Πολωνίας, 15.6.2010, İzzetin Doğan κ.ά. κατά Τουρκίας, Ολομ., 26.4.2016). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ίδιου άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και με την αναγνώριση, στο άρθρο 3 του Συντάγματος, της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ως επικρατούσας στην Ελλάδα, δηλαδή ως θρησκείας της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2280-2285/2001), συνάγεται ειδικότερα ότι επιβάλλεται κατ’ αρχήν, στο πλαίσιο της θρησκευτικής εκπαίδευσης των μαθητών, να δίνεται έμφαση στη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, εναπόκειται δε στον νομοθέτη να καθορίσει το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών ή άλλου ισότιμου μαθήματος, κατά τρόπο ώστε να εκπληρώνεται η ως άνω συνταγματική υποχρέωση και για τους μη ορθόδοξους Έλληνες, καθώς και να θεσπίσει σύστημα απαλλαγής από τη διδασκαλία των θρησκευτικών με τρόπο που να μην παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία των μαθητών. Από το συνδυασμό των ιδίων ως άνω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται επίσης ότι εντός του προγράμματος σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών επιβάλλεται να συμπεριλαμβάνονται θρησκειολογικά, φιλοσοφικά ή άλλα στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, και δοθέντος ότι με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν παρέχεται δικαίωμα στους γονείς να αξιώνουν από το κράτος την οργάνωση διδασκαλίας με συγκεκριμένο περιεχόμενο, ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να διαμορφώσει το ειδικότερο περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών, λαμβάνοντας υπόψη και παιδαγωγικά κριτήρια. Επομένως, ο δικαστικός έλεγχος αφενός μεν των διατάξεων τυπικού νόμου που καθορίζουν τους σκοπούς της εκπαίδευσης και τις γενικές κατευθύνσεις των προγραμμάτων σπουδών, αφετέρου δε των κανονιστικών πράξεων, με τις οποίες εγκρίνονται τα προγράμματα σπουδών, είναι οριακός, ενώ εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου οι ουσιαστικές εκτιμήσεις και οι παιδαγωγικές επιλογές της Διοίκησης, οι οποίες στηρίζονται σε εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις. Ομοίως μειοψήφησε ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης, ο οποίος διατύπωσε την εξής γνώμη: Με τις διατάξεις του άρθ. 13 παρ. 1 Συντ., οι οποίες είναι θεμελιώδεις, ως μη υποκείμενες σε αναθεώρηση (άρθ. 110 παρ. 1), προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως (εδ. α΄), η οποία είναι ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας (άρθρ. 5 Συντ.) και συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του καθενός να πρεσβεύει το θρήσκευμα ή το δόγμα της εκλογής του ή να μην ακολουθεί κανένα θρήσκευμα ή να είναι άθεος (ΣΕ 194/1987). Το β΄ εδάφιο της ίδιας διατάξεως κατοχυρώνει την θρησκευτική ισότητα, έκφραση της οποίας είναι το δικαίωμα του καθενός να απολαύει, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, το σύνολο των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη, τόσο ατομικών και πολιτικών όσο κοινωνικών, όπως το δικαίωμα της παιδείας. Η κατά τα άνω κατοχυρούμενη ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, με την οποία προστατεύεται προεχόντως το ενδιάθετο φρόνημα του ατόμου αναφορικά με το θείο από κάθε κρατική επέμβαση, είναι απαραβίαστη και υπόκειται μόνο στους περιορισμούς της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, περιλαμβάνει δε, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του (ΣΕ 2280-2285/2001 πλήρ. Ολομ. σκ. 9). Επομένως, κανένας (άρα ούτε οι μαθητές ή οι γονείς των, βλ. ΕΔΔΑ 16.10.2010, Grzelak, σκ. 87, 92, 100) δεν μπορεί να εξαναγκασθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, να αποκαλύψει, αμέσως ή εμμέσως, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του (σκ. 9-10). Διάφορο δε είναι το ζήτημα της οικειοθελούς προς τις κρατικές αρχές γνωστοποιήσεως του θρησκεύματος του ατόμου για την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας (όπως η μη εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων για λόγους αντιρρήσεων συνειδήσεως, ή η ίδρυση θρησκευτικών ενώσεων). Το άρθρο 3 Συντ., το οποίο αφορά τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας και υπόκειται σε αναθεώρηση, αναφέρεται απλώς στο πραγματικό γεγονός ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού ασπάζεται το θρήσκευμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, περιλαμβανόμενο δε στα ελληνικά συντάγματα από την Επανάσταση και εξής ετέθη και στο Σύνταγμα του 1975 κυρίως για λόγους ιστορικούς (βλ. Πρακτ. Ολομ. Συντ., σ. 402). Η διάταξη αυτή έχει περιορισμένο κανονιστικό περιεχόμενο, συναπτόμενο ιδίως με τον καθορισμό επίσημων θρησκευτικών αργιών (βλ. ΣΕ 100/2017 Ολομ.) κ.λπ., και δεν επηρεάζει την άσκηση του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, ούτε εισάγει προνομιακή μεταχείριση υπέρ των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Τούτο άλλωστε θα αντέβαινε και στην ειδική διάταξη του άρθ. 13 παρ. 1, που επιβάλλει την ίση μεταχείριση στην απόλαυση και των ατομικών κ.λπ. δικαιωμάτων ανεξάρτητα από θρησκευτικές πεποιθήσεις (ΣΕ 2280-2285/2001 πλ. Ολομ., σκ. 10). Ομοίως δεν επηρεάζει την άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Σύνταγμα η επίκληση της Αγίας Τριάδος στην προμετωπίδα του Συντάγματος, η οποία τέθηκε ομοίως για ιστορικούς λόγους και έχει περιορισμένη κανονιστική επιρροή, αντίστοιχη με αυτή του άρθρου 3 παρ. 1 (πρβλ. απόφαση της 26.9.1990 του Ομοσπ. Δικαστηρίου της Ελβετίας, BGE 116 Ia S 252, 258, σκ. 5, το Σύνταγμα της οποίας περιλαμβάνει αντίστοιχη προμετωπίδα). Εξ άλλου, όπως κρίνει παγίως το ΕΔΔΑ, η ελευθερία της σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας (άρθ. 9 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), είναι ένα από τα θεμέλια μιας «δημοκρατικής κοινωνίας» κατά την έννοια της Συμβάσεως. «Όσον αφορά την θρησκευτική της διάσταση, είναι ένα από τα ζωτικότερα στοιχεία που συνιστούν την ταυτότητα των πιστών και την αντίληψή τους για τη ζωή, αλλά είναι επίσης ένα πολύτιμο στοιχείο για τους άθεους, τους αγνωστικιστές, τους σκεπτικιστές και τους αδιάφορους. Είναι προϊόν του πλουραλισμού, ο οποίος κατακτήθηκε ακριβά ανά τους αιώνες, που δεν μπορεί να διαχωρισθεί από μια τέτοια κοινωνία. Η ελευθερία αυτή συνεπάγεται, ιδίως, την ελευθερία ενός προσώπου να ασπάζεται ή όχι μία θρησκεία και την ελευθερία να ασκεί ή όχι τα θρησκευτικά του καθήκοντα» (βλ. αποφ. ΕΔΔΑ της 25.3.1993, Κοκκινάκης κατά Ελλάδος, σκ. 31, της 18.2.1999, Buscarini κατά Αγίου Μαρίνου, σκ. 34, 3.10.2010, Π.Δ. κατά Ελλάδος, σκ. 76, κ.ά.), καθώς και να αλλάξει θρησκευτικές πεποιθήσεις συν τω χρόνω (ΕΔΔΑ Grzelak σκ. 93). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθ. 16 παρ. 2 Συντ., ως «ανάπτυξη εθνικής συνείδησης» νοείται η συνειδητοποίηση της συμμετοχής στην εθνική κοινότητα που προσδιορίζεται διαχρονικά ως ελληνική, με κριτήρια προεχόντως πολιτιστικά και γλωσσικά. Ο όρος «θρησκευτική συνείδηση», αυτόθι, παραπέμπει στον ταυτόσημο όρο “θρησκευτική συνείδηση” του άρθ. 13 παρ. 1 Συντ., και όχι στον διαφορετικό όρο “επικρατούσα θρησκεία” του άρθ. 3 Συντ., δεδομένου άλλωστε ότι αν ήθελε αυτό ο συνταγματικός νομοθέτης θα το όριζε ρητώς. Ως «ανάπτυξη» δε θρησκευτικής συνείδησης νοείται η εξοικείωση των μαθητών με το θρησκευτικό φαινόμενο στην ιστορική του πορεία και στη σύγχρονη πραγματικότητα, με έμφαση πάντως στην παρουσίαση των διδαγμάτων και των αρχών της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, δηλαδή της “επικρατούσας” θρησκείας με την ανωτέρω έννοια. Σημαίνει δε την εσωτερική και μη υποκείμενη σε εξωτερική χειραγώγηση στάση του μαθητή αναφορικά με το θείο, και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το δικαίωμα του μαθητή, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του (βλ. ΕΔΔΑ 11.9.2006, Konrad), να ασπάζεται ή όχι συγκεκριμένο θρήσκευμα, να αλλάξει θρήσκευμα ή να είναι άθρησκος. Συνεπώς η ανάπτυξη «εθνικής συνείδησης» κατά το Σύνταγμα δεν εξαρτάται από την καλλιέργεια «θρησκευτικής συνείδησης» ούτε από την πίστη σε συγκεκριμένο θρήσκευμα, διότι (ελληνική) εθνική συνείδηση μπορεί απολύτως να έχουν και όσοι ασπάζονται διαφορετικό ή δεν ασπάζονται κανένα θρήσκευμα. Η άποψη αυτή ενισχύεται και εκ του ότι το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού ως στοιχείου της παιδείας (άρθ. 16 Συντ. 1952, 17 Συντ. 1968, 1973) εγκαταλείφθηκε σαφώς από το Συντ. 1975. Εξ άλλου, το άρθ. 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ στην 1η φράση κατοχυρώνει το δικαίωμα παντός προσώπου στην εκπαίδευση, στην δε 2η φράση το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους. Όπως έχει κριθεί, η ανωτέρω 2η φράση «πρέπει να αναγιγνώσκεται υπό το φώς όχι μόνο της πρώτης φράσης …, αλλά επίσης, ιδίως, του άρθ. 9 της Συμβάσεως το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας, περιλαμβανομένης της μη προσχώρησης σε κάποια θρησκεία, και επιβάλλει στα συμβαλλόμενα κράτη ένα καθήκον “ουδετερότητας και αμεροληψίας”» (ΕΔΔΑ Lautsi κλπ 18.3.2011 (ευρ. σύνθ.), σκ. 60 κ.ά.). Εν όψει τούτων, από το συνδυασμό των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 13 παρ. 1 και 16 παρ. 2 του Συντάγματος και 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ [βλ. και άρθ. 18 παρ. 1-3 του Δ/νούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), ν. 2462/1997 (Α΄ 25), και 3 παρ. 1, 12 παρ. 1-2, 14 παρ. 1-3 της Δ/νούς Συμβάσεως για τα δικαιώματα του παιδιού (ΔΣΔΠ), ν. 2101/1992 (Α΄ 192)], συνάγεται ότι υποκείμενο του δικαιώματος της παιδείας και της εκπαίδευσης είναι τόσο οι Έλληνες, ήτοι οι κεκτημένοι την ελληνική ιθαγένεια (βλ. ΣΕ 3317/2014 Ολομ.), όσο και οι νομίμως ευρισκόμενοι στην Ελλάδα αλλοδαποί, στο πλαίσιο των υπαρχουσών εκπαιδευτικών δομών και των διατιθέμενων μέσων (ΕΔΔΑ 23.7.1968, Affaire linguistique Belge, σκ. Β.3). Η κατ’ άρθ. 16 παρ. 2 Συντ. «ανάπτυξη» θρησκευτικής συνειδήσεως επιτυγχάνεται μέσω της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στα δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια βάσει του οικείου προγράμματος σπουδών. Για τη διαμόρφωση του εν λόγω προγράμματος και την επιλογή της διδακτέας ύλης, που αποτελούν αμιγώς κρατικές αρμοδιότητες, ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Η ευχέρεια αυτή οριοθετείται από τις μνημονευθείσες αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις που καθορίζουν τους σκοπούς της εκπαίδευσης, μεταξύ των οποίων προέχων είναι η «διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών» που προϋποθέτει την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και τη σφαιρική προσέγγιση της διδακτέας ύλης, και κατοχυρώνουν την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας και του δικαιώματος πληροφόρησης, φορέας της οποίας είναι αυτοτελώς και το παιδί (βλ. ΕΔΔΑ 7.12.1976, Kjeldsen σκ. 52), καθώς και το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την θρησκευτική και ηθική αγωγή των παιδιών τους σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους. Οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν στους γονείς δικαίωμα να αξιώνουν από το Κράτος την οργάνωση διδασκαλίας συγκεκριμένου περιεχομένου (ΕΔΔΑ 10.1.2017, Osmanoğlu, σκ. 92-95, 18.3.2011 Lautsi κλπ (Ευρ. Σύνθ.) σκ. 60, 72). Σε περίπτωση δε συγκρούσεως του συμφέροντος του παιδιού και των πεποιθήσεων των γονέων υπερτερεί το συμφέρον του παιδιού (Osmanoğlu, σκ. 95, 97, 105, 27.4.1999 Martins Casimiro (παραδ.), 18.12.1996 Βαλσάμης σκ. 37, 18.12.1986, Johnston, σκ. 63, 30.11.2004 Bulski, Kjeldsen σκ. 54). Από αυτά παρέπεται ότι το Κράτος κατά τη διαμόρφωση του σχολικού προγράμματος, περιλαμβανομένου του μαθήματος των θρησκευτικών, που απευθύνεται σε όλους αδιακρίτως τους μαθητές και όχι μόνο στους ορθόδοξους χριστιανούς, όπως δέχεται η πλειοψηφία, δεν επιτρέπεται να επιβάλλει συγκεκριμένη κοσμοθεωρία ως την μόνη αποδεκτή ή αληθινή, αλλά οφείλει, τηρώντας την αρχή της ουδετερότητας και της αμεροληψίας (προαναφ. Lautsi σκ. 60, 72, 10.11.2005 Leyla Sahin, σκ. 107), να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι μαθητές να διαμορφώσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να επιλέξουν κριτικά την κοσμοαντίληψη της αρεσκείας τους. Ειδικότερα, το πρόγραμμα θρησκευτικής εκπαίδευσης μπορεί μεν να περιλαμβάνει “πληροφορίες ή γνώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα”, πλην η μετάδοση των γνώσεων αυτών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν την επικρατούσα θρησκεία, πρέπει να είναι “αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική” και “να μην επιδιώκει κατηχητικό σκοπό” (ΕΔΔΑ προαναφ. Kjeldsen σκ. 53, 29.6.2007 Folgerø σκ. 84, Grzelak σκ. 104, Osmanoglu σκ. 91, βλ. και Σύσταση 1720/2005 της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης ως και κατευθυντήριες γραμμές του Τολέδο (2007) που υιοθέτησε ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ)). Εν όψει τούτων, κατά το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις που προαναφέρθηκαν ο νομοθέτης ουδόλως υποχρεούται να προσδώσει στο μάθημα των θρησκευτικών ομολογιακό χαρακτήρα, ενώ απαγορεύεται να προσδώσει κατηχητικό χαρακτήρα, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε όχι με “ανάπτυξη” θρησκευτικής συνειδήσεως με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά με “επιβολή” θρησκευτικής συνειδήσεως συγκεκριμένου περιεχομένου, όπερ αντίκειται στις αρχές της θρησκευτικής ουδετερότητας και της πολυφωνίας που διέπουν την παροχή της εκπαίδευσης από το Κράτος και αποστερεί από τον μαθητή το δικαίωμα να επιλέξει και να διαμορφώσει κριτικά ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητάς του και της αντίληψής του για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Και ναι μεν οι κείμενες διατάξεις παρέχουν τη δυνατότητα απαλλαγής του μαθητή από μάθημα που αντίκειται στις θρησκευτικές πεποιθήσεις αυτού ή των γονέων του (υπό την προϋπόθεση ότι με τη σχετική αίτηση ο ενδιαφερόμενος δεν υποχρεώνεται να δηλώσει αμέσως ή εμμέσως ότι έχει ή δεν έχει θρησκευτικές πεποιθήσεις, προαναφ. απόφ. Grzelak 92-100 κ.ά.), πλην η άσκηση της δυνατότητας αυτής αποτελεί έσχατο μέτρο διότι, όταν ιδίως δεν προβλέπεται εναλλακτικό μάθημα, όπως στην Ελλάδα, ο μαθητής αποστερείται της θρησκευτικής εκπαίδευσης κατά παράβαση του άρθ. 16 παρ. 2 Συντ., ενώ η απαλλαγή δημιουργεί στεγανά μεταξύ των μαθητών και ενισχύει το αίσθημα του αποκλεισμού εις βάρος του ομαδικού πνεύματος που πρέπει να καλλιεργεί το σχολείο, της ενσωμάτωσης στο σχολικό περιβάλλον και της κοινωνικοποίησης του παιδιού (βλ. προαναφ. απόφ. Osmanoglu, σκ. 96, 103). Ακριβώς δε αυτόν το σκοπό υπηρετεί ένα μάθημα θρησκευτικών πολυφωνικό και αξιολογικά ουδέτερο κατά τα εκτεθέντα (βλ. ΕΔΔΑ (παραδ.) 6.10.2009 Appel-Irrgang). Οίκοθεν εξ άλλου νοείται ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να συμπληρώσουν τις γνώσεις και τη θρησκευτική τους αγωγή εκτός του σχολείου, όπως στην οικογενειακή εστία, ή στο κατηχητικό (βλ. προαναφ. αποφ. Folgerø, σκ. 88-89, Kjeldsen, σκ. 50-54, Konrad κ.ά.). Συνεπώς, κατά την αυτή γνώμη, δύναται ο νομοθέτης, κατά τη σχετική ευρεία διακριτική ευχέρεια που του παρέχει το Σύνταγμα, να προσδώσει στο μάθημα των θρησκευτικών θρησκειολογικό περιεχόμενο, με την κατάλληλη έμφαση στην ιστορία, το ρόλο και τις αρχές της επικρατούσας θρησκείας, και να το εμπλουτίσει με στοιχεία λογοτεχνικά, κοινωνιολογικά, λαογραφικά, φιλοσοφικά καθώς και ιστορίας της Τέχνης, για την οποία η θρησκευτικότητα αποτέλεσε ανέκαθεν σημαντική πηγή έμπνευσης. Το περιεχόμενο μάλιστα αυτό ανταποκρίνεται πληρέστερα προς τις επιταγές που απορρέουν από τα άρθρα 5 παρ. 1, 13 παρ. 1 και 16 παρ. 2 του Συντάγματος και τις διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που προαναφέρθηκαν (ΠΕ 347/2002). Η αντίθετη άποψη δεν ευρίσκει έρεισμα στις μνημονευθείσες διατάξεις ούτε στο άρθ. 4 του Συντ. περί ισότητας, από την άποψη ίσης μεταχείρισης με τους μαθητές της μουσουλμανικής μειονότητας, του καθολικού δόγματος και της εβραϊκής κοινότητας, διότι αυτοί διέπονται από ειδικές διατάξεις ή διεθνείς συμβάσεις λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες τελούν, ή ανήκουν σε θρησκευτικές μειονότητες, για τις οποίες κατά τα διεθνή νόμιμα επιτρέπονται θετικές διακρίσεις, και συνεπώς δεν υφίσταται ομοιότητα καταστάσεων. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ζητήματος αν θεμιτώς οι σχετικές με την εκπαίδευση των μαθητών αυτών διατάξεις προβλέπουν μάθημα θρησκευτικών αποκλειστικά περιορισμένο στα οικεία δόγματα, ήτοι κατ’ ουσίαν κατηχητικού χαρακτήρα. Επίσης μειοψήφησε ο Σύμβουλος Μιχ. Πικραμένος, κατά την γνώμη του οποίου το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος που αναγορεύει την παιδεία σε βασική αποστολή του κράτους και έχει ως πρωταρχικό σκοπό τη διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών και την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης, πρέπει να ερμηνευθεί συστηματικά σε συνδυασμό με τις ακόλουθες, μη αναθεωρητέες κατά το άρθρο 110 παρ. 1 του Συντάγματος, διατάξεις: α) του άρθρου 13 παρ. 1 που καθιερώνει το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και ειδικότερα στο μεν πρώτο εδάφιο το απαραβίαστο της θρησκευτικής συνείδησης στο δε δεύτερο εδάφιο την αρχή της θρησκευτικής ισότητας, έκφραση της οποίας είναι το δικαίωμα καθενός να απολαύει, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, το σύνολο των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα στην παιδεία. Σύμφωνα με την αρχή της θρησκευτικής ισότητας απαγορεύεται η θέσπιση προνομίων υπέρ προσώπων που πρεσβεύουν συγκεκριμένες θρησκευτικές αντιλήψεις και επομένως απαγορεύεται, μεταξύ άλλων, η προνομιακή μεταχείριση των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, β) του άρθρου 5 παρ. 1 που κατοχυρώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, γ) του άρθρου 2 παρ. 1 που ορίζει ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, δ) του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 που καθιερώνει τη δημοκρατική αρχή. Εντός του ως άνω συνταγματικού πλαισίου ο βασικός προσανατολισμός της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος είναι η διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών που ενστερνίζονται την αντίληψη ότι είναι αφενός άτομα τα οποία ασκούν τα δικαιώματά τους, μέσα σε ένα περιβάλλον ελευθερίας και ισότητας που συνιστούν θεμέλια της δημοκρατίας, και αφετέρου μέλη μιας ανοιχτής και πλουραλιστικής κοινωνίας που κατανοούν και σέβονται τα δικαιώματα των άλλων. Επί τη βάσει των ανωτέρω, το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά το μέρος που θέτει ως σκοπό της παιδείας την ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης, η οποία είναι διαφορετική από την εθνική ελληνική συνείδηση (η ανάπτυξη της οποίας καθιερώνεται επίσης στο άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος) που μπορεί να έχουν πρόσωπα διαφορετικών θρησκειών ή άθεοι, επιτάσσει θρησκειολογικό προσανατολισμό της θρησκευτικής εκπαίδευσης δεδομένου ότι ως θρησκευτική συνείδηση νοείται το ενδιάθετο φρόνημα του ανθρώπου σχετικά με τη φυσική ή μεταφυσική θεώρηση του κόσμου σε αναφορά ιδίως με το “θείο”, το δε περιεχόμενο της θρησκευτικής συνείδησης μπορεί να είναι σε ό,τι αφορά το “θείο”, είτε θετικό -μορφοποιημένο ή μη σε ορισμένο θρήσκευμα- είτε αρνητικό. Στο μάθημα των θρησκευτικών με θρησκειολογικό προσανατολισμό επιδιώκεται ιδίως: α) η γνώση της ιστορίας και των βασικών αρχών των σημαντικότερων θρησκειών και του αθεϊσμού, β) η απόκτηση από τους μαθητές των απαραίτητων γνώσεων και ικανοτήτων ώστε να μπορούν να αντιπαρατεθούν τόσο στο θρησκευτικό φανατισμό όσο και στις διακρίσεις εις βάρος εκείνων που πρεσβεύουν άλλες θρησκείες ή είναι άθεοι, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου φιλοσοφικού, ανθρωπολογικού και θρησκευτικού προβληματισμού που καλλιεργεί την κριτική αυτογνωσία και τον σεβασμό προς τον άλλο. Εξάλλου, η θρησκειολογική εκπαίδευση δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ως επικρατούσα θρησκεία αυτή της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, διότι στο πλαίσιο του μαθήματος αποδίδεται σε αυτήν ιδιαίτερη τιμή και σεβασμός, ενώ της δίδεται η ευκαιρία να δοκιμαστεί στο πεδίο της διαμόρφωσης της συνείδησης του νέου ανθρώπου συγκρινόμενη με τις άλλες θρησκείες και την αθεΐα δείχνοντας τη δύναμη και τον πλούτο των αρχών και των ιδεών της. Υπό αυτό το περιεχόμενο το μάθημα των θρησκευτικών υπηρετεί τον σκοπό της παιδείας, που είναι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και του αναστοχασμού, ο διάλογος, ο σεβασμός προς τους άλλους, και, τελικά, η διάπλαση ελευθέρων και υπεύθυνων πολιτών που έχουν μαθητεύσει σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα χωρίς την επιβολή ιδεολογικών κατευθύνσεων αλλά υπό συνθήκες ελευθερίας που πραγματώνουν το δικαίωμα αυτοκαθορισμού κάθε πολίτη και ενισχύουν το αίσθημα της ευθύνης του απέναντι στους άλλους. Ως εκ τούτου δεν νοείται απαλλαγή μαθητών από τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών με αυτούς τους προσανατολισμούς και το περιεχόμενο, διότι τούτο θα αντέβαινε στις θεμελιώδεις αρχές του φιλελεύθερου και δημοκρατικού πολιτεύματος που επιτάσσουν ελεύθερη διαμόρφωση της συνείδησης των πολιτών, χωρίς κρατική επιβολή απόψεων και καταναγκασμούς, στο πλαίσιο μιας πολυφωνικής κοινωνίας και θα οδηγούσε σε αποκλεισμό μαθητών από μαθήματα τα οποία συνιστούν την ουσία της παρεχόμενης από το κράτος παιδείας που είναι η διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών. Εξάλλου, αυτός ο προσανατολισμός της θρησκευτικής εκπαίδευσης δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 9 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει την ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας ως ένα από τα θεμέλια μιας «δημοκρατικής κοινωνίας» (ΕΔΔΑ της 3.10.2010, Π.Δ. κατά Ελλάδος, σκ. 76, της 25.3.1993, Κοκκινάκης κατά Ελλάδος, σκ. 31, της 18.2.1999, Buscarini κατά Αγίου Μαρίνου, σκ. 34 κ.ά.), διότι δεν επιβάλλει συγκεκριμένη κοσμοθεωρία ως την μόνη αποδεκτή ή αληθινή, αλλά τηρεί την αρχή της ουδετερότητας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι μαθητές να διαμορφώσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να επιλέξουν κριτικά την κοσμοαντίληψη της αρεσκείας τους, το δε περιεχόμενο του μαθήματος είναι αντικειμενικό, κριτικό και πλουραλιστικό χωρίς να επιδιώκει κατηχητικό σκοπό (ΕΔΔΑ 7.12.1976, Kjeldsen σκ. 53, 29.6.2007, Folgero σκ. 84).

19. Επειδή, μετά την θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, ο πρώτος βασικός νόμος που ρύθμισε τα θέματα οργανώσεως και διοικήσεως της γενικής εκπαιδεύσεως ήταν ο ν. 309/1976 (Α΄ 100). Tα αναλυτικά προγράμματα που εκδόθηκαν με βάση τον νόμο αυτόν καθιέρωναν ως βασικό περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών τη διδασκαλία της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως [βλ. πδ 1034/1977 (Α΄ 347) για το Δημοτικό σχολείο, πδ 831/1977 (Α΄ 270) για τις Α και Β τάξεις του ημερησίου Γυμνασίου, πδ 374/1978 (Α΄ 79) για τη Γ Γυμνασίου, πδ 91/1984 (Α΄ 35) για την Γ΄ Γυμνασίου Μέσης Γενικής Εκπαιδεύσεως και πδ 438/1985 (Α΄ 158) για τις Α, Β και Γ Γυμνασίου]. Επακολούθησε ο ν. 1566/1985 (Α΄ 167), με τον οποίο καταργήθηκε ο ως άνω νόμος 309/1976 και θεσπίσθηκαν οι κύριες διατάξεις για τη δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως. Ο νόμος αυτός περιέχει σαφείς αναφορές στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση [βλ. την εισηγητική του έκθεση, στην οποία γίνεται αναφορά στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση … «… Η εκπαίδευση έχει ως κύριο σκοπό τη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου και καθολικού ανθρώπου, σε σχέση με τον εαυτό του … σε σχέση με το Έθνος (ελληνικός πολιτισμός και παράδοση, ορθόδοξη χριστιανική παράδοση …»]. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: «1. Σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά. Ειδικότερα υποβοηθεί τους μαθητές: α) Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους πεποιθήσεως είναι απαραβίαστη, α) … β) … ε) … 2. Βασικοί συντελεστές για την επίτευξη των παραπάνω σκοπών είναι: α) … β) τα αναλυτικά προγράμματα, τα σχολικά βιβλία και τα λοιπά διδακτικά μέσα, καθώς και η σωστή χρήση τους, γ) … 3. … 4. …». Εν συνεχεία εκδόθηκε ο νόμος 2525/1997 (Α΄ 188), στο άρθρο 7 του οποίου ορίζονται τα εξής: «1. Στους βασικούς συντελεστές της εκπαίδευσης του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 1566/1985 προστίθεται η κατάρτιση Ενιαίου Πλαισίου Προγράμματος Σπουδών (Ε.Π.Π.Σ.), το οποίο προσδιορίζει τους στόχους της διδασκαλίας από το δημοτικό σχολείο μέχρι και το λύκειο και προδιαγράφει τα πλαίσια, μέσα στα οποία αναπτύσσεται το περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων. Το Ε.Π.Π.Σ. καταρτίζεται, ύστερα από γνώμη του Π.Ι., με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων». Περαιτέρω με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου του ν. 2525/1997 προβλέπεται ότι τα θέματα, μεταξύ άλλων, των άρθρων 4 παρ. 11 (περιπτώσεις ε΄, στ΄ και ζ΄), 5 παρ. 11 (περιπτώσεις β΄, γ΄, ζ΄ και η΄) και 8 παρ. 9 (περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, η΄ και θ΄) του ν. 1566/1985 ρυθμίζονται εφεξής με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από εισήγηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ενώ με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 7 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 60 του ν. 1566/1985 και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα διδακτικά βιβλία γράφονται με βάση τα αναλυτικά προγράμματα και τα προγράμματα σπουδών. Τέλος, με τον ν. 3966/2011 (Α΄ 118) ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) (άρθρο 1) και καταργήθηκε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (άρθρο 21). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου αυτού: «1. Το Ι.Ε.Π. είναι επιτελικός επιστημονικός φορέας που υποστηρίζει το Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων στα θέματα που αφορούν την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς και τη μετάβαση από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. 2. Σκοπός του Ι.Ε.Π. είναι η επιστημονική έρευνα και μελέτη των θεμάτων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και η διαρκής επιστημονική και τεχνική υποστήριξη του σχεδιασμού και της εφαρμογής της εκπαιδευτικής πολιτικής στα θέματα αυτά. 3. Για την εκπλήρωση του σκοπού του, το Ι.Ε.Π. ασκεί, ιδίως, τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Γνωμοδοτεί ή εισηγείται, ύστερα από σχετικό ερώτημα του Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων ή αυτεπαγγέλτως, αντίστοιχα, για: αα) θέματα σχετικά με τη διαμόρφωση, το διαρκή εκσυγχρονισμό και τη βέλτιστη εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής σε όλους τους τύπους των σχολικών μονάδων, ββ) θέματα που αφορούν τα προγράμματα σπουδών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα σχολικά βιβλία και τα λοιπά διδακτικά μέσα. γγ) …».

20. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 11 εδ. ε΄ και 5 παρ. 11 εδ. γ΄ του ν. 1566/1985 και του άρθρου 7 παρ. 1 – 2 του ν. 2525/1997 και κατόπιν της 21/18.5.2017 πράξεως του Δ.Σ. του Ι.Ε.Π., καθορίσθηκε το πρόγραμμα σπουδών (ΠΣ) του μαθήματος των θρησκευτικών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Στο πρώτο μέρος της αποφάσεως εκτίθενται οι γενικές κατευθύνσεις και οι βασικοί στόχοι του ΠΣ, καθώς και η δομή και οι κύριοι άξονές του, ενώ στο δεύτερο μέρος αυτής παρατίθενται αναλυτικοί πίνακες με το πρόγραμμα σπουδών για κάθε τάξη του Δημοτικού και του Γυμνασίου. Ειδικότερα, στο πρώτο μέρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «… 1. Οι νέες απαιτήσεις για τη θρησκευτική εκπαίδευση στο ευρωπαϊκό περιβάλλον του μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ). Από τις αρχές του 21ου αιώνα, οι διεθνείς εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι η θρησκευτική εκπαίδευση (ΘΕ) αναγνωρίζεται πλέον ως απαραίτητος όρος για την πολύπλευρη και ολοκληρωμένη μόρφωση των μαθητών. Στον ανοικτό ευρωπαϊκό διάλογο για τη σχολική θρησκευτική εκπαίδευση, αλλά και στα επίσημα κείμενα της Ευρώπης για την εκπαίδευση, αναγνωρίζεται πλέον ως κοινά αποδεκτό αίτημα το δικαίωμα όλων των παιδιών για θρησκευτική εκπαίδευση, γεγονός που λειτουργεί ως βασικός μοχλός για την αρτιότερη οργάνωσή της. Κατόπιν τούτου, επιδιώκεται ένα σχολικό ΜτΘ, στο οποίο η συμμετοχή όλων των παιδιών χωρίς καμιά διάκριση και ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους θεωρείται αυτονόητη όσο και αναγκαία. Η επίγνωση των κινδύνων που προκύπτουν από τη θρησκευτική απομόνωση αλλά και από τις ποικίλες πολιτικές ή ιδεολογικές χρήσεις της θρησκείας οδηγεί στην ανάγκη, ώστε να αναδειχθούν οι θρησκευτικές αξίες σε πεδία διαλόγου, συνάντησης και ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις ή και τις διαφορές τους … Κατά συνέπεια, ένα ΜτΘ που εξετάζει θέματα όπως η δικαιοσύνη, η ειρήνη, η καταλλαγή, η κοινωνική συνοχή, η ανεξιθρησκεία, η ευθύνη για τον κόσμο, η αναζήτηση προσωπικού νοήματος, συνάντησης και σχέσης με τον Θεό και τον άλλο, η δημιουργικότητα, η ηθική συμπεριφορά, η ευθύνη για τα κοινωνικά προβλήματα -ζητήματα δηλαδή κρίσιμα για την κοινή ζωή των ανθρώπων στην Ευρώπη τουλάχιστον- θεωρείται ότι προσφέρει σπουδαίες ευκαιρίες, ώστε να εξεταστούν ζητήματα αποκλεισμού και προκατάληψης απέναντι στη θρησκευτική διαφορετικότητα και ταυτόχρονα να προταθούν και να αξιοποιηθούν οι βασικές προϋποθέσεις και δυνατότητες για την ειρηνική συνύπαρξη των πολιτών σε συνθήκες ευημερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης … Αν και δεν είναι εφικτές ενιαίες και ομοιόμορφες λύσεις … αναγνωρίζεται από τη διεθνή επιστημονική συζήτηση και τα διεθνή νομικά δεδομένα πως ένα ΜτΘ, το οποίο περιορίζει τη γνώση των μαθητών αποκλειστικά και μόνο στη δική τους θρησκευτική παράδοση έχει πλέον φτάσει στα όριά του. Η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση χρειάζεται να καλύπτει έναν ευρύτατο χώρο ενδιαφερόντων και ερωτημάτων των σημερινών μαθητών, τα οποία ξεκινούν από την τοπική θρησκευτική παράδοση αλλά και ταυτόχρονα την υπερβαίνουν, χωρίς αυτό να σημαίνει την υποτίμηση ή τον εξοστρακισμό της. Βασικές προϋποθέσεις για ουσιαστική ανταπόκριση του ΜτΘ σε αυτή τη σύνθετη ανάγκη είναι: Καταρχάς, η διευρυμένη γνώση «γύρω από τις θρησκείες» αλλά και τις θρησκευτικές και μη θρησκευτικές κοσμοθεωρήσεις που νοηματοδοτούν τον ανθρώπινο βίο. Επιπλέον, οι μαθητές και οι μαθήτριες χρειάζονται μάθηση «μέσα από τη θρησκεία», η οποία θα τους επιτρέψει να συνομιλήσουν με τη ζωντανή πραγματικότητα που αυτή αντιπροσωπεύει σήμερα -και κατεξοχήν της δικής τους θρησκευτικής παράδοσης- και να κατανοήσουν κατά πόσο και με ποιο τρόπο η θρησκεία συνυφαίνεται με τα προβλήματα της καθημερινής ζωής και με τις κοινωνικοπολιτισμικές αντιφάσεις και συγκρούσεις. Οι ομοιότητες που έχουν επισημανθεί στους στόχους των ευρωπαϊκών ΜτΘ εκφράζουν αυτή τη συνθετική κατεύθυνση της ΘΕ. Πιο συγκεκριμένα αναγνωρίζεται ότι το ΜτΘ χρειάζεται: – να προσφέρει γνώση και κατανόηση για τα θρησκευτικά «πιστεύω» και τις θρησκευτικές εμπειρίες, – να προσανατολίσει το ενδιαφέρον των μαθητών στην ποικιλία των θρησκευτικών δυνατοτήτων και ηθικών αντιλήψεων που ανιχνεύονται στις θρησκευτικές εμπειρίες, και – να ενθαρρύνει τους μαθητές, ώστε να ευαισθητοποιηθούν προς τη θρησκεία και προς τις θρησκευτικές διαστάσεις της ζωής. Η προσέγγιση αυτή, αν και υπερβαίνει παρωχημένες πρακτικές ομολογιακής μονοφωνίας, δεν προσδίδει στο ΜτΘ φαινομενολογικό γνωσιολογικό προσανατολισμό ούτε το μετατρέπει σε τυπική θρησκειολογική ενημέρωση, η οποία δεν ανταποκρίνεται στα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά, στα βαθύτερα ερωτήματα και στα πραγματικά ενδιαφέροντα των μαθητών. Απεναντίας, προωθεί την ενεργητική εμπλοκή των μαθητών ως φορέων της δικής τους παράδοσης και ενθαρρύνει τη θέαση του οικουμενικού μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες και στάσεις. Ακόμη, στοχεύει στην εξασφάλιση θρησκευτικής εκπαίδευσης σε όλους τους μαθητές χωρίς εξαιρέσεις. Επιπροσθέτως, θεωρείται πλέον βέβαιο ότι το θρησκευτικό φαινόμενο εξαιτίας της διαχρονικότητάς του επηρεάζει με τον δικό του τρόπο την τοπική και την παγκόσμια ιστορία. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της σύγχρονης ΘΕ, οι θρησκείες εξετάζονται μέσα στο πολιτισμικό τους περιβάλλον χωρίς να διαχωρίζεται η μελέτη της θρησκείας από τον πολιτισμό. Η θρησκεία είναι βασική διήκουσα του πολιτισμού ενός λαού, περιλαμβάνει και νοηματοδοτεί ουσιώδη πολιτιστικά γεγονότα της ζωής του, συγκροτεί και χαρακτηρίζει την πολιτιστική ταυτότητά του. Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι αυτή η «πολιτισμική» έμφαση δεν πρέπει να οδηγεί στον σχετικισμό ή ακόμη χειρότερα στον συγκρητισμό ή και στην παραθεώρηση ζητημάτων που συνδέονται τόσο με τους θεμελιώδεις σκοπούς και τη διδασκαλία κάθε θρησκείας όσο και με τις αντινομίες μεταξύ διαφορετικών θρησκειών… Εν τέλει, στην παρούσα θεώρηση του ΜτΘ προβάλλεται με έμφαση το αίτημα του θρησκευτικού γραμματισμού ως μία καίρια διάσταση της θρησκευτικής αγωγής, η οποία συμβάλλει στη διαμόρφωση πολιτών με θρησκευτική αυτοσυνειδησία και δεκτικότητα στον διάλογο με το διαφορετικό. Ο θρησκευτικός αυτός γραμματισμός βασίζεται στους κανόνες της παιδαγωγικής και επιστημονικής γνώσης και στοχεύει στην κριτική ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών με τις γνώσεις, τις αξίες και τις στάσεις ζωής που παρέχει για τις θρησκείες και από τις θρησκείες, εφαρμόζοντας μια διερευνητική, ερμηνευτική και διαλογική μαθησιακή προσέγγιση. Συνακόλουθα, όλες αυτές οι προϋποθέσεις-προσδοκίες από τη ΘΕ συνοψίζονται στο αίτημα υιοθέτησης κάποιων βασικών κοινών κριτηρίων (standards) για το ΜτΘ των ευρωπαϊκών χωρών. Πιο συγκεκριμένα, αναγνωρίζεται ότι το ΜτΘ: 1. Μπορεί και πρέπει να διδάσκεται σύμφωνα με τους όρους και τα κριτήρια της γενικής εκπαίδευσης στα δημόσια σχολεία. 2. Χρειάζεται να περιλαμβάνει θεωρήσεις διαχριστιανικής και διαθρησκειακής μάθησης, διαλόγου, συνεργασίας και συλλογικότητας. 3. Η διδασκαλία του απαιτεί επαγγελματίες εκπαιδευτικούς, με ισχυρή θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση που έχουν πλήρως κατανοήσει τον ρόλο τους και έχουν αναπτύξει στοχαστικοκριτικές δεξιότητες. 2. Οι συντεταγμένες του Προγράμματος Σπουδών του ΜτΘ. Η παρούσα πρόταση αφορά ένα μάθημα που διατηρεί μεν τον γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα που είχε ως τώρα, ανοίγεται ωστόσο στις χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και τις άλλες θρησκείες. Δίνοντας τις συντεταγμένες αυτού του μαθήματος, διαμορφώνουμε ένα ΠΣ το οποίο ξεκινά από και έχει επίκεντρο τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, την παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, όπως αυτή σαρκώθηκε στη ζωή και αποτυπώθηκε στα μνημεία του πολιτισμού του. Κάθε μαθητής/τρια, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του/της ιδιοπροσωπίας, είναι αναγκαίο να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου καταγωγής ή μόνιμης διαμονής του/της. Αυτή είναι η πρώτη και βασική συντεταγμένη του μαθήματος. Η δεύτερη συντεταγμένη είναι η βασική γνωριμία με τις μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις που συναντώνται στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο, εκτός της Ορθοδοξίας, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός με τις βασικές του ομολογίες. Η τρίτη συντεταγμένη περιλαμβάνει στοιχεία από τα μεγάλα θρησκεύματα και ιδίως όσα ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία περισσότερο, δηλαδή τις μονοθεϊστικές παραδόσεις του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ, καθώς και άλλες θρησκείες που κατά τόπους ή κατά περίπτωση κρίνεται ότι παρουσιάζουν σήμερα αυξημένο ενδιαφέρον. Συνεπώς, πρόκειται για ένα διευρυμένο και με σαφείς θεολογικές προϋποθέσεις μάθημα, το οποίο εξετάζει με ερευνητικό, κριτικό και διαλεκτικό τρόπο τη συνεισφορά κάθε θρησκευτικής παράδοσης στην ιστορία και στον πολιτισμό, αποβλέποντας στον θρησκευτικό γραμματισμό, αλλά και στην ευαισθητοποίηση και στον αναστοχασμό των μαθητών απέναντι στον δικό τους θρησκευτικό προβληματισμό και το πώς αυτός αντικατοπτρίζεται στη δυναμική των κοινωνικών σχέσεων. Φυσικά δεν είναι δυνατόν στο Ελληνικό σχολείο να μην είναι κεντρικός ο λόγος της Ορθόδοξης θεολογίας και παράδοσης, η οποία μέσα από το ΜτΘ καλείται να προχωρήσει πέρα και από τη νεωτερικότητα αποδεχόμενη τον πλουραλισμό και την ετερότητα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ταυτόχρονα να μην υποτιμά, να μην σχετικοποιεί, πολύ δε περισσότερο να μην εγκαταλείπει την αυτοσυνειδησία της. Στοιχεία μιας τέτοιας θεολογικής θεώρησης της πολυπολιτισμικότητας ως αλληλοσεβασμού, αποδοχής και ειρηνικής συνύπαρξης με τη θρησκευτική ή όποια άλλη ετερότητα, είναι διάσπαρτα μέσα στην Αγία Γραφή, στην κληρονομιά των Πατέρων της Εκκλησίας, σε κείμενα νεότερων και σύγχρονων χριστιανών στοχαστών, καθώς και σε ποικίλα έργα τέχνης. Συμπερασματικά, το νέο ΠΣ προωθεί μια παιδαγωγικά ευαίσθητη, με ρεαλιστικούς μαθησιακούς στόχους, διδακτικά ευέλικτη και πολυεπίπεδη πρόταση θρησκευτικής αγωγής, η οποία βασίζεται στο ισχύον νομικό πλαίσιο και ανταποκρίνεται στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες. Έχει ως επίκεντρο την Ορθόδοξη παράδοση αλλά διαφοροποιείται από την κατήχηση, διασώζει εύλογες και αναγκαίες ισορροπίες ανάμεσα στο οικείο και στο έτερο χωρίς να μετατρέπει το μάθημα σε Θρησκειολογία. 3. Γενικοί σκοποί και προσανατολισμοί του ΜτΘ στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. 1. Να οικοδομήσει ένα στιβαρό μορφωτικό πλαίσιο/πεδίο γνώσης και κατανόησης του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας, ως πνευματικής και πολιτισμικής παράδοσης της Ελλάδας και της Ευρώπης αλλά και ως ζωντανής πηγής έμπνευσης, πίστης, ηθικής και νοηματοδότησης: για τον κόσμο και τον άνθρωπο, τη ζωή και την ιστορία. 2. Να παρέχει στους μαθητές, ανεξάρτητα από την προσωπική τους θρησκευτική τοποθέτηση, ικανοποιητική κατάρτιση για τη φύση και τον ρόλο του θρησκευτικού φαινομένου, στο σύνολό του και στις επιμέρους εκφάνσεις του, δηλαδή τις μεγάλες και ζωντανές θρησκείες του κόσμου, εφόσον θεωρούνται πηγές πίστης, πολιτισμού και ηθικού τρόπου ζωής. 3. Να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις και να προσφέρει τις ευκαιρίες, ώστε οι μαθητές να αναπτύξουν ικανότητες και επάρκειες -αλλά και διαθέσεις και στάσεις- που χαρακτηρίζουν τον θρησκευτικά εγγράμματο άνθρωπο, καλλιεργώντας παράλληλα την ηθική και κοινωνική του ευαισθησία. 4. Να συντελέσει στη γνωριμία, στην κριτική κατανόηση, στον σεβασμό και στον διάλογο μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις, αντιλήψεις ή δεσμεύσεις πάνω σε ζητήματα πίστης και ηθικού προσανατολισμού. 5. Να συνεισφέρει δημιουργικά στον ελεύθερο και υπεύθυνο αυτοπροσδιορισμό της προσωπικής ταυτότητας των μαθητών, καθώς και στην ολόπλευρη (θρησκευτική, γνωστική, πνευματική, κοινωνική, ηθική, ψυχολογική, αισθητική και δημιουργική) ανάπτυξή τους, μέσα από την αναζήτηση του νοήματος και την υπαρξιακή αναμέτρηση με την πολυπλοκότητα του μυστηρίου της ζωής. Οι γενικοί αυτοί σκοποί του ΜτΘ μπορούν να εξειδικευτούν στους παρακάτω επιμέρους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς και στόχους/προτεραιότητες που επιδιώκουν: 1. Την κριτική κατανόηση των δογματικών, λατρευτικών, υπαρξιακών και πολιτισμικών εκφράσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, των άλλων μεγάλων χριστιανικών ομολογιών, καθώς και άλλων θρησκευμάτων, 2. την ανάδειξη των οικουμενικών αξιών τόσο του Χριστιανισμού όσο και των άλλων θρησκειών του κόσμου, 3. τη διερεύνηση πτυχών και όψεων της τοπικής θρησκευτικής ιστορίας και παράδοσης, με στόχο τη γνώση, τη διαφύλαξη και την ανανέωση της τοπικής πολιτισμικής κληρονομιάς, 4. την προσέγγιση της θρησκευτικής πίστης γενικότερα και του Χριστιανισμού ιδιαίτερα με πολλαπλά κριτήρια (πολιτισμικά, ηθικά, κοινωνικά, ιστορικά, προσωπικά, θεολογικά), 5. την αποκωδικοποίηση του θρησκευτικού υποβάθρου των πολιτισμικών παραδόσεων και την αναγνώριση των θρησκευτικών διαστάσεων του σύγχρονου πολιτισμού, 6. την κατανόηση των αξιών αλλά και των αρνητικών ή επικίνδυνων εκφράσεων που κάποιες θρησκείες εμπεριέχουν, διατηρούν ή υποβάλλουν, 7. την κατανόηση της εποχής και των αναγκών της και τη μεθερμηνεία του θεολογικού λόγου στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες, 8. τον προβληματισμό και την έμπρακτη ευαισθητοποίηση απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα της εποχής, τα υπαρξιακά ερωτήματα και τα ηθικά διλήμματα του ανθρώπου, 9. τον σεβασμό του δικαιώματος κάθε ανθρώπου στη θρησκευτική ελευθερία, την αναζήτηση και τον θρησκευτικό αυτοπροσδιορισμό, 10. την αναγνώριση και τον σεβασμό στην ιδιαίτερη θρησκευτική και πολιτιστική προέλευση και συνάφεια κάθε μαθητή, 11. την ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης και τη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος, 12. την ανθρωπιστική προσέγγιση της θρησκευτικής μάθησης, με την παράλληλη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία, 13. την ανάδειξη του ολιστικού και μεταμορφωτικού για τον άνθρωπο χαρακτήρα της θρησκευτικής εκπαίδευσης, 14. τη θεμελίωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης σε στέρεες παιδαγωγικές θεωρήσεις και στη συνεχή ενημέρωση για τις σύγχρονες φιλοσοφικές αντιλήψεις περί γνώσης και τον διάλογο μαζί τους, 15. τη συνεισφορά του ΜτΘ στη διαμόρφωση μαθητών που αναπτύσσουν θετική γνώμη και στάση προς τη μάθηση, εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και ευθύνη για τον κόσμο. 4. Δομή και διάρθρωση των περιεχομένων του ΠΣ. … Με βάση την προοπτική αυτή και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη την ηλικιακή ιδιαιτερότητα των μαθητών, προτείνουμε μια σταδιακή μετάβαση στον τρόπο προσέγγισης των θεματικών αξόνων του ΜτΘ, ως εξής: Δημοτικό – Ο κόσμος της θρησκείας. Εδώ προσεγγίζεται η θρησκεία αυτή καθεαυτή· δηλαδή, πρόκειται για μια σταδιακή χαρτογράφηση και αναγνώριση των βασικών εξωτερικών χαρακτηριστικών της. Στη βαθμίδα αυτή παρέχονται αφηγηματικά στοιχεία γύρω από τα πρόσωπα, τα έθιμα, τα σύμβολα, τις παραδόσεις, την ιστορία, τα μνημεία, την κοινωνική και πολιτιστική ζωή των θρησκευτικών παραδόσεων. Η πορεία αυτή έχει ως αφετηρία την Ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση, δηλαδή, την παράδοση του τόπου μας και κατόπιν προσανατολίζεται στον θρησκευτικό ορίζοντα των εγγύτερων μονοθεϊστικών θρησκειών και εν συνεχεία ορισμένων στοιχείων από τις ανατολικές θρησκείες … Γυμνάσιο – Θρησκεία και ιστορία ως έκφραση πολιτισμού. Πρόκειται για μελέτη της θρησκείας και του πολιτισμού που αυτή παρήγαγε ιστορικά μέσα από μια αμφίδρομη διαδικασία: αφενός έκφρασης, μαρτυρίας και ερμηνείας του εσωτερικού της βιώματος σε μορφές επικοινωνίας και, αφετέρου, αναμέτρησης και διαλόγου με την εκάστοτε εποχή και τα συστήματα-παραδείγματα νοηματοδότησης του ανθρώπινου βίου. Έτσι, δίνεται έμφαση στη ζωή, στην ιστορία, στην τέχνη και στον πολιτισμό που σάρκωσαν ο Χριστιανισμός, ιδιαίτερα η Ορθοδοξία, και οι μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις, ενώ γίνεται και μια κριτική παρουσίασή τους μέσα από θεμελιώδεις άξονες, όπως Θεός, κόσμος, άνθρωπος, ηθική, κοινωνία, πολιτισμός, σύγχρονη ζωή … 5. Διδακτικές προσεγγίσεις και μαθησιακές διαδικασίες στο ΜτΘ. Στο ΜτΘ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις διαδικασίες μάθησης με βάση τις σύγχρονες γνωσιολογικές, παιδαγωγικές και διδακτικές θεωρίες, που μπορούν να υποστηρίξουν τόσο την προαγωγή του θρησκευτικού γραμματισμού των μαθητών όσο και την προετοιμασία ελεύθερων, ενεργών και υπεύθυνων πολιτών. Βασικοί άξονες στη διδασκαλία του ΜτΘ είναι: … 6. Η δομή και η λειτουργικότητα των ενοτήτων του ΠΣ. α. Βασικός σκοπός κάθε κύκλου. Παρουσιάζεται η βασική επιλογή του ΠΣ ως προς τη θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών σε κάθε βαθμίδα, οι οποίοι καλούνται να συνομιλήσουν με τα ζητήματα των Θεματικών Ενοτήτων και να οικοδομήσουν τη θρησκευτική τους γνώση … β. Βασικοί άξονες τάξης (για το Γυμνάσιο). Αναδεικνύονται οι ιδέες – κλειδιά πάνω στις οποίες αναπτύσσονται οι βασικοί και κατευθυντήριοι άξονες κάθε τάξης και διασαφηνίζονται η κατεύθυνση και η λογική οργάνωσης των Θεματικών Ενοτήτων της τάξης … γ. Γενικοί στόχοι τάξης. Περιγράφονται αδρομερώς οι επιδιώξεις της θρησκευτικής μάθησης σε κάθε τάξη … δ. Οι Θεματικές Ενότητες (ΘΕ). Πρόκειται για ένα πλαίσιο διευρυμένης έρευνας και εμβριθούς ανάλυσης των προτεινόμενων θεμάτων … ε. Οι 3 οριζόντιες στήλες κάθε Θεματικής Ενότητας. Α. Προσδοκώμενα Μαθησιακά Αποτελέσματα (ΠΜΑ). Τα ΠΜΑ δεν εξειδικεύουν ούτε μετασχηματίζουν διδακτικά τους γενικούς στόχους της τάξης αλλά περιορίζονται στην περιγραφή των αποτελεσμάτων της διδασκαλίας (στο ΤΙ, δηλαδή, μπορούν να κάνουν οι μαθητές μετά την πραγματοποίησή της) … Β. Βασικά Θέματα (ΒΘ) της Θεματικής Ενότητας. Καταγράφουν τις πλευρές του θέματος, τις οποίες θα επεξεργαστούν οι μαθητές, καθώς και το βασικό corpus γνώσεων γύρω από το θέμα που χρειάζεται να οικοδομήσουν … Γ. Ενδεικτικές Δραστηριότητες. Πρόκειται για στοχευμένες και προσεκτικά προετοιμασμένες από τον εκπαιδευτικό δράσεις … Δ. Εκπαιδευτικό Υλικό (ΕΥ). Η εφαρμογή του παρόντος ΠΣ απαιτεί την παραγωγή νέου, πρωτότυπου και συμβατού εκπαιδευτικού υλικού, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης φιλοσοφίας και μεθοδολογίας του … Ε. Οι επάρκειες (Ε). Οι Ε καταγράφουν τις ικανότητες, δεξιότητες, στάσεις, αξίες και διαθέσεις που αναμένεται να αναπτύξουν οι μαθητές σε κάθε κύκλο ή τάξη, καθώς εξελίσσεται η θρησκευτική τους εκπαίδευση … ΣΤ. Αξιολόγηση. Όπως είναι φυσικό, στο ΠΣ διαδικασίας η αξιολόγηση των μαθητών υπερβαίνει την ποσοτικού χαρακτήρα αθροιστική (τελική) αξιολόγηση των επιδόσεών τους και προσανατολίζεται στον έλεγχο ποιοτικότερων χαρακτηριστικών που προϋποθέτουν την ολιστική προσέγγιση του μαθητή …». Περαιτέρω, το δεύτερο μέρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιλαμβάνει α) το πρόγραμμα σπουδών του Δημοτικού, το οποίο διακρίνεται σε Α Κύκλο (Γ και Δ Δημοτικού) και Β Κύκλο (Δ και Ε Δημοτικού) και β) το πρόγραμμα σπουδών του Γυμνασίου. Στο Μέρος αυτό, για κάθε τάξη αναφέρονται αφ’ ενός οι γενικοί στόχοι, αφ’ ετέρου δε παρατίθεται αριθμός θεωρητικών ενοτήτων (8 για την Γ Δημοτικού, 7 για κάθε μια από τις Δ – ΣΤ Τάξεις του Δημοτικού, 6 για τις Α και Β Γυμνασίου και 7 για την Γ Γυμνασίου). Σε κάθε μία δε από αυτές περιγράφονται σε 3 στήλες α) «τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα» β) «τα βασικά θέματα» και γ) «οι ενδεικτικές δραστηριότητες». Ειδικότερα οι ανωτέρω θεματικές ενότητες είναι οι εξής: α) για την Γ΄ Δημοτικού (“Ανακαλύπτουμε εικόνες, πρόσωπα και ιστορίες”) 1. “Ζούμε μαζί”, 2. “Θρησκευτικές γιορτές: Ημέρες γεμάτες χαρά και σημασίες”, 3. “Κυριακή: Μια σημαντική ημέρα της εβδομάδας”, 4. “Τα Χριστούγεννα. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος”, 5. “Τα παιδιά: Η χαρά και η ελπίδα του κόσμου”, 6. “Ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός;”, 7. “Χριστός Ανέστη: Γιορτάζοντας το χριστιανικό Πάσχα”, 8. “Ο κόσμος μας, ένα στολίδι”, β) για τη Δ΄ Δημοτικού (“Ανακαλύπτουμε εικόνες, πρόσωπα και ιστορίες”) 1. “Όταν οι άνθρωποι προσεύχονται”, 2. “Παναγία, η Μητέρα του Χριστού”, 3. “Σπουδαία “παιδιά””, 4. “Όλοι ίσοι, όλοι διαφορετικοί”, 5. “Ιεροί τόποι και ιερές πορείες”, 6. “Χριστιανοί άγιοι και ιερά πρόσωπα άλλων θρησκειών”, 7. “Ιερά βιβλία”, γ) για την Ε΄ Δημοτικού (“Ανακαλύπτουμε κείμενα, μνημεία, τόπους και γεγονότα”) 1. “Μαθητές και δάσκαλοι”, 2. “Συμπόρευση με όρια και κανόνες”, 3. “Προχωράμε αλλάζοντας”, 4. “Προφήτες της Βίβλου: Κλήση για μετάνοια και αναγγελία του ερχομού του Μεσσία”, 5. “Η Εκκλησία του Χριστού μπαίνει στην ιστορία”, 6. “Αποστολές για την “καλή είδηση””, 7. “Ανακαλύπτοντας τα κείμενα της Καινής Διαθήκης”, δ) για τη ΣΤ΄ Δημοτικού (“Ανακαλύπτουμε κείμενα, μνημεία, τόπους και γεγονότα”) 1. “Οι πρώτοι Χριστιανοί: Δυσκολίες και περιπέτειες”, 2. “Διωγμοί και εξάπλωση του Χριστιανισμού. Πρόσωπα και μαρτυρίες”, 3. “Η Αγία Γραφή, ένα ιστορικό και διαχρονικό βιβλίο”, 4. “Η Θεία Ευχαριστία: Πηγή και κορύφωση της ζωής της Εκκλησίας”, 5. “Από τους Χριστιανούς της χώρας μας στους Χριστιανούς του κόσμου”, 6. “Θρησκείες στη χώρα μας”, 7. “Μνημεία και τόποι χριστιανικής λατρείας: Αποτυπώσεις της πίστης”. Για το Γυμνάσιο οι θεματικές ενότητες είναι οι εξής: α) για την Α΄ Γυμνασίου (“Πορεία και ανάπτυξη”): 1. “Μεγαλώνουμε και αλλάζουμε”, 2. “Η συνάντηση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό”, 3. “Πως ζουν οι Χριστιανοί; Η νέα ζωή της Εκκλησίας”, 4. “Πως παίρνονται οι αποφάσεις”, 5. “Μονοθεϊστικές θρησκείες: Ιουδαϊσμός και Ισλάμ”, 6. “Θρησκευτικές αναζητήσεις της μακρινής Ανατολής”, β) για τη Β΄ Γυμνασίου (“Πορεία μέσα από αντιθέσεις”): 1. “Μπορούν οι άνθρωποι να εικονίζουν τον Θεό;”, 2. “Ποιος είναι ο Θεός των Χριστιανών; “Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;” 3. “Ποιος είναι ο άνθρωπος;”, 4. “Εμείς και οι “άλλοι””, 5. “Διάσπαση και αντιπαλότητα στις θρησκείες”, 6. “Ορθοδοξία και νέος Ελληνισμός”, γ) για τη Γ΄ Γυμνασίου (“Από το τοπικό στο οικουμενικό”): 1. “Η Χριστιανοσύνη στον σύγχρονο κόσμο”, 2. “Το ζήτημα της θρησκείας στη σύγχρονη Ευρώπη”, 3. “Σύγχρονες θρησκευτικές μορφές στην Ορθοδοξία και στον κόσμο”, 4. “Που είναι ο Θεός;: Η οδύνη του σύγχρονου κόσμου και το αίτημα της σωτηρίας από το κακό”, 5. “Ελπίδα και αγώνας για τη μεταμόρφωση του κόσμου”, 6. “Από την αρχή μέχρι το τέλος του κόσμου”, 7. “Διευρύνοντας τις εμπειρίες μας/Χτίζοντας τον κόσμο μας (Project)”.

21. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην σκέψη 16, με την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών πρέπει να επιδιώκεται, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος, η ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως και, ως εκ τούτου, ενόψει και της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος περί θρησκευτικής ελευθερίας, η διδασκαλία του μαθήματος αυτού δεν μπορεί παρά να απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές. Από τους στόχους και το περιεχόμενο, όμως, του προσβαλλόμενου προγράμματος σπουδών που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη αλλά και από το περιεχόμενο κάθε θεματικής ενότητας, από αυτές που παρατέθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι αυτό το πρόγραμμα σπουδών δεν αποβλέπει στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των ορθόδοξων χριστιανών μαθητών, στους οποίους κατά το Σύνταγμα πρέπει να απευθύνεται, διότι δεν περιέχει ολοκληρωμένη και διακριτή έναντι άλλων δογμάτων και θρησκειών διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Τούτο, άλλωστε, συνομολογείται και ρητά στο ίδιο το προσβαλλόμενο πρόγραμμα σπουδών, στο οποίο αναφέρεται ότι το μάθημα απευθύνεται σε όλους τους μαθητές “ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή όχι δέσμευσή τους” και ότι “υπερβαίνει παρωχημένες πρακτικές ομολογιακής μονοφωνίας”. Με το προσβαλλόμενο πρόγραμμα σπουδών δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην προβολή στοιχείων κοινών στην διδασκαλία τόσο της ορθόδοξης εκκλησίας όσο και άλλων χριστιανικών δογμάτων αλλά και θρησκειών, το δε μεγαλύτερο μέρος της ύλης αναφέρεται σε διάφορα κοινωνικά ζητήματα και σε “θρησκευτικές και μη θρησκευτικές κοσμοθεωρήσεις”, αντικείμενο, κυρίως, άλλων μαθημάτων. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση: α) προς την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος (η οποία αποτελεί το βασικό νομικό θεμέλιο για τη ρύθμιση του επίμαχου ζητήματος), διότι, με το πρόγραμμα σπουδών που εισάγει για τις Γ – ΣΤ τάξεις του Δημοτικού και για το Γυμνάσιο δεν αποβλέπει, όπως ήδη εκτέθηκε, στον επιβεβλημένο από τη συνταγματική αυτή διάταξη σκοπό, την ανάπτυξη δηλαδή της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως των μαθητών που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, β) προς την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει ως απαραβίαστη την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές και να κατατείνει στην εμπέδωση και ενίσχυση της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεώς τους, γ) προς την διάταξη του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, διότι προσβάλλει το ευθέως καθιερούμενο από την διάταξη αυτή δικαίωμα των ανηκόντων στην επικρατούσα θρησκεία ορθόδοξων χριστιανών γονέων να διασφαλίσουν τη μόρφωση και εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις και δ) προς την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) και προς το άρθρο 14 (σε συνδυασμό με το άρθρο 9) της ΕΣΔΑ, διότι στερεί από τους μαθητές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος το δικαίωμα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ενώ η νομοθεσία, όπως έχει εκτεθεί, προβλέπει για μαθητές ρωμαιοκαθολικούς, εβραίους και μουσουλμάνους της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης τη δυνατότητα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα της πίστεώς τους (όχι δε και τα δόγματα άλλων θρησκειών), μάλιστα δε από δασκάλους προτεινόμενους από την οικεία θρησκευτική κοινότητα (βλ. ΣτΕ 660/2018 Ολομ.). Κατά την συγκλίνουσα ως προς το αποτέλεσμα γνώμη των Συμβούλων Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα και Σ. Μαρκάτη, οι ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης κανονιστικής απόφασης είναι ανίσχυρες, διότι από το περιεχόμενό τους, όπως έχει περιγραφεί, προκύπτει ότι η σχετική διδακτέα ύλη, απευθυνόμενη σε όλους εν γένει τους μαθητές, είναι τέτοια κατά το είδος και την έκτασή της, ώστε να κυριαρχεί η παροχή και επεξεργασία πληροφοριών και γνώσεων αναφορικά με το περιεχόμενο της θρησκείας εν γένει, των επί μέρους εκφάνσεών του στα διάφορα θρησκεύματα και των σχετικών συγκριτικών και γενικότερων προβληματισμών, σε τρόπο που να παραβιάζεται η, σύμφωνα με την γνώμη αυτή, συνταγματική υποχρέωση της διαμόρφωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης των Ελλήνων έτσι, ώστε να αποβλέπει προεχόντως στην μετάδοση του βιώματος του ιερού, αντλούμενου, κατά πρόσφορο τρόπο, από την χριστιανική ορθοδοξία. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Κ. Κουσούλης, Α. Χλαμπέα, Χ. Ντουχάνης και Ι. Σύμπλης, κατά τη γνώμη των οποίων, με τα δεδομένα που εκτίθενται στη σκέψη 20, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αντίκειται στις διατάξεις του ν. 1566/1985 ούτε στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος ή της ΕΣΔΑ, διότι διατηρεί την έμφαση στη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ επιτρεπτώς έχει εισαγάγει και άλλα (θρησκειολογικά, φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά κ.λπ.) στοιχεία πέραν της διδασκαλίας αυτής. Κατά τα λοιπά, το ειδικότερο περιεχόμενο των επίδικων αναλυτικών προγραμμάτων, τα οποία έχουν διαμορφωθεί με βάση τις αρχές και τις εξελίξεις της θεολογικής και της παιδαγωγικής επιστήμης, ανήκει στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του κανονιστικού νομοθέτη, ο οποίος διαθέτει σχετικώς ευρεία διακριτική ευχέρεια, κατά τα προαναφερθέντα στη σκέψη 18. Επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 16 παρ. 2 του Συντάγματος, 9 της ΕΣΔΑ και 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1-3 του ν. 1566/1985, καθώς και υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδότησης. Εξάλλου, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της θρησκευτικής ισότητας (άρθρ. 4 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος) σε βάρος των ορθόδοξων μαθητών για τον λόγο ότι παρέχεται η δυνατότητα χωριστής διδασκαλίας άλλης θρησκείας ή δόγματος σε μαθητές που ανήκουν στη ρωμαιοκαθολική ομολογία ή στην ιουδαϊκή θρησκεία, σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 5 του ν. 4316/2016, ή σε μουσουλμάνους μαθητές είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως εάν χωρεί σύγκριση με τα μειονοτικά σχολεία των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, τα οποία διέπονται από ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς στηριζόμενο σε διεθνείς συμβάσεις, πάντως με τα ένδικα προγράμματα σπουδών οι ορθόδοξοι μαθητές εξακολουθούν να διδάσκονται κατά κύριο λόγο, στο πλαίσιο του μαθήματος των θρησκευτικών, τις αρχές και τις παραδόσεις της Ορθόδοξης Πίστης και, ως εκ τούτου, η παροχή, εν προκειμένω, της δυνατότητας χωριστής διδασκαλίας άλλης θρησκείας ή δόγματος σε αλλόθρησκους ή ετερόδοξους μαθητές δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Ομοίως μειοψήφησε ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης, κατά την γνώμη του οποίου, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στη σκ. 20, η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε μετά από γνωμοδότηση του Ι.Ε.Π. και αφού ελήφθησαν υπόψη οι απόψεις της Εκκλησίας, εμπνέεται από τις σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις, υπηρετεί τους σκοπούς της παροχής από το Κράτος θρησκευτικής εκπαίδευσης πολυφωνικής και αξιολογικά ουδέτερης και του σεβασμού της θρησκευτικής ετερότητας, απολύτως απαραίτητου σε μια εποχή έξαρσης του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, αντιμετωπίζει τον μαθητή ως έλλογο και αυτεξούσιο ον που δικαιούται να διαμορφώσει ελεύθερα και κριτικά τη θρησκευτική του συνείδηση, ενώ εξ άλλου παρουσιάζει επαρκώς τη διδασκαλία της Ορθοδοξίας, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και οι διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που παρατέθηκαν. Με το περιεχόμενο αυτό η προσβαλλομένη κινείται απολύτως εντός των ορίων των εξουσιοδοτικών διατάξεων, που είναι ερμηνευτέες σύμφωνα με τις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις. Και ναι μεν η προσβαλλομένη προβλέπει, παράλληλα με την διδασκαλία των δογμάτων και των αρχών της επικρατούσας θρησκείας, την παρουσίαση και άλλων θρησκευτικών απόψεων, καθώς και ορισμένων θεμάτων από τους χώρους της τέχνης, της λαογραφίας κ.λπ., μη απολύτως συναφών με την καθαυτό θρησκευτική διδασκαλία, και αποτελούντων ενδεχομένως αντικείμενο και άλλων μαθημάτων, πλην μόνο το γεγονός αυτό δεν καθιστά παράνομη και ακυρωτέα την προσβαλλομένη. Τούτο διότι η μεν παρουσίαση άλλων θρησκευτικών απόψεων επιβάλλεται για τη σφαιρική, πλουραλιστική και αμερόληπτη εκπαίδευση των μαθητών σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις, καθώς και την εξοικείωση με άλλες θρησκευτικές απόψεις (πρβλ. προαναφ. αποφ. Folgerø σκ. 88, 89, Osmanoglu σκ. 102, 103, Appel-Irrgang κ.ά.), η δε εισαγωγή των λοιπών στοιχείων είναι κατ’ αρχήν θεμιτή, διότι δεν νοούνται στεγανά μεταξύ των διδακτέων μαθημάτων, τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι πάντως ικανά, εξ απόψεως ποσότητας και ποιότητας, να προκαλέσουν σύγχυση στους μαθητές όσον αφορά το κύριο αντικείμενο του μαθήματος των θρησκευτικών. Επομένως οι αντίθετοι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ η περαιτέρω αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως και των παιδαγωγικών επιλογών της Διοικήσεως είναι απαράδεκτη και εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, ο οποίος εν προκειμένω είναι οριακός. Σε κάθε περίπτωση, επί τυχόν αποδοχής της αιτήσεως το ακυρωτικό αποτέλεσμα πρέπει να περιορισθεί στους αιτούντες, διότι αυτοί, εν όψει και της δυνατότητας απαλλαγής από μάθημα που κατά τις αντιλήψεις τους δεν ικανοποιεί πλήρως τις θρησκευτικές τους απόψεις, δεν προκύπτει ότι εκπροσωπούν ούτε όλους τους ορθόδοξους γονείς και μαθητές (οι οποίοι δεν συμμερίζονται αναγκαστικά τις απόψεις των αιτούντων) ούτε την Εκκλησία της Ελλάδος (η οποία δεν είναι αιτούσα στην παρούσα δίκη και η οποία μάλιστα σε άλλη αίτηση που συζητήθηκε κατά την ίδια δικάσιμο [Ε 2355/17] έχει ασκήσει παρέμβαση υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης). Μειοψήφησε επίσης ο Σύμβουλος Μιχ. Πικραμένος, κατά την γνώμη του οποίου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη στη σκέψη 18, από τους στόχους και το περιεχόμενο του προσβαλλόμενου προγράμματος σπουδών που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αλλά και από το περιεχόμενο κάθε θεματικής ενότητας, προκύπτει ότι το επίμαχο πρόγραμμα σπουδών κινείται εντός του συνταγματικού πλαισίου, καθώς απευθύνεται σε όλους τους μαθητές “ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή όχι δέσμευσή τους” και “υπερβαίνει παρωχημένες πρακτικές ομολογιακής μονοφωνίας”, όπως ρητώς αναφέρεται στο κείμενό του. Με το προσβαλλόμενο πρόγραμμα σπουδών δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην προβολή στοιχείων κοινών στη διδασκαλία τόσο της ορθόδοξης εκκλησίας όσο και άλλων χριστιανικών δογμάτων αλλά και θρησκειών και ένα μεγάλο μέρος της ύλης αναφέρεται σε θρησκευτικές και άλλες κοσμοθεωρήσεις, με σκοπό τη διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών μιας πλουραλιστικής και δημοκρατικής κοινωνίας που γνωρίζουν το περιεχόμενο των κυριότερων θρησκειών και εφοδιάζονται με τις απαραίτητες γνώσεις και πληροφορίες προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη σύγχρονη μάστιγα του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 16 παρ. 2, 13 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε προς τις διατάξεις των άρθρων 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ και 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

22. Επειδή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, να απορριφθεί δε η ασκηθείσα παρέμβαση.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.

Ακυρώνει την υπ’ αρ. 101470/Δ2/16.6.2017 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο» (Β΄ 2104/19.6.2017).

Απορρίπτει την παρέμβαση.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου και

Επιβάλλει συμμέτρως στο Δημόσιο και το παρεμβαίνον σωματείο τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων που ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2018

Ο Προεδρεύων ΑντιπρόεδροςΗ Γραμματέας

Αθ. Ράντος Ελ. Γκίκα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2019.

Η Πρόεδρος Η Γραμματέας

Αικ. ΣακελλαροπούλουΕλ. Γκίκα

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.

Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.

Αθήνα, ……………………………………….

Η ΠρόεδροςΗ Γραμματέας


Αριθμός 1750/2019

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, ελλείποντος Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Μ. Πικραμένος, Π. Μπραΐμη, Χρ. Ντουχάνης, Ε. Παπαδημητρίου, Κ. Νικολάου, Ι. Σύμπλης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Α. Μίντζια, Ρ. Γιαννουλάτου, Χρ. Σιταρά, Μ. Τριπολιτσιώτη, Σύμβουλοι, Μ. Αθανασοπούλου, Ε. Μουργιά, Γ. Ζιάμος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Α. Μίντζια και Μ. Τριπολιτσιώτη καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.

Για να δικάσει την από 26ης Οκτωβρίου 2017 αίτηση:

των: 1. …, 2. …, ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου και ήδη ενηλικιωθέντος τέκνου τους …, οι οποίοι με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δήμου Θανάσουλα (Α.Μ. 142 Δ.Σ. Τρικάλων) παραιτούνται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, 3. …, 4. …, ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους …, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, που τον διόρισαν στο ακροατήριο, 5. Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, που εδρεύει στον Πειραιά (Ακτή Θεμιστοκλέους 190), 6. Μητροπολίτη Πειραιώς …, 7. … και 8. σωματείου με την επωνυμία «Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων» (Π.Ε.Θ.), …, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, που τον διόρισαν με πληρεξούσια,

κατά του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με τον Σπυρίδωνα Παπαγιαννόπουλο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,

και κατά του παρεμβαίνοντος σωματείου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος “ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης”», …, το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Παναγιώτη Νικολόπουλο (Α.Μ. 10436), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 8.5.2018 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 99058/Δ2/13.6.2017 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Π. Μπραΐμη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο του παρεμβαίνοντος σωματείου και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. 171400002957 1227 0087 κωδικός ηλεκτρονικού παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 99058/Δ2/13.6.2017 αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος Θρησκευτικά Γενικού και Επαγγελματικού Λυκείου» (Β΄ 2105/19.6.2017).

3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με μείζονα σύνθεση, κατόπιν της από 8.5.2018 πράξεως του Προέδρου του, λόγω της όλως εξαιρετικής σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, 20 και 21 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) και 8 παρ. 4 και 5 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242).

4. Επειδή, υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρεμβαίνει το σωματείο με την επωνυμία «Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος “ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης”».

5. Επειδή, οι δύο πρώτοι αιτούντες, οι οποίοι άσκησαν την κρινόμενη αίτηση ατομικά και ως ασκούντες την γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους, καθώς και το τέκνο, το οποίο είχε ενηλικιωθεί κατά τον χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως, παραιτήθηκαν με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του δικηγόρου που υπογράφει το δικόγραφο (βλ. το με αριθμό 2.925/18.9.2018 ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο). Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 1 του π.δ. 18/1989, η δίκη καταργείται ως προς αυτούς και η αίτηση εισάγεται ως προς τους υπόλοιπους αιτούντες.

6. Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έχει κανονιστικό χαρακτήρα (βλ. ΣτΕ 660, 661, 926/2018 Ολομ.), δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19.6.2017. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30.10.2017, ασκείται εμπροθέσμως, δεδομένης της αναστολής της προθεσμίας ασκήσεώς της μέχρι και τις 15.9.2017 λόγω των δικαστικών διακοπών.

7. Επειδή, ο τρίτος και η τέταρτη από τους αιτούντες, γονείς μαθήτριας Λυκείου, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα σχετικά δικαιολογητικά (βλ. την από 4.9.2018 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης του Υπουργείου Εσωτερικών και την 713/4.9.2018 βεβαίωση παρακολούθησης από Ημερήσιο Γενικό Λύκειο του τέκνου των αιτούντων), με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενη αίτηση τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό του ως άνω ανήλικου τέκνου τους (βλ. ΣτΕ 926/2018 Ολομ.).

8. Επειδή, η πέμπτη των αιτούντων Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς και ο έκτος από αυτούς Μητροπολίτης Πειραιώς προβάλλουν, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους, ότι έχουν την υποχρέωση να συνεργάζονται με την Πολιτεία επί του θέματος της θρησκευτικής εκπαιδεύσεως και αγωγής των νέων και δη των παιδιών του λυκείου, ενόψει της διαλαμβανόμενης στις διατάξεις του ν. 590/1977 (περί του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος) βασικής αποστολής των Ιερών Μητροπόλεων και των Ιερών Ναών, των Αρχιερέων Μητροπολιτών και των Ιερέων, και ιδίως αυτής του άρθρου 2 του νόμου αυτού κατά την οποία «Η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, ως τα της χριστιανικής αγωγής της νεότητος, …». Εξάλλου, η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς ισχυρίζεται επί πλέον ότι έχει και την ευθύνη λειτουργίας και την εποπτεία τριών σχολικών μονάδων διαφορετικού εκπαιδευτικού επιπέδου (παιδικού σταθμού και νηπιαγωγείου, δημοτικού σχολείου, γυμνασίου και λυκείου) και ότι, για τον λόγο αυτόν, έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως. Ενόψει αυτών έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχουν τόσο η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, όσο και ο Μητροπολίτης Πειραιώς, ο οποίος προΐσταται αυτής και φέρει την ποιμαντική ευθύνη για τους ορθόδοξους χριστιανούς της Μητροπόλεώς του, δοθέντος ότι, όπως προβάλλουν, θίγονται ηθικώς από τη μεταβολή του περιεχομένου της διδασκαλίας και του εν γένει χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών στα λύκεια. Το έννομο συμφέρον των ανωτέρω προσώπων ενισχύεται και εκ του ότι, λόγω της λειτουργίας σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, για τα οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας η αιτούσα Ιερά Μητρόπολη, υφίσταται υποχρέωση εφαρμογής των σχετικών προγραμμάτων σπουδών που αφορούν το μάθημα των θρησκευτικών (βλ. ΣτΕ 660/2018 Ολομ.), απορριπτομένων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων με το 146855/ΓΔ4/7.9.2018 έγγραφο απόψεων της Διοικήσεως προς το Δικαστήριο. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης, κατά την γνώμη του οποίου ο Μητροπολίτης και η Μητρόπολη Πειραιώς δεν έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της αιτήσεως επικαλούμενοι το άρθρο 9 παρ. 1 περ. ε΄ του ν. 590/1977, διότι κατά το άρθρο αυτό αρμόδια να παρακολουθεί το δογματικό περιεχόμενο των διδακτικών βιβλίων του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και όχι κάθε Μητρόπολη ή ο προϊστάμενος αυτής Μητροπολίτης. Περαιτέρω, ούτε η διατήρηση εκπαιδευτηρίων προσδίδει στους ανωτέρω έννομο συμφέρον, διότι δεν προβάλλεται ούτε προκύπτει ότι αυτοί νομίμως εκπροσωπούν τις οικείες σχολικές μονάδες ή τους μαθητές και τους γονείς των, καθ’ υποκατάσταση των οικείων οργάνων διοικήσεως των εκπαιδευτηρίων και των συλλόγων γονέων.

9. Επειδή, ο έβδομος από τους αιτούντες προβάλλει ότι έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως λόγω της ιδιότητάς του ως θεολόγου εκπαιδευτικού δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, ο οποίος υποχρεώνεται, δυνάμει της προσβαλλομένης πράξεως, να διδάσκει την πίστη των μαθητών του νοθευμένη, κατά την αντίληψή του, με δόγματα και συνήθειες άλλων θρησκειών και αιρέσεων. Προβάλλει επίσης, ότι το προσβαλλόμενο πρόγραμμα σπουδών του στερεί τη δυνατότητα να εκπληρώσει το νόμιμο και ηθικό του καθήκον ως θεολόγος εκπαιδευτικός, που είναι η καλλιέργεια στους μαθητές της ελληνορθόδοξης συνείδησης. Προς απόδειξη του εννόμου συμφέροντός του έχει προσκομίσει την από 1128/06.09.2018 βεβαίωση ότι υπηρετεί ως μόνιμος εκπαιδευτικός, Θεολόγος ΠΕ01, σε Ημερήσιο Γενικό Λύκειο για το σχολικό έτος 2018-2019. Ενόψει αυτών, ο ως άνω αιτών με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη αίτηση (βλ. ΣτΕ 2880/2016 7μ.).

10. Επειδή, το όγδοο των αιτούντων σωματείο προβάλλει ότι η προάσπιση του ορθόδοξου χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών, που πλήττεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελεί μέρος του σκοπού του ως σωματείου και, ως εκ τούτου, έχει άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως, εν όψει των καταστατικών του σκοπών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η κατανόηση της ουσίας του Ορθόδοξου Χριστιανισμού, η διέγερση του ενδιαφέροντος και της αγάπης του λαού προς τη θρησκευτική γνώση και ζωή εντός του πλαισίου των πατρικών παραδόσεων, ο πλήρης θρησκευτικός και ηθικός διαφωτισμός της νεότητος και η προσήλωση στην Ορθοδοξία και η άμυνα κατά πάσης αντιορθοδόξου και αντιχριστιανικής εκδηλώσεως. Με τα δεδομένα αυτά και το ως άνω σωματείο έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως (βλ. ΣτΕ 661, 926/2018 Ολομ.), τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα με το 146855/ΓΔ4/7.9.2018 έγγραφο απόψεων της Διοικήσεως προς το Δικαστήριο είναι απορριπτέα.

11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω όλοι οι αιτούντες μετ’ εννόμου συμφέροντος ασκούν την κρινόμενη αίτηση και παραδεκτώς ομοδικούν, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στην ίδια νομική και πραγματική βάση (βλ. ΣτΕ 660-1/2018, 926/2018 Ολομ.). Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης, κατά την γνώμη του οποίου οι μη έχοντες την ιδιότητα γονέων μαθητών αιτούντες (Μητροπολίτης και Μητρόπολη Πειραιώς, θεολόγος εκπαιδευτικός και Σύλλογος Θεολόγων) απαραδέκτως προβάλλουν παράβαση του άρθ. 2 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ, το οποίο νομιμοποιούνται να επικαλεσθούν μόνο μαθητές ή γονείς μαθητών (πρβλ. ΕΕπΔΑ 7.4.1997, Scientology Kirche Deutschland). Συνεπώς οι ανωτέρω αιτούντες δεν ομοδικούν με τους λοιπούς αιτούντες γονείς μαθητών.

12. Επειδή, το παρεμβαίνον σωματείο, σύμφωνα με το καταστατικό του, έχει ως μέλη του θεολόγους και εκπαιδευτικούς του μαθήματος των θρησκευτικών και βασικό σκοπό την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα. Μεταξύ των αποτυπωμένων στο καταστατικό του ειδικότερων σκοπών και αξόνων δράσης είναι: «α) Η εκπόνηση και η διατύπωση προτάσεων σχετικά με το περιεχόμενο και το χαρακτήρα της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα (σε Α/βάθμια και Β/βάθμια εκπαίδευση), β) Η συμβολή στη δημιουργία ενός πλαισίου διαλόγου μεταξύ των φορέων της Ελληνικής Πολιτείας που είτε εμπλέκονται θεσμικά στο σχεδιασμό και την παροχή της θρησκευτικής εκπαίδευσης (Υπουργείο Παιδείας, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, συνδικαλιστικοί φορείς εκπαιδευτικών κ.ά.) είτε έχουν νόμιμο και θεμιτό ενδιαφέρον για αυτήν (Εκκλησία της Ελλάδος, θρησκευτικές κοινότητες, ανεξάρτητες αρχές, πολιτικά κόμματα, σύλλογοι κ.ά.), γ) … δ) Η συμβολή στην ανάπτυξη ελεύθερου διεπιστημονικού και θεολογικού διαλόγου σχετικά με το περιεχόμενο και το χαρακτήρα της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα […], ε) … στ) … ζ) … η) …». Επίσης, μεταξύ των δραστηριοτήτων του παρεμβαίνοντος σωματείου, όπως αποτυπώνονται στο καταστατικό του, είναι η προσφυγή στη δικαιοσύνη και γενικώς η ανάληψη κάθε ενέργειας αναγκαίας για τη διαφύλαξη και την προστασία των σκοπών, της δραστηριότητας και της ηθικής υποστάσεως του συνδέσμου, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως προβάλλεται, και η άσκηση της εν λόγω παρεμβάσεως. Με βάση τα ανωτέρω, το προαναφερθέν σωματείο προβάλλει ότι έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης παρεμβάσεως, καθώς, βάσει των καταστατικών σκοπών του, μεριμνά για την ενασχόληση με το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως διδάσκεται σε όλες τις βαθμίδες της εκπαιδεύσεως μέσω της αξιοποιήσεως όλων των σύγχρονων εξειδικευμένων παιδαγωγικών μεθόδων και παράλληλα τη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου των διδασκόντων στο μάθημα των θρησκευτικών. Όπως προβάλλει δε, μέλη του συγκαταλέγονται μεταξύ των θεολόγων και δασκάλων που συμμετείχαν στην εκπόνηση του αναλυτικού προγράμμα­τος σπουδών, που αποτελεί περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξεως, μεταξύ των εμπειρογνωμόνων και αξιολογητών των προγραμμάτων και μεταξύ των συντακτών των φακέλων – βιβλίων που διανεμήθηκαν στους μαθητές. Υπό τα δεδομένα αυτά, με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη παρέμβαση το ως άνω σωματείο.

13. Επειδή, στην αρχή του ισχύοντος Συντάγματος γίνεται επίκληση της Αγίας Τριάδος («Eις τo όνoμα της Aγίας και Oμooυσίoυ και Aδιαιρέτoυ Tριάδoς»), στο δε άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, το οποίο εντάσσεται στο Α΄ Τμήμα του Μέρους Πρώτου αυτού, ορίζεται ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Εν συνεχεία, στο άρθρο 3, το οποίο εντάσσεται στο Τμήμα Β΄ αυτού (με τίτλο: «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας») του Μέρους Πρώτου του Συντάγματος, ορίζεται ότι: «1. Eπικρατoύσα θρησκεία στην Eλλάδα είναι η θρησκεία της Aνατoλικής Oρθόδoξης Eκκλησίας τoυ Xριστoύ. H Oρθόδoξη Eκκλησία της Eλλάδας, πoυ γνωρίζει κεφαλή της τoν Kύριo ημών Iησoύ Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δoγματικά με τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινoύπoλης και με κάθε άλλη oμόδoξη Eκκλησία τoυ Xριστoύ· τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τoυς ιερoύς απoστoλικoύς και συνoδικoύς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Eίναι αυτoκέφαλη, διoικείται από την Iερά Σύνoδo των εν ενεργεία Aρχιερέων και από τη Διαρκή Iερά Σύνoδo πoυ πρoέρχεται από αυτή και συγκρoτείται όπως oρίζει ο Kαταστατικός Xάρτης της Eκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων τoυ Πατριαρχικoύ Tόμoυ της κθ΄ (29) Ioυνίoυ 1850 και της Συνoδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίoυ 1928. 2. To εκκλησιαστικό καθεστώς πoυ υπάρχει σε oρισμένες περιoχές τoυ Kράτoυς δεν αντίκειται στις διατάξεις της πρoηγoύμενης παραγράφoυ. 3. To κείμενo της Aγίας Γραφής τηρείται αναλλoίωτo. H επίσημη μετάφρασή τoυ σε άλλo γλωσσικό τύπo απαγoρεύεται χωρίς την έγκριση της Aυτoκέφαλης Eκκλησίας της Eλλάδας και της Mεγάλης τoυ Xριστoύ Eκκλησίας στην Kωνσταντινoύπoλη». Περαιτέρω, στο Μέρος Δεύτερο του Συντάγματος με τίτλο: «Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα» ορίζεται, στο μεν άρθρο 5 αυτού, ότι: «1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. 2. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο … 3. … 4. … 5. …», στο δε άρθρο 13 αυτού ορίζεται ότι: «1. H ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. H απόλαυση των ατoμικών και πoλιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεπoιθήσεις καθενός. 2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελoύνται ανεμπόδιστα υπό την πρoστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να πρoσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O πρoσηλυτισμός απαγoρεύεται. 3. … 4. Kανένας δεν μπoρεί, εξαιτίας των θρησκευτικών τoυ πεπoιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υπoχρεώσεων πρoς τo Kράτoς ή να αρνηθεί να συμμoρφωθεί πρoς τoυς νόμoυς. 5. …”. Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 3, επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η κατάσχεση εφημερίδων ή άλλων εντύπων, μεταξύ άλλων για προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας. Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. … 2. H παιδεία απoτελεί βασική απoστoλή τoυ Kράτoυς και έχει σκoπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τoυς σε ελεύθερoυς και υπεύθυνoυς πoλίτες. 3. Tα έτη υπoχρεωτικής φoίτησης δεν μπoρεί να είναι λιγότερα από εννέα. 4. … 5. …», στο δε άρθρο 21 αυτού ορίζεται ότι: «Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους … και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. … 3. … 4. … 5. … 6. … 7. …». Σύμφωνα δε με το άρθρο 110 (παρ. 1) δεν υπόκεινται, μεταξύ άλλων, σε αναθεώρηση και οι ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1 αυτού.

14. Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε το πρώτον με τον νόμο 2329/1953 (Α΄ 68) και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) εγγυάται, στην παρ. 1, την ελευθερία της θρησκείας ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπονται οι περιορισμοί του δικαιώματος αυτού. Ειδικότερα το άρθρο 9 ορίζει ότι: «Πάν πρόσωπο δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας. Το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ’ ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. 2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων». Περαιτέρω στο άρθρο 14 αυτής ορίζεται ότι: «Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως». Εξάλλου, το άρθρο 2 του (Πρώτου) Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εκπαίδευση, ορίζει δε ειδικότερα ότι: «Ουδείς δύναται να στερηθή του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Πάν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και την εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις».

15. Επειδή, η περιεχόμενη στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορά ως «επικρατούσης» στην Ελλάδα της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού -όπως, άλλωστε, και η επίκληση στην κεφαλίδα του Συντάγματος της «Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος»- συναρτάται με τον καίριο ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ιστορική πορεία του Ελληνισμού, ιδίως κατά την προηγηθείσα της εθνικής ανεξαρτησίας χρονική περίοδο της τουρκοκρατίας, αποτελεί δε και διαπίστωση του πραγματικού γεγονότος ότι την θρησκεία αυτήν πρεσβεύει η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ενώ δεν στερείται η αναφορά αυτή και κανονιστικών συνεπειών (όπως, ενδεικτικώς, η καθιέρωση χριστιανικών εορτών ως υποχρεωτικών αργιών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα) (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία αναγορεύει την παιδεία ως βασική αποστολή του Κράτους, συγκαταλέγει μεταξύ των σκοπών της την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων. Η έννοια της «εθνικής» και της «θρησκευτικής» συνειδήσεως κατά την εν λόγω συνταγματική διάταξη, είναι, ενόψει και της χρήσεως οριστικού άρθρου, συγκεκριμένη και δεν αφορά σε οποιοδήποτε έθνος και σε οποιοδήποτε θρήσκευμα. Ειδικότερα, ως ανάπτυξη της «εθνικής» συνειδήσεως νοείται, για την πλειοψηφία, βεβαίως, των Ελλήνων πολιτών που ασπάζονται το δόγμα αυτό, ευλόγως, εφ’ όσον το ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό Κράτος (βλ. ΣτΕ 460/2013 Ολομ.), η ανάπτυξη της ελληνικής -και όχι άλλης- εθνικής συνειδήσεως, ως ανάπτυξη δε της «θρησκευτικής» συνειδήσεως νοείται η ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ., 2176/1998 7μ., 3356/1995), ενόψει του ότι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χαρακτηριζόμενη ως «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα», αναγνωρίζεται από τον συνταγματικό νομοθέτη, όπως προεκτέθηκε, ως η θρησκεία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Στην ανάπτυξη, άλλωστε, θρησκευτικής συνειδήσεως των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας αποβλέπουν και οι γονείς τους, αντλώντας από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 13 του Συντάγματος, το δικαίωμα, που κατοχυρώνεται ευθέως και από το άρθρο 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (Π.Π.Π.) της Συμβάσεως της ΕΣΔΑ, να «εξασφαλίζουν» την μόρφωση και εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ., 2176/1998 7μ., 3356/1995). Περαιτέρω, δοθέντος ότι η θρησκευτική συνείδηση γεννάται και διαμορφώνεται σταδιακά, πριν ακόμη από την έναρξη του σχολικού βίου, στο πλαίσιο της οικογένειας (η οποία, ως «θεμέλιο της συντηρήσεως και προαγωγής του Έθνους» τελεί -όπως και η παιδική ηλικία- υπό την προστασία του Κράτους, κατά το άρθρο 21 του Συντάγματος), από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 13 αυτού και του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι ως «ανάπτυξη» της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκευτικής συνειδήσεως κατά τα ανωτέρω νοείται η εμπέδωση και ενίσχυση της συγκεκριμένης αυτής θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών με τη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ως εκ τούτου δε αφορά αποκλειστικά τους μαθητές, οι οποίοι, ανήκοντες στην κατά τα άνω πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Το κυριότερο μέσο, με το οποίο -εκτός άλλων (προσευχή, εκκλησιασμός)- υπηρετείται ο ανωτέρω συνταγματικός σκοπός είναι η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Συνεπώς, στις ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις αντίκεινται ρυθμίσεις νόμων ή κανονιστικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες, μέσω, κυρίως, των προγραμμάτων διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών, για τους αποτελούντες την κατά τα άνω πλειοψηφία του ελληνικού λαού μαθητές, δεν υπηρετείται ο ως άνω συνταγματικός σκοπός, η ανάπτυξη δηλαδή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ). Περαιτέρω, ως αποστολή της Παιδείας, η, υπό την προεκτεθείσα έννοια, «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως» αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του Κράτους, επιτελείται δε κυρίως με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, το οποίο για να υπηρετεί τον εν λόγω σκοπό, πρέπει να διδάσκεται επί ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ., 2176/1998 7μ., 3356/1995), να μην υποβαθμίζεται, κατά την διδασκαλία και την εξέταση, σε σχέση με άλλα μαθήματα και να περιλαμβάνει οπωσδήποτε, με σαφήνεια και πληρότητα, τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χωρίς να προκαλεί σύγχυση με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Πρέπει δηλαδή το μάθημα να διατηρεί ως προέχουσα και κύρια μέριμνα όχι την παροχή πληροφοριών ή την επεξεργασία γνώσεων ή την ανάπτυξη προβληματισμών ιστορικής, θρησκευτικής ή κοινωνιολογικής φύσεως (αντικείμενο άλλωστε και άλλων μαθημάτων) αλλά την καλλιέργεια των κατάλληλων προϋποθέσεων ώστε να μπορεί να μεταδοθεί το προεκτεθέν κατά το Σύνταγμα περιεχόμενό του. Η διδασκαλία των ανωτέρω στοιχείων είναι συμβατή με την, καθιερούμενη στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, απαραβίαστη θρησκευτική ελευθερία, διότι δεν συνιστά επιβολή πίστεως προς την επικρατούσα θρησκεία, αφού το μάθημα αυτό, μέσω του οποίου πραγματώνεται ως σκοπός της παιδείας η «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως» υπό το προεκτεθέν κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος περιεχόμενο (ήτοι η ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως), απευθύνεται αποκλειστικά, ως εκ του ανωτέρω περιεχομένου του, στους μαθητές που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και όχι στους ετερόδοξους, αλλόθρησκους ή άθεους μαθητές (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Τούτο δε ενόψει και του ότι οι τελευταίοι, απολαύοντες της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία κατοχυρώνεται ως απαραβίαστη με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, έχουν ευθέως βάσει της συνταγματικής αυτής διατάξεως δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών, χωρίς καμία δυσμενή συνέπεια, εφ’ όσον οι γονείς τους, ή οι ίδιοι αν είναι ενήλικοι, υποβάλουν δήλωση ότι δεν επιθυμούν, για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, να παρακολουθήσουν τα τέκνα τους τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών που έχει το προεκτεθέν περιεχόμενο. Η δήλωση, εξάλλου, αυτή, που θα μπορούσε να έχει το εξής περιεχόμενο: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των θρησκευτικών», δεν παραβιάζει τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, εφ’ όσον γίνεται χάριν απαλλαγής των μαθητών αυτών από την, επιβαλλόμενη κατ’ αρχήν από το Σύνταγμα και το νόμο, υποχρέωση παρακολουθήσεως του μαθήματος αυτού [πρβ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ., 2176/1998 7μ., 3356/1995, βλ. επίσης ΣτΕ 2280/2001 Ολομ., πρβ. σε σχέση με την ΕΣΔΑ και την απόφαση του ΕΔΔΑ της 26.9.2007 Folgero και λοιποί κατά Νορβηγίας (αρ. Προσφυγής 15472/02), σκ. 96-102]. Για τους μαθητές όμως αυτούς που απαλλάσσονται από τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, και προκειμένου να αποτραπεί η δημιουργία “ελεύθερης ώρας” και, εντεύθεν, ο κίνδυνος απομακρύνσεως των μαθητών από το ανωτέρω, συνταγματικώς επιβαλλόμενο, μάθημα χωρίς αποχρώντα λόγο, η Πολιτεία οφείλει να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος, συναφούς κατά την αντίληψή της περιεχομένου (π.χ. μαθήματος ηθικής), εφόσον βεβαίως συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών, κατά την αντίληψη πάντοτε της Πολιτείας. Περαιτέρω, εφόσον διασφαλίζεται η συνταγματική υποχρέωση του Κράτους για την ανάπτυξη, κατά τα άνω, της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως των μαθητών εκείνων, οι οποίοι ανήκοντες στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, δεν εμποδίζεται η Πολιτεία να περιλαμβάνει στα σχολικά προγράμματα του μαθήματος των θρησκευτικών και εκπαίδευση «θρησκειολογικού» χαρακτήρα με πληροφορίες και γνώσεις και για άλλες, πέραν της Ορθοδοξίας, θρησκείες και δόγματα (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.).

16. Επειδή, περαιτέρω, ο νομοθέτης, για ετερόδοξους ή αλλόθρησκους μαθητές -ιδίως τους μαθητές του καθολικού δόγματος ή της εβραϊκής θρησκείας ή της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης-, έχει ρητώς προβλέψει δυνατότητα διδασκαλίας του οικείου δόγματος ή θρησκείας από πρόσωπα προτεινόμενα από την οικεία θρησκευτική κοινότητα, προκειμένου δε περί της μουσουλμανικής μειονότητας από μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό (βλ. άρθρα 19 παρ. 1 του ν. 3379/1955, Α΄ 260, 85 παρ. 4 του ν. 1566/1985, 55 παρ. 5 του ν. 4386/2016, Α΄ 83, και 7 παρ. 1 του ν. 694/1977, Α΄ 264). Ενόψει αυτού, σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) και τις διατάξεις των άρθρων 9 και 14 της ΕΣΔΑ και της παρ. 1 του ΠΠΠ αυτής, το Κράτος δεν μπορεί, ρυθμίζοντας το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, να στερήσει από τους μαθητές, που ασπάζονται ορισμένο δόγμα ή θρησκεία, το δικαίωμα, το οποίο αναγνωρίζει σε μαθητές που ανήκουν σε άλλα δόγματα ή θρησκείες, να διδάσκονται αποκλειστικά τα δόγματα της πίστεώς τους (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.).

17. Επειδή, οι Σύμβουλοι Μ. Γκορτζολίδου και Ε. Νίκα διατύπωσαν την ακόλουθη ειδικότερη γνώμη: Υπό το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο και την συνδυασμένη ερμηνεία των σχετικών συνταγματικών διατάξεων κατά το γράμμα και τον σκοπό τους, ενόψει της τυπικής τους ισοδυναμίας, καθώς και της αντίληψης του νοήματός τους σε αρμονία και με τις προπαρατεθείσες διατάξεις της ΕΣΔΑ, συνάγονται τα ακόλουθα: Απώτερος σκοπός της παιδείας, ως βασικής αποστολής του Κράτους είναι η “διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών”. Η “αγωγή των Ελλήνων”, η οποία παρέχεται προς τον σκοπό αυτό, οφείλει, μεταξύ των άλλων, να συμβάλλει στην “ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής τους συνείδησης”. Ως “συμβάλλουσα” δε στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων μαθητών, οι οποίοι εισέρχονται στον σχολικό βίο με ήδη διαμορφωμένη συνείδηση περί του θείου, απότοκη των βιωμάτων τους από το οικογενειακό περιβάλλον, όπως αυτά αναπτύσσονται σε συνθήκες πλήρους θρησκευτικής ελευθερίας προστατευόμενης από το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος, νοείται η αγωγή εκείνη που έχει ως αντικείμενο να εισαγάγει τους μαθητές και να τους εξοικειώσει με την έννοια του ιερού ως έγκυρης πρότασης νοηματοδότησης του βίου. Και δη, για την πλειοψηφία των Ελλήνων μαθητών που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, όπως η πρόταση αυτή έχει διαμορφωθεί από την χριστιανική ορθοδοξία και αναδειχθεί ιστορικά στην Ελλάδα ως το “επικρατέστερο”, συλλογικό θρησκευτικό βίωμα, ενώ, εξάλλου, για τους ετεροδόξους ή αλλοθρήσκους μαθητές ιδίως τους μαθητές του καθολικού δόγματος ή της εβραϊκής θρησκείας ή της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης, ο νομοθέτης, σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της ισότητας, έχει ρητώς προβλέψει δυνατότητα διδασκαλίας του οικείου δόγματος ή θρησκείας από πρόσωπα προτεινόμενα από την οικεία θρησκευτική κοινότητα (βλ. και σκέψη 16 της παρούσης). Ειδικότερα για την πλειοψηφία των μαθητών που ασπάζεται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, κατά την αντίληψη του συνταγματικού νομοθέτη, η θρησκευτική αγωγή, από την μία μεν πλευρά δεν επιτρέπεται να υπερβεί τον χαρακτήρα της ως “έγκυρης” μεν, αλλά, πάντως, “πρότασης” για την συγκρότηση ελεύθερων συνειδήσεων, ικανών για τις δικές τους προσωπικές επιλογές και, επομένως, δεν είναι επιτρεπτό να μεταβάλλεται σε δογματική ομολογία πίστεως ή πολλώ μάλλον σε κατήχηση, από την άλλη, όμως, οφείλει να διατηρεί ως προέχουσα και κύρια μέριμνα όχι την παροχή πληροφοριών ή την επεξεργασία γνώσεων ή την ανάπτυξη προβληματισμών ιστορικής, θρησκευτικής ή κοινωνιολογικής φύσεως (αντικείμενο άλλωστε και άλλων μαθημάτων), αλλά την εμπέδωση και ενίσχυση της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης των μαθητών αυτών, με τη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κατά τα λοιπά, είναι ασφαλώς ελεύθερη η Πολιτεία να επιλέγει και να καθορίζει κανονιστικά το περιεχόμενο της σχετικής αγωγής κατά την εκάστοτε εκπαιδευτική πολιτική και τα πορίσματα της παιδαγωγικής επιστήμης, μη ελεγχόμενη δικαστικά στις επιλογές της αυτές παρά μόνον ως προς την τήρηση των πιο πάνω συνταγματικών υποχρεώσεων. Εξάλλου, ο Σύμβουλος Σ. Μαρκάτης διατύπωσε την ειδικότερη γνώμη ότι: Κατά την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ο κοινός νομοθέτης είναι ελεύθερος να διαμορφώνει το πρόγραμμα της σχολικής εκπαιδεύσεως των Ελλήνων μαθητών, υπό τον όρο ότι το περιεχόμενο των διδασκόμενων μαθημάτων οδηγεί στην επίτευξη των σκοπών, στους οποίους ο συνταγματικός νομοθέτης αποβλέπει, αναγνωρίζοντας την παιδεία ως βασική αποστολή του Κράτους. Στους σκοπούς αυτούς ο συνταγματικός νομοθέτης ρητώς συγκαταλέγει την ανάπτυξη -και όχι διαμόρφωση- της θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών, οι οποίοι εισέρχονται στον σχολικό βίο με ήδη διαμορφωμένη συνείδηση περί του θείου, απότοκη των βιωμάτων τους από το οικογενειακό περιβάλλον, όπως αυτά αναπτύσσονται σε συνθήκες πλήρους θρησκευτικής ελευθερίας προστατευόμενης από το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος. Συνεπώς, κατά την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, το σχολικό πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει μάθημα, στο οποίο οι μαθητές ασκούνται στην κατανόηση και εμπέδωση των θρησκευτικών δογμάτων, τα οποία ήδη πρεσβεύουν, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει μορφή κατηχήσεως σ’ αυτά ώστε να μην διακυβεύεται η διάπλαση ελεύθερης προσωπικότητας που, επίσης αναγνωρίζεται, κατά την ίδια διάταξη, ως σκοπός της παιδείας. Έτσι, κατά την διάταξη αυτή, στο σχολικό πρόγραμμα, που καταρτίζει ο κοινός νομοθέτης, πρέπει να περιλαμβάνεται η διδασκαλία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ως θρησκεύματος της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, καθώς και η διδασκαλία άλλων δογμάτων της χριστιανικής πίστεως ή άλλων θρησκειών στην περίπτωση που η εκπαίδευση παρέχεται σε περιοχές όπου ευδιάκριτο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού πρεσβεύει τα δόγματα αυτά ή τις άλλες θρησκείες, υπό την εξυπακουόμενη, εκ του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος, προϋπόθεση της μη υποχρεωτικής παρακολουθήσεως του μαθήματος αυτού από ετερόδοξους χριστιανούς, αλλόθρησκους, μη θρησκευόμενους ή άθεους μαθητές. Μάθημα “θρησκειολογικού” περιεχομένου, δηλαδή προσφορά και επεξεργασία γνώσεων για τις ανά τον κόσμο θρησκευτικές δοξασίες και αντιλήψεις μπορεί να είναι χρήσιμο για την πνευματική αγωγή των μαθητών και την διάπλαση της προσωπικότητάς τους, πλην δεν οδηγεί στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως, την οποία το ισχύον Σύνταγμα ρητώς επιβάλλει, και, συνεπώς, δεν υποκαθιστά θεμιτώς την διδασκαλία των θρησκευτικών δογμάτων, τα οποία απαντώνται στην ελληνική επικράτεια. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Κ. Κουσούλης, Α. Χλαμπέα, Χ. Ντουχάνης και Ι. Σύμπλης, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Από τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει ως σκοπό την διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών, καθώς και, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων, ως εκ τούτου δε περιλαμβάνει και τη θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών. Η τελευταία πραγματοποιείται ιδίως μέσω του μαθήματος των θρησκευτικών. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 (με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας), 13 παρ. 1 (σύμφωνα με το οποίο η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη) και του ανωτέρω άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 της ΕΣΔΑ και 2 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι η μετάδοση γνώσεων ή πληροφοριών θρησκευτικού χαρακτήρα στην εκπαίδευση πρέπει να είναι αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική και να μην επιδιώκει κατηχητικό σκοπό, χωρίς ωστόσο να θίγεται η ελευθερία του κράτους να διαμορφώνει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ανάλογα με τις ανάγκες και τις παραδόσεις του ή σύμφωνα με τις αρχές της τυχόν επίσημης ή επικρατούσας θρησκείας, εφόσον, στην περίπτωση αυτή, προβλέπεται σύστημα απαλλαγής των μαθητών που δεν παραβιάζει τη θρησκευτική τους ελευθερία (πρβλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ Folgerø κατά Νορβηγίας, Ολομ., 29.6.2007, Hansan και Eylem Zengin κατά Τουρκίας, 9.10.2007, Grzelak κατά Πολωνίας, 15.6.2010, İzzetin Doğan κ.ά. κατά Τουρκίας, Ολομ., 26.4.2016). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ίδιου άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και με την αναγνώριση, στο άρθρο 3 του Συντάγματος, της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ως επικρατούσας στην Ελλάδα, δηλαδή ως θρησκείας της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2280-2285/2001), συνάγεται ειδικότερα ότι επιβάλλεται κατ’ αρχήν, στο πλαίσιο της θρησκευτικής εκπαίδευσης των μαθητών, να δίνεται έμφαση στη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, εναπόκειται δε στον νομοθέτη να καθορίσει το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών ή άλλου ισότιμου μαθήματος, κατά τρόπο ώστε να εκπληρώνεται η ως άνω συνταγματική υποχρέωση και για τους μη ορθόδοξους Έλληνες, καθώς και να θεσπίσει σύστημα απαλλαγής από τη διδασκαλία των θρησκευτικών με τρόπο που να μην παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία των μαθητών. Από το συνδυασμό των ιδίων ως άνω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται επίσης ότι εντός του προγράμματος σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών επιβάλλεται να συμπεριλαμβάνονται θρησκειολογικά, φιλοσοφικά ή άλλα στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, και δοθέντος ότι με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν παρέχεται δικαίωμα στους γονείς να αξιώνουν από το κράτος την οργάνωση διδασκαλίας με συγκεκριμένο περιεχόμενο, ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να διαμορφώσει το ειδικότερο περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών, λαμβάνοντας υπόψη και παιδαγωγικά κριτήρια. Επομένως, ο δικαστικός έλεγχος αφενός μεν των διατάξεων τυπικού νόμου που καθορίζουν τους σκοπούς της εκπαίδευσης και τις γενικές κατευθύνσεις των προγραμμάτων σπουδών, αφετέρου δε των κανονιστικών πράξεων, με τις οποίες εγκρίνονται τα προγράμματα σπουδών, είναι οριακός, ενώ εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου οι ουσιαστικές εκτιμήσεις και οι παιδαγωγικές επιλογές της Διοίκησης, οι οποίες στηρίζονται σε εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις. Ομοίως μειοψήφησε ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης, ο οποίος διατύπωσε την εξής γνώμη: Με τις διατάξεις του άρθ. 13 παρ. 1 Συντ., οι οποίες είναι θεμελιώδεις, ως μη υποκείμενες σε αναθεώρηση (άρθ. 110 παρ. 1), προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως (εδ. α΄), η οποία είναι ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας (άρθρ. 5 Συντ.) και συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του καθενός να πρεσβεύει το θρήσκευμα ή το δόγμα της εκλογής του ή να μην ακολουθεί κανένα θρήσκευμα ή να είναι άθεος (ΣΕ 194/1987). Το β΄ εδάφιο της ίδιας διατάξεως κατοχυρώνει την θρησκευτική ισότητα, έκφραση της οποίας είναι το δικαίωμα του καθενός να απολαύει, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, το σύνολο των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη, τόσο ατομικών και πολιτικών όσο κοινωνικών, όπως το δικαίωμα της παιδείας. Η κατά τα άνω κατοχυρούμενη ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, με την οποία προστατεύεται προεχόντως το ενδιάθετο φρόνημα του ατόμου αναφορικά με το θείο από κάθε κρατική επέμβαση, είναι απαραβίαστη και υπόκειται μόνο στους περιορισμούς της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, περιλαμβάνει δε, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του (ΣΕ 2280-2285/2001 πλήρ. Ολομ. σκ. 9). Επομένως, κανένας (άρα ούτε οι μαθητές ή οι γονείς των, βλ. ΕΔΔΑ 16.10.2010, Grzelak, σκ. 87, 92, 100) δεν μπορεί να εξαναγκασθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, να αποκαλύψει, αμέσως ή εμμέσως, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του (σκ. 9-10). Διάφορο δε είναι το ζήτημα της οικειοθελούς προς τις κρατικές αρχές γνωστοποιήσεως του θρησκεύματος του ατόμου για την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας (όπως η μη εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων για λόγους αντιρρήσεων συνειδήσεως, ή η ίδρυση θρησκευτικών ενώσεων). Το άρθρο 3 Συντ., το οποίο αφορά τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας και υπόκειται σε αναθεώρηση, αναφέρεται απλώς στο πραγματικό γεγονός ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού ασπάζεται το θρήσκευμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, περιλαμβανόμενο δε στα ελληνικά συντάγματα από την Επανάσταση και εξής ετέθη και στο Σύνταγμα του 1975 κυρίως για λόγους ιστορικούς (βλ. Πρακτ. Ολομ. Συντ., σ. 402). Η διάταξη αυτή έχει περιορισμένο κανονιστικό περιεχόμενο, συναπτόμενο ιδίως με τον καθορισμό επίσημων θρησκευτικών αργιών (βλ. ΣΕ 100/2017 Ολομ.) κ.λπ., και δεν επηρεάζει την άσκηση του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, ούτε εισάγει προνομιακή μεταχείριση υπέρ των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Τούτο άλλωστε θα αντέβαινε και στην ειδική διάταξη του άρθ. 13 παρ. 1, που επιβάλλει την ίση μεταχείριση στην απόλαυση και των ατομικών κ.λπ. δικαιωμάτων ανεξάρτητα από θρησκευτικές πεποιθήσεις (ΣΕ 2280-2285/2001 πλ. Ολομ., σκ. 10). Ομοίως δεν επηρεάζει την άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Σύνταγμα η επίκληση της Αγίας Τριάδος στην προμετωπίδα του Συντάγματος, η οποία τέθηκε ομοίως για ιστορικούς λόγους και έχει περιορισμένη κανονιστική επιρροή, αντίστοιχη με αυτή του άρθρου 3 παρ. 1 (πρβλ. απόφαση της 26.9.1990 του Ομοσπ. Δικαστηρίου της Ελβετίας, BGE 116 Ia S 252, 258, σκ. 5, το Σύνταγμα της οποίας περιλαμβάνει αντίστοιχη προμετωπίδα). Εξ άλλου, όπως κρίνει παγίως το ΕΔΔΑ, η ελευθερία της σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας (άρθ. 9 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), είναι ένα από τα θεμέλια μιας «δημοκρατικής κοινωνίας» κατά την έννοια της Συμβάσεως. «Όσον αφορά την θρησκευτική της διάσταση, είναι ένα από τα ζωτικότερα στοιχεία που συνιστούν την ταυτότητα των πιστών και την αντίληψή τους για τη ζωή, αλλά είναι επίσης ένα πολύτιμο στοιχείο για τους άθεους, τους αγνωστικιστές, τους σκεπτικιστές και τους αδιάφορους. Είναι προϊόν του πλουραλισμού, ο οποίος κατακτήθηκε ακριβά ανά τους αιώνες, που δεν μπορεί να διαχωρισθεί από μια τέτοια κοινωνία. Η ελευθερία αυτή συνεπάγεται, ιδίως, την ελευθερία ενός προσώπου να ασπάζεται ή όχι μία θρησκεία και την ελευθερία να ασκεί ή όχι τα θρησκευτικά του καθήκοντα» (βλ. αποφ. ΕΔΔΑ της 25.3.1993, Κοκκινάκης κατά Ελλάδος, σκ. 31, της 18.2.1999, Buscarini κατά Αγίου Μαρίνου, σκ. 34, 3.10.2010, Π.Δ. κατά Ελλάδος, σκ. 76, κ.ά.), καθώς και να αλλάξει θρησκευτικές πεποιθήσεις συν τω χρόνω (ΕΔΔΑ Grzelak σκ. 93). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθ. 16 παρ. 2 Συντ., ως «ανάπτυξη εθνικής συνείδησης» νοείται η συνειδητοποίηση της συμμετοχής στην εθνική κοινότητα που προσδιορίζεται διαχρονικά ως ελληνική, με κριτήρια προεχόντως πολιτιστικά και γλωσσικά. Ο όρος «θρησκευτική συνείδηση», αυτόθι, παραπέμπει στον ταυτόσημο όρο “θρησκευτική συνείδηση” του άρθ. 13 παρ. 1 Συντ., και όχι στον διαφορετικό όρο “επικρατούσα θρησκεία” του άρθ. 3 Συντ., δεδομένου άλλωστε ότι αν ήθελε αυτό ο συνταγματικός νομοθέτης θα το όριζε ρητώς. Ως «ανάπτυξη» δε θρησκευτικής συνείδησης νοείται η εξοικείωση των μαθητών με το θρησκευτικό φαινόμενο στην ιστορική του πορεία και στη σύγχρονη πραγματικότητα, με έμφαση πάντως στην παρουσίαση των διδαγμάτων και των αρχών της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, δηλαδή της “επικρατούσας” θρησκείας με την ανωτέρω έννοια. Σημαίνει δε την εσωτερική και μη υποκείμενη σε εξωτερική χειραγώγηση στάση του μαθητή αναφορικά με το θείο, και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το δικαίωμα του μαθητή, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του (βλ. ΕΔΔΑ 11.9.2006, Konrad), να ασπάζεται ή όχι συγκεκριμένο θρήσκευμα, να αλλάξει θρήσκευμα ή να είναι άθρησκος. Συνεπώς η ανάπτυξη «εθνικής συνείδησης» κατά το Σύνταγμα δεν εξαρτάται από την καλλιέργεια «θρησκευτικής συνείδησης» ούτε από την πίστη σε συγκεκριμένο θρήσκευμα, διότι (ελληνική) εθνική συνείδηση μπορεί απολύτως να έχουν και όσοι ασπάζονται διαφορετικό ή δεν ασπάζονται κανένα θρήσκευμα. Η άποψη αυτή ενισχύεται και εκ του ότι το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού ως στοιχείου της παιδείας (άρθ. 16 Συντ. 1952, 17 Συντ. 1968, 1973) εγκαταλείφθηκε σαφώς από το Συντ. 1975. Εξ άλλου, το άρθ. 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ στην 1η φράση κατοχυρώνει το δικαίωμα παντός προσώπου στην εκπαίδευση, στην δε 2η φράση το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους. Όπως έχει κριθεί, η ανωτέρω 2η φράση «πρέπει να αναγιγνώσκεται υπό το φώς όχι μόνο της πρώτης φράσης …, αλλά επίσης, ιδίως, του άρθ. 9 της Συμβάσεως το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας, περιλαμβανομένης της μη προσχώρησης σε κάποια θρησκεία, και επιβάλλει στα συμβαλλόμενα κράτη ένα καθήκον “ουδετερότητας και αμεροληψίας”» (ΕΔΔΑ Lautsi κλπ 18.3.2011 (ευρ. σύνθ.), σκ. 60 κ.ά.). Εν όψει τούτων, από το συνδυασμό των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 13 παρ. 1 και 16 παρ. 2 του Συντάγματος και 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ [βλ. και άρθ. 18 παρ. 1-3 του Δ/νούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), ν. 2462/1997 (Α΄ 25), και 3 παρ. 1, 12 παρ. 1-2, 14 παρ. 1-3 της Δ/νούς Συμβάσεως για τα δικαιώματα του παιδιού (ΔΣΔΠ), ν. 2101/1992 (Α΄ 192)], συνάγεται ότι υποκείμενο του δικαιώματος της παιδείας και της εκπαίδευσης είναι τόσο οι Έλληνες, ήτοι οι κεκτημένοι την ελληνική ιθαγένεια (βλ. ΣΕ 3317/2014 Ολομ.), όσο και οι νομίμως ευρισκόμενοι στην Ελλάδα αλλοδαποί, στο πλαίσιο των υπαρχουσών εκπαιδευτικών δομών και των διατιθέμενων μέσων (ΕΔΔΑ 23.7.1968, Affaire linguistique Belge, σκ. Β.3). Η κατ’ άρθ. 16 παρ. 2 Συντ. «ανάπτυξη» θρησκευτικής συνειδήσεως επιτυγχάνεται μέσω της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στα δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια βάσει του οικείου προγράμματος σπουδών. Για τη διαμόρφωση του εν λόγω προγράμματος και την επιλογή της διδακτέας ύλης, που αποτελούν αμιγώς κρατικές αρμοδιότητες, ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Η ευχέρεια αυτή οριοθετείται από τις μνημονευθείσες αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις που καθορίζουν τους σκοπούς της εκπαίδευσης, μεταξύ των οποίων προέχων είναι η «διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών» που προϋποθέτει την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και τη σφαιρική προσέγγιση της διδακτέας ύλης, και κατοχυρώνουν την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας και του δικαιώματος πληροφόρησης, φορέας της οποίας είναι αυτοτελώς και το παιδί (βλ. ΕΔΔΑ 7.12.1976, Kjeldsen σκ. 52), καθώς και το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την θρησκευτική και ηθική αγωγή των παιδιών τους σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους. Οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν στους γονείς δικαίωμα να αξιώνουν από το Κράτος την οργάνωση διδασκαλίας συγκεκριμένου περιεχομένου (ΕΔΔΑ 10.1.2017, Osmanoğlu, σκ. 92-95, 18.3.2011 Lautsi κλπ (Ευρ. Σύνθ.) σκ. 60, 72). Σε περίπτωση δε συγκρούσεως του συμφέροντος του παιδιού και των πεποιθήσεων των γονέων υπερτερεί το συμφέρον του παιδιού (Osmanoğlu, σκ. 95, 97, 105, 27.4.1999 Martins Casimiro (παραδ.), 18.12.1996 Βαλσάμης σκ. 37, 18.12.1986, Johnston, σκ. 63, 30.11.2004 Bulski, Kjeldsen σκ. 54). Από αυτά παρέπεται ότι το Κράτος κατά τη διαμόρφωση του σχολικού προγράμματος, περιλαμβανομένου του μαθήματος των θρησκευτικών, που απευθύνεται σε όλους αδιακρίτως τους μαθητές και όχι μόνο στους ορθόδοξους χριστιανούς, όπως δέχεται η πλειοψηφία, δεν επιτρέπεται να επιβάλλει συγκεκριμένη κοσμοθεωρία ως την μόνη αποδεκτή ή αληθινή, αλλά οφείλει, τηρώντας την αρχή της ουδετερότητας και της αμεροληψίας (προαναφ. Lautsi σκ. 60, 72, 10.11.2005 Leyla Sahin, σκ. 107), να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι μαθητές να διαμορφώσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να επιλέξουν κριτικά την κοσμοαντίληψη της αρεσκείας τους. Ειδικότερα, το πρόγραμμα θρησκευτικής εκπαίδευσης μπορεί μεν να περιλαμβάνει “πληροφορίες ή γνώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα”, πλην η μετάδοση των γνώσεων αυτών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν την επικρατούσα θρησκεία, πρέπει να είναι “αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική” και “να μην επιδιώκει κατηχητικό σκοπό” (ΕΔΔΑ προαναφ. Kjeldsen σκ. 53, 29.6.2007 Folgerø σκ. 84, Grzelak σκ. 104, Osmanoglu σκ. 91, βλ. και Σύσταση 1720/2005 της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης ως και κατευθυντήριες γραμμές του Τολέδο (2007) που υιοθέτησε ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ)). Εν όψει τούτων, κατά το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις που προαναφέρθηκαν ο νομοθέτης ουδόλως υποχρεούται να προσδώσει στο μάθημα των θρησκευτικών ομολογιακό χαρακτήρα, ενώ απαγορεύεται να προσδώσει κατηχητικό χαρακτήρα, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε όχι με “ανάπτυξη” θρησκευτικής συνειδήσεως με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά με “επιβολή” θρησκευτικής συνειδήσεως συγκεκριμένου περιεχομένου, όπερ αντίκειται στις αρχές της θρησκευτικής ουδετερότητας και της πολυφωνίας που διέπουν την παροχή της εκπαίδευσης από το Κράτος και αποστερεί από τον μαθητή το δικαίωμα να επιλέξει και να διαμορφώσει κριτικά ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητάς του και της αντίληψής του για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Και ναι μεν οι κείμενες διατάξεις παρέχουν τη δυνατότητα απαλλαγής του μαθητή από μάθημα που αντίκειται στις θρησκευτικές πεποιθήσεις αυτού ή των γονέων του (υπό την προϋπόθεση ότι με τη σχετική αίτηση ο ενδιαφερόμενος δεν υποχρεώνεται να δηλώσει αμέσως ή εμμέσως ότι έχει ή δεν έχει θρησκευτικές πεποιθήσεις, προαναφ. απόφ. Grzelak 92-100 κ.ά.), πλην η άσκηση της δυνατότητας αυτής αποτελεί έσχατο μέτρο διότι, όταν ιδίως δεν προβλέπεται εναλλακτικό μάθημα, όπως στην Ελλάδα, ο μαθητής αποστερείται της θρησκευτικής εκπαίδευσης κατά παράβαση του άρθ. 16 παρ. 2 Συντ., ενώ η απαλλαγή δημιουργεί στεγανά μεταξύ των μαθητών και ενισχύει το αίσθημα του αποκλεισμού εις βάρος του ομαδικού πνεύματος που πρέπει να καλλιεργεί το σχολείο, της ενσωμάτωσης στο σχολικό περιβάλλον και της κοινωνικοποίησης του παιδιού (βλ. προαναφ. απόφ. Osmanoglu, σκ. 96, 103). Ακριβώς δε αυτόν το σκοπό υπηρετεί ένα μάθημα θρησκευτικών πολυφωνικό και αξιολογικά ουδέτερο κατά τα εκτεθέντα (βλ. ΕΔΔΑ (παραδ.) 6.10.2009 Appel-Irrgang). Οίκοθεν εξ άλλου νοείται ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να συμπληρώσουν τις γνώσεις και τη θρησκευτική τους αγωγή εκτός του σχολείου, όπως στην οικογενειακή εστία, ή στο κατηχητικό (βλ. προαναφ. αποφ. Folgerø, σκ. 88-89, Kjeldsen, σκ. 50-54, Konrad κ.ά.). Συνεπώς, κατά την αυτή γνώμη, δύναται ο νομοθέτης, κατά τη σχετική ευρεία διακριτική ευχέρεια που του παρέχει το Σύνταγμα, να προσδώσει στο μάθημα των θρησκευτικών θρησκειολογικό περιεχόμενο, με την κατάλληλη έμφαση στην ιστορία, το ρόλο και τις αρχές της επικρατούσας θρησκείας, και να το εμπλουτίσει με στοιχεία λογοτεχνικά, κοινωνιολογικά, λαογραφικά, φιλοσοφικά καθώς και ιστορίας της Τέχνης, για την οποία η θρησκευτικότητα αποτέλεσε ανέκαθεν σημαντική πηγή έμπνευσης. Το περιεχόμενο μάλιστα αυτό ανταποκρίνεται πληρέστερα προς τις επιταγές που απορρέουν από τα άρθρα 5 παρ. 1, 13 παρ. 1 και 16 παρ. 2 του Συντάγματος και τις διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που προαναφέρθηκαν (ΠΕ 347/2002). Η αντίθετη άποψη δεν ευρίσκει έρεισμα στις μνημονευθείσες διατάξεις ούτε στο άρθ. 4 του Συντ. περί ισότητας, από την άποψη ίσης μεταχείρισης με τους μαθητές της μουσουλμανικής μειονότητας, του καθολικού δόγματος και της εβραϊκής κοινότητας, διότι αυτοί διέπονται από ειδικές διατάξεις ή διεθνείς συμβάσεις λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες τελούν, ή ανήκουν σε θρησκευτικές μειονότητες, για τις οποίες κατά τα διεθνή νόμιμα επιτρέπονται θετικές διακρίσεις, και συνεπώς δεν υφίσταται ομοιότητα καταστάσεων. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ζητήματος αν θεμιτώς οι σχετικές με την εκπαίδευση των μαθητών αυτών διατάξεις προβλέπουν μάθημα θρησκευτικών αποκλειστικά περιορισμένο στα οικεία δόγματα, ήτοι κατ’ ουσίαν κατηχητικού χαρακτήρα. Επίσης μειοψήφησε ο Σύμβουλος Μιχ. Πικραμένος, κατά την γνώμη του οποίου το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος που αναγορεύει την παιδεία σε βασική αποστολή του κράτους και έχει ως πρωταρχικό σκοπό τη διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών και την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης, πρέπει να ερμηνευθεί συστηματικά σε συνδυασμό με τις ακόλουθες, μη αναθεωρητέες κατά το άρθρο 110 παρ. 1 του Συντάγματος, διατάξεις: α) του άρθρου 13 παρ. 1 που καθιερώνει το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και ειδικότερα στο μεν πρώτο εδάφιο το απαραβίαστο της θρησκευτικής συνείδησης στο δε δεύτερο εδάφιο την αρχή της θρησκευτικής ισότητας, έκφραση της οποίας είναι το δικαίωμα καθενός να απολαύει, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, το σύνολο των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα στην παιδεία. Σύμφωνα με την αρχή της θρησκευτικής ισότητας απαγορεύεται η θέσπιση προνομίων υπέρ προσώπων που πρεσβεύουν συγκεκριμένες θρησκευτικές αντιλήψεις και επομένως απαγορεύεται, μεταξύ άλλων, η προνομιακή μεταχείριση των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, β) του άρθρου 5 παρ. 1 που κατοχυρώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, γ) του άρθρου 2 παρ. 1 που ορίζει ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, δ) του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 που καθιερώνει τη δημοκρατική αρχή. Εντός του ως άνω συνταγματικού πλαισίου ο βασικός προσανατολισμός της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος είναι η διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών που ενστερνίζονται την αντίληψη ότι είναι αφενός άτομα τα οποία ασκούν τα δικαιώματά τους, μέσα σε ένα περιβάλλον ελευθερίας και ισότητας που συνιστούν θεμέλια της δημοκρατίας, και αφετέρου μέλη μιας ανοιχτής και πλουραλιστικής κοινωνίας που κατανοούν και σέβονται τα δικαιώματα των άλλων. Επί τη βάσει των ανωτέρω, το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά το μέρος που θέτει ως σκοπό της παιδείας την ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης, η οποία είναι διαφορετική από την εθνική ελληνική συνείδηση (η ανάπτυξη της οποίας καθιερώνεται επίσης στο άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος) που μπορεί να έχουν πρόσωπα διαφορετικών θρησκειών ή άθεοι, επιτάσσει θρησκειολογικό προσανατολισμό της θρησκευτικής εκπαίδευσης δεδομένου ότι ως θρησκευτική συνείδηση νοείται το ενδιάθετο φρόνημα του ανθρώπου σχετικά με τη φυσική ή μεταφυσική θεώρηση του κόσμου σε αναφορά ιδίως με το “θείο”, το δε περιεχόμενο της θρησκευτικής συνείδησης μπορεί να είναι σε ό,τι αφορά το “θείο”, είτε θετικό -μορφοποιημένο ή μη σε ορισμένο θρήσκευμα- είτε αρνητικό. Στο μάθημα των θρησκευτικών με θρησκειολογικό προσανατολισμό επιδιώκεται ιδίως: α) η γνώση της ιστορίας και των βασικών αρχών των σημαντικότερων θρησκειών και του αθεϊσμού, β) η απόκτηση από τους μαθητές των απαραίτητων γνώσεων και ικανοτήτων ώστε να μπορούν να αντιπαρατεθούν τόσο στο θρησκευτικό φανατισμό όσο και στις διακρίσεις εις βάρος εκείνων που πρεσβεύουν άλλες θρησκείες ή είναι άθεοι, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου φιλοσοφικού, ανθρωπολογικού και θρησκευτικού προβληματισμού που καλλιεργεί την κριτική αυτογνωσία και τον σεβασμό προς τον άλλο. Εξάλλου, η θρησκειολογική εκπαίδευση δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ως επικρατούσα θρησκεία αυτή της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, διότι στο πλαίσιο του μαθήματος αποδίδεται σε αυτήν ιδιαίτερη τιμή και σεβασμός, ενώ της δίδεται η ευκαιρία να δοκιμαστεί στο πεδίο της διαμόρφωσης της συνείδησης του νέου ανθρώπου συγκρινόμενη με τις άλλες θρησκείες και την αθεΐα δείχνοντας τη δύναμη και τον πλούτο των αρχών και των ιδεών της. Υπό αυτό το περιεχόμενο το μάθημα των θρησκευτικών υπηρετεί τον σκοπό της παιδείας, που είναι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και του αναστοχασμού, ο διάλογος, ο σεβασμός προς τους άλλους, και, τελικά, η διάπλαση ελευθέρων και υπεύθυνων πολιτών που έχουν μαθητεύσει σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα χωρίς την επιβολή ιδεολογικών κατευθύνσεων αλλά υπό συνθήκες ελευθερίας που πραγματώνουν το δικαίωμα αυτοκαθορισμού κάθε πολίτη και ενισχύουν το αίσθημα της ευθύνης του απέναντι στους άλλους. Ως εκ τούτου δεν νοείται απαλλαγή μαθητών από τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών με αυτούς τους προσανατολισμούς και το περιεχόμενο, διότι τούτο θα αντέβαινε στις θεμελιώδεις αρχές του φιλελεύθερου και δημοκρατικού πολιτεύματος που επιτάσσουν ελεύθερη διαμόρφωση της συνείδησης των πολιτών, χωρίς κρατική επιβολή απόψεων και καταναγκασμούς, στο πλαίσιο μιας πολυφωνικής κοινωνίας και θα οδηγούσε σε αποκλεισμό μαθητών από μαθήματα τα οποία συνιστούν την ουσία της παρεχόμενης από το κράτος παιδείας που είναι η διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών. Εξάλλου, αυτός ο προσανατολισμός της θρησκευτικής εκπαίδευσης δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 9 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει την ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας ως ένα από τα θεμέλια μιας «δημοκρατικής κοινωνίας» (ΕΔΔΑ της 3.10.2010, Π.Δ. κατά Ελλάδος, σκ. 76, της 25.3.1993, Κοκκινάκης κατά Ελλάδος, σκ. 31, της 18.2.1999, Buscarini κατά Αγίου Μαρίνου, σκ. 34 κ.ά.), διότι δεν επιβάλλει συγκεκριμένη κοσμοθεωρία ως την μόνη αποδεκτή ή αληθινή, αλλά τηρεί την αρχή της ουδετερότητας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι μαθητές να διαμορφώσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να επιλέξουν κριτικά την κοσμοαντίληψη της αρεσκείας τους, το δε περιεχόμενο του μαθήματος είναι αντικειμενικό, κριτικό και πλουραλιστικό χωρίς να επιδιώκει κατηχητικό σκοπό (ΕΔΔΑ 7.12.1976, Kjeldsen σκ. 53, 29.6.2007, Folgero σκ. 84).

18. Επειδή, μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, ο πρώτος βασικός νόμος που ρύθμισε τα θέματα οργανώσεως και διοικήσεως της γενικής εκπαιδεύσεως ήταν ο νόμος 309/1976 (Α΄ 100). Τα αναλυτικά προγράμματα που εκδόθηκαν με βάση τον νόμο αυτόν καθιέρωναν ως βασικό περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών τη διδασκαλία της Ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως [βλ. ενδεικτικά: τους σκοπούς και τη διδακτέα ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών για το Λύκειο π.δ. 373/1978 (Α΄ 79), τη διδακτέα ύλη του μαθήματος για την Α Τάξη του Λυκείου π.δ. 827/1979 (Α΄ 240), τη διδακτέα ύλη του μαθήματος για την Γ Τάξη του ημερήσιου Λυκείου γενικής κατευθύνσεως π.δ. 826/1979 (Α΄ 240), τον σκοπό και τη διδακτέα ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών της Γ΄ Τάξης Λυκείου γενικής κατεύθυνσης π.δ. 413/1984 (Α΄ 146)]. Επακολούθησε ο ν. 1566/1985 (Α΄ 167), με τον οποίο καταργήθηκε ο ως άνω νόμος 309/1976 και θεσπίσθηκαν οι κύριες διατάξεις για τη δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως. Ο νόμος αυτός περιέχει σαφείς αναφορές στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση [βλ. την εισηγητική του έκθεση, στην οποία γίνεται αναφορά στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση … «… Η εκπαίδευση έχει ως κύριο σκοπό τη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου και καθολικού ανθρώπου, σε σχέση με τον εαυτό του … σε σχέση με το Έθνος (ελληνικός πολιτισμός και παράδοση, ορθόδοξη χριστιανική παράδοση …»]. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: «1. Σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά. Ειδικότερα υποβοηθεί τους μαθητές: α) Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους πεποιθήσεως είναι απαραβίαστη, α) … β) … ε) … 2. Βασικοί συντελεστές για την επίτευξη των παραπάνω σκοπών είναι: α) … β) τα αναλυτικά προγράμματα, τα σχολικά βιβλία και τα λοιπά διδακτικά μέσα, καθώς και η σωστή χρήση τους, γ) … 3. … 4. …». Ακολούθως, εκδόθηκε ο ν. 2525/1997 (Α΄ 188), στο άρθρο 7 του οποίου ορίζονται τα εξής: «1. Στους βασικούς συντελεστές της εκπαίδευσης του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 1566/1985 προστίθεται η κατάρτιση Ενιαίου Πλαισίου Προγράμματος Σπουδών (Ε.Π.Π.Σ.), το οποίο προσδιορίζει τους στόχους της διδασκαλίας από το δημοτικό σχολείο μέχρι και το λύκειο και προδιαγράφει τα πλαίσια, μέσα στα οποία αναπτύσσεται το περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων. Το Ε.Π.Π.Σ. καταρτίζεται, ύστερα από γνώμη του Π.Ι., με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων». Περαιτέρω με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου του ν. 2525/1997 προβλέπεται ότι τα θέματα, μεταξύ άλλων, των άρθρων 4 παρ. 11 (περιπτώσεις ε΄, στ΄ και ζ΄), 5 παρ. 11 (περιπτώσεις β΄, γ΄, ζ΄ και η΄) και 8 παρ. 9 (περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, η΄ και θ΄) του ν. 1566/1985 ρυθμίζονται εφεξής με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από εισήγηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ενώ με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 7 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 60 του ν. 1566/1985 και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα διδακτικά βιβλία γράφονται με βάση τα αναλυτικά προγράμματα και τα προγράμματα σπουδών. Στη συνέχεια με τον ν. 3966/2011 (Α΄ 118) ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) (άρθρο 1) και καταργήθηκε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (άρθρο 21). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου αυτού: «Το Ι.Ε.Π. είναι επιτελικός επιστημονικός φορέας που υποστηρίζει το Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων στα θέματα που αφορούν την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς και τη μετάβαση από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. 2. Σκοπός του Ι.Ε.Π. είναι η επιστημονική έρευνα και μελέτη των θεμάτων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και η διαρκής επιστημονική και τεχνική υποστήριξη του σχεδιασμού και της εφαρμογής της εκπαιδευτικής πολιτικής στα θέματα αυτά. 3. Για την εκπλήρωση του σκοπού του, το Ι.Ε.Π. ασκεί, ιδίως, τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Γνωμοδοτεί ή εισηγείται, ύστερα από σχετικό ερώτημα του Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων ή αυτεπαγγέλτως, αντίστοιχα, για: αα) θέματα σχετικά με τη διαμόρφωση, το διαρκή εκσυγχρονισμό και τη βέλτιστη εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής σε όλους τους τύπους των σχολικών μονάδων, ββ) θέματα που αφορούν τα προγράμματα σπουδών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα σχολικά βιβλία και τα λοιπά διδακτικά μέσα. γγ) …». Με το δε άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4186/2013 (Α΄ 193) προσδιορίσθηκαν εκ νέου, ενδεικτικώς απαριθμούμενοι, οι σκοποί του γενικού λυκείου: «Σκοποί του Γενικού Λυκείου είναι ιδίως: α) Η παροχή γενικής παιδείας υψηλού επιπέδου, που θα συμβάλλει στην ισόρροπη γνωστική, συναισθηματική, πνευματική και σωματική ανάπτυξη όλων των μαθητών. β) … γ) Η καλλιέργεια της εθνικής, θρησκευτικής και πολιτισμικής μας κληρονομιάς αλλά και η προετοιμασία των νέων για την κοινωνία των ευρωπαίων πολιτών. δ) …» (βλ. και αντίστοιχο άρθρο 6 για τους σκοπούς του επαγγελματικού λυκείου).

19. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 42 παρ. 2 περ. α του νόμου 4186/2013 (Α΄ 192) [όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 45 του ν. 4264/2014 (Α΄ 118), με το άρθρο 43 του ν. 4351/2015 (Α΄ 164) και με το άρθρο 55 παρ. 6 του ν. 4386/2016 (Α΄ 83)] και 43 παρ. 2 εδ. ι του ως άνω νόμου [όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 45 του ν. 4264/2014 (Α΄ 118) και την παρ. 2 (β) του άρθρου 34 του ν. 4415/2016 (Α΄ 159)] και κατόπιν της 21/18.5.2017 πράξεως του Δ.Σ. του Ι.Ε.Π., καθορίσθηκε το πρόγραμμα σπουδών (Π.Σ.) του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Γενικό και Επαγγελματικό Λύκειο και ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Γενικοί σκοποί της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης στο Λύκειο. Ο σχεδιασμός του νέου Προγράμματος Σπουδών (ΠΣ) στα Θρησκευτικά Λυκείου λαμβάνει υπόψη: Τη γενική και την ειδική σκοποθεσία της Εκπαίδευσης, σύμφωνα με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, το οποίο απορρέει από το Σύνταγμα της Ελλάδας και τους βασικούς νόμους για την Εκπαίδευση και ειδικότερα το Λύκειο. Τις επιστημονικές προτάσεις της σύγχρονης θρησκειοπαιδαγωγι­κής, σε συνδυασμό με τις νέες θεωρίες μάθησης και διδακτικής μεθοδολογίας. Τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά των (μετ)εφήβων μαθητών, την προγενέστερη γνώση και τα μαθησιακά επιτεύγματά τους, τις εμπειρίες που κομίζουν από το περιβάλλον στο οποίο ζουν και επιπλέον τις προσδοκίες και τις ιδιαίτερες ανάγκες τους στο μαθησιακό πεδίο του Μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ). Το πλαίσιο οργάνωσης, τις παιδαγωγικές αρχές, τους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς καθώς και το σύστημα αξιολόγησης του Λυκείου. Τον εκπαιδευτικό προσανατολισμό και την ανάπτυξη των περιεχομένων του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου. Την επικρατούσα τοπική θρησκευτική παράδοση, ως θεμελιώδη πυλώνα του θρησκευτικού γραμματισμού των μαθητών και το ευρύτερο θρησκευτικό και πολιτισμικό πλαίσιο το οποίο την περιβάλλει. Τη συνθετότητα του σύγχρονου κοινωνικού και πολιτισμικού ιστού, όπως διαμορφώνεται σε τοπικό, ευρωπαϊκό και οικουμενικό επίπεδο και τις ειδικές μορφωτικές και εκπαιδευτικές ανάγκες που προκύπτουν από αυτή. Επομένως, οι σκοποί της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο Λύκειο είναι: α) Η ανάπτυξη της προσωπικής ταυτότητας, στην οποία συντελούν η θρησκευτικότητα και η κριτική κατανόησή της είτε κάποιος ακολουθεί μία θρησκεία είτε όχι. Η αντίληψη της αυτο-εικόνας και των ρόλων του εαυτού σε σχέση με τους άλλους είναι σημαντική στην εφηβεία και καθορίζει την ενήλικη ζωή. Η προσωπική ταυτότητα και η αφύπνιση της προσωπικότητας εξαρτάται από τη «θρησκευτική συνείδησή» του, την οποία καλλιεργεί ελεύθερα στο σχολείο κυρίως με τη θρησκευτική εκπαίδευση. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ηθική ανάπτυξη και η συμπεριφορά του εφήβου/της έφηβης, εφόσον η θρησκευτική εκπαίδευση συνιστά γνωριμία με το θρησκευτικό φαινόμενο στην πολυμορφία και πολυπλοκότητά του και συζητά κατά βάση τα ηθικά και υπαρξιακά ερωτήματα των εφήβων μαθητών/μαθητριών. Στη σύγχρονη θεώρηση της ταυτότητας του προσώπου φυσικά, η θρησκευτική ταυτότητα σχετίζεται και με την ηθική, αξιακή και την πολιτ-ι(εια)κή αγωγή, στις οποίες και η θρησκευτική εκπαίδευση στοχεύει. β) Η καλλιέργεια ανθρωπιστικής και Ελληνικής παιδείας. Η ανθρωπιστική παιδεία στην εκπαίδευση είναι ανάγκη να θεμελιώνεται σε μιαν ερμηνευτική αναζήτηση νοήματος του βίου. Να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάλυση της φύσης του νοήματος αυτού και στα μορφωτικά αγαθά που χρειάζεται να διερευνήσει και να ανακαλύψει ο μαθητής/η μαθήτρια ως απαραίτητη υποδομή για την ίδια του/της τη ζωή. Στο σημείο αυτό τέμνεται η σχέση της ελληνικής κοινωνίας με τη διαχρονική παράδοση και τον πολιτισμό της Ορθοδοξίας. γ) Ο θρησκευτικός γραμματισμός. Ο έφηβος/η έφηβη και στη συνέχεια ο/η ενήλικας δεν αρκεί να γνωρίζει κυριολεκτικά μόνο όρους, λέξεις και σύμβολα. Η γνώση του πλαισίου, το οποίο γεννά τις έννοιες και τις διαμορφώνει, αλλά και του πολιτισμικού φορτίου τους είναι η ουσία του θρησκευτικού γραμματισμού, ο οποίος στην εκπαίδευση αποτελεί μέρος του πολυγραμματισμού, δηλαδή της ικανότητας κατασκευής νοήματος σε διαφορετικά πολιτισμικά, κοινωνικά ή ειδικά συγκείμενα, καθώς και την ικανότητα χρήσης όχι μόνο αλφαβητικών αλλά και πολυτροπικών αναπαραστάσεων. Η γλώσσα και τα κείμενα δεν είναι ουδέτερα. Ο γραμματισμός επεκτείνεται σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα, γιατί υπάρχουν πολλοί τρόποι παραγωγής νοήματος, αλλά και συσχέτισης αυτών των νοημάτων. Με τον θρησκευτικό γραμματισμό ως ιδιαίτερο μέρος των πολυγραμματισμών, ο μαθητής/η μαθήτρια αποκτά τη δεξιότητα της λειτουργικής χρήσης αναπαραστάσεων, εννοιών, κρίσεων, γενικεύσεων, σχημάτων, εικόνων, συμβόλων, επικοινωνιακών μέσων, αφηγήσεων, νοημάτων και σημασιών. Έτσι επιτυγχάνει την κατανόηση των πάσης φύσεως κειμένων και μνημείων, την κριτική ανάλυση της γνώσης και τέλος τον μετασχηματισμό της, ώστε να νοηματοδοτήσει θρησκευτικά την πραγματικότητα και να αποκτήσει την ικανότητα να συμβάλει σε αυτήν. δ) Η κριτική θρησκευτικότητα με την έννοια της ολιστικής νοημοσύνης στην εκπαιδευτική διαδικασία στην οποία συμμετέχουν νους και καρδιά και η οποία διαμορφώνει ανθρώπους με «ζωηρή επιθυμία» για δικαιοσύνη και δημοκρατία. Εφόσον ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ον που πιστεύει, η θρησκευτική εκπαίδευση του παρέχει τις δυνατότητες “να πιστεύει καλά”. Και αυτό σημαίνει κριτικά (ελεύθερα, διερευνητικά, ενεργητικά, με σεβασμό στους άλλους, ειρηνικά, χωρίς ηθικισμό, φανατισμό και μισαλλοδοξία). Έτσι απομακρύνεται ο κίνδυνος του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Ο μαθητής/μαθήτρια χρειάζεται να έχει βασική πληροφόρηση και να ασκεί την κριτική σκέψη, ώστε να μπορεί να αποκωδικοποιεί τα στοιχεία, αρχικά της σύγχρονης ιστορίας, αλλά και γενικά της ιστορίας που σχετίζονται με θρησκευτικά ζητήματα, καθώς και να ερμηνεύει το παρελθόν και το παρόν του κόσμου στο οποίο ζει. Έτσι γίνεται ικανός/ή χωρίς να πρέπει να παραιτείται από τη βίωση της πίστης ως αλήθειας που εμπεριέχει ελπίδα, να σέβεται τους άλλους και όλο τον κόσμο. ε) Η γνωριμία και επικοινωνία με τον «άλλον». Ο μαθητής/μαθήτρια εξοικειώνεται με τον πλουραλιστικό χαρακτήρα της κοινωνίας στην οποία ζει, συνειδητοποιεί τα θρησκευτικά της στοιχεία, αλλά και την πολλαπλότητα της προσωπικής του/της ταυτότητας και την εξελικτική δυναμική της στις συλλογικές και κοινωνικές της εκφράσεις. … στ) Η κοινωνικοποίηση, όχι ως παθητική υιοθέτηση του κοινωνικού συστήματος, αλλά ως μία διαδικασία εξατομίκευσης, η οποία θεμελιώνεται στη σχέση ανάμεσα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και στην κοινωνική ένταξη. Το σχολείο είναι κοινότητα ολόπλευρης ζωής και γνώσης, κατεξοχήν εστία κοινωνικοποίησης. Το πρόσωπο δρα ενεργητικά στο περιβάλλον, … Η θρησκευτική εκπαίδευση αφορά όχι μόνο σε έναν καθοριστικό όρο του οικο-περιβάλλοντος του προσώπου (Εκκλησία, παράδοση, πολιτισμός, θρησκευτικές κοινότητες, τοπικές κοινωνίες, έθνος, προσωπική πίστη, πεποιθήσεις), αλλά δημιουργεί με αποτελεσματικό τρόπο τις κατάλληλες παιδαγωγικές προϋποθέσεις ανάπτυξης της προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας συγχρόνως, λόγω του περιεχομένου και της σημασίας της θρησκευτικής γνώσης. ζ) Η ανάπτυξη κοινότητας μάθησης … . Η θρησκευτική εκπαίδευση, με την παιδαγωγική και διδακτική μέθοδο αλλά και με το θεολογικό περιεχόμενό της, έχει πολλές δυνατότητες να εμπλαισιώσει ριζικά τη δημιουργία και καλλιέργεια κοινότητας, η οποία και ως έννοια σχετίζεται με την πίστη και την παράδοση του τόπου. … 2. Η δομή του νέου Προγράμματος Σπουδών. Η ανάπτυξη του νέου ΠΣ στα θρησκευτικά του Λυκείου, ακολουθεί ιεραρχικά την παρακάτω δομή: 1. Θεματικός προσανατολισμός της τάξης: Γενικός τίτλος. 2. Ειδικοί στόχοι της τάξης: Προσδιορίζουν αδρομερώς τις μαθησιακές επιδιώξεις σε κάθε τάξη. Βασίζονται στους γενικούς σκοπούς και στους παιδαγωγικούς και εκπαιδευτικούς άξονες του Λυκείου, τους οποίους υπηρετούν και εξειδικεύουν. 3. Θεματικές ενότητες της τάξης: Επιλεγμένες θεμελιώδεις θρησκευτικές έννοιες γύρω από τις οποίες συγκροτείται και αναπτύσσεται η μαθησιακή διαδικασία με βάση τους ειδικούς στόχους της τάξης. Κάθε βασική έννοια αποτελεί μια Θεματική Ενότητα (ΘΕ) και περιλαμβάνει πέντε (05) διδακτικά δίωρα. Στην Α΄ και τη Β΄ τάξη αντιστοιχούν από πέντε (05) βασικές έννοιες με πέντε διδακτικά δίωρα καθεμία (5×5 = 25), ενώ στη Γ΄ τάξη αντιστοιχούν τρεις (03) βασικές έννοιες με τέσσερα (04) διδακτικά δίωρα καθεμία (3×4 = 12). 4. Διδακτικές Ενότητες της τάξης: Σε κάθε διδακτικό δίωρο αναπτύσσεται μία επιμέρους έννοια που παράγεται απαγωγικά από τη βασική έννοια της ΘΕ, με βάση τις παιδαγωγικές έρευνες και γνώσεις για τη μέση εφηβεία, τη σχέση των νέων με τη θρησκεία και το επίπεδο του θρησκευτικού τους γραμματισμού. Τα διδακτικά αποτελέσματα και το περιεχόμενο κάθε διδακτικής ενότητας σχεδιάζονται για να νοηματοδοτήσουν θρησκευτικά την επιμέρους έννοια της διδακτικής ενότητας υπό το πρίσμα όμως της βασικής έννοιας. 5. Στο Πρόγραμμα Σπουδών για κάθε Διδακτική Ενότητα περιλαμβάνονται στις ανάλογες στήλες: • Τα βασικά προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα, τα οποία περιγράφουν (ή ορίζουν) όσα οι μαθητές/μαθήτριες θα πρέπει επαρκώς να γνωρίζουν ή να κάνουν (γνώσεις, δεξιότητες, στάσεις) μετά το τέλος του μαθήματος. • Τα βασικά κριτήρια αξιολόγησης της μαθησιακής διαδικασίας. • Η μέθοδος διδασκαλίας (βιωματική ή διερευνητική) και η αντίστοιχη θεματολογία των δραστηριοτήτων για κάθε στάδιό της. Η μέθοδος διδασκαλίας, οι δραστηριότητες και το εκπαιδευτικό υλικό προσδιορίζονται αναλυτικότερα στον Οδηγό Εκπαιδευτικού». Ακολουθούν πίνακες στους οποίους περιγράφεται το πρόγραμμα σπουδών (Π.Σ.) για κάθε τάξη. Ειδικότερα, στους πίνακες αυτούς ως “ειδικοί στόχοι” της Α΄ Τάξεως Λυκείου αναφέρονται οι εξής: “Οι μαθητές/μαθήτριες: 1. Να διερευνήσουν τη θρησκευτικότητα και ιδιαίτερα τη λατρεία ως συστατικό στοιχείο της ορθόδοξης χριστιανικής Εκκλησίας. 2. Να μελετήσουν την επιρροή του θρησκευτικού γεγονότος στη διαμόρφωση της σύγχρονης πολιτισμικής πραγματικότητας των νέων. 3. Να ερευνήσουν τη θρησκευτική διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και της ατομικής και συλλογικής ευθύνης στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. 4. Να προσεγγίσουν ηθικά διλήμματα και προκλήσεις με θρησκευτικό περιεχόμενο και να τοποθετηθούν προσωπικά σε σχέση με αυτά. 5. Να αντιληφθούν τη θρησκευτική και ιδιαίτερα την ορθόδοξη χριστιανική οπτική για την ύπαρξη του κακού και τις επιπτώσεις του στη ζωή τους. 6. Να καλλιεργήσουν κοινωνικές δεξιότητες στο πλαίσιο της μαθησιακής κοινότητας και να συνειδητοποιήσουν τη σημασία που έχει ο διάλογος, η συνεργασία και η αλληλεγγύη. 7. Να καλλιεργήσουν δεξιότητες και στάσεις επικοινωνίας, σεβασμού και αποδοχής με απώτερο στόχο τη δημιουργία αυθεντικών σχέσεων”, ενώ το πρόγραμμα για την Α΄ Τάξη Λυκείου διαρθρώνεται στις εξής πέντε θεματικές ενότητες (5 δίωρα η καθεμιά): 1. “άνθρωπος/πρόσωπο (με τις εξής διδακτικές ενότητες: αναζήτηση του Θεού, αυτογνωσία, επικοινωνία, ήθος, αγιότητα), 2. θρησκευτικότητα (με τις εξής διδακτικές ενότητες: πίστη, λατρεία, προσευχή, γιορτή, σωτηρία), 3. κοινότητα (με τις εξής διδακτικές ενότητες: εκκλησία, ευχαριστία, ενότητα, ταυτότητα, όρια/νόμος), 4. αξίες (με τις εξής διδακτικές ενότητες: ελευθερία, αγάπη, δικαιώματα, ισότητα, ευθύνη), 5. κακό (με τις εξής διδακτικές ενότητες: αμαρτία, θάνατος, αδικία, φανατισμός, υποδούλωση/εξάρτηση”). Ως “ειδικοί στόχοι” της Β΄ Τάξεως Λυκείου αναφέρονται οι εξής: “Οι μαθητές/μαθήτριες: 1. Να ανακαλύψουν απαντήσεις του χριστιανισμού σε κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, τον κόσμο και τον συνάνθρωπο. 2. Να διερευνήσουν αντιλήψεις και στάσεις, οι οποίες έχουν αφετηρία θρησκευτικές πεποιθήσεις για τον Θεό, τον κόσμο και τον άνθρωπο, στο περιβάλλον τους και στον εαυτό τους. 3. Να προσεγγίσουν κριτικά τον ρόλο των θρησκειών στη διαμόρφωση πεποιθήσεων, ιδεολογιών, αξιών και στερεοτύπων σε ομάδες και πρόσωπα. 4. Να εξετάσουν τα χριστιανικά κριτήρια σε ηθικά ζητήματα που αφορούν στη ζωή και στη συνύπαρξη. 5. Να διαπιστώσουν την ανάγκη για συνύπαρξη, αλληλογνωριμία, καταλλαγή και συνεργασία μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές ή χωρίς θρησκευτικές πεποιθήσεις. 6. Να αναπτύξουν επικοινωνιακές και κοινωνικές δεξιότητες στο πλαίσιο της μαθησιακής κοινότητας σε επίπεδο θρησκευτικό, υπαρξιακό, αξιακό και ηθικό, ενώ το πρόγραμμα για τη Β΄ Τάξη Λυκείου διαρθρώνεται στις εξής πέντε θεματικές ενότητες (5 δίωρα η καθεμιά): “1. Θεός (με τις εξής διδακτικές ενότητες: αποκάλυψη, δημιουργία, βίωμα, λύτρωση, αθεΐα) 2. Θρησκεία (με τις εξής διδακτικές ενότητες: ιερότητα, ανταμοιβή, παράδοση, μύηση, ιεροσύνη/ιερατείο) 3. Κοινωνία (με τις εξής διδακτικές ενότητες: πολίτης, στερεότυπα, πολυπολιτισμικότητα, διάλογος, εκκοσμίκευση) 4. Πολιτισμός (με τις εξής διδακτικές ενότητες: γλώσσα, μύθος, έκφραση, ιστορία, οικουμενικότητα) 5. Ηθική (με τις εξής διδακτικές ενότητες: βιοηθική, έρωτας, ζωή, συγχώρηση, ετερότητα). Τέλος, ως “ειδικούς στόχους της Γ΄ Τάξεως Λυκείου” αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση τους εξής: “Οι μαθητές/μαθήτριες: 1. Να ανιχνεύσουν τις θρησκευτικές και ηθικές παραμέτρους σύγχρονων κοινωνικών, επιστημονικών και ηθικών ζητημάτων. 2. Να ανακαλύψουν τη θέση και τον ρόλο του χριστιανισμού και των θρησκειών απέναντι σε προβλήματα και προκλήσεις της σύγχρονης κοινωνίας σε παγκόσμια και τοπική διάσταση. 3. Να διερευνήσουν τη σύνδεση του χριστιανικού οράματος για τη μεταμόρφωση της ζωής και του κόσμου με τη σύγχρονη διανόηση και τον πολιτισμό. 4. Να προσεγγίσουν κριτικά τις συλλογικές απόψεις και να εκφράσουν τις προσωπικές θέσεις με επιχειρήματα.”, ενώ το πρόγραμμα για τη Γ΄ Τάξη Λυκείου διαρθρώνεται στις εξής τρεις θεματικές ενότητες: “1. Διλήμματα (με τις εξής διδακτικές ενότητες: επιστήμη, τεχνολογία, γενετική, οικολογία) 2. Προκλήσεις (με τις εξής διδακτικές ενότητες: πλούτος, εργασία, συμβίωση, επανάσταση) 3. Όραμα (με τις εξής διδακτικές ενότητες: ειρήνη, δικαιοσύνη, ευτυχία, μεταμόρφωση)”.

20. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην σκέψη 15, με την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών επιδιώκεται, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος, η ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως και, ως εκ τούτου, εν όψει και της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος περί θρησκευτικής ελευθερίας, η διδασκαλία του μαθήματος αυτού δεν μπορεί παρά να απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές. Από τους ειδικούς, όμως, στόχους και τις θεματικές ενότητες κάθε τάξης του προσβαλλόμενου προγράμματος σπουδών που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αλλά και από το περιεχόμενο κάθε θεματικής ενότητας από αυτές που παρατέθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο πρόγραμμα σπουδών -το οποίο απευθύνεται σε όλους εν γένει τους μαθητές και όχι μόνο στους ορθοδόξους- δεν αποβλέπει στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των ορθόδοξων χριστιανών μαθητών, στους οποίους κατά το Σύνταγμα πρέπει να απευθύνεται. Και τούτο διότι από το σύνολο της ύλης του μαθήματος των θρησκευτικών, όπως αυτή περιγράφεται στις θεματικές και διδακτικές ενότητες κάθε τάξης, προκύπτει ότι το αντικείμενο του μαθήματος αυτού στο Λύκειο δεν συνίσταται στη διδασκαλία των δογμάτων, των ηθικών αξιών, των παραδόσεων και του πνεύματος εν γένει της Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ώστε να αναπτύσσεται περαιτέρω, σε σχέση με την αντίστοιχη διδασκαλία στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, η ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση των μαθητών που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Πέραν δε τούτων, και από τους σκοπούς της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο Λύκειο που αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη σκέψη συνάγεται ότι το προσβαλλόμενο πρόγραμμα σπουδών είναι αποσυνδεδεμένο από τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, συνίσταται δε, προεχόντως, στη διδασκαλία διαφόρων ηθικών και κοινωνικών ζητημάτων που χαλαρά μόνον συνδέονται με ορθόδοξη χριστιανική θρησκευτική διδασκαλία ή είναι άσχετα ή και αντίθετα με αυτήν. Ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση: α) προς την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος (η οποία αποτελεί το βασικό νομικό θεμέλιο για τη ρύθμιση του επίμαχου ζητήματος), διότι, με το πρόγραμμα σπουδών που εισάγει για το Λύκειο δεν αποβλέπει, όπως ήδη εκτέθηκε, στον επιβεβλημένο από τη συνταγματική αυτή διάταξη σκοπό, την ανάπτυξη δηλαδή της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως των μαθητών που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, β) προς την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει ως απαραβίαστη την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές και να κατατείνει στην εμπέδωση και ενίσχυση της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεώς τους, γ) προς την διάταξη του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, διότι προσβάλλει το ευθέως καθιερούμενο από την διάταξη αυτή δικαίωμα των ανηκόντων στην επικρατούσα θρησκεία ορθόδοξων χριστιανών γονέων να διασφαλίσουν τη μόρφωση και εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις και δ) προς την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) και προς το άρθρο 14 (σε συνδυασμό με το άρθρο 9) της ΕΣΔΑ, διότι στερεί από τους μαθητές του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος το δικαίωμα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ενώ η νομοθεσία, όπως έχει εκτεθεί, προβλέπει για μαθητές ρωμαιοκαθολικούς, εβραίους και μουσουλμάνους της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης τη δυνατότητα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα της πίστεώς τους (όχι δε και τα δόγματα άλλων θρησκειών), μάλιστα δε από δασκάλους προτεινόμενους από την οικεία θρησκευτική κοινότητα (βλ. ΣτΕ 926/2018). Κατά την συγκλίνουσα ως προς το αποτέλεσμα γνώμη των Συμβούλων Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα και Σ. Μαρκάτη, οι ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης κανονιστικής απόφασης είναι ανίσχυρες, διότι από το περιεχόμενό τους, όπως έχει περιγραφεί, προκύπτει ότι η σχετική διδακτέα ύλη, απευθυνόμενη σε όλους εν γένει τους μαθητές, είναι τέτοια κατά το είδος και την έκτασή της, ώστε να κυριαρχεί η παροχή και επεξεργασία πληροφοριών και γνώσεων αναφορικά με το περιεχόμενο της θρησκείας εν γένει, των επί μέρους εκφάνσεών του στα διάφορα θρησκεύματα και των σχετικών συγκριτικών και γενικότερων προβληματισμών, σε τρόπο που να παραβιάζεται η, σύμφωνα με την γνώμη αυτή, συνταγματική υποχρέωση της διαμόρφωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης των Ελλήνων έτσι, ώστε να αποβλέπει προεχόντως στην μετάδοση του βιώματος του ιερού, αντλούμενου, κατά πρόσφορο τρόπο, από την χριστιανική ορθοδοξία. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Κ. Κουσούλης, Α. Χλαμπέα, Χ. Ντουχάνης και Ι. Σύμπλης, κατά τη γνώμη των οποίων, με τα δεδομένα που εκτίθενται στη σκέψη 17, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αντίκειται στις εξουσιοδοτικές διατάξεις ούτε στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος ή της ΕΣΔΑ, διότι διατηρεί την έμφαση στη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ επιτρεπτώς έχει εισαγάγει και άλλα (θρησκειολογικά, φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά κ.λπ.) στοιχεία πέραν της διδασκαλίας αυτής. Κατά τα λοιπά, το ειδικότερο περιεχόμενο των επίδικων αναλυτικών προγραμμάτων, τα οποία έχουν διαμορφωθεί με βάση τις αρχές και τις εξελίξεις της θεολογικής και της παιδαγωγικής επιστήμης, ανήκει στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του κανονιστικού νομοθέτη, ο οποίος διαθέτει σχετικώς ευρεία διακριτική ευχέρεια, κατά τα προαναφερθέντα στη σκέψη 17. Επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 16 παρ. 2 του Συντάγματος, 9 της ΕΣΔΑ και 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, των εξουσιοδοτικών διατάξεων, καθώς και υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδότησης. Εξάλλου, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της θρησκευτικής ισότητας (άρθρ. 4 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος) σε βάρος των ορθόδοξων μαθητών για τον λόγο ότι παρέχεται η δυνατότητα χωριστής διδασκαλίας άλλης θρησκείας ή δόγματος σε μαθητές που ανήκουν στη ρωμαιοκαθολική ομολογία ή στην ιουδαϊκή θρησκεία, σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 5 του ν. 4316/2016, ή σε μουσουλμάνους μαθητές είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως εάν χωρεί σύγκριση με τα μειονοτικά σχολεία των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, τα οποία διέπονται από ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς στηριζόμενο σε διεθνείς συμβάσεις, πάντως με τα ένδικα προγράμματα σπουδών οι ορθόδοξοι μαθητές εξακολουθούν να διδάσκονται κατά κύριο λόγο, στο πλαίσιο του μαθήματος των θρησκευτικών, τις αρχές και τις παραδόσεις της Ορθόδοξης Πίστης και, ως εκ τούτου, η παροχή, εν προκειμένω, της δυνατότητας χωριστής διδασκαλίας άλλης θρησκείας ή δόγματος σε αλλόθρησκους ή ετερόδοξους μαθητές δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Ομοίως μειοψήφησε ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης, κατά την γνώμη του οποίου, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στη σκ. 17, η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε μετά από γνωμοδότηση του Ι.Ε.Π. και αφού ελήφθησαν υπόψη οι απόψεις της Εκκλησίας, εμπνέεται από τις σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις, υπηρετεί τους σκοπούς της παροχής από το Κράτος θρησκευτικής εκπαίδευσης πολυφωνικής και αξιολογικά ουδέτερης και του σεβασμού της θρησκευτικής ετερότητας, απολύτως απαραίτητου σε μια εποχή έξαρσης του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, αντιμετωπίζει τον μαθητή ως έλλογο και αυτεξούσιο ον που δικαιούται να διαμορφώσει ελεύθερα και κριτικά τη θρησκευτική του συνείδηση, ενώ εξ άλλου παρουσιάζει επαρκώς τη διδασκαλία της Ορθοδοξίας, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και οι διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που παρατέθηκαν. Με το περιεχόμενο αυτό η προσβαλλομένη κινείται απολύτως εντός των ορίων των εξουσιοδοτικών διατάξεων, που είναι ερμηνευτέες σύμφωνα με τις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις. Και ναι μεν η προσβαλλομένη προβλέπει, παράλληλα με την διδασκαλία των δογμάτων και των αρχών της επικρατούσας θρησκείας, την παρουσίαση και άλλων θρησκευτικών απόψεων, καθώς και ορισμένων θεμάτων από τους χώρους της τέχνης, της λαογραφίας κλπ, μη απολύτως συναφών με την καθαυτό θρησκευτική διδασκαλία, και αποτελούντων ενδεχομένως αντικείμενο και άλλων μαθημάτων, πλην μόνο το γεγονός αυτό δεν καθιστά παράνομη και ακυρωτέα την προσβαλλομένη. Τούτο διότι η μεν παρουσίαση άλλων θρησκευτικών απόψεων επιβάλλεται για τη σφαιρική, πλουραλιστική και αμερόληπτη εκπαίδευση των μαθητών σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις, καθώς και την εξοικείωση με άλλες θρησκευτικές απόψεις (πρβλ. προαναφ. αποφ. Folgerø σκ. 88, 89, Osmanoglu σκ. 102, 103, Appel-Irrgang κ.ά.), η δε εισαγωγή των λοιπών στοιχείων είναι κατ’ αρχήν θεμιτή, διότι δεν νοούνται στεγανά μεταξύ των διδακτέων μαθημάτων, τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι πάντως ικανά, εξ απόψεως ποσότητας και ποιότητας, να προκαλέσουν σύγχυση στους μαθητές όσον αφορά το κύριο αντικείμενο του μαθήματος των θρησκευτικών. Επομένως οι αντίθετοι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ η περαιτέρω αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως και των παιδαγωγικών επιλογών της Διοικήσεως είναι απαράδεκτη και εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, ο οποίος εν προκειμένω είναι οριακός. Σε κάθε περίπτωση, επί τυχόν αποδοχής της αιτήσεως το ακυρωτικό αποτέλεσμα πρέπει να περιορισθεί στους αιτούντες, διότι αυτοί, εν όψει και της δυνατότητας απαλλαγής από μάθημα που κατά τις αντιλήψεις τους δεν ικανοποιεί πλήρως τις θρησκευτικές τους απόψεις, δεν προκύπτει ότι εκπροσωπούν ούτε όλους τους ορθόδοξους γονείς και μαθητές (οι οποίοι δεν συμμερίζονται αναγκαστικά τις απόψεις των αιτούντων) ούτε την Εκκλησία της Ελλάδος (η οποία δεν είναι αιτούσα στην παρούσα δίκη και η οποία μάλιστα σε άλλη αίτηση που συζητήθηκε κατά την ίδια δικάσιμο [Ε 2355/17] έχει ασκήσει παρέμβαση υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης). Μειοψήφησε επίσης ο Σύμβουλος Μιχ. Πικραμένος, κατά την γνώμη του οποίου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη στη σκέψη 17, από τους στόχους και το περιεχόμενο του προσβαλλόμενου προγράμματος σπουδών που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αλλά και από το περιεχόμενο κάθε θεματικής ενότητας, προκύπτει ότι το επίμαχο πρόγραμμα σπουδών κινείται εντός του συνταγματικού πλαισίου, καθώς απευθύνεται σε όλους τους μαθητές “είτε κάποιος ακολουθεί μία θρησκεία είτε όχι” και “συνιστά γνωριμία με το θρησκευτικό φαινόμενο στην πολυμορφία και πολυπλοκότητά του, συζητώντας, κατά βάση, τα ηθικά και υπαρξιακά ερωτήματα των εφήβων μαθητών/τριών”, όπως ρητώς αναφέρεται στο κείμενό του. Με το προσβαλλόμενο πρόγραμμα σπουδών δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην προβολή στοιχείων κοινών στη διδασκαλία τόσο της ορθόδοξης εκκλησίας όσο και άλλων χριστιανικών δογμάτων αλλά και θρησκειών και ένα μεγάλο μέρος της ύλης αναφέρεται σε θρησκευτικές και άλλες κοσμοθεωρήσεις, με σκοπό τη διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών μιας πλουραλιστικής και δημοκρατικής κοινωνίας που γνωρίζουν το περιεχόμενο των κυριότερων θρησκειών και εφοδιάζονται με τις απαραίτητες γνώσεις και πληροφορίες προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη σύγχρονη μάστιγα του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 16 παρ. 2, 13 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε προς τις διατάξεις των άρθρων 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ και 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

21. Επειδή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πρέπει να καταργηθεί η δίκη ως προς τους δύο πρώτους αιτούντες, περαιτέρω δε, ως προς τους λοιπούς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, να απορριφθεί δε η ασκηθείσα παρέμβαση.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Καταργεί τη δίκη ως προς τους αιτούντες Πέρσα Λαζάρου και Άγγελο Τσέρκα.

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση ως προς τους λοιπούς.

Ακυρώνει την 99058/Δ2/13.6.2017 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος Θρησκευτικά Γενικού και Επαγγελματικού Λυκείου» (Β΄ 2105/19.6.2017), σύμφωνα με το αιτιολογικό.

Απορρίπτει την παρέμβαση.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου και

Επιβάλλει συμμέτρως στο Δημόσιο και το παρεμβαίνον σωματείο τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, ως προς τους οποίους έγινε δεκτή η αίτηση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2018

Ο Προεδρεύων ΑντιπρόεδροςΗ Γραμματέας

Αθ. Ράντος Ελ. Γκίκα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2019.

Η Πρόεδρος Η Γραμματέας

Αικ. ΣακελλαροπούλουΕλ. Γκίκα

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.

Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.

Αθήνα, ……………………………………….

Η ΠρόεδροςΗ Γραμματέας

 


Συμβούλιο της Ευρώπης – Απόφαση Επιτροπής Υπουργών: Επίβλεψη εκτέλεσης αποφάσεων ΕΔΔΑ Bekir-Ousta κτλ. κατά Ελλάδας (τουρκικές ενώσεις)

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΕΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ

Αποφάσεις

CM/Del/Δεκ(2019)1355/H46-9

25 Σεπτεμβρίου 2019

1355η συνεδρίαση, 23-25 Σεπτεμβρίου 2019 (ΑΔ)

H46-12 Ομάδα αποφάσεων Bekir-Ousta κ.λπ. κατά Ελλάδας
(Προσφυγές υπ’ αριθ. 35151/05 κτλ)

Επίβλεψη της εκτέλεσης των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

Αποφάσεις

Οι Αναπληρωτές

1. υπενθυμίζοντας ότι οι υποθέσεις αυτές αφορούν παραβιάσεις του δικαιώματος της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι λόγω της άρνησης των εθνικών δικαστηρίων να εγγράψουν σωματεία και απόφασης που οδήγησε στη διάλυση ενός σωματείου·

Όσον αφορά τα ατομικά μέτρα

2. εκφράζουν τη λύπη τους για το γεγονός ότι, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι αρχές, ιδίως με την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του 2017, ένδεκα χρόνια μετά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, οι αιτήσεις των αιτούντων δεν έχουν ακόμη επανεξεταστεί από τα εθνικά δικαστήρια επί της ουσίας υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου · έτσι δύο από τα εν θέματι σωματεία παραμένουν μη εγγεγραμμένα και ένα διαλυμένο·

3. υπενθυμίζοντας ότι η υποχρέωση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 46 της Σύμβασης, να συμμορφώνεται αμέσως, πλήρως και αποτελεσματικά με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου αφορά και την ερμηνεία της εσωτερικής νομοθεσίας από τα εθνικά δικαστήρια, σημειώνουν με ανησυχία την απόφαση του Εφετείου Θράκης του 2018 που απορρίπτει για διαδικαστικούς λόγους, αίτημα επανεξέτασης της διαταγής διάλυσης της προσφεύγουσας ενώσεως στην υπόθεση Τουρκική Ένωση Ξάνθης και άλλοι· σημειώνουν επίσης με ανησυχία ότι ο Άρειος Πάγος δεν ήταν σε θέση να ορίσει την εκδίκαση πριν από τις 20 Μαρτίου 2020·

4. παροτρύνουν τις αρχές να λάβουν ταχέως όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε οι υποθέσεις των αιτουσών να εξετάζονται από τα εθνικά δικαστήρια αμέσως και με πλήρη και αποτελεσματική συμμόρφωση με το άρθρο 11 της Σύμβασης και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και να ενημερώνουν την Επιτροπή για όλα σχετικές εξελίξεις·

5. ζητούν από τις αρχές να παρέχουν τακτικά στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τις περαιτέρω εξελίξεις σε όλες τις εν εξελίξει διαδικασίες σχετικά με αυτή την ομάδα υποθέσεων·

Όσον αφορά τα γενικά μέτρα

6. παρατηρούν με βαθιά λύπη ότι η εγγραφή άλλου ενός σωματείου στην περιοχή της Θράκης απορρίφθηκε το 2017 με αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου για λόγους που είχαν ήδη επικριθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις αποφάσεις του του 2008 σχετικά με την παρούσα υπόθεση · παροτρύνουν τις αρχές να λάβουν πρόσθετα μέτρα, όπως η ευρεία διάδοση της νομολογίας του Δικαστηρίου και η συστηματική κατάρτιση των εγχώριων δικαστών σε όλα τις βαθμίδες, ώστε τα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την εγγραφή ή τη διάλυση σωματείων οι οποίες να ευθυγραμμίζονται πλήρως και αποτελεσματικά με τη νομολογία του Δικαστηρίου και κάλεσε τις αρχές να καρτούν ενήμερη την Επιτροπή για περαιτέρω εξελίξεις· εν προκειμένω σημείωσαν την πρόσφατη αποστολή μελών του Τμήματος Εκτέλεσης Αποφάσεων του ΕΔΔΑ στην Ελλάδα, κατά την οποία οι αρχές ανέλαβαν να εξετάσουν τα μέσα με τα οποία μπορούν να ενισχύσουν τη συστηματική διάδοση των αποφάσεων του Δικαστηρίου, ιδίως μέσω των υφιστάμενων δικτυακών τόπων που χρησιμοποιούνται από τους επαγγελματίες νομικούς, και να ενισχύσουν την κατάρτιση των μελών της δικαστικής εξουσίας σχετικά με τη Σύμβαση·

7. αποφάσισαν να επαναλάβουν την εξέταση αυτής της ομάδας υποθέσεων στη συνεδρίασή τους ΑΔ τον Ιούνιο 2020.

[Μετάφραση στα ελληνικά από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) από το αγγλικό πρωτότυπο διαθέσιμο εδώ

A strong statement from the European Humanist Federation in the OSCE

ehf

A strong statement from the EHF in the OSCE

Posted on the 25/09/19

European Humanist Federation’s Vice-President Kaya Bryx represented this year our organization during the 2019 Human Dimension Implementation Meeting of the OSCE (Organization for Security and Co-operation in Europe).

In a statement pronounced during the meeting, she commented  on the ODIHR publication “Freedom of Religion or Belief and Security: Policy Guidelines”, in which the authors try to define a reasonable middle ground between ensuring the fundamental right to freedom of thought, conscience and religion to all individuals on one hand, and answering the security concerns related to acts of violence and terrorism committed by some groups of people motivated by their beliefs, on the other hand.

On behalf of the EHF, Kaya Bryx endorsed the guiding principles from the Chapter 3 of the ODIHR Guidelines.

As a matter of fact, we are pleased to notice the following statements in the document:

  1. The freedom of religion or belief applies equally to men and women.
  2. The right to have no belief, the right to have a non-theistic or atheistic belief, and the right to change one’s belief are equally protected under the article 18 of the UDHR (which has often been misinterpreted by some of the religious organisations and politicians).

As Kaya Bryx told the participants, “in EHF we believe that ensuring freedom of religion or belief, as well as for other human rights and civil liberties is integral to ensuring security. We also believe that the only way to create conditions for a peaceful coexistence of several groups of people whose beliefs and whose needs (resulting from their beliefs) often contradict each other, is through establishing a secular legislation system which doesn’t favour any of these groups and ensures equal treatment and equal liberties to all of them: liberties which are not infinite, but which are all equally limited, to ensure respect to other citizens and their lifestances.

Therefore, we urge all the OSCE participating states to take immediate action towards developing secularism in their countries, as well as addressing the numerous issues of discrimination of non-believers and of minority religions. I can see here representatives of several states in which one state church or one majority religion is clearly privileged over others, where children are taught at public schools that only one religion gives correct answers to universal questions, where changing one’s belief is not possible or very hard, where criticising some beliefs is a common thing and criticising others is punishable by law. Let us also remember that discrimination is a wide phenomenon and that followers of minority religions are able and sometimes willing to discriminate too, in spite of being persecuted themselves. There are instances of intolerance between followers of different minority religions and persecutions of those individuals who have changed their belief and wish to escape their former religious community.

If only all the OSCE participating states decided to fully endorse “Freedom of Religion or Belief and Security: Policy Guidelines”, decided to work towards secularisation and remembered that the right to freedom of religion or belief is meant to protect individuals and not communities, our countries would soon become a better place to live”.

Περίληψη και κείμενα αποφάσεων Συμβουλίου Επικρατείας για αναγραφή θρησκεύματος σε απολυτήρια

23/09/2019


Πρόεδρος: κ. Αικατερίνη Σακελλαροπούλου

Εισηγητής: κ. Μαρλένα Τριπολιτσιώτη
Με τις 1759-1760/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκαν οι 92091/Δ2/5.6.2018 (Β’ 2087) και 92094/Δ2/5.6.2018 (Β’ 2089) αποφάσεις του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, κατά το μέρος που με αυτές προβλέφθηκε η αναγραφή του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του γυμνασίου αφ’ενός και του γενικού λυκείου αφ’ετέρου, διότι, όπως κρίθηκε, η υποχρεωτική ή προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στα έγγραφα αυτά συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος, του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, καθώς και διατάξεων της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων (του ν. 2472/1997 και του Γενικού Κανονισμού 2016/679).
Ειδικότερα, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε τα εξής:
α) Με το άρθρο 13 του Συντάγματος κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, το οποίο υπόκειται μόνο στους προβλεπόμενους από το ίδιο το Σύνταγμα περιορισμούς και περιλαμβάνει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης αφ’ενός και την ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων αφ’ετέρου, καθιερώνεται δε και η θρησκευτική ισότητα. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει, είτε αμέσως είτε εμμέσως, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του, ενώ καμία κρατική αρχή ή κρατικό όργανο δεν επιτρέπεται να αναζητούν το θρησκευτικό φρόνημα του ατόμου, πολύ δε περισσότερο να επιβάλλουν την εξωτερίκευση των εν λόγω πεποιθήσεων. Συνεπώς, η αναγραφή του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα, όπως εν προκειμένω το απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του γυμνασίου και του γενικού λυκείου (ή οι αστυνομικές ταυτότητες, όπως είχε, αντίστοιχα, κριθεί με τις αποφάσεις 2280-2286/2001 της Ολομέλειας του ΣτΕ), η οποία επιβάλλεται κατ’αρχήν ως υποχρεωτική με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος.
β) Περαιτέρω, η αναγραφή του θρησκεύματος στα ως άνω έγγραφα συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος, ακόμη και αν γίνεται με τη συγκατάθεση ή την πρωτοβουλία του μαθητή ή των γονέων του ή με την πρόβλεψη του σχετικού πεδίου στον τύπο του τίτλου, το οποίο μπορεί να παραμείνει κενό. Και τούτο, διότι η θρησκευτική ελευθερία περιλαμβάνει μεν το δικαίωμα του καθενός να εκδηλώνει ανεμπόδιστα το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει  πεποιθήσεις του, αλλά δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα των ατόμων να εκδηλώνουν τις πεποιθήσεις αυτές με την αναγραφή τους, όταν το επιθυμούν, και σε δημόσια έγγραφα, όπως οι προαναφερόμενοι τίτλοι σπουδών, οι οποίοι συνιστούν αποδεικτικά της φοίτησης, της επίδοσης και της ολοκλήρωσης ενός σταδίου εκπαίδευσης των μαθητών (και μάλιστα επιδεικνύονται σε κάθε αρχή και υπηρεσία και σε οποιονδήποτε ιδιώτη για την πιστοποίηση των σπουδών και των γνώσεων του κατόχου τους σε όλη τη διάρκεια του μετέπειτα βίου του) και όχι αποδεικτικά μη συναφών πληροφοριών, όπως είναι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις. Η αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια την προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας εκείνων των Ελλήνων που δεν θα επιθυμούσαν να εκδηλώσουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις με αυτόν τον τρόπο, αλλά θα αναγκάζονταν να τις αποκαλύψουν εμμέσως και οιονεί δημόσια, ενώ επιπλέον θα διαφοροποιούνταν παρά τη θέλησή τους από όσους ομολογούν τις εν λόγω πεποιθήσεις, αναιρώντας παράλληλα και τη θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους, όσον αφορά την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος. Πέραν τούτων, η αναγραφή του θρησκεύματος στο απολυτήριο και τους τίτλους σπουδών παρέχει και έδαφος ενδεχόμενων διακρίσεων, δυσμενών ή ευμενών, και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο προσβολής της θρησκευτικής ισότητας. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τους τίτλους σπουδών των ιδιωτικών σχολείων, οι οποίοι είναι ισότιμοι και έχουν ίδιο περιεχόμενο με τους αντίστοιχους τίτλους των δημόσιων σχολείων.
γ) Η αναγραφή του θρησκεύματος στο απολυτήριο και στους λοιπούς τίτλους και πιστοποιητικά, υποχρεωτική ή προαιρετική, παραβιάζει και τις διατάξεις του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, διότι  δεν προκύπτει η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου που να καθιστά αναγκαία την αναγραφή του θρησκεύματος στα ως άνω έγγραφα, τα οποία, ενόψει και των ποικίλλων χρήσεών τους, δεν προορίζονται για την άσκηση του δικαιώματος εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων καθενός. Εξάλλου, η τυχόν αναγραφή του θρησκεύματος στα έγγραφα αυτά ενέχει τον κίνδυνο διακριτικής μεταχείρισης των κατόχων τους στις σχέσεις τους με τη διοίκηση ή και στις επαγγελματικές τους σχέσεις, ενώ ακόμη και η προαιρετική αναγραφή ενέχει τον κίνδυνο θετικών ή αρνητικών διακρίσεων μεταξύ των προσώπων που θα επιλέξουν να εκδηλώσουν το θρήσκευμά τους και εκείνων που θα αφήσουν κενό ή θα θέσουν μία παύλα στο σχετικό πεδίο.
δ) Τέλος, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ν. 2472/1997 και ήδη του Κανονισμού 2016/679, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις αποτελούν δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, και μάλιστα ευαίσθητο. Τα δεδομένα αυτά, όπως εν προκειμένω οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, καθώς και να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας. Η καταχώριση του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του γυμνασίου και του γενικού λυκείου, ανεξαρτήτως αν είναι υποχρεωτική ή προαιρετική, συνιστά μορφή επεξεργασίας δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα που πρέπει να πληροί τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Όμως, εφόσον η αναγραφή αυτή παραβιάζει, κατά τα ανωτέρω, το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος και τα άρθρα 9 και 14 της ΕΣΔΑ, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, με τις οποίες προβλέπεται επεξεργασία ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου χωρίς να υπάρχει νόμιμος σκοπός, έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 2 περ. β, 4 παρ. 1 περ.α και β του ν. 2472/1997 και 5 παρ. 1 περ. α και β και 9 παρ. 1 του Κανονισμού 2016/679.

 

Αριθμός 1759/2019

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2019, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Πρόεδρος, Σ. Χρυσικοπούλου, Μ. Πικραμένος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Σ. Μαρκάτης, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Ηλ. Μάζος, Χρ. Ντουχάνης, Ελ. Παπαδημητρίου, Β. Πλαπούτα, Δ. Εμμανουηλίδης, Ο. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Ι. Σύμπλης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Αγγ. Μίντζια, Μ. Τριπολιτσιώτη, Α. Σδράκα, Χρ. Λιάκουρας, Ιφ. Αργυράκη, Ν. Σκαρβέλης, Σύμβουλοι, Φρ. Γιαννακού, Ε. Σταυρουλάκη, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Χρ. Ντουχάνης και Α. Κονιδιτσιώτου καθώς και ο Πάρεδρος Δ. Τομαράς μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.

Για να δικάσει την από 20 Σεπτεμβρίου 2018 αίτηση:

των: 1) Σωματείου με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΑΘΕΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα …, το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Βασίλειο Σωτηρόπουλο (Α.Μ. 27027), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, 2) …, νομίμως εκπροσωπουμένης από τους ασκούντες την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα αυτής, μητέρα της … και πατέρα της …, κατοίκων …, η οποία παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, στον οποίο δόθηκε προθεσμία έως τις 29.5.2019 για τη νομιμοποίησή του, 3) …, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον ασκούντα την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα αυτού, πατέρα του …, κατοίκων …, 4) …, νομίμως εκπροσωπουμένου από τους ασκούντες την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα αυτού, πατέρα του …, κατοίκων …, 5) …, νομίμως εκπροσωπουμένης από τους ασκούντες την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα αυτής, πατέρα της … και μητέρα της …, κατοίκων …, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, 6) …, νομίμως εκπροσωπουμένης από τους ασκούντες την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα αυτής, πατέρα της … και μητέρα της …, κατοίκων …, 7) …, νομίμως εκπροσωπουμένου από τους ασκούντες την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα αυτού, πατέρα του … και μητέρα του …, κατοίκων … και 8) … νομίμως εκπροσωπουμένου από τους ασκούντες την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα αυτού, πατέρα του … και μητέρα του …, κατοίκων …, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, στον οποίο δόθηκε προθεσμία έως τις 29.5.2019 για τη νομιμοποίησή του,

κατά του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με την Αικατερίνη Γαλάνη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 7ης Νοεμβρίου 2018 πράξης της Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, εδάφ. α΄ και γ΄, 20 και 21 του π.Δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 92091/Δ2/5.6.2018 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Μ. Τριπολιτσιώτη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (κωδικός πληρωμής ηλεκτρονικού παραβόλου 23445646695811190082/2018) ζητείται η ακύρωση της 92091/Δ2/5.6.2018 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Καθορισμός του τύπου των τίτλων του Γυμνασίου» (Β’ 2087/7.6.2018), κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται η αναγραφή του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του Γυμνασίου.

2. Επειδή, κατά την συζήτηση της υπόθεσης χορηγήθηκε από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμία έως την 29η.5.2019 για τη νομιμοποίηση του δικηγόρου που υπογράφει το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 13 του ν. 1968/1991 (Α’150). Η προθεσμία, όμως, αυτή παρήλθε άπρακτη για τους δεύτερη …, έκτη …, έβδομο … και όγδοο … από τους αιτούντες, οι οποίοι δεν νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 27 του π.δ. 18/1989. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως προς τους αιτούντες αυτούς ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου 27 του π.δ. 18/1989, όπως ήδη ισχύουν.

3. Επειδή, το άρθρο 32 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) ορίζει τα εξής: «Καταργείται … η δίκη αν μετά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης η προσβαλλόμενη πράξη έπαυσε για οποιοδήποτε λόγο να ισχύει, εκτός αν ο αιτών επικαλείται ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που δικαιολογεί τη συνέχιση της δίκης. …». Στο παραπάνω άρθρο 32 προστέθηκε, με το άρθρο 31 του ν. 3772/2009 (Α΄112), παράγραφος 3, η οποία ορίζει τα εξής: «Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο παύση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξεως οφείλεται στο ότι αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος και μετά τη λήξη της εκδόθηκε νεότερη πράξη ομοίου περιεχομένου ή στο ότι αυτή τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε με πράξη η οποία εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τον αιτούντα, η δίκη δεν καταργείται αν ο αιτών προβάλει με δικόγραφο, κατατιθέμενο έξι (6) πλήρεις ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, σχετικό ισχυρισμό και ζητήσει τη συνέχιση της δίκης.». Με την τελευταία αυτή παρ. 3 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989 παρέχεται η δυνατότητα να ζητηθεί η συνέχιση της δίκης, όταν η παύση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης οφείλεται στην έκδοση, μεταγενεστέρως, πράξης ομοίου περιεχομένου ή στην τροποποίηση ή αντικατάστασή της με πράξη, η οποία εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τον αιτούντα (πρβλ. ΣτΕ 3962/2014 Ολ., 31/2013 Ολ.).

4. Επειδή, μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, εκδόθηκε η 43479/Δ2/20.3.2019 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β’ 1120/4.4.2019) με τίτλο «Καθορισμός του τύπου των τίτλων του Γυμνασίου», σύμφωνα με την οποία εξακολουθεί να προβλέπεται η αναγραφή του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του Γυμνασίου, με τη μόνη διαφορά, σε σχέση με την προσβαλλομένη, να εντοπίζεται στην απαλοιφή του γένους από το ονοματεπώνυμο της μητέρας του μαθητή στον τύπο των τίτλων. Ενόψει τούτων, εχώρησε αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης με την παραπάνω 43479/Δ2/20.3.2019 απόφαση. Με το … “υπόμνημα” που κατέθεσαν οι αιτούντες ζητούν τη συνέχιση της δίκης, το δε παραπάνω “υπόμνημα”, ορθώς ερμηνευόμενο, αποτελεί δικόγραφο του άρθρου 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, εφόσον με αυτό ζητείται η ακύρωση και της ανωτέρω νεότερης 43479/Δ2/20.3.2019 απόφασης, η οποία αποτελεί πλέον και τη μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη.

5. Επειδή, το πρώτο αιτούν σωματείο με την επωνυμία «Ένωση Αθέων» αποσκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού του, στην προώθηση της εκκοσμίκευσης της πολιτείας, της θρησκευτικής ελευθερίας, του ανθρωπισμού, του σκεπτικισμού, του ορθολογισμού, της κριτικής σκέψης και της αθεϊστικής οπτικής. Ειδικότερα, σκοποί του σωματείου είναι, κατά το ανωτέρω άρθρο, μεταξύ άλλων, ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, ο θρησκευτικός αποχρωματισμός των δημόσιων υπηρεσιών και του κράτους εν γένει, η διεκδίκηση ίσης αντιμετώπισης των πολιτών από το κράτος ανεξαρτήτως των θρησκευτικών ή φιλοσοφικών τους πεποιθήσεων και η υπεράσπιση της θρησκευτικής ελευθερίας και των δικαιωμάτων των αθρήσκων, αθέων και αγνωστικιστών διά της νομικής οδού. Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του καταστατικού του σωματείου, μεταξύ των μέσων για την επίτευξη του σκοπού του, αναφέρεται και η υποβολή ενδίκων βοηθημάτων στις αρμόδιες δικαστικές αρχές, όταν προκύψει ζήτημα για το οποίο η Ένωση προκρίνει μία τέτοια δράση ως πρόσφορη για την ίδια ή τα μέλη της. Εν προκειμένω, το πρώτον αιτούν προβάλλει ότι έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, διότι, κατόπιν συνάντησης των εκπροσώπων του με τον Αναπληρωτή Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων στις 6.8.2015, είχε υποβάλει στο Υπουργείο Παιδείας το με αρ. πρωτ. … αίτημα για την κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος των μαθητών στα απολυτήρια της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το αίτημα, όμως, αυτό απορρίφθηκε με την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτη από τους αιτούντες, κατά τη σειρά αναγραφής τους στο δικόγραφο της αιτήσεως, οι οποίοι παρέστησαν νομίμως κατά τα προεκτεθέντα, είναι μαθητές γυμνασίου, εκπροσωπούμενοι από τους γονείς τους, και δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν να αναγράφεται το θρήσκευμα στους τίτλους σπουδών τους του γυμνασίου, καθώς και ότι, εφόσον το πεδίο “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” περιλαμβάνεται στον τύπο των τίτλων, ακόμη και το ενδεχόμενο το πεδίο αυτό να μην συμπληρωθεί αποτελεί μη νόμιμη αποκάλυψη ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου τους. Ενόψει τούτων, το μεν πρώτο αιτούν σωματείο ως εκ των καταστατικών σκοπών του (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 660, 926/2018), οι δε λοιποί παραπάνω αιτούντες ως εκ της μαθητικής τους ιδιότητας, έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της αιτήσεως, και είναι αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί που προβάλλει το Δημόσιο, με τους οποίους ειδικότερα υποστηρίζει αφενός ότι το πρώτο αιτούν σωματείο στερείται του απαιτούμενου ιδιαίτερου νομικού δεσμού με την προσβαλλόμενη πράξη, διότι οι καταστατικοί σκοποί του είναι διατυπωμένοι με τρόπο εξαιρετικά γενικό και διότι δεν προβάλλει ότι οι λοιποί αιτούντες είναι εγγεγραμμένα μέλη του, που θίγονται από την εν λόγω πράξη, και αφετέρου ότι οι αιτούντες μαθητές δεν πλήττονται από τη ρύθμιση, διότι ο κανόνας είναι η μη καταγραφή του θρησκεύματος στους τίτλους σπουδών.

6. Επειδή, στο άρθρο 89 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 4485/2017 (Α’ 114), κατ’ εξουσιοδότηση του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προβλέπονται τα εξής: “Τα θέματα της περίπτωσης δ’ της παρ. 11 του άρθρου 5 του ν. 1566/1985 (Α’ 167) ρυθμίζονται εφεξής με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων. Με όμοια απόφαση ρυθμίζονται στα γυμνάσια τα θέματα που αφορούν: α) τις διδακτικές περιόδους, β) τις εγγραφές, τις μετεγγραφές, τη φοίτηση, τις απουσίες των μαθητών, γ) τις ενέργειες παιδαγωγικού χαρακτήρα που αποφασίζονται, τα παιδαγωγικά μέτρα που επιβάλλονται στους μαθητές, τα αρμόδια όργανα και τη διαδικασία για την επιβολή των μέτρων, καθώς και τον χαρακτηρισμό της διαγωγής των μαθητών, ύστερα από εισήγηση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.), δ) τα τηρούμενα υπηρεσιακά βιβλία και έντυπα, καθώς και τον τύπο και τη φύλαξή τους, και ε) τον τύπο και το περιεχόμενο των απολυτηρίων και των λοιπών τίτλων σπουδών”. Με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίζεται ο τύπος των τίτλων των γυμνασίων, δημόσιων και ιδιωτικών, σύμφωνα με τα συνημμένα υποδείγματα, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της. Ειδικότερα, για κάθε τύπο γυμνασίου (δημόσιο ημερήσιο, δημόσιο εσπερινό, ιδιωτικό ημερήσιο και ιδιωτικό εσπερινό), περιλαμβάνονται υποδείγματα απολυτηρίου γυμνασίου, αποδεικτικού απόλυσης γυμνασίου, αποδεικτικού σπουδών Α’, Β’ και Γ’ τάξης και πιστοποιητικού σπουδών. Σε όλα τα παραπάνω υποδείγματα, στα προσωπικά στοιχεία του μαθητή περιλαμβάνεται και το θρήσκευμα. Στο 58499/Δ2/12.4.2019 έγγραφο απόψεων του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων προς το Δικαστήριο αναφέρεται ότι η συμπλήρωση του πεδίου “Θρήσκευμα” στους απολυτήριους τίτλους του Γυμνασίου δεν είναι υποχρεωτική. Ειδικότερα, στο ανωτέρω έγγραφο σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 της 10645/ΓΔ4/22.1.2018 κοινής απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, στοιχεία που δεν αναγράφονται στις ταυτότητες ή στα πιστοποιητικά γέννησης, δεν καταχωρίζονται στα υπηρεσιακά βιβλία και έντυπα (κατά την εγγραφή ή κατά τη διάρκεια της φοίτησης του μαθητή), εκτός αν δηλώνονται με υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α’ 75) των γονέων ή του κηδεμόνα του μαθητή, η δήλωση δε αυτή μπορεί να υποβληθεί προκειμένου να χορηγηθεί απαλλαγή του μαθητή από το μάθημα των θρησκευτικών, κατά το άρθρο 25 παρ. 3 της παραπάνω υπουργικής απόφασης και την 12773/Δ2/23.1.2015 εγκύκλιο του ΥΠΠΕΘ ή για τη δικαιολόγηση απουσιών μαθητών του ρωμαιοκαθολικού δόγματος, του εβραϊκού θρησκεύματος και του μουσουλμανικού θρησκεύματος κατά συγκεκριμένες εορτές, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 περ. γ’ της ίδιας υπουργικής απόφασης, και, επομένως, η καταχώριση στοιχείων, όπως το θρήσκευμα, που δεν αναγράφεται στα προσκομιζόμενα από τον γονέα ή τον κηδεμόνα έγγραφα, δεν συντελείται με πρωτοβουλία του διευθυντή της σχολικής μονάδας. Στο άρθρο 11 της πιο πάνω υπουργικής απόφασης 10645/ΓΔ4/22.1.2018 (Β’ 120/23.1.2018) ορίζεται ότι “1. Τα στοιχεία που καταχωρίζονται κατά την εγγραφή ή κατά τη διάρκεια φοίτησης του/της μαθητή/τριας στο Ατομικό του Δελτίο είναι α. στοιχεία ταυτότητας δηλαδή: αα) επώνυμο, ββ) όνομα, γγ) επώνυμο και όνομα πατέρα, δδ) επάγγελμα πατέρα, εε) επώνυμο και όνομα μητέρας, στ) … ιι) θρήσκευμα .β. … 2. Τα στοιχεία που καταχωρίζονται κατά την εγγραφή ή κατά τη διάρκεια φοίτησης του/της μαθητή/τριας στο Μητρώο Μαθητών/τριών είναι α. στοιχεία ταυτότητας δηλαδή: αα) επώνυμο, ββ) όνομα, γγ) επώνυμο και όνομα πατέρα, δδ) επώνυμο και όνομα μητέρας, εε) … ζζ) θρήσκευμα. β. … 2. … 3. Στοιχεία που δεν αναγράφονται στις ταυτότητες ή στα πιστοποιητικά γέννησης δεν καταχωρίζονται στα υπηρεσιακά βιβλία και έντυπα, εκτός αν δηλώνονται με υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 (Α’ 75) των γονέων ή του κηδεμόνα του/της μαθητή/τριας”. Περαιτέρω, στην παρ.1 του άρθρου 24 της ίδιας υπουργικής απόφασης προβλέπεται ότι “1. Όλες οι απουσίες των μαθητών/τριών καταχωρίζονται στο Βιβλίο Φοίτησης (απουσιολόγιο). Για το χαρακτηρισμό της φοίτησης των μαθητών/τριών δεν λαμβάνονται υπόψη: α) … γ) Απουσίες μαθητών/τριών α) του Ρωμαιοκαθολικού Δόγματος κατά τις εορτές του Μνηστήρος Ιωσήφ, της Αγίας Δωρεάς και από την προηγούμενη μέχρι την επομένη του Λατινικού Πάσχα, β) του Εβραϊκού θρησκεύματος την προηγούμενη και την 1ητου Εβραϊκού Πάσχα, γ) του Μουσουλμανικού θρησκεύματος κατά τις ημέρες των εορτών Είντ Αλ – Φιτρ (Σεκερ Μπαϊράμ) και Είντ Αλ – Αντχά (Κουρμπάν Μπαϊράμ), καθώς και την επομένη ημέρα αυτών. Για να μην ληφθούν υπόψη οι απουσίες της περίπτωσης αυτής, πρέπει να υποβληθεί υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 (Α ΄75), όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και ισχύει, του/της μαθητή/τριας ή του κηδεμόνα του/της εάν είναι ανήλικος/η για το θρήσκευμα. δ) …”. Τέλος, στην παρ.3 του άρθρου 25 της παραπάνω υπουργικής απόφασης ορίζεται ότι “Δυνατότητα απαλλαγής των μαθητών/τριών από το μάθημα των Θρησκευτικών παρέχεται σύμφωνα με την με αρ.πρωτ, 12773/Δ2/23/01/2015 εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ”. Στην εν λόγω εγκύκλιο προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι “… Η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών χορηγείται ύστερα από υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 του ίδιου του μαθητή (αν είναι ενήλικος) ή και των δύο γονέων του (αν είναι ανήλικος), στην οποία θα αναφέρεται ότι ο μαθητής δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και εξ αυτού επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει, εκτός αν το επιθυμεί … Εφόσον χορηγηθεί απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών για τους ανωτέρω λόγους, στο πεδίο “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” του Ατομικού Δελτίου μαθητή και του απολυτηρίου τίτλου δεν θα συμπληρώνεται ένδειξη που να είναι αντίθετη με το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, η οποία υποβλήθηκε για τη χορήγηση της απαλλαγής …”. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ρυθμίζει κανονιστικώς τον ενιαίο τύπο των απολυτηρίων τίτλων και αποδεικτικών σπουδών του γυμνασίου, με πανομοιότυπη απεικόνιση όλων των πεδίων στα συνημμένα υποδείγματα, δεν προκύπτει ότι η συμπλήρωση του πεδίου “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” είναι προαιρετική. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ.3 της παραπάνω 10645/ΓΔ4/ 22.1.2018 υπουργικής απόφασης, τις οποίες επικαλείται η Διοίκηση στο προαναφερόμενο έγγραφο απόψεών της, συνάγεται ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της, οι διατάξεις αυτές αφορούν τα υπηρεσιακά βιβλία και έντυπα, τα οποία αποτελούν διάφορη κατηγορία (στοιχ. δ’) σε σχέση με το απολυτήριο και τους λοιπούς τίτλους σπουδών (στοιχ. ε) στην εξουσιοδοτική διάταξη, και, συνεπώς, η συμπλήρωση του πεδίου “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” στο απολυτήριο και τους τίτλους σπουδών δεν συναρτάται κατ’ αρχήν προς την αναγραφή του θρησκεύματος στην ταυτότητα ή το πιστοποιητικό γέννησης του μαθητή. Εξάλλου, και από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω 12773/Δ2/23/01/2015 εγκυκλίου, στην οποία παραπέμπει η παρ.3 του άρθρου 25 της ίδιας υπουργικής απόφασης, προκύπτει ότι προβλέπεται η συμπλήρωση του πεδίου “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” στον απολυτήριο τίτλο, το περιεχόμενο του οποίου δεν πρέπει να έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, την οποία υπέβαλε ο μαθητής για τη χορήγηση απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών. Από τα ανωτέρω στοιχεία συνάγεται ότι η αναγραφή του θρησκεύματος στο απολυτήριο, τους τίτλους και τα αποδεικτικά σπουδών του γυμνασίου, η οποία καθορίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αντικαταστάθηκε, είναι κατ’ αρχήν υποχρεωτική.

7. Επειδή, το Σύνταγμα, στο άρθρο 13, ορίζει τα εξής: «1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. 3. Οι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. 4. Κανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Κράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους. 5. …».

8. Επειδή, με το παραπάνω άρθρο 13 του Συντάγματος κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Το ατομικό αυτό δικαίωμα, που υπόκειται μόνο στους προβλεπόμενους από το ίδιο το Σύνταγμα περιορισμούς, περιλαμβάνει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης αφ’ ενός (παρ. 1) και την ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων αφ’ ετέρου, με ρητή αναφορά στην ανεμπόδιστη άσκηση της λατρείας κάθε γνωστής θρησκείας (παρ. 2). Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου αυτού, με τις οποίες προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και επιβάλλεται η ίση μεταχείριση, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, στην απόλαυση όχι μόνο των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά όλων των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη καθιερώνεται δηλαδή η θρησκευτική ισότητα, είναι διατάξεις θεμελιώδεις, ως μη υποκείμενες, σύμφωνα με το άρθρο 110 παραγρ. 1 του Συντάγματος, σε αναθεώρηση. Εξ άλλου η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης διακηρύσσεται ως απαραβίαστη, χωρίς να τάσσεται κανένας περιορισμός, υποκείμενη συνεπώς μόνον στους περιορισμούς της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, ενώ η ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, ειδικότερη μορφή της οποίας αποτελεί η άσκηση της λατρείας, υπόκειται επί πλέον στους περιορισμούς που επιβάλλονται από τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, με την οποία προστατεύεται προεχόντως το ενδιάθετο φρόνημα του ατόμου αναφορικά με το θείο από κάθε κρατική επέμβαση, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα που ακολουθεί ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του. Κανένας δεν μπορεί να εξαναγκασθεί με οποιονδήποτε τρόπο, να αποκαλύψει είτε αμέσως είτε εμμέσως, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του, υποχρεούμενος σε πράξεις ή παραλείψεις από τις οποίες θα τεκμαίρεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τους. Και καμία κρατική αρχή ή κρατικό όργανο δεν επιτρέπεται να επεμβαίνουν στον απαραβίαστο, κατά το Σύνταγμα, χώρο αυτό της συνείδησης του ατόμου και να αναζητούν το θρησκευτικό του φρόνημα, πολύ δε περισσότερο να επιβάλλουν την εξωτερίκευση των όποιων πεποιθήσεων του ατόμου αναφορικά με το θείο. Διάφορο είναι το ζήτημα της οικειοθελούς προς τις κρατικές αρχές γνωστοποίησης του θρησκεύματος του ατόμου, η οποία όμως γίνεται με πρωτοβουλία του και για την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως η ίδρυση ναού ή ευκτηρίου οίκου, η ίδρυση σωματείου θρησκευτικού χαρακτήρα κλπ (ΣτΕ 2280 – 2286/2001 Ολομ.). Συνεπώς, η αναγραφή του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα, όπως εν προκειμένω το απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του γυμνασίου, η οποία επιβάλλεται κατ’ αρχήν ως υποχρεωτική με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος.

9. Επειδή, περαιτέρω, η θρησκευτική ελευθερία, υπό τη θετική της έκφανση, της εκδήλωσης δηλαδή των θρησκευτικών πεποιθήσεων, συνίσταται στο δικαίωμα του καθενός να εκδηλώνει ανεμπόδιστα το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του με ποικίλους τρόπους, ατομικά ή από κοινού με άλλους, ιδιωτικά ή δημόσια, εφ’ όσον δεν προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη και υπό τους περιορισμούς της παρ. 4 του άρθρου 13 του Συντάγματος. Ωστόσο, η ελευθερία αυτή δεν περιλαμβάνει και το δικαίωμα των ατόμων να εκδηλώνουν το θρήσκευμα που ακολουθούν ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις τους με την αναγραφή τους, όταν το επιθυμούν, και σε δημόσια έγγραφα, όπως είναι οι προαναφερόμενοι τίτλοι σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το άρθρο 13 του Συντάγματος όχι μόνο δεν παρέχει τέτοια αξίωση στους φορείς του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, άλλωστε τούτο ως ατομικό δικαίωμα θεμελιώνει κατ’ αρχήν μόνον αξίωση του ατόμου έναντι της κρατικής εξουσίας για αποχή από επεμβάσεις των οργάνων της που θα παρεμπόδιζαν την άσκησή του και όχι αξίωση θετικής ενέργειας, αλλά απαγορεύει και την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος ή των θρησκευτικών εν γένει πεποιθήσεων στους απολυτήριους τίτλους και τα πιστοποιητικά σπουδών, τα οποία συνιστούν έγγραφα αποδεικτικά της φοίτησης, της επίδοσης και της ολοκλήρωσης ενός σταδίου εκπαίδευσης των μαθητών και όχι μη συναφών προς τα πραγματικά αυτά γεγονότα πληροφοριών, όπως είναι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις. Η αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια την προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας, υπό την αρνητική της έκφανση, εκείνων των Ελλήνων, οι οποίοι δεν θα επιθυμούσαν να εκδηλώσουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις με αυτόν τον τρόπο, αναιρώντας παράλληλα και τη θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους, όσον αφορά την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος, που επιβάλλεται από το άρθρο 13 του Συντάγματος. Πράγματι, όσοι Έλληνες αρνηθούν να αναγράφεται το θρήσκευμα ή οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις σε τίτλους σπουδών, οι οποίοι μάλιστα επιδεικνύονται σε κάθε αρχή και υπηρεσία καθώς και σε οποιονδήποτε ιδιώτη για την πιστοποίηση των σπουδών και γνώσεων του κατόχου τους σε όλη τη διάρκεια του μετέπειτα βίου του, αναγκάζονται να αποκαλύψουν εμμέσως και οιονεί δημόσια, μία πλευρά της ενδιάθετης στάσης τους απέναντι στο θείο. Ταυτόχρονα δε διαφοροποιούνται παρά τη θέλησή τους από εκείνους τους Έλληνες που ομολογούν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις με την αναγραφή τους στους τίτλους σπουδών. Πέραν τούτων, η αναγραφή του θρησκεύματος στα απολυτήρια και τους τίτλους σπουδών παρέχει και έδαφος ενδεχόμενων διακρίσεων, δυσμενών ή ευμενών, και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο προσβολής της θρησκευτικής ισότητας, που κατοχυρώνεται με τη θεμελιώδη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 2280 – 2289/2001 Ολομ.). Τα ανωτέρω ισχύουν, αντίστοιχα, και για τους τίτλους σπουδών που χορηγούνται από ιδιωτικά σχολεία, δεδομένου ότι το περιεχόμενο των τίτλων αυτών, οι οποίοι είναι ισότιμοι προς τους αντίστοιχους των δημόσιων σχολείων (βλ. άρθρο 17 του ν. 682/1977, Α’ 244, πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2376/1988, 1684/1974), καθορίζεται ομοίως από το Κράτος, κατά τρόπο ενιαίο με τους αντίστοιχους τίτλους της δημόσιας εκπαίδευσης (πρβλ. ΣτΕ 1685/1974 Ολομ.), όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να υφίσταται, και στην περίπτωση αυτή, κίνδυνος διαφοροποίησης και διακρίσεων από την τυχόν προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στα εν λόγω έγγραφα. Συνεπώς, η αναγραφή του θρησκεύματος στα απολυτήρια, τους τίτλους και τα αποδεικτικά σπουδών του Γυμνασίου, η οποία προβλέπεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αντικαταστάθηκε, ακόμη και αν είναι προαιρετική, ακόμη δηλαδή και αν γίνεται με τη συγκατάθεση ή την πρωτοβουλία του μαθητή ή των γονέων του ή με την πρόβλεψη του σχετικού πεδίου στον τύπο του τίτλου, το οποίο μπορεί να παραμείνει κενό, συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος, οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί του Δημοσίου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Για τους ανωτέρω λόγους, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενους, η απόφαση αυτή δεν είναι νόμιμη, κατά το πληττόμενο μέρος της, και πρέπει να ακυρωθεί.

10. Επειδή, στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), προβλέπεται ότι «Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον διά την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων», στο άρθρο 9 ότι: «Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας. Το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ’ ιδίαν, διά της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών», και στο άρθρο 14 ότι «Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως».

11. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι και μόνο με την αναγραφή του πεδίου “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” στους τίτλους και στα πιστοποιητικά του γυμνασίου παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 14 της ΕΣΔΑ, διότι προσβάλλεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, και μάλιστα στην αρνητική της διάσταση, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 9 της Σύμβασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 αυτής, με τα οποία απαγορεύονται οι διακρίσεις λόγω θρησκεύματος, αφού, ακόμη και αν μείνει το πεδίο κενό ή συμπληρωθεί με μία παύλα, οι μαθητές οδηγούνται σε αποκάλυψη των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, δεδομένου ότι όσοι από αυτούς δεν επιθυμούν να δηλώσουν το θρήσκευμά τους υφίστανται δυσμενή διάκριση λόγω θρησκεύματος σε σχέση με εκείνους που δεν εκφράζουν αντίρρηση για την καταγραφή του.

12. Επειδή, η θρησκευτική ελευθερία που κατοχυρώνεται με το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τόσο την ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, όσο και το δικαίωμα του ατόμου να μην υποχρεούται να αποκαλύψει, αμέσως ή εμμέσως, αυτές τις πεποιθήσεις του. Συνεπώς, επίσημα έγγραφα, όπως το δελτίο ταυτότητας ή οι τίτλοι σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενόψει και των ποικίλλων χρήσεων τους, δεν προορίζονται για την άσκηση του δικαιώματος εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων καθενός, συνιστούν εντελώς απρόσφορο πεδίο για την άντληση πληροφοριών ως προς τις σχέσεις των πολιτών με το κράτος στα πλαίσια των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται με τη Σύμβαση, το δε περιεχόμενό τους δεν μπορεί να διαμορφώνεται σύμφωνα με τη βούληση των ενδιαφερομένων. Επομένως, δεν προκύπτει η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου που να καθιστά αναγκαία την αναγραφή του θρησκεύματος στα έγγραφα αυτά. Εξάλλου, η τυχόν αναγραφή του θρησκεύματος στα παραπάνω επίσημα έγγραφα ενέχει τον κίνδυνο διακριτικής μεταχείρισης των κατόχων τους στις σχέσεις τους με τη διοίκηση ή και στις επαγγελματικές τους σχέσεις, ενώ ακόμη και η προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές ή θετικές διακρίσεις μεταξύ των προσώπων που θα επιλέξουν να εκδηλώσουν το θρήσκευμά τους και εκείνων που θα αφήσουν κενό ή θα θέσουν μία παύλα στο σχετικό πεδίο (πρβλ. ΕΔΔΑ Σοφιανόπουλος κ.λπ. κατά Ελλάδος, 12.12.2002 επί του παραδεκτού, 1988/02, 1997/02, 1977/02, Sinan Isik κατά Τουρκίας, 2.2.2010, 21924/05, Grzelak κατά Πολωνίας, 15.6.2010, 7710/02, Wasmuth κατά Γερμανίας, 17.2.2011, 12884/2003). Κατόπιν τούτων, η αναγραφή του θρησκεύματος στο απολυτήριο και στους λοιπούς τίτλους και πιστοποιητικά του Γυμνασίου, υποχρεωτική ή προαιρετική, που προβλέπεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 9 και 14 της ΕΣΔΑ, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα.

13. Επειδή, το Σύνταγμα, στο άρθρο 9Α, ορίζει ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει». Με τον ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Α΄ 50) μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία 95/46/ΕΚ «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» (L 281/1995). Στο άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζονται τα εξής: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α. «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων. β. «Ευαίσθητα δεδομένα», τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, […] γ. «Υποκείμενο των δεδομένων», το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ. «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία»), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε. [όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006 (Α 133)] «Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. … ια. …». Τέλος, στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3471/2006 (Α 133) και φέρει τον τίτλο «Χαρακτηριστικά δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ορίζεται ότι: «1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. γ) …”. Ήδη, με τον Γενικό Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών», (L 119/4.5.2016), ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 99 αυτού, τίθεται σε εφαρμογή στις 25 Μαΐου 2018 σε όλα τα Κράτη-Μέλη της ΕΕ, αντικαθίσταται η παραπάνω Οδηγία 95/46/ΕΚ. Με τον Κανονισμό αυτόν ορίζεται, στο άρθρο 1, ότι: «1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες που αφορούν την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κανόνες που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 2. Ο παρών κανονισμός προστατεύει θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των φυσικών προσώπων και ειδικότερα το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 3. …» και, στο άρθρο 2, ότι: «1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης. 2. …”. Περαιτέρω, στο άρθρο 4, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως: 1) “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα” : κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο (“υποκείμενο των δεδομένων”)· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου, 2) “επεξεργασία” : κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή, 3) … 11) “συγκατάθεση” του υποκειμένου των δεδομένων : κάθε ένδειξη βουλήσεως, ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει ότι συμφωνεί, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, 12) …». Εξάλλου, στο άρθρο 5, με τίτλο “Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, προβλέπεται ότι “1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα: α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων (νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια). β) συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς τους σκοπούς αυτούς. Η περαιτέρω επεξεργασία για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, ή σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασύμβατη με τους αρχικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 (“περιορισμός του σκοπού”). γ) … δ) … 2. …”. Τέλος, στο άρθρο 9 του Κανονισμού, με τίτλο “Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, προβλέπονται τα εξής: «1. Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολισμό. 2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει ρητή συγκατάθεση για την επεξεργασία αυτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς, εκτός εάν το δίκαιο της Ένωσης ή κράτους μέλους προβλέπει ότι η απαγόρευση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν μπορεί να αρθεί από το υποκείμενο των δεδομένων, β) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των υποχρεώσεων και την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων του υπευθύνου επεξεργασίας ή του υποκειμένου των δεδομένων στον τομέα του εργατικού δικαίου και του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής προστασίας, εφόσον επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή κράτους μέλους ή από συλλογική συμφωνία σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο παρέχοντας κατάλληλες εγγυήσεις για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων, γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου, εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι σωματικά ή νομικά ανίκανο να συγκατατεθεί, δ) η επεξεργασία διενεργείται, με κατάλληλες εγγυήσεις, στο πλαίσιο των νόμιμων δραστηριοτήτων ιδρύματος, οργάνωσης ή άλλου μη κερδοσκοπικού φορέα με πολιτικό, φιλοσοφικό, θρησκευτικό ή συνδικαλιστικό στόχο και υπό την προϋπόθεση ότι η επεξεργασία αφορά αποκλειστικά τα μέλη ή τα πρώην μέλη του φορέα ή πρόσωπα τα οποία έχουν τακτική επικοινωνία μαζί του σε σχέση με τους σκοπούς του και ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν κοινοποιούνται εκτός του συγκεκριμένου φορέα χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων, ε) η επεξεργασία αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων, στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων ή όταν τα δικαστήρια ενεργούν υπό τη δικαιοδοτική τους ιδιότητα, ζ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για λόγους ουσιαστικού δημόσιου συμφέροντος, βάσει του δικαίου της Ένωσης ή κράτους μέλους, το οποίο είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο στόχο, σέβεται την ουσία του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων και προβλέπει κατάλληλα και συγκεκριμένα μέτρα για τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων, η) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για σκοπούς προληπτικής ή επαγγελματικής ιατρικής, εκτίμησης της ικανότητας προς εργασία του εργαζομένου, ιατρικής διάγνωσης, παροχής υγειονομικής ή κοινωνικής περίθαλψης ή θεραπείας ή διαχείρισης υγειονομικών και κοινωνικών συστημάτων και υπηρεσιών βάσει του ενωσιακού δικαίου ή του δικαίου κράτους μέλους ή δυνάμει σύμβασης με επαγγελματία του τομέα της υγείας και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων και των εγγυήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, θ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για λόγους δημόσιου συμφέροντος στον τομέα της δημόσιας υγείας, όπως η προστασία έναντι σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας ή η διασφάλιση υψηλών προτύπων ποιότητας και ασφάλειας της υγειονομικής περίθαλψης και των φαρμάκων ή των ιατροτεχνολογικών προϊόντων, βάσει του δικαίου της Ένωσης ή του δικαίου κράτους μέλους, το οποίο προβλέπει κατάλληλα και συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων, ειδικότερα δε του επαγγελματικού απορρήτου, ή ι) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, για σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή για στατιστικούς σκοπούς σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 βάσει του δικαίου της Ένωσης ή κράτους μέλους, οι οποίοι είναι ανάλογοι προς τον επιδιωκόμενο στόχο, σέβονται την ουσία του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων και προβλέπουν κατάλληλα και συγκεκριμένα μέτρα για τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων. 3. …».

14. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. α’ και β’ του ν. 2472/1997 και ήδη το άρθρο 4 περ. 1 και 2 του Κανονισμού 2016/679, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις αποτελούν δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, και μάλιστα ευαίσθητο. Από τις ίδιες διατάξεις και από τα άρθρα 4 παρ. 1 περ. α και β του ν.2472/1997 και ήδη 5 παρ. 1 περ. α και β και 9 παρ. 1 του Κανονισμού προκύπτει περαιτέρω ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως εν προκειμένω οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, καθώς και να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας (ΣτΕ 2280, 2282/2001 Ολομ., 2255/2005, πρβλ. 518/2018). Τέλος, από τα άρθρα 2 περ. δ του ν.2472/1997 και 4 παρ. 2 του Κανονισμού 2016/679 προκύπτει ότι η καταχώριση του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του Γυμνασίου, ανεξαρτήτως αν είναι υποχρεωτική ή προαιρετική, συνιστά μορφή επεξεργασίας δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα που πρέπει να πληροί τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Όπως, όμως, αναφέρθηκε στις προηγούμενες σκέψεις, η αναγραφή αυτή του θρησκεύματος στους παραπάνω τίτλους παραβιάζει το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και τα άρθρα 9 και 14 της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αντικαταστάθηκε, με την οποία προβλέπεται επεξεργασία ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου χωρίς να υπάρχει νόμιμος σκοπός, έρχεται σε αντίθεση και με τα άρθρα 2 περ. β, 4 παρ. 1 περ. α και β του ν.2472/1997 και 5 παρ. 1 περ. α και β και 9 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, όπως βασίμως προβάλλουν οι αιτούντες.

15. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η 43479/Δ2/20.3.2019 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β’ 1120/4.4.2019) να ακυρωθεί, κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται η αναγραφή του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του Γυμνασίου.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση ως προς τους δεύτερη, έκτη, έβδομο και όγδοο από τους αιτούντες.

Δέχεται αυτήν ως προς τους λοιπούς αιτούντες.

Ακυρώνει την 43479/Δ2/20.3.2019 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β’ 1120/4.4.2019, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αιτούντες, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αίτηση.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αίτηση, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2019 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΠρόεδροςΗ Γραμματέας

Αικ. ΣακελλαροπούλουΕλ. Γκίκα


 

Αριθμός 1760/2019

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2019, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Πρόεδρος, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Πικραμένος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης,
Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος,
Αντ. Χλαμπέα, Ηλ. Μάζος, Χρ. Ντουχάνης, Ελ. Παπαδημητρίου,
Β. Πλαπούτα, Δ. Εμμανουηλίδης, Ο. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Ι. Σύμπλης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Αγγ. Μίντζια,
Μ. Τριπολιτσιώτη, Α. Σδράκα, Χρ. Λιάκουρας, Ι. Αργυράκη, Ν. Σκαρβέλης, Σύμβουλοι, Φρ. Γιαννακού, Ε. Σταυρουλάκη, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Χρ. Ντουχάνης και Κ. Κονιδιτσιώτου καθώς και ο Πάρεδρος Δ. Τομαράς μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.

Για να δικάσει την από 20 Σεπτεμβρίου 2018 αίτηση:

των: 1. Σωματείου με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΑΘΕΩΝ»,που εδρεύει στην …, 2. …, νομίμως εκπροσωπουμένης από την ασκούσα την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα αυτής, μητέρα της …, κατοίκων …, 3. …, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον ασκούντα την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα αυτού, πατέρα του …, κατοίκων …, οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Βασίλειο Σωτηρόπουλο (Α.Μ. 27027), που τον διόρισαν με πληρεξούσια και 4. …, νομίμως εκπροσωπουμένου από τους ασκούντες την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα αυτού, πατέρα του … και μητέρα του …, κατοίκων …, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 29 Μαΐου 2019 για τη νομιμοποίησή του,

κατά του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με την Αικατερίνη Γαλάνη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 7ης Νοεμβρίου 2018 πράξης της Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, εδάφ. α΄ και γ΄, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 92094/Δ2/5.6.2018 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Μ. Τριπολιτσιώτη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (κωδικός πληρωμής ηλεκτρονικού παραβόλου 23449342595811190032/2018) ζητείται η ακύρωση της 92094/Δ2/5.6.2018 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Καθορισμός του τύπου των τίτλων του Γενικού Λυκείου» (Β΄ 2089/7.6.2018), κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται η αναγραφή του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του γενικού λυκείου.

2. Επειδή, κατά την συζήτηση της υπόθεσης χορηγήθηκε από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμία έως την 29η.5.2019 για τη νομιμοποίηση του δικηγόρου που υπογράφει το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 13 του ν. 1968/1991 (Α΄ 150). Η προθεσμία, όμως, αυτή παρήλθε άπρακτη για τον τέταρτο αιτούντα, …, ο οποίος δεν νομιμοποίησε τον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 27 του π.δ. 18/1989. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως προς τον αιτούντα αυτόν ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου 27 του π.δ. 18/1989, όπως ήδη ισχύουν.

3. Επειδή, το άρθρο 32 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ορίζει τα εξής: «Καταργείται … η δίκη αν μετά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης η προσβαλλόμενη πράξη έπαυσε για οποιοδήποτε λόγο να ισχύει, εκτός αν ο αιτών επικαλείται ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που δικαιολογεί τη συνέχιση της δίκης. …». Στο παραπάνω άρθρο 32 προστέθηκε, με το άρθρο 31 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), παράγραφος 3, η οποία ορίζει τα εξής: «Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο παύση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξεως οφείλεται στο ότι αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος και μετά τη λήξη της εκδόθηκε νεότερη πράξη ομοίου περιεχομένου ή στο ότι αυτή τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε με πράξη η οποία εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τον αιτούντα, η δίκη δεν καταργείται αν ο αιτών προβάλει με δικόγραφο, κατατιθέμενο έξι (6) πλήρεις ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, σχετικό ισχυρισμό και ζητήσει τη συνέχιση της δίκης.». Με την τελευταία αυτή παρ. 3 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989 παρέχεται η δυνατότητα να ζητηθεί η συνέχιση της δίκης, όταν η παύση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης οφείλεται στην έκδοση, μεταγενεστέρως, πράξης ομοίου περιεχομένου ή στην τροποποίηση ή αντικατάστασή της με πράξη, η οποία εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τον αιτούντα (πρβλ. ΣτΕ 3962/2014 Ολ., 31/2013 Ολ.).

4. Επειδή, μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, εκδόθηκε η 43496/Δ2/20.3.2019 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1201/10.4.2019) με τίτλο «Καθορισμός του τύπου των τίτλων του Γενικού Λυκείου», σύμφωνα με την οποία εξακολουθεί να προβλέπεται η αναγραφή του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του γενικού λυκείου, με τη μόνη διαφορά, σε σχέση με την προσβαλλομένη, να εντοπίζεται στην απαλοιφή του γένους από το ονοματεπώνυμο της μητέρας του μαθητή στον τύπο των τίτλων. Ενόψει τούτων, εχώρησε αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης με την παραπάνω 43496/Δ2/20.3.2019 απόφαση. Με το ΑΧ329/3.5.2019 “υπόμνημα” που κατέθεσαν το πρώτο αιτούν σωματείο και η δεύτερη αιτούσα, κατά τη σειρά αναγραφής τους στο δικόγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως, ζητούν τη συνέχιση της δίκης, το δε παραπάνω “υπόμνημα”, ορθώς ερμηνευόμενο, αποτελεί δικόγραφο του άρθρου 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, εφόσον με αυτό ζητείται η ακύρωση και της ανωτέρω νεότερης 43496/Δ2/20.3.2019 απόφασης, η οποία αποτελεί πλέον και τη μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη. Ως προς τον τρίτο, όμως, από τους αιτούντες, …, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στους ασκήσαντες το πιο πάνω δικόγραφο, η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη, κατά το άρθρο 32 παρ.2 του π.δ. 18/1989, λόγω αντικατάστασης της προσβαλλόμενης πράξης, εφόσον αυτός δεν επικαλείται την συνδρομή ιδιαίτερου εννόμου συμφέροντος για τη συνέχισή της.

5. Επειδή, το πρώτο αιτούν σωματείο με την επωνυμία «Ένωση Αθέων» αποσκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού του, στην προώθηση της εκκοσμίκευσης της πολιτείας, της θρησκευτικής ελευθερίας, του ανθρωπισμού, του σκεπτικισμού, του ορθολογισμού, της κριτικής σκέψης και της αθεϊστικής οπτικής. Ειδικότερα, σκοποί του σωματείου είναι, κατά το ανωτέρω άρθρο, μεταξύ άλλων, ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, ο θρησκευτικός αποχρωματισμός των δημόσιων υπηρεσιών και του κράτους εν γένει, η διεκδίκηση ίσης αντιμετώπισης των πολιτών από το κράτος ανεξαρτήτως των θρησκευτικών ή φιλοσοφικών τους πεποιθήσεων και η υπεράσπιση της θρησκευτικής ελευθερίας και των δικαιωμάτων των αθρήσκων, αθέων και αγνωστικιστών διά της νομικής οδού. Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του καταστατικού του σωματείου, μεταξύ των μέσων για την επίτευξη του σκοπού του, αναφέρεται και η υποβολή ενδίκων βοηθημάτων στις αρμόδιες δικαστικές αρχές, όταν προκύψει ζήτημα για το οποίο η Ένωση προκρίνει μία τέτοια δράση ως πρόσφορη για την ίδια ή τα μέλη της. Εν προκειμένω, το πρώτον αιτούν προβάλλει ότι έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, διότι, κατόπιν συνάντησης των εκπροσώπων του με τον Αναπληρωτή Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων στις 6.8.2015, είχε υποβάλει στο Υπουργείο Παιδείας το με αρ.πρωτ. … αίτημα για την κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος των μαθητών στα απολυτήρια της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το αίτημα, όμως, αυτό απορρίφθηκε με την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η δεύτερη αιτούσα, η οποία παρίσταται νομίμως και ως προς την οποία η δίκη διατηρεί το αντικείμενό της, κατά τα προεκτεθέντα, είναι μαθήτρια γενικού λυκείου, εκπροσωπούμενη από τη μητέρα της, και δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να αναγράφεται το θρήσκευμα στους τίτλους σπουδών της του λυκείου, καθώς και ότι, εφόσον το πεδίο “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” περιλαμβάνεται στον τύπο των τίτλων, ακόμη και το ενδεχόμενο το πεδίο αυτό να μην συμπληρωθεί αποτελεί μη νόμιμη αποκάλυψη ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου της. Ενόψει τούτων, το μεν πρώτο αιτούν σωματείο ως εκ των καταστατικών σκοπών του (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 660, 926/2018), η δε δεύτερη αιτούσα ως εκ της μαθητικής της ιδιότητας, έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της αιτήσεως, και είναι αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί που προβάλλει το Δημόσιο, με τους οποίους ειδικότερα υποστηρίζει αφενός ότι το πρώτο αιτούν σωματείο στερείται του απαιτούμενου ιδιαίτερου νομικού δεσμού με την προσβαλλόμενη πράξη, διότι οι καταστατικοί σκοποί του είναι διατυπωμένοι με τρόπο εξαιρετικά γενικό και διότι δεν προβάλλει ότι οι λοιποί αιτούντες είναι εγγεγραμμένα μέλη του, που θίγονται από την εν λόγω πράξη, και αφετέρου ότι οι αιτούντες μαθητές δεν πλήττονται από τη ρύθμιση, διότι ο κανόνας είναι η μη καταγραφή του θρησκεύματος στους τίτλους σπουδών.

6. Επειδή, στο άρθρο 42 παρ. 2 του ν. 4186/2013 (Α΄ 193), κατ’ εξουσιοδότηση του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προβλέπονται τα εξής: “Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων … που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: α) … η) Καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο των απολυτηρίων τίτλων. θ) …”. Με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίζεται ο τύπος των τίτλων των γενικών λυκείων, δημόσιων και ιδιωτικών, σύμφωνα με τα συνημμένα υποδείγματα, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της. Ειδικότερα, για κάθε τύπο γενικού λυκείου (δημόσιο ημερήσιο, δημόσιο εσπερινό, ιδιωτικό ημερήσιο και ιδιωτικό εσπερινό), περιλαμβάνονται υποδείγματα απολυτηρίου γενικού λυκείου, αποδεικτικού απόλυσης γενικού λυκείου, αποδεικτικού σπουδών Α΄, Β΄ και Γ΄ τάξης και πιστοποιητικού σπουδών. Σε όλα τα ως άνω υποδείγματα αναγράφεται και το θρήσκευμα μεταξύ των προσωπικών στοιχείων του μαθητή. Στο 58499/Δ2/12.4.2019 έγγραφο απόψεων του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων προς το Δικαστήριο αναφέρεται ότι η συμπλήρωση του πεδίου “Θρήσκευμα” στους απολυτήριους τίτλους του λυκείου δεν είναι υποχρεωτική. Ειδικότερα, στο ανωτέρω έγγραφο σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 της 10645/ΓΔ4/22.1.2018 κοινής απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, στοιχεία που δεν αναγράφονται στις ταυτότητες ή στα πιστοποιητικά γέννησης, δεν καταχωρίζονται στα υπηρεσιακά βιβλία και έντυπα (κατά την εγγραφή ή κατά τη διάρκεια της φοίτησης του μαθητή), εκτός αν δηλώνονται με υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α΄ 75) των γονέων ή του κηδεμόνα του μαθητή, η δήλωση δε αυτή μπορεί να υποβληθεί προκειμένου να χορηγηθεί απαλλαγή του μαθητή από το μάθημα των θρησκευτικών, κατά το άρθρο 25 παρ. 3 της παραπάνω υπουργικής απόφασης και την 12773/Δ2/23.1.2015 εγκύκλιο του ΥΠΠΕΘ ή για τη δικαιολόγηση απουσιών μαθητών του ρωμαιοκαθολικού δόγματος, του εβραϊκού θρησκεύματος και του μουσουλμανικού θρησκεύματος κατά συγκεκριμένες εορτές, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 περ. γ΄ της ίδιας υπουργικής απόφασης, και, επομένως, η καταχώριση στοιχείων, όπως το θρήσκευμα, που δεν αναγράφεται στα προσκομιζόμενα από τον γονέα ή τον κηδεμόνα έγγραφα, δεν συντελείται με πρωτοβουλία του διευθυντή της σχολικής μονάδας. Στο άρθρο 11 της πιο πάνω υπουργικής απόφασης 10645/ΓΔ4/22.1.2018 (Β΄ 120/23.1.2018) ορίζεται ότι “1. Τα στοιχεία που καταχωρίζονται κατά την εγγραφή ή κατά τη διάρκεια φοίτησης του/της μαθητή/τριας στο Ατομικό του Δελτίο είναι α. στοιχεία ταυτότητας δηλαδή: αα) επώνυμο, ββ) όνομα, γγ) επώνυμο και όνομα πατέρα, δδ) επάγγελμα πατέρα, εε) επώνυμο και όνομα μητέρας, στ) … ιι) θρήσκευμα. β. … 2. Τα στοιχεία που καταχωρίζονται κατά την εγγραφή ή κατά τη διάρκεια φοίτησης του/της μαθητή/τριας στο Μητρώο Μαθητών/τριών είναι α. στοιχεία ταυτότητας δηλαδή: αα) επώνυμο, ββ) όνομα, γγ) επώνυμο και όνομα πατέρα, δδ) επώνυμο και όνομα μητέρας, εε) … ζζ) θρήσκευμα. β. … 2. … 3. Στοιχεία που δεν αναγράφονται στις ταυτότητες ή στα πιστοποιητικά γέννησης δεν καταχωρίζονται στα υπηρεσιακά βιβλία και έντυπα, εκτός αν δηλώνονται με υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 (Α΄ 75) των γονέων ή του κηδεμόνα του/της μαθητή/τριας”. Περαιτέρω, στην παρ.1 του άρθρου 24 της ίδιας υπουργικής απόφασης προβλέπεται ότι “1. Όλες οι απουσίες των μαθητών/τριών καταχωρίζονται στο Βιβλίο Φοίτησης (απουσιολόγιο). Για το χαρακτηρισμό της φοίτησης των μαθητών/τριών δεν λαμβάνονται υπόψη: α) … γ) Απουσίες μαθητών/τριών α) του Ρωμαιοκαθολικού Δόγματος κατά τις εορτές του Μνηστήρος Ιωσήφ, της Αγίας Δωρεάς και από την προηγούμενη μέχρι την επομένη του Λατινικού Πάσχα, β) του Εβραϊκού θρησκεύματος την προηγούμενη και την 1ητου Εβραϊκού Πάσχα, γ) του Μουσουλμανικού θρησκεύματος κατά τις ημέρες των εορτών Είντ Αλ – Φιτρ (Σεκερ Μπαϊράμ) και Είντ Αλ – Αντχά (Κουρμπάν Μπαϊράμ), καθώς και την επομένη ημέρα αυτών. Για να μην ληφθούν υπόψη οι απουσίες της περίπτωσης αυτής, πρέπει να υποβληθεί υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α΄ 75), όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και ισχύει, του/της μαθητή/τριας ή του κηδεμόνα του/της εάν είναι ανήλικος/η για το θρήσκευμα. δ) …”. Τέλος, στην παρ.3 του άρθρου 25 της παραπάνω υπουργικής απόφασης ορίζεται ότι “Δυνατότητα απαλλαγής των μαθητών/τριών από το μάθημα των Θρησκευτικών παρέχεται σύμφωνα με την με αρ.πρωτ, 12773/Δ2/23/01/2015 εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ”. Στην εν λόγω εγκύκλιο προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι “… Η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών χορηγείται ύστερα από υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 του ίδιου του μαθητή (αν είναι ενήλικος) ή και των δύο γονέων του (αν είναι ανήλικος), στην οποία θα αναφέρεται ότι ο μαθητής δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και εξ αυτού επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει, εκτός αν το επιθυμεί … Εφόσον χορηγηθεί απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών για τους ανωτέρω λόγους, στο πεδίο “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” του Ατομικού Δελτίου μαθητή και του απολυτηρίου τίτλου δεν θα συμπληρώνεται ένδειξη που να είναι αντίθετη με το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, η οποία υποβλήθηκε για τη χορήγηση της απαλλαγής …”. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ρυθμίζει κανονιστικώς τον ενιαίο τύπο των απολυτηρίων τίτλων και αποδεικτικών σπουδών του γενικού λυκείου, με πανομοιότυπη απεικόνιση όλων των πεδίων στα συνημμένα υποδείγματα, δεν προκύπτει ότι η συμπλήρωση του πεδίου “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” είναι προαιρετική. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 3 της παραπάνω 10645/ΓΔ4/ 22.1.2018 υπουργικής απόφασης, τις οποίες επικαλείται η Διοίκηση στο προαναφερόμενο έγγραφο απόψεών της, συνάγεται ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της, οι διατάξεις αυτές αφορούν τα υπηρεσιακά βιβλία και έντυπα, τα οποία δεν ταυτίζονται με το απολυτήριο και τους λοιπούς τίτλους σπουδών (βλ. άρθρο 89 παρ. 2 περ. β΄ στοιχεία δ’ και ε’ του ν. 4485/2017), και, συνεπώς, η συμπλήρωση του πεδίου “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” στο απολυτήριο και τους τίτλους σπουδών δεν συναρτάται κατ’ αρχήν προς την αναγραφή του θρησκεύματος στην ταυτότητα ή το πιστοποιητικό γέννησης του μαθητή. Εξάλλου, και από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω 12773/Δ2/23/01/2015 εγκυκλίου, στην οποία παραπέμπει η παρ. 3 του άρθρου 25 της ίδιας υπουργικής απόφασης, προκύπτει ότι προβλέπεται η συμπλήρωση του πεδίου “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” στον απολυτήριο τίτλο, το περιεχόμενο του οποίου δεν πρέπει να έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, την οποία υπέβαλε ο μαθητής για τη χορήγηση απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών. Από τα ανωτέρω στοιχεία συνάγεται ότι η αναγραφή του θρησκεύματος στο απολυτήριο, τους τίτλους και τα αποδεικτικά σπουδών του λυκείου, η οποία καθορίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αντικαταστάθηκε, είναι κατ’ αρχήν υποχρεωτική.

7. Επειδή, το Σύνταγμα, στο άρθρο 13, ορίζει τα εξής: «1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. 3. Οι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. 4. Κανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Κράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους. 5. …».

8. Επειδή, με το παραπάνω άρθρο 13 του Συντάγματος κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Το ατομικό αυτό δικαίωμα, που υπόκειται μόνο στους προβλεπόμενους από το ίδιο το Σύνταγμα περιορισμούς, περιλαμβάνει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης αφ’ ενός (παρ. 1) και την ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων αφ’ ετέρου, με ρητή αναφορά στην ανεμπόδιστη άσκηση της λατρείας κάθε γνωστής θρησκείας (παρ. 2). Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου αυτού, με τις οποίες προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και επιβάλλεται η ίση μεταχείριση, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, στην απόλαυση όχι μόνο των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά όλων των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη καθιερώνεται δηλαδή η θρησκευτική ισότητα, είναι διατάξεις θεμελιώδεις, ως μη υποκείμενες, σύμφωνα με το άρθρο 110 παραγρ. 1 του Συντάγματος, σε αναθεώρηση. Εξ άλλου η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης διακηρύσσεται ως απαραβίαστη, χωρίς να τάσσεται κανένας περιορισμός, υποκείμενη συνεπώς μόνον στους περιορισμούς της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, ενώ η ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, ειδικότερη μορφή της οποίας αποτελεί η άσκηση της λατρείας, υπόκειται επί πλέον στους περιορισμούς που επιβάλλονται από τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, με την οποία προστατεύεται προεχόντως το ενδιάθετο φρόνημα του ατόμου αναφορικά με το θείο από κάθε κρατική επέμβαση, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα που ακολουθεί ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του. Κανένας δεν μπορεί να εξαναγκασθεί με οποιονδήποτε τρόπο, να αποκαλύψει είτε αμέσως είτε εμμέσως, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του, υποχρεούμενος σε πράξεις ή παραλείψεις από τις οποίες θα τεκμαίρεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τους. Και καμία κρατική αρχή ή κρατικό όργανο δεν επιτρέπεται να επεμβαίνουν στον απαραβίαστο, κατά το Σύνταγμα, χώρο αυτό της συνείδησης του ατόμου και να αναζητούν το θρησκευτικό του φρόνημα, πολύ δε περισσότερο να επιβάλλουν την εξωτερίκευση των όποιων πεποιθήσεων του ατόμου αναφορικά με το θείο. Διάφορο είναι το ζήτημα της οικειοθελούς προς τις κρατικές αρχές γνωστοποίησης του θρησκεύματος του ατόμου, η οποία όμως γίνεται με πρωτοβουλία του και για την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως η ίδρυση ναού ή ευκτηρίου οίκου, η ίδρυση σωματείου θρησκευτικού χαρακτήρα κλπ (ΣτΕ 2280 – 2286/2001 Ολομ.). Συνεπώς, η αναγραφή του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα, όπως εν προκειμένω το απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του λυκείου, η οποία επιβάλλεται κατ’ αρχήν ως υποχρεωτική με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος.

9. Επειδή, περαιτέρω, η θρησκευτική ελευθερία, υπό τη θετική της έκφανση, της εκδήλωσης δηλαδή των θρησκευτικών πεποιθήσεων, συνίσταται στο δικαίωμα του καθενός να εκδηλώνει ανεμπόδιστα το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του με ποικίλους τρόπους, ατομικά ή από κοινού με άλλους, ιδιωτικά ή δημόσια, εφ’ όσον δεν προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη και υπό τους περιορισμούς της παρ. 4 του άρθρου 13 του Συντάγματος. Ωστόσο, η ελευθερία αυτή δεν περιλαμβάνει και το δικαίωμα των ατόμων να εκδηλώνουν το θρήσκευμα που ακολουθούν ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις τους με την αναγραφή τους, όταν το επιθυμούν, και σε δημόσια έγγραφα, όπως είναι οι προαναφερόμενοι τίτλοι σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το άρθρο 13 του Συντάγματος όχι μόνο δεν παρέχει τέτοια αξίωση στους φορείς του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, άλλωστε τούτο ως ατομικό δικαίωμα θεμελιώνει κατ’ αρχήν μόνον αξίωση του ατόμου έναντι της κρατικής εξουσίας για αποχή από επεμβάσεις των οργάνων της που θα παρεμπόδιζαν την άσκησή του και όχι αξίωση θετικής ενέργειας, αλλά απαγορεύει και την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος ή των θρησκευτικών εν γένει πεποιθήσεων στους απολυτήριους τίτλους και τα πιστοποιητικά σπουδών, τα οποία συνιστούν έγγραφα αποδεικτικά της φοίτησης, της επίδοσης και της ολοκλήρωσης ενός σταδίου εκπαίδευσης των μαθητών και όχι μη συναφών προς τα πραγματικά αυτά γεγονότα πληροφοριών, όπως είναι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις. Η αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια την προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας, υπό την αρνητική της έκφανση, εκείνων των Ελλήνων, οι οποίοι δεν θα επιθυμούσαν να εκδηλώσουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις με αυτόν τον τρόπο, αναιρώντας παράλληλα και τη θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους, όσον αφορά την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος, που επιβάλλεται από το άρθρο 13 του Συντάγματος. Πράγματι, όσοι Έλληνες αρνηθούν να αναγράφεται το θρήσκευμα ή οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις σε τίτλους σπουδών, οι οποίοι μάλιστα επιδεικνύονται σε κάθε αρχή και υπηρεσία καθώς και σε οποιονδήποτε ιδιώτη για την πιστοποίηση των σπουδών και γνώσεων του κατόχου τους σε όλη τη διάρκεια του μετέπειτα βίου του, αναγκάζονται να αποκαλύψουν εμμέσως και οιονεί δημόσια, μία πλευρά της ενδιάθετης στάσης τους απέναντι στο θείο. Ταυτόχρονα δε διαφοροποιούνται παρά τη θέλησή τους από εκείνους τους Έλληνες που ομολογούν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις με την αναγραφή τους στους τίτλους σπουδών. Πέραν τούτων, η αναγραφή του θρησκεύματος στα απολυτήρια και τους τίτλους σπουδών παρέχει και έδαφος ενδεχόμενων διακρίσεων, δυσμενών ή ευμενών, και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο προσβολής της θρησκευτικής ισότητας, που κατοχυρώνεται με τη θεμελιώδη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 2280 – 2289/2001 Ολομ.). Τα ανωτέρω ισχύουν, αντίστοιχα, και για τους τίτλους σπουδών που χορηγούνται από ιδιωτικά σχολεία, δεδομένου ότι το περιεχόμενο των τίτλων αυτών, οι οποίοι είναι ισότιμοι προς τους αντίστοιχους των δημόσιων σχολείων (βλ. άρθρο 17 του ν. 682/1977, Α΄ 244, πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2376/1988, 1684/1974), καθορίζεται ομοίως από το Κράτος, κατά τρόπο ενιαίο με τους αντίστοιχους τίτλους της δημόσιας εκπαίδευσης (πρβλ. ΣτΕ 1685/1974 Ολομ.), όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να υφίσταται, και στην περίπτωση αυτή, κίνδυνος διαφοροποίησης και διακρίσεων από την τυχόν προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στα εν λόγω έγγραφα. Συνεπώς, η αναγραφή του θρησκεύματος στα απολυτήρια, τους τίτλους και τα αποδεικτικά σπουδών του λυκείου, η οποία προβλέπεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αντικαταστάθηκε, ακόμη και αν είναι προαιρετική, ακόμη δηλαδή και αν γίνεται με τη συγκατάθεση ή την πρωτοβουλία του μαθητή ή των γονέων του ή με την πρόβλεψη του σχετικού πεδίου στον τύπο του τίτλου, το οποίο μπορεί να παραμείνει κενό, συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος, οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί του Δημοσίου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Για τους ανωτέρω λόγους, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενους, η απόφαση αυτή δεν είναι νόμιμη, κατά το πληττόμενο μέρος της, και πρέπει να ακυρωθεί.

10. Επειδή, στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), προβλέπεται ότι «Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον διά την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων», στο άρθρο 9 ότι: «Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας. Το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ’ ιδίαν, διά της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών», και στο άρθρο 14 ότι «Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως».

11. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι και μόνο με την αναγραφή του πεδίου “ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ” στους τίτλους και στα πιστοποιητικά του λυκείου παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 14 της ΕΣΔΑ, διότι προσβάλλεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, και μάλιστα στην αρνητική της διάσταση, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 9 της Σύμβασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 αυτής, με τα οποία απαγορεύονται οι διακρίσεις λόγω θρησκεύματος, αφού, ακόμη και αν μείνει το πεδίο κενό ή συμπληρωθεί με μία παύλα, οι μαθητές οδηγούνται σε αποκάλυψη των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, δεδομένου ότι όσοι από αυτούς δεν επιθυμούν να δηλώσουν το θρήσκευμά τους υφίστανται δυσμενή διάκριση λόγω θρησκεύματος σε σχέση με εκείνους που δεν εκφράζουν αντίρρηση για την καταγραφή του .

12. Επειδή, η θρησκευτική ελευθερία που κατοχυρώνεται με το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τόσο την ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, όσο και το δικαίωμα του ατόμου να μην υποχρεούται να αποκαλύψει, αμέσως ή εμμέσως, αυτές τις πεποιθήσεις του. Συνεπώς, επίσημα έγγραφα, όπως το δελτίο ταυτότητας ή οι τίτλοι σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενόψει και των ποικίλλων χρήσεων τους, δεν προορίζονται για την άσκηση του δικαιώματος εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων καθενός, συνιστούν εντελώς απρόσφορο πεδίο για την άντληση πληροφοριών ως προς τις σχέσεις των πολιτών με το κράτος στα πλαίσια των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται με τη Σύμβαση, το δε περιεχόμενό τους δεν μπορεί να διαμορφώνεται σύμφωνα με τη βούληση των ενδιαφερομένων. Επομένως, δεν προκύπτει η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου που να καθιστά αναγκαία την αναγραφή του θρησκεύματος στα έγγραφα αυτά. Εξάλλου, η τυχόν αναγραφή του θρησκεύματος στα παραπάνω επίσημα έγγραφα ενέχει τον κίνδυνο διακριτικής μεταχείρισης των κατόχων τους στις σχέσεις τους με τη διοίκηση ή και στις επαγγελματικές τους σχέσεις, ενώ ακόμη και η προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές ή θετικές διακρίσεις μεταξύ των προσώπων που θα επιλέξουν να εκδηλώσουν το θρήσκευμά τους και εκείνων που θα αφήσουν κενό ή θα θέσουν μία παύλα στο σχετικό πεδίο (πρβλ. ΕΔΔΑ Σοφιανόπουλος κ.λπ. κατά Ελλάδος, 12.12.2002 επί του παραδεκτού, 1988/02, 1997/02, 1977/02, Sinan Isik κατά Τουρκίας, 2.2.2010, 21924/05, Grzelak κατά Πολωνίας, 15.6.2010, 7710/02, Wasmuth κατά Γερμανίας, 17.2.2011, 12884/2003). Κατόπιν τούτων, η αναγραφή του θρησκεύματος στο απολυτήριο και στους λοιπούς τίτλους και πιστοποιητικά του λυκείου, υποχρεωτική ή προαιρετική, που προβλέπεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 9 και 14 της ΕΣΔΑ, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα.

13. Επειδή, το Σύνταγμα, στο άρθρο 9Α, ορίζει ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει». Με τον ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Α΄ 50) μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία 95/46/ΕΚ «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» (L 281/1995). Στο άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζονται τα εξής: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α. «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων. β. «Ευαίσθητα δεδομένα», τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, […] γ. «Υποκείμενο των δεδομένων», το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ. «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία»), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε. [όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006 (Α΄ 133)] «Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. … ια. …». Τέλος, στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3471/2006 (Α΄ 133) και φέρει τον τίτλο «Χαρακτηριστικά δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ορίζεται ότι: «1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. γ) …”. Ήδη, με τον Γενικό Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών», (L 119/4.5.2016), ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 99 αυτού, τίθεται σε εφαρμογή στις 25 Μαΐου 2018 σε όλα τα Κράτη-Μέλη της ΕΕ, αντικαθίσταται η παραπάνω Οδηγία 95/46/ΕΚ. Με τον Κανονισμό αυτόν ορίζεται, στο άρθρο 1, ότι: «1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες που αφορούν την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κανόνες που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 2. Ο παρών κανονισμός προστατεύει θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των φυσικών προσώπων και ειδικότερα το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 3. …» και, στο άρθρο 2, ότι: «1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης. 2. …”. Περαιτέρω, στο άρθρο 4, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως: 1) “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα” : κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο (“υποκείμενο των δεδομένων”)· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου, 2) “επεξεργασία” : κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή, 3) … 11) “συγκατάθεση” του υποκειμένου των δεδομένων : κάθε ένδειξη βουλήσεως, ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει ότι συμφωνεί, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, 12) …». Εξάλλου, στο άρθρο 5, με τίτλο “Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, προβλέπεται ότι “1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα: α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων (νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια). β) συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς τους σκοπούς αυτούς. Η περαιτέρω επεξεργασία για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, ή σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασύμβατη με τους αρχικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 (“περιορισμός του σκοπού”). γ) … δ) … 2. …”. Τέλος, στο άρθρο 9 του Κανονισμού, με τίτλο “Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, προβλέπονται τα εξής: «1. Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολισμό. 2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει ρητή συγκατάθεση για την επεξεργασία αυτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς, εκτός εάν το δίκαιο της Ένωσης ή κράτους μέλους προβλέπει ότι η απαγόρευση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν μπορεί να αρθεί από το υποκείμενο των δεδομένων, β) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των υποχρεώσεων και την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων του υπευθύνου επεξεργασίας ή του υποκειμένου των δεδομένων στον τομέα του εργατικού δικαίου και του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής προστασίας, εφόσον επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή κράτους μέλους ή από συλλογική συμφωνία σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο παρέχοντας κατάλληλες εγγυήσεις για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων, γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου, εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι σωματικά ή νομικά ανίκανο να συγκατατεθεί, δ) η επεξεργασία διενεργείται, με κατάλληλες εγγυήσεις, στο πλαίσιο των νόμιμων δραστηριοτήτων ιδρύματος, οργάνωσης ή άλλου μη κερδοσκοπικού φορέα με πολιτικό, φιλοσοφικό, θρησκευτικό ή συνδικαλιστικό στόχο και υπό την προϋπόθεση ότι η επεξεργασία αφορά αποκλειστικά τα μέλη ή τα πρώην μέλη του φορέα ή πρόσωπα τα οποία έχουν τακτική επικοινωνία μαζί του σε σχέση με τους σκοπούς του και ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν κοινοποιούνται εκτός του συγκεκριμένου φορέα χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων, ε) η επεξεργασία αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων, στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων ή όταν τα δικαστήρια ενεργούν υπό τη δικαιοδοτική τους ιδιότητα, ζ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για λόγους ουσιαστικού δημόσιου συμφέροντος, βάσει του δικαίου της Ένωσης ή κράτους μέλους, το οποίο είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο στόχο, σέβεται την ουσία του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων και προβλέπει κατάλληλα και συγκεκριμένα μέτρα για τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων, η) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για σκοπούς προληπτικής ή επαγγελματικής ιατρικής, εκτίμησης της ικανότητας προς εργασία του εργαζομένου, ιατρικής διάγνωσης, παροχής υγειονομικής ή κοινωνικής περίθαλψης ή θεραπείας ή διαχείρισης υγειονομικών και κοινωνικών συστημάτων και υπηρεσιών βάσει του ενωσιακού δικαίου ή του δικαίου κράτους μέλους ή δυνάμει σύμβασης με επαγγελματία του τομέα της υγείας και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων και των εγγυήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, θ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για λόγους δημόσιου συμφέροντος στον τομέα της δημόσιας υγείας, όπως η προστασία έναντι σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας ή η διασφάλιση υψηλών προτύπων ποιότητας και ασφάλειας της υγειονομικής περίθαλψης και των φαρμάκων ή των ιατροτεχνολογικών προϊόντων, βάσει του δικαίου της Ένωσης ή του δικαίου κράτους μέλους, το οποίο προβλέπει κατάλληλα και συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων, ειδικότερα δε του επαγγελματικού απορρήτου, ή ι) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, για σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή για στατιστικούς σκοπούς σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 βάσει του δικαίου της Ένωσης ή κράτους μέλους, οι οποίοι είναι ανάλογοι προς τον επιδιωκόμενο στόχο, σέβονται την ουσία του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων και προβλέπουν κατάλληλα και συγκεκριμένα μέτρα για τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων. 3. …».

14. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. α’ και β’ του ν. 2472/1997 και ήδη το άρθρο 4 περ. 1 και 2 του Κανονισμού 2016/679, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις αποτελούν δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, και μάλιστα ευαίσθητο. Από τις ίδιες διατάξεις και από τα άρθρα 4 παρ. 1 περ. α’ και β’ του ν. 2472/1997 και ήδη 5 παρ. 1 περ. α’ και β’ και 9 παρ. 1 του Κανονισμού προκύπτει περαιτέρω ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως εν προκειμένω οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, καθώς και να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας (ΣτΕ 2280, 2282/2001 Ολομ., 2255/2005, πρβλ. 518/2018). Τέλος, από τα άρθρα 2 περ. δ’ του ν. 2472/1997 και 4 παρ. 2 του Κανονισμού 2016/679 προκύπτει ότι η καταχώριση του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του λυκείου, ανεξαρτήτως αν είναι υποχρεωτική ή προαιρετική, συνιστά μορφή επεξεργασίας δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα που πρέπει να πληροί τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Όπως, όμως, αναφέρθηκε στις προηγούμενες σκέψεις, η αναγραφή αυτή του θρησκεύματος στους παραπάνω τίτλους παραβιάζει το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και τα άρθρα 9 και 14 της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αντικαταστάθηκε, με την οποία προβλέπεται επεξεργασία ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου χωρίς να υπάρχει νόμιμος σκοπός, έρχεται σε αντίθεση και με τα άρθρα 2 περ. β, 4 παρ. 1 περ. α και β του ν. 2472/1997 και 5 παρ. 1 περ. α’ και β’ και 9 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, όπως βασίμως προβάλλουν οι αιτούντες.

15. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η 43496/Δ2/20.3.2019 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1201/10.4.2019) να ακυρωθεί, κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται η αναγραφή του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του γενικού λυκείου.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Καταργεί τη δίκη ως προς τον τρίτο αιτούντα.

Απορρίπτει την αίτηση ως προς τον τέταρτο αιτούντα.

Δέχεται την αίτηση ως προς τους λοιπούς αιτούντες.

Ακυρώνει την 43496/Δ2/20.3.2019 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1201/10.4.2019), σύμφωνα με το σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αιτούντες, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αίτηση.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αίτηση, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2019 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.

Η Πρόεδρος Η Γραμματέας

Αικ. Σακελλαροπούλου Ελ. Γκίκα


Σώτη Τριανταφύλλου: “οπαδός ανοιχτής κοινωνίας” ή συγγραφέας “ρατσιστικού και μισαλλόδοξου κειμένου” και “κατά του πολυπολιτισμού”;

Σώτη Τριανταφύλλου: “οπαδός ανοιχτής κοινωνίας” ή συγγραφέας “ρατσιστικού και μισαλλόδοξου κειμένου” που “έχει μιλήσει κατά του Ισλάμ και του πολυπολιτιστικού μοντέλου [και] έγραψε άρθρο με επίθεση κατά του Ισλάμ;”

 

Νίκος Δήμου (22/9/2019): “Κι όμως η Σώτη δεν είναι «δεξιά». Ανήκει στους πραγματικούς φιλελεύθερους, τους οπαδούς της ανοιχτής κοινωνίας και του κοσμικού κράτους. Ένα είδος ανθρώπου που σπανίζει στη χώρα μας.”

 

Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (9/5/2017): “Χωρίς αμφιβολία το επίδικο κείμενο [της Σώτης Τριανταφύλλου] είναι ρατσιστικό και μισαλλόδοξο. Περιλαμβάνει σοβαρές ανακρίβειες, παραποιεί την αλήθεια και προσβάλλει βάναυσα τη λογική. Αποτελεί τυπικό και προβλέψιμο δείγμα λόγου που στρέφεται συλλήβδην κατά μίας ομάδας προσώπων, την οποία και θεωρεί -εντελώς αυθαίρετα και σχεδόν μεταφυσικά- απόλυτα ομοιογενή. Κυρίως δε αποδίδει σε αυτήν κάποιο εγγενές «κακό», από το οποίο η ομάδα και τα πρόσωπα που την αποτελούν αδυνατούν να ξεφύγουν, ακριβώς επειδή αυτό έχει αναχθεί σε συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς τους.”

 

Alexandros Sakellariou (2016): Islamophobia in Greece: National Report 2015: “Mainstream newspapers host views of columnists who reproduce Islamophobic discourse. After the November attack in Paris a well-known author who has spoken against Islam and the multicultural model before, wrote a brief article in the newspaper Athens Voice attacking Islam. In this article she argued that Islam is not a religion like every other, that its nature is warlike and envious and that it is a political programme and an ideology of barbarisation. Furthermore, she argued that moderate Muslims are very rare if any and she added that she agrees with a saying of Marco Polo, that a fanatic Muslim is the one who cuts your head, while a moderate one holds your head for it to be cut. In her view, Islam is monolithic and has remained the same since the Middle Ages and the West should react against this threat. She expressed similar views in her interview in a mainstream newspaper, Kathimerini, about two weeks later, supporting the argument that violence is an endogenous problem of Islam and that it is Muslims’ fault that they were unable to be incorporated in Western societies.” 

Religious opening of judicial year in Greek high court/Θρησκευτική έναρξη δικαστικού έτους σε ανώτερο δικαστήριο

 

 

 

Opening of judicial year today at a higher court in a supposedly secular state, Greece, in a region, Thrace, where at least 25% of the population is Muslim: Blessing Ceremony in the Appeals Court of Thrace including kissing of the Bishop’s hand by the Court’s President.

Έναρξη δικαστικού έτους σήμερα σε ανώτερο δικαστήριο υποτίθεται κοσμικού κράτους όπου τουλάχιστον 25% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι: Αγιασμός στο Εφετείο Θράκης και με χειροφίλημα του δεσπότη από την πρόεδρο του δικαστηρίου [http://www.paratiritis-news.gr/article/217226/Agiasmos-sto-Efeteio-Thrakis]

JUSTICIA brief on pre-trial detention in the European Union

justicia logo

JUSTICIA brief on pre-trial detention in the European Union

It’s time for EU action to end excessive use

September 17, 2019 – Pre-trial detention

 

DOWNLOAD PDF

 

The members of the JUSTICIA European Rights Network (a coalition of the European leading civil liberties organizations working on the right to a fair trial) call on the European institutions to adopt legislation that ensures that pre-trial detention is used fairly and only when it is really justified.

In this joint brief, the JUSTICIA European Rights Network asks the European Commission to table legislation on pre-trial detention that protects the right to liberty and the presumption of innocence, and the European Parliament and Council to ensure that it contains key procedural protections, requires the use of alternatives to detention, excludes minor offences, among other safeguards.

The JUSTICIA European Rights Network considers that the unjustified and excessive use of pre-trial detention is all too common in the EU. Evidence shows that it is something that is needlessly wasting huge amounts of public funds, and contributing to prison overcrowding and adding to inhumane conditions. This situation also threatens to undermine mutual trust and judicial cooperation among EU member states. Demand for action is growing and legislation in this area must be introduced without delay

Read the JUSTICIA brief here.

Members of the JUSTICIA European Rights Network are: Open Society Justice Initiative, Ludwig Boltzmann Institute, Bulgarian Helsinki Committee, Croatian Law Center, Civil Rights Defenders, Res Publica, Hungarian Helsinki Committee, Greek Helsinki Monitor, Irish Council for Civil Liberties, Czech League of Human Rights, Statewatch, Human Rights Centre, KISA, Antigone, Human Rights Monitoring Institute, Netherlands Helsinki Committee, Helsinki Foundation for Human Rights, APADOR, The Peace Institute, Rights International Spain.

If you are a journalist interested in this story, please telephone Fair Trials’ press department on +44 (0) 20 7822 2370 or +32 (0) 2 360 04 71.

12/09/2019: Άμεση δράση ΕΛ.ΑΣ. κατά παράνομης στάθμευσης

Σε κλήση στο 100 που συνοδεύτηκε με το ακόλουθο μήνυμα η Τροχαία Αθηνών έδρασε αμέσως και αποτελεσματικά:

Στάθμευση στο πεζοδρόμιο στη Λ. Αλεξάνδρας 75επ 13:40

Panayote Dimitras panayotedimitras@gmail.com
προς: dtroxat@hellenicpolice.gr
ημερομηνία: 12 Σεπ 2019, 2:17 μ.μ.
θέμα: Στάθμευση στο πεζοδρόμιο στη Λ. Αλεξάνδρας 75επ 13:40
Κύριοι/Κυρίες

Στις 13:40 σήμερα τηλεφώνησα στο 100 για να αναφέρω την πλήρη κατάληψη του πεζοδρομίου από σταθμευμένα αυτοκίνητα μπροστά από τα καταστήματα Μαρινάτου και Vodaphone στο ύψος της Λ. Αλεξάνδρας 75.

Επισυνάπτω τις σχετικές φωτογραφίες που πήρα και παρακαλώ να με ενημερώσετε για τις ενέργειες που κάνατε και τις κυρώσεις που επιβάλατε.

Με τιμή

Παναγιώτης Δημητράς

 

[οι άλλες δύο φωτογραφίες αφορούσαν παρακείμενα καταστήματα για υποβοήθηση]

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝΑ - ΔΗΜΗΤΡΑΣ 17-9-2019

 

 

131 organisations set out proposed criteria for selection and appointment of the next UN Special Rapporteur on the situation of human rights defenders

09.09.2019

ISHR and 130 partners around the world have published a checklist for the selection and appointment of a UN expert on human rights defenders. Candidates have until 17 October 2019 to apply for the position.

 

The current Special Rapporteur on human rights defenders shaking hands with the UN Secretary General

ISHR and 130 other organisations have set out the criteria that should be at the heart of the selection of the next UN Special Rapporteur on the situation of human rights defenders. As Michel Forst’s term as mandate holder comes to an end, candidates have until 17 October 2019 to submit their applications for the position. Defenders from marginalised groups or from under-represented communities and identities are strongly encouraged to apply.

If your organisation would like to endorse the criteria, please sign on here.

ISHR’s Programme Manager Helen Nolan explains that the Special Rapporteur plays a key role in the recognition and protection of those who promote and defend human rights.

‘Human rights defenders often face serious challenges and risks as a result of their human rights work, and so the mandate seeks to promote a safe and enabling environment for them around the world,’ says Nolan. As the document highlights, the mandate does this work in many ways.

‘With the power to report and advise countries on how to make the right to defend rights a reality, mandate holders have helped bring about real change on the ground,’ says Nolan. For example, Special Rapporteurs on the situation of human rights defenders have:

  • visited dozens of countries in all regions to examine the situation of human rights defenders on the ground and make recommendations to strengthen their protection;
  • investigated the situation and protection needs of groups of defenders particularly at risk, most recently looking at women human rights defenders, environmental defenders, and people on the move; and
  • raised thousands of cases of alleged human rights violations against human rights defenders around the globe.

‘131 organisations working nationally, regionally and internationally have come together to set out the skills and expertise that should be taken into account in the appointment of the next expert in March 2020,’ explains Nolan. These fit under 4 priorities:

  • qualifications and skills;
  • relevant expertise
  • established competence;
  • and flexibility/ readiness and availability

The document also provides information on the application process, and underlines the importance of independence and impartiality, as well as experience or knowledge of the realities faced by human rights defenders.

‘Human rights defenders who are most at risk around the world are often persons with discriminated identities or from communities that are marginalised, so the Special Rapporteur should be able to consider the particular contexts and challenges faced by these individuals and groups with the benefit of insights from the mandate holder’s personal experience,’ emphasises Nolan.

‘We all strongly encourage nominations of such human rights defenders, including women and gender diverse persons,’ adds Nolan.

The checklist is available here.


 

 9 September 2019

PROPOSED CRITERIA FOR SELECTION AND APPOINTMENT OF A NEW MANDATE HOLDER ON THE SITUATION OF HUMAN RIGHTS DEFENDERS

This document is part of a series of criteria developed for vacant positions of Special Procedures mandate holders, and is endorsed by 131 organisations working internationally (41), regionally (12) and nationally (78) (full list below). Its intention is to support all stakeholders in the identification of and outreach to highly qualified and independent candidates for the mandate of Special Rapporteur on the situation of human rights defenders, to be appointed by the Human Rights Council in March 2020.

The mandate of the Special Rapporteur on the situation of human rights defenders plays a key role in the recognition and protection of those who promote and defend human rights. These individuals, organisations and groups often face serious challenges and risks as a result of their human rights work, and the mandate seeks to promote the creation of a safe and enabling environment for human rights defenders around the world. It does this in many ways, such as by promoting the Declaration on human rights defenders; studying trends, developments and challenges faced by human rights defenders, including those with specific protection needs; recommending concrete and effective strategies to increase protection; and seeking, receiving and examining information on individual cases. The mandate engages with a wide variety of stakeholders, collaborating particularly closely with States and human rights defenders themselves.

For example, Special Rapporteurs on the situation of human rights defenders have visited dozens of countries in all regions to examine the situation of human rights defenders on the ground and make recommendations to strengthen their protection; investigated the situation and protection needs of groups of defenders particularly at risk, most recently looking at women human rights defenders, environmental defenders, and people on the move; examined thematic issues in depth, such as the elements necessary to create a safe and enabling environment for human rights defenders; and raised thousands of cases of alleged human rights violations against human rights defenders around the globe.

The appointment of independent, impartial, competent and expert persons from all regions of the world as mandate holders is essential to ensuring a well-functioning system of Special Procedures, which, in turn, is of crucial importance to the functioning of the Human Rights Council. The selection and appointment of mandate holders, through a transparent and merit based process, on the basis of relevant expertise for the mandate in question, real and perceived independence, impartiality, personal integrity and objectivity are of crucial importance for the effective functioning of the mandates. This document provides information on the application process for candidates for the position of Special Rapporteur on the situation of human rights defenders, formal criteria for selection of a mandate holder, and a checklist of criteria intended as an interpretive aid for those criteria.

States may use the document to strengthen national consultations processes for the identification of suitable candidates. It is also intended as a checklist that can be used by the Human Rights Council’s Consultative Group and the President of the Council to ensure that only highly qualified and independent candidates are considered and appointed.

The signatory organisations call on Governments, NGOs and others, including relevant professional networks, to use this checklist of criteria to identify eligible candidates for the upcoming vacancy for the Special Rapporteur on the situation of human rights defenders. We urge Governments to consult civil society and human rights defenders in their countries, and to disseminate the vacancy widely so as to encourage candidates to apply for this vacancy.

In particular, we encourage nominations of human rights defenders from marginalised groups or from communities and identities that are under-represented among Special Procedures mandate holders, including women and gender diverse persons.

  • APPLICATION PROCESS

The Human Rights Council will appoint a new Special Rapporteur on the situation of human rights defenders in March 2020, following the end of the second term of Michel Forst. The new mandate holder will serve a term of three years, which can be renewed once, and the following stakeholders may nominate candidates:

  • Governments;
  • Regional Groups;
  • International organisations (e.g. the Office of the High Commissioner for Human Rights (OHCHR));
  • Non-governmental organisations (NGOs);
  • National human rights institutions (NHRIs) in compliance with Paris Principles;
  • Other human rights bodies;
  • Individuals.

All candidates must submit an application through the OHCHR online application system, together with personal data, curriculum vitae and a motivation letter. OHCHR will prepare a public list of candidates who applied for each vacancy.

The Council’s Consultative Group (currently composed of the Ambassadors of the Permanent Missions to the UN of Djibouti, Ecuador, Iraq, Italy and the Republic of Moldova), will prepare a shortlist of candidates to be interviewed. Following the interviews, the Consultative Group will send a letter to the President of the Human Rights Council setting out their top three candidates in order of preference.

At the 43rd session of the Human Rights Council, the President will communicate the candidate the President has selected, bearing in mind the overall geographic and gender balance among all Special Procedures mandate holders. At the end of that Council session, the Council will endorse the President’s selected candidate.

Prospective mandate holders should be aware that this is a voluntary, unpaid role. They would not receive salary or other financial compensation, except for travel expenses and daily subsistence allowance of ‘experts on mission’. It will require a substantial time commitment from the individual, including readiness to travel and respond to urgent situations, as explained in the checklist below.

Details and formalities about the nomination, selection and appointment of mandate holders are explained on the OHCHR website here. Applications have to be submitted through an online system, which is available here, with a deadline of 17 October 2019 (12 NOON GREENWICH MEAN TIME / GMT)

CRITERIA FOR SELECTION OF CANDIDATES FOR MANDATE OF 

SPECIAL RAPPORTEUR ON THE SITUATION OF HUMAN RIGHTS DEFENDERS

Human Rights Council resolution 5/1 sets out the formal criteria that are of ‘paramount importance while nominating, selecting and appointing mandate-holders:

  1. expertise;
  2. experience in the field of the mandate;
  3. independence;
  4. impartiality;
  5. personal integrity; and
  6. objectivity.’

Resolution 5/1 provides that to be independent ‘individuals holding decision-making positions in Government or in any other organisation or entity which may give rise to a conflict of interest with the responsibilities inherent to the mandate shall be excluded.’ The conflict of interest provision has also been interpreted to mean that candidates are expected to clarify how, if appointed, they would deal with any perceived or actual conflict of interest in relation to governments, inter-governmental organisations, or non-governmental organisations. We encourage that a rigorous application of both the letter and the spirit of this provision be applied by the Consultative Group when selecting and proposing candidates. In particular, we consider that there should be a minimum of a two-year period between when an individual leaves a position in Government and when they may be considered as a candidate for the position of a mandate holder.

Human Rights Council decision 6/102 establishes four technical and objective requirements to be considered in the selection of Special Procedures mandate-holders:

  1. qualifications,
  2. relevant expertise,
  3. established competence and
  4. flexibility/readiness and availability of time.

Due consideration should be given to gender balance and equitable geographic representation, and to an appropriate representation of different legal systems. The selected candidate should be a highly-qualified individual who possess established competence, relevant expertise and extensive professional experience in the field of human rights (paras. 39-41).

We consider it paramount that this selection process give continued consideration to diversity, of all kinds. Human rights defenders who are most at risk around the world are often persons with discriminated identities or from communities that are marginalised. Consequently, the Special Rapporteur on the situation of human rights defenders should be able to consider the particular contexts and challenges faced by these individuals and groups with the benefit of insights from the mandate holder’s personal experience. We encourage that the Consultative Group give special consideration to candidates from communities or identities that are underrepresented among special procedures mandate holders.

The attached checklist is intended as an interpretive aid for those requirements.

CHECKLIST FOR SELECTION OF CANDIDATES FOR MANDATE OF

SPECIAL RAPPORTEUR ON THE SITUATION OF HUMAN RIGHTS DEFENDERS

1. Qualifications (and skills): relevant educational qualifications and equivalent professional experience in the field of human rights.

Checklist:

  • Demonstrated experience addressing issues relevant to the mandate, from a human rights perspective (for example through lived experience and practice, academic publications, studies, reports, research papers or any similar written material demonstrating in-depth knowledge);
  • Extensive experience in public speaking (for example in expert seminars) as well as in communicating and/or working together with relevant stakeholders, including senior government officials, the diplomatic corps, intergovernmental organisations, national human rights institutions, NGOs, human rights defenders and victims of human rights violations, businesses, media and other non-state actors;
  • A university degree, or equivalent in experience, in a discipline directly related to the mandate, preferably with a focus on international human rights law, would be highly desirable;
  • Excellent oral and written communication skills in at least one of the UN working languages (English, French and Spanish – knowledge of other widely-used or official UN languages, such as Arabic, Chinese or Russian, would also be an asset);

2. Relevant expertise: knowledge of international human rights instruments, norms, standards and principles; as well as knowledge of institutional mandates related to the United Nations or other international or regional organisations’ work in the area of human rights; proven work experience in the field of human rights.

 

Checklist:

  • Extensive knowledge of international human rights law and standards, including through the lens of non-discrimination and equality, and their application for the promotion and protection for human rights defenders and their work;
  • Several years of progressively responsible work experience in the field of human rights or as a human rights defender, including in human rights research, monitoring, reporting, investigating and advocacy;
  • Excellent knowledge of the international and regional legal frameworks, including case law relevant to the promotion and protection of the rights of human rights defenders, including on the rights to freedom of expression, peaceful assembly and association, torture and other ill-treatment, extrajudicial, summary or arbitrary executions, and enforced or involuntary disappearances;
  • Practical experience in promoting and protecting the rights of human rights defenders, including through a gender perspective;
  • Excellent knowledge of institutional mandates of the United Nations and/or other international or regional human rights bodies.

3. Established competence: nationally, regionally or internationally recognised competence related to human rights.

Checklist:

  • A demonstrated commitment to human rights law and standards;
  • Excellent knowledge and expertise of the work of human rights defenders, and of responding to recent trends, developments and challenges human rights defenders face;
  • Recognized knowledge and experience of human rights-based academic and field research and/or fact-finding methodology, including carrying out fact-finding visits;
  • Experience in applying international human rights standards, such as the Declaration on human rights defenders, in particular with a view to furthering the recognition and protection of human rights defenders and their work;
  • Experience at national, regional and/or international level in developing legislation, policies and mechanisms for the protection of human rights defenders, including knowledge in developing comprehensive protection strategies that incorporate a collective, gender, ethnic and intersectional perspective, and in creating a safe and enabling environment for their work, including addressing issues related to discrimination, threats, intimidation, reprisals, and impunity;
  • Extensive experience with and proven commitment to working and/or interacting with civil society and individuals whose human rights may be at risk of, or who have experienced, among other, harassment, stigmatisation, smear campaigns, surveillance, criminalization, threats, intimidation, reprisals, violence or killings as a result of their work in defending human rights;
  • Proven awareness of the particular risks faced by and particular protection needs of specific groups of human rights defenders, such as women human rights defenders, defenders working on sexual orientation and gender identity issues; ethnicity, religion or belief, minorities or people discriminated against based on work, decent or socio-economic status; non-nationals, migrants, refugees and internally displaced people; defenders working on environmental and land rights issues; members of political opposition groups; journalists and media workers; and youth/children human rights defenders;
  • Knowledge of the particular challenges and risks facing human rights defenders in the digital age and proven awareness of the digital security needs of human rights defenders and strategies for protecting and promoting the exercise and defense of human rights online;
  • Experience in interacting with actors impacting the work of human rights defenders, such as: governments and political groups; security forces; armed groups; companies, investors, international or regional financial institutions or development finance institutions; and religious groups and institutions.
  • Experience in the development and delivery of assistance and capacity building in human rights and the rule of law, including as relevant to training of law enforcement officials, judges and other legal professionals and officials responsible for the protection of human rights defenders;
  • Knowledge and sensitivity to the issue of reprisals or intimidation experienced by persons who interact with the mandate in any way.

4. Flexibility/readiness and availability of time to perform effectively the functions of the mandate and to respond to its requirements, including attending Human Rights Council sessions.

Checklist:

  • Willingness and ability to conduct in-country investigations, in all regions of the world, into laws, policies, and practices affecting human rights defenders and their work;
  • Energy, determination and vision to promote the effective and comprehensive implementation of the Declaration on human rights defenders, including the protection of human rights defenders wherever they are at risk, and the promotion of a safe and enabling environment so that they can operate without fear of reprisals;
  • Preparedness, willingness and ability to devote a substantial proportion of working hours to fulfilling the mandate, which includes undertaking two to three country missions per year, preparing and presenting reports to the Human Rights Council and the General Assembly (such as the annual thematic report, and country mission and follow-up reports), attending seminars and other UN meetings and acting on individual cases of human rights violations committed against human rights defenders;
  • Willingness and ability to act urgently on cases or situations requiring immediate attention;
  • A demonstrated commitment to human rights in general, and a commitment to uphold the integrity, objectivity, discretion, independence and impartiality of the Special Rapporteur’s mandate and the Special Procedures system as a whole.

LIST OF SIGNATORIES

11.11.11. – The coalition of the Flemish North-South movement International
ABEMO- WOMEN OF VISION National
ACAT España-Catalunya National
ACAT-Switzerland National
Action Solidarité Tiers Monde (ASTM) National
Agir Ensemble pour les Droits de l’Homme (AEDH) National
Al-Haq National
Aluna Acompañamiento Psicosocial, A.C. National
Americans for Democracy & Human Rights in Bahrain Regional
Amnesty International International
Arisa Regional
Article 19 International
Asia Pacific Forum on Women, Law and Development Regional
Asian Forum for Human Rights and Development (FORUM-ASIA) Regional
ASISTENCIA LEGAL POR LOS DERECHOS HUMANOS A. C (ASILEGAL) National
Asistencia Legal por los Derechos Humanos, A.C. National
ASOCIACION DE INVESTIGACION Y ESPECIALIZACION SOBRE TEMAS IBEROAMERICANOS National
ASOCIACIÓN PRO DERECHOS HUMANOS – APRODEH National
Asociacion Pro Derechos Humanos de España National
Association for Progressive Communications (APC) International
Association for the Prevention of Torture International
Avocats Sans Frontières France International
Balkan Civil Society Development Network BCSDN Regional
Banglar Manabadhikar Suraksha Mancha (MASUM) National
Bread for all National
Broederlijk Delen National
Buliisa Initiative for Rural Development Organisation (BIRUDO) National
Buruea for Rights-Based Development (BRD) National
Business & Human Rights Resource Centre International
Cairo Institute for Human Rights Studies Regional
Calala Fondo de Mujeres International
Cambodian Center for Human Rights National
Center for Civil Liberties National
Centro de Derechos Humanos de la Montaña “Tlachinollan” National
Centro de Derechos Humanos de las Mujeres (CEDEHM) National
Centro de Derechos Humanos Fray Bartolomé de Las Casas, AC National
Centro de Derechos Humanos Fray Matías de Córdova National
Centro de Derechos Humanos Miguel Agustín Pro Juárez (Centro Prodh) National
Centro de derechos humanos Paso del Norte. National
Centro de Documentación en Derechos Humanos “Segundo Montes Mozo S.J.” (CSMM) National
CENTRO DE INVESTIGACION Y EDUCACION POPULAR-CINEP National
Centro Regional de Defensa de Derechos Humanos José Ma. Morelos y Pavón A. C National
Chinese Human Rights Defenders (CHRD) National
Christian Solidarity Worldwide (CSW) International
CISV Onlus National
CIVICUS: World Alliance for Citizen Participation International
CNCD-11.11.11 (Centre National de Coopération au Développement) National
COC Netherlands National
Colectivo contra la Tortura y la Impunidad A.C. National
Comisión Ciudadana de Derechos Humanos del Noroeste, A.C. National
Comisión de Ayuda al Refugiado en Euskadi  (CEAR-Euskadi) National
Commission Justice et Paix National
Community Resource Centre Foundation (CRC) National
Conectas Direitos Humanos National
Confederación Sindical de Comisiones Obreras (CS.CC.OO.) National
Coordinadora Nacional de Derechos Humanos National
Coordinated Organizations and Communities for Roma Human Rights in Greece (SOKADRE) National
Corporación Humanas National
Crude Accountability International
Defend International International
DefendDefenders (the East and Horn of Africa Human Rights Defenders Project) Regional
Derecho, Ambiente y Recursos Naturales (DAR) National
Diakonia International
Human Rights Law Centre (HRLC) National
FIAN INTERNATIONAL International
Forum Syd International
Free Press Unlimited International
Freedom House International
Front Line Defenders International
Fund for Global Human Rights International
Fundación Mundubat – Mundubat Fundazioa International
Greek Helsinki Monitor National
Green Advocates International (Liberia) International
Greenpeace International
Gulf Centre for Human Rights (GCHR) Regional
Human Rights Association (Insan Haklari Dernegi), IHD National
Human Rights Center of Azerbaijan National
Human Rights House Foundation (HRHF) International
Humanist Union of Greece National
ILGA World International
IM Swedish Development Partner International
IM-Defensoras Regional
Indonesian Institute for Independent Judiciary National
Instituto de Derecho Ambiental National
International Dalit Solidarity Network International
International Federation of ACAT (FIACAT) International
International Service for Human Rights International
Irish Council for Civil Liberties National
Just Associates (JASS) International
Karapatan Alliance Philippines Inc. National
Latinamerikagrupperna/Solidaridad Suecia-América Latina (SAL) National
MADA- Palestinian Center for Development and Media Freedoms National
Media Rights Agenda National
Medical Action Group,Inc. National
Minority Rights Group – Greece National
Movimento Católico Global pelo Clima-Brasil National
Namibia Diverse Women’s Association  (NDWA) National
Namibia Equality and Justice Alliance (NEJA) National
National Coalition of Human Rights Defenders Kenya National
National Council of Churches in the Philippines National
NGO Forum on ADB Regional
Odhikar National
Oil-Workers’ Rights Protection Organization Public Union National
Open Briefing International
Organisation Tchaienne Anti-Corruption (OTAC) National
Oxfam International Regional
Pakistan Labour Federation National
Participatory Research Action Network- PRAN National
Peace Brigades International International
Peace with Dignity International
People’s Watch National
Programme Against Custodial Torture & Impunity ( PACTI) National
Protection International International
Red Nacional de Organismos Civiles de Derechos Humanos “Todos los Derechos para Todas y Todos” National
Réseau International des Droits Humains RIDH International
Robert F Kennedy Human Rights International
Servicios y Asesoría para la Paz A.C. National
Society for International Development (SID) International
SOS AFRICAINES EN DANGER International
Southern Africa Litigation Centre Regional
SweFOR International
Syrian Center for media and freedom of expression – SCM National
The Association for Freedom of Thought and Expression National
Tibetan Centre for Human Rights and Democracy International
Trocaire International
Unidad de Protección a Defensoras y Defensores de Derechos Humanos – Guatemala National
Vigilance for Democracy and the Civic State National
We Effect National
Women Solidarity Namibia ( WSN) National
World Organisation against Torture (OMCT) International
Zambia Alliance for Agroecology and Biodiversity National

Briefing Committee of Ministers on Bekir Ousta and others v Greece

EIN civil society briefing ahead of the CM-DH meeting

9 September 2019

Bekir Ousta and others v Greece (Application No 35151/05)
by Panayote Dimitras, Greek Helsinki Monitor and EIN Board member

 

On 6th September 2019, EIN held its quarterly civil society briefing, ahead of the 1355th CM-DH meeting. Over 40 participants attended the briefing, including participants from the Permanent Representations to the Council of Europe, the EU representation to the Council of Europe, the office of the Commissioner for Human Rights and other CoE staff members. The main recommendations on the cases are available here.

 

Panayote.jpg

The Bekir-Ousta and others group of cases concerns Greece’s failure for some twelve years to execute the ECtHR judgments finding violations of the freedom of association of three ethnic Turkish associations. Mr Dimitras underlined that no progress had been made with regard to legislative measures to change the procedure for registration of these associations, in a way that would be consistent with the rulings of the European Court of Human Rights. Mr Dimitras called for the relevant legislative changes to be made – failing which, the Committee of Ministers should issue an Interim Resolution in early 2020.

Links:

Briefing text by Panayote Dimitras, Greek Helsinki Monitor (GHM)

Rule 9.2. on the Bekir Ousta and others group of case v Greece, by GHM (July 2019)