Αναλυτική περίληψη αποφάσεων Συμβουλίου Επικρατείας για θρησκευτικά με σημαντικές μειοψηφίες

Αναλυτική περίληψη των 1749 και 1750/2019 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας

27/09/2019

Πρόεδρος: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Π. Μπραΐμη, Σύμβουλος
Με τις 1749 και 1750/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκαν οι 101470/Δ2/16.6.2017 (Β΄ 2104) και 99058/Δ2/13.6.2017 (Β΄ 2105) αποφάσεις του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με τις οποίες καθορίσθηκαν τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών αφενός του δημοτικού και του γυμνασίου και αφετέρου του λυκείου. Ειδικότερα, σε σχέση με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι πρέπει να επιδιώκεται η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές.
Και τούτο, διότι ως ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, νοείται, για την πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών που ασπάζονται το δόγμα αυτό, η ανάπτυξη της ορθόδοξης θρησκευτικής συνείδησης, ενόψει του ότι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού χαρακτηρίζεται ως «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα», αναγνωρίζεται δηλαδή από τον συνταγματικό νομοθέτη, με το άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος, ως η θρησκεία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Στην ανάπτυξη, άλλωστε, θρησκευτικής συνείδησης των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας αποβλέπουν και οι γονείς τους, αντλώντας από το άρθρο 13 του Συντάγματος, το δικαίωμα, που κατοχυρώνεται ευθέως και από το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να “εξασφαλίζουν” τη μόρφωση και την εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Το κυριότερο μέσο, με το οποίο υπηρετείται ο ανωτέρω συνταγματικός σκοπός είναι η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει οπωσδήποτε, με σαφήνεια και πληρότητα, τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χωρίς να προκαλεί σύγχυση με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών. Πρέπει δηλαδή το μάθημα να διατηρεί ως προέχουσα και κύρια μέριμνα όχι την παροχή πληροφοριών ή την επεξεργασία γνώσεων ή την ανάπτυξη προβληματισμών ιστορικής, θρησκευτικής ή κοινωνιολογικής φύσεως (αντικείμενο άλλωστε και άλλων μαθημάτων), αλλά την καλλιέργεια των κατάλληλων προϋποθέσεων ώστε να μπορεί να μεταδοθεί το προεκτεθέν κατά το Σύνταγμα περιεχόμενό του. Η διδασκαλία αυτή είναι συμβατή με την απαραβίαστη θρησκευτική ελευθερία (άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος), διότι δεν συνιστά επιβολή πίστεως, αφού το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους μαθητές που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Εξάλλου, οι ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι ή άθεοι μαθητές έχουν δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα με την υποβολή σχετικής δήλωσης, η οποία θα μπορούσε να γίνει με μόνη την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης, η δε Πολιτεία οφείλει, εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται, να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος «ελεύθερης ώρας».
Περαιτέρω, εφόσον διασφαλίζεται η ανωτέρω συνταγματική υποχρέωση του Κράτους για την ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης των μαθητών, η Πολιτεία δεν εμποδίζεται να περιλαμβάνει στα σχολικά προγράμματα και εκπαίδευση «θρησκειολογικού» χαρακτήρα με πληροφορίες και γνώσεις για άλλες θρησκείες και δόγματα. Εξάλλου, ενόψει του ότι ο νομοθέτης έχει ρητώς προβλέψει, για ετερόδοξους ή αλλόθρησκους μαθητές (ιδίως καθολικού δόγματος ή εβραϊκής θρησκείας ή μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης), τη δυνατότητα διδασκαλίας του οικείου δόγματος ή θρησκείας, το Κράτος δεν μπορεί, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, να στερήσει από τους μαθητές που ασπάζονται ορισμένο δόγμα ή θρησκεία το δικαίωμα, το οποίο αναγνωρίζει σε μαθητές που ανήκουν σε άλλα δόγματα ή θρησκείες, να διδάσκονται αποκλειστικά τα δόγματα της πίστεώς τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι τα επίδικα προγράμματα σπουδών, όπως προκύπτει από τους σκοπούς και το περιεχόμενό τους, δεν αποβλέπουν στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ορθόδοξων μαθητών, διότι τα μεν προγράμματα του δημοτικού και του γυμνασίου δεν περιέχουν ολοκληρωμένη -και διακριτή έναντι άλλων δογμάτων και θρησκειών- διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της ορθόδοξης εκκλησίας, το δε πρόγραμμα του λυκείου είναι αποσυνδεδεμένο από τη διδασκαλία αυτή. Αντιθέτως, δίδεται ιδιαίτερη έμφαση είτε στην προβολή στοιχείων κοινών με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών (δημοτικό-γυμνάσιο) είτε στη διδασκαλία διαφόρων ηθικών και κοινωνικών ζητημάτων, τα οποία είτε είναι αντικείμενο κυρίως άλλων μαθημάτων (δημοτικό-γυμνάσιο) είτε είναι άσχετα ή και αντίθετα με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία (λύκειο).
Κατόπιν τούτων, κρίθηκε ότι τα επίδικα προγράμματα σπουδών έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 16 παρ.2 και 13 παρ.1 του Συντάγματος, με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, άρθρα 14 και 9 της ΕΣΔΑ).
Κατά την ειδικότερη γνώμη δύο Συμβούλων, ως “συμβάλλουσα” στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων μαθητών, οι οποίοι εισέρχονται στον σχολικό βίο με ήδη διαμορφωμένη συνείδηση περί του θείου, απότοκη των βιωμάτων τους από το οικογενειακό περιβάλλον, νοείται η αγωγή εκείνη που έχει ως αντικείμενο να εισαγάγει τους μαθητές και να τους εξοικειώσει με την έννοια του ιερού ως έγκυρης πρότασης νοηματοδότησης του βίου. Και δη, για την πλειοψηφία των Ελλήνων μαθητών που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, όπως η πρόταση αυτή έχει διαμορφωθεί από τη χριστιανική ορθοδοξία και αναδειχθεί ιστορικά στην Ελλάδα ως το “επικρατέστερο” συλλογικό θρησκευτικό βίωμα, ενώ, για τους ετερόδοξους ή αλλόθρησκους μαθητές ο νομοθέτης, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, έχει ρητώς προβλέψει δυνατότητα διδασκαλίας του οικείου δόγματος ή θρησκείας. Ειδικότερα, για την πλειοψηφία των μαθητών η θρησκευτική αγωγή δεν είναι επιτρεπτό να μεταβάλλεται σε δογματική ομολογία πίστεως ή πολλώ μάλλον σε κατήχηση, από την άλλη, όμως, οφείλει να διατηρεί ως προέχουσα και κύρια μέριμνα όχι την παροχή πληροφοριών ή την επεξεργασία γνώσεων ή την ανάπτυξη προβληματισμών ιστορικής, θρησκευτικής ή κοινωνιολογικής φύσεως (αντικείμενο άλλωστε και άλλων μαθημάτων), αλλά την εμπέδωση και ενίσχυση της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης των μαθητών με τη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κατά τα λοιπά, είναι ασφαλώς ελεύθερη η Πολιτεία να επιλέγει και να καθορίζει κανονιστικά το περιεχόμενο της σχετικής κατά την εκάστοτε εκπαιδευτική πολιτική και τα πορίσματα της παιδαγωγικής επιστήμης, μη ελεγχόμενη δικαστικά στις επιλογές αυτές παρά μόνο ως προς την τήρηση των ανωτέρω συνταγματικών υποχρεώσεων.
Επίσης, κατά την ειδικότερη γνώμη ενός Συμβούλου, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ο συνταγματικός νομοθέτης, αναγνωρίζοντας την παιδεία ως βασική αποστολή του Κράτους, αποβλέπει σε ορισμένους σκοπούς, στους οποίους συγκαταλέγει την ανάπτυξη -και όχι διαμόρφωση- της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών, οι οποίοι εισέρχονται στον σχολικό βίο με ήδη διαμορφωμένη συνείδηση περί του θείου, απότοκη των βιωμάτων τους από το οικογενειακό περιβάλλον. Συνεπώς, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 Συντ., το σχολικό πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει μάθημα, στο οποίο οι μαθητές ασκούνται στην κατανόηση και εμπέδωση των θρησκευτικών δογμάτων, τα οποία ήδη πρεσβεύουν, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει μορφή κατηχήσεως, ώστε να μην διακυβεύεται η διάπλαση ελεύθερης προσωπικότητας, που επίσης αναγνωρίζεται, κατά την ίδια διάταξη, ως σκοπός της παιδείας. Έτσι, το σχολικό πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει τη διδασκαλία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ως θρησκεύματος της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, καθώς και τη διδασκαλία άλλων δογμάτων της χριστιανικής πίστεως ή άλλων θρησκειών στην περίπτωση που η εκπαίδευση παρέχεται σε περιοχές όπου ευδιάκριτο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού πρεσβεύει τα δόγματα αυτά ή τις άλλες θρησκείες, υπό την προϋπόθεση της μη υποχρεωτικής παρακολούθησης του μαθήματος αυτού από ετερόδοξους, αλλόθρησκους, μη θρησκευόμενους ή άθεους μαθητές. Μάθημα «θρησκειολογικού» περιεχομένου μπορεί να είναι χρήσιμο, πλην δεν οδηγεί στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, την οποία το Σύνταγμα ρητώς επιβάλλει και, συνεπώς, δεν υποκαθιστά θεμιτώς τη διδασκαλία των θρησκευτικών δογμάτων που απαντώνται στην ελληνική επικράτεια.
Επί των θεμάτων αυτών διατυπώθηκαν τρεις μειοψηφούσες απόψεις:
α) Κατά την άποψη τεσσάρων Συμβούλων, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 13 παρ. 1 και 16 παρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 της ΕΣΔΑ και 2 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι η μετάδοση γνώσεων ή πληροφοριών θρησκευτικού χαρακτήρα στην εκπαίδευση πρέπει να είναι αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική και να μην επιδιώκει κατηχητικό σκοπό, χωρίς ωστόσο να θίγεται η ελευθερία του κράτους να διαμορφώνει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ανάλογα με τις ανάγκες και τις παραδόσεις του ή σύμφωνα με τις αρχές της τυχόν επίσημης ή επικρατούσας θρησκείας, εφόσον, στην περίπτωση αυτή, προβλέπεται σύστημα απαλλαγής των μαθητών που δεν παραβιάζει τη θρησκευτική τους ελευθερία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και με την αναγνώριση, στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος, της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ως επικρατούσας στην Ελλάδα, δηλαδή θρησκείας της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, συνάγεται ότι επιβάλλεται κατ’αρχήν, στο πλαίσιο της θρησκευτικής εκπαίδευσης των μαθητών, να δίνεται έμφαση στη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, εναπόκειται δε στον νομοθέτη να καθορίσει το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών ή άλλου ισότιμου μαθήματος, κατά τρόπο ώστε να εκπληρώνεται η ως άνω συνταγματική υποχρέωση και για τους μη ορθόδοξους Έλληνες, καθώς και να θεσπίσει σύστημα απαλλαγής από τη διδασκαλία των θρησκευτικών με τρόπο που να μην παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία των μαθητών. Επίσης, εντός του προγράμματος σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών επιβάλλεται να συμπεριλαμβάνονται θρησκειολογικά, φιλοσοφικά ή άλλα στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, και δοθέντος ότι από τις ανωτέρω διατάξεις δεν παρέχεται δικαίωμα στους γονείς να αξιώνουν από το κράτος την οργάνωση διδασκαλίας με συγκεκριμένο περιεχόμενο, ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να διαμορφώσει το ειδικότερο περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών, λαμβάνοντας υπόψη και παιδαγωγικά κριτήρια. Επομένως, ο σχετικός δικαστικός έλεγχος είναι οριακός, ενώ εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου οι ουσιαστικές εκτιμήσεις και οι παιδαγωγικές επιλογές της Διοίκησης, οι οποίες στηρίζονται σε εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις.
β) Κατά την άποψη ενός Συμβούλου, το άρθρο 3 του Συντάγματος αναφέρεται απλώς στο πραγματικό γεγονός ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού ασπάζεται το θρήσκευμα της  Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τέθηκε για λόγους ιστορικούς και έχει περιορισμένο κανονιστικό περιεχόμενο, ενώ δεν επηρεάζει την άσκηση του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε εισάγει προνομιακή μεταχείριση υπέρ των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Ομοίως, και η επίκληση της Αγίας Τριάδος στην προμετωπίδα του Συντάγματος τέθηκε για ιστορικούς λόγους και έχει περιορισμένη κανονιστική επιρροή. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ο όρος «θρησκευτική συνείδηση» παραπέμπει στον ταυτόσημο όρο του άρθρου 13 παρ. 1 Συντ., και όχι στον διαφορετικό όρο «επικρατούσα θρησκεία» του άρθρου 3 παρ. 1 Συντ., ενώ ως «ανάπτυξη» της θρησκευτικής συνείδησης νοείται η εξοικείωση των μαθητών με το θρησκευτικό φαινόμενο στην ιστορική του πορεία και στη σύγχρονη πραγματικότητα, με έμφαση πάντως στην παρουσίαση των δογμάτων και των αρχών της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, δηλαδή της επικρατούσας θρησκείας. Σημαίνει δε την εσωτερική και μη υποκείμενη σε εξωτερική χειραγώγηση στάση του μαθητή αναφορικά με το θείο, και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του μαθητή, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του, να ασπάζεται ή όχι συγκεκριμένο θρήσκευμα, να αλλάξει θρήσκευμα ή να είναι άθρησκος. Ενόψει τούτων, από τον συνδυασμό των άρθρων 2 παρ.1, 5 παρ.1, 13 παρ.1 και 16 παρ. 2 του Συντάγματος και 2 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι υποκείμενο του δικαιώματος της παιδείας και της εκπαίδευσης είναι τόσο οι Έλληνες, ήτοι οι κεκτημένοι την ελληνική ιθαγένεια, όσο και οι νομίμως ευρισκόμενοι στην Ελλάδα αλλοδαποί, στο πλαίσιο των υπαρχουσών εκπαιδευτικών δομών και των διατιθέμενων μέσων. Περαιτέρω, για τη διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών και την επιλογή της διδακτέας ύλης, που αποτελούν αμιγώς κρατικές αρμοδιότητες, ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις που καθορίζουν τους σκοπούς της εκπαίδευσης, μεταξύ των οποίων προέχων είναι η «διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων» πολιτών. Από αυτά παρέπεται ότι το Κράτος δεν επιτρέπεται να επιβάλλει συγκεκριμένη κοσμοθεωρία ως τη μόνη αποδεκτή ή αληθινή, αλλά οφείλει, τηρώντας την αρχή της ουδετερότητας και της αμεροληψίας, να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι μαθητές να διαμορφώσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να επιλέξουν κριτικά την κοσμοαντίληψη της αρεσκείας τους. Ενόψει τούτων, ο νομοθέτης ουδόλως υποχρεούται να προσδώσει στο μάθημα των θρησκευτικών ομολογιακό χαρακτήρα, ενώ απαγορεύεται να προσδώσει κατηχητικό χαρακτήρα. Και ναι μεν προβλέπεται η δυνατότητα απαλλαγής του μαθητή, πλην η άσκηση της δυνατότητας αυτής αποτελεί έσχατο μέτρο, διότι, όταν ιδίως δεν προβλέπεται εναλλακτικό μάθημα, όπως στην Ελλάδα, ο μαθητής αποστερείται της θρησκευτικής εκπαίδευσης κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 2 Συντ., ενώ η απαλλαγή δημιουργεί στεγανά μεταξύ των μαθητών και ενισχύει το αίσθημα του αποκλεισμού σε βάρος του ομαδικού πνεύματος, της ενσωμάτωσης στο σχολικό περιβάλλον και της κοινωνικοποίησης. Συνεπώς, ο νομοθέτης δύναται να προσδώσει στο μάθημα θρησκειολογικό περιεχόμενο, με την κατάλληλη έμφαση στην ιστορία, το ρόλο και τις αρχές της επικρατούσας θρησκείας, και να το εμπλουτίσει με στοιχεία λογοτεχνικά, κοινωνιολογικά, λαογραφικά, φιλοσοφικά και ιστορίας της Τέχνης, το περιεχόμενο δε αυτό ανταποκρίνεται πληρέστερα προς τις επιταγές του Συντάγματος και των διεθνών συμβάσεων. Η αντίθετη άποψη δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στην αρχή της ισότητας, διότι δεν υφίσταται ομοιότητα καταστάσεων σε σχέση με τους μαθητές της μουσουλμανικής μειονότητας, του καθολικού δόγματος και της εβραϊκής κοινότητας, που διέπονται από ειδικές διατάξεις ή διεθνείς συμβάσεις ή ανήκουν σε θρησκευτικές μειονότητες, για τις οποίες επιτρέπονται θετικές διακρίσεις.
γ) Τέλος, κατά την άποψη ενός Συμβούλου, το άρθρο 16 παρ. 2 Συντ. πρέπει να ερμηνευθεί συστηματικά σε συνδυασμό με τα άρθρα 13 παρ.1, 5 παρ.1, 2 παρ.1, 1 παρ.1-2. Εντός του ως άνω συνταγματικού πλαισίου, ο βασικός προσανατολισμός του άρθρου 16 παρ. 2 είναι η διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών που ενστερνίζονται την αντίληψη ότι είναι αφενός άτομα που ασκούν τα δικαιώματά τους μέσα σε ένα περιβάλλον ελευθερίας και ισότητας που συνιστούν θεμέλια της δημοκρατίας, και αφετέρου μέλη μιας ανοιχτής και πλουραλιστικής κοινωνίας που κατανοούν και σέβονται τα δικαιώματα των άλλων. Επί τη βάσει των ανωτέρω, το άρθρο 16 παρ. 2 Συντ. επιτάσσει θρησκειολογικό προσανατολισμό της θρησκευτικής εκπαίδευσης, δεδομένου ότι ως θρησκευτική συνείδηση νοείται το ενδιάθετο φρόνημα του ανθρώπου σχετικά με τη φυσική ή μεταφυσική θεώρηση του κόσμου σε αναφορά ιδίως με το «θείο», η δε θρησκειολογική εκπαίδευση δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 3 παρ. 1 Συντ. ούτε προς το άρθρο 9  της ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, δεν νοείται απαλλαγή μαθητών από τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών με αυτούς τους προσανατολισμούς, διότι τούτο θα αντέβαινε στις θεμελιώδεις αρχές του φιλελεύθερου και δημοκρατικού πολιτεύματος που επιτάσσουν ελεύθερη διαμόρφωση της συνείδησης των πολιτών, χωρίς κρατική επιβολή απόψεων και καταναγκασμούς, στο πλαίσιο μιας πολυφωνικής κοινωνίας.

Συμβούλιο της Ευρώπης – Απόφαση Επιτροπής Υπουργών: Επίβλεψη εκτέλεσης αποφάσεων ΕΔΔΑ Bekir-Ousta κτλ. κατά Ελλάδας (τουρκικές ενώσεις)

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΕΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ

Αποφάσεις

CM/Del/Δεκ(2019)1355/H46-9

25 Σεπτεμβρίου 2019

1355η συνεδρίαση, 23-25 Σεπτεμβρίου 2019 (ΑΔ)

H46-12 Ομάδα αποφάσεων Bekir-Ousta κ.λπ. κατά Ελλάδας
(Προσφυγές υπ’ αριθ. 35151/05 κτλ)

Επίβλεψη της εκτέλεσης των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

Αποφάσεις

Οι Αναπληρωτές

1. υπενθυμίζοντας ότι οι υποθέσεις αυτές αφορούν παραβιάσεις του δικαιώματος της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι λόγω της άρνησης των εθνικών δικαστηρίων να εγγράψουν σωματεία και απόφασης που οδήγησε στη διάλυση ενός σωματείου·

Όσον αφορά τα ατομικά μέτρα

2. εκφράζουν τη λύπη τους για το γεγονός ότι, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι αρχές, ιδίως με την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του 2017, ένδεκα χρόνια μετά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, οι αιτήσεις των αιτούντων δεν έχουν ακόμη επανεξεταστεί από τα εθνικά δικαστήρια επί της ουσίας υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου · έτσι δύο από τα εν θέματι σωματεία παραμένουν μη εγγεγραμμένα και ένα διαλυμένο·

3. υπενθυμίζοντας ότι η υποχρέωση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 46 της Σύμβασης, να συμμορφώνεται αμέσως, πλήρως και αποτελεσματικά με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου αφορά και την ερμηνεία της εσωτερικής νομοθεσίας από τα εθνικά δικαστήρια, σημειώνουν με ανησυχία την απόφαση του Εφετείου Θράκης του 2018 που απορρίπτει για διαδικαστικούς λόγους, αίτημα επανεξέτασης της διαταγής διάλυσης της προσφεύγουσας ενώσεως στην υπόθεση Τουρκική Ένωση Ξάνθης και άλλοι· σημειώνουν επίσης με ανησυχία ότι ο Άρειος Πάγος δεν ήταν σε θέση να ορίσει την εκδίκαση πριν από τις 20 Μαρτίου 2020·

4. παροτρύνουν τις αρχές να λάβουν ταχέως όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε οι υποθέσεις των αιτουσών να εξετάζονται από τα εθνικά δικαστήρια αμέσως και με πλήρη και αποτελεσματική συμμόρφωση με το άρθρο 11 της Σύμβασης και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και να ενημερώνουν την Επιτροπή για όλα σχετικές εξελίξεις·

5. ζητούν από τις αρχές να παρέχουν τακτικά στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τις περαιτέρω εξελίξεις σε όλες τις εν εξελίξει διαδικασίες σχετικά με αυτή την ομάδα υποθέσεων·

Όσον αφορά τα γενικά μέτρα

6. παρατηρούν με βαθιά λύπη ότι η εγγραφή άλλου ενός σωματείου στην περιοχή της Θράκης απορρίφθηκε το 2017 με αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου για λόγους που είχαν ήδη επικριθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις αποφάσεις του του 2008 σχετικά με την παρούσα υπόθεση · παροτρύνουν τις αρχές να λάβουν πρόσθετα μέτρα, όπως η ευρεία διάδοση της νομολογίας του Δικαστηρίου και η συστηματική κατάρτιση των εγχώριων δικαστών σε όλα τις βαθμίδες, ώστε τα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την εγγραφή ή τη διάλυση σωματείων οι οποίες να ευθυγραμμίζονται πλήρως και αποτελεσματικά με τη νομολογία του Δικαστηρίου και κάλεσε τις αρχές να καρτούν ενήμερη την Επιτροπή για περαιτέρω εξελίξεις· εν προκειμένω σημείωσαν την πρόσφατη αποστολή μελών του Τμήματος Εκτέλεσης Αποφάσεων του ΕΔΔΑ στην Ελλάδα, κατά την οποία οι αρχές ανέλαβαν να εξετάσουν τα μέσα με τα οποία μπορούν να ενισχύσουν τη συστηματική διάδοση των αποφάσεων του Δικαστηρίου, ιδίως μέσω των υφιστάμενων δικτυακών τόπων που χρησιμοποιούνται από τους επαγγελματίες νομικούς, και να ενισχύσουν την κατάρτιση των μελών της δικαστικής εξουσίας σχετικά με τη Σύμβαση·

7. αποφάσισαν να επαναλάβουν την εξέταση αυτής της ομάδας υποθέσεων στη συνεδρίασή τους ΑΔ τον Ιούνιο 2020.

[Μετάφραση στα ελληνικά από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) από το αγγλικό πρωτότυπο διαθέσιμο εδώ

A strong statement from the European Humanist Federation in the OSCE

ehf

A strong statement from the EHF in the OSCE

Posted on the 25/09/19

European Humanist Federation’s Vice-President Kaya Bryx represented this year our organization during the 2019 Human Dimension Implementation Meeting of the OSCE (Organization for Security and Co-operation in Europe).

In a statement pronounced during the meeting, she commented  on the ODIHR publication “Freedom of Religion or Belief and Security: Policy Guidelines”, in which the authors try to define a reasonable middle ground between ensuring the fundamental right to freedom of thought, conscience and religion to all individuals on one hand, and answering the security concerns related to acts of violence and terrorism committed by some groups of people motivated by their beliefs, on the other hand.

On behalf of the EHF, Kaya Bryx endorsed the guiding principles from the Chapter 3 of the ODIHR Guidelines.

As a matter of fact, we are pleased to notice the following statements in the document:

  1. The freedom of religion or belief applies equally to men and women.
  2. The right to have no belief, the right to have a non-theistic or atheistic belief, and the right to change one’s belief are equally protected under the article 18 of the UDHR (which has often been misinterpreted by some of the religious organisations and politicians).

As Kaya Bryx told the participants, “in EHF we believe that ensuring freedom of religion or belief, as well as for other human rights and civil liberties is integral to ensuring security. We also believe that the only way to create conditions for a peaceful coexistence of several groups of people whose beliefs and whose needs (resulting from their beliefs) often contradict each other, is through establishing a secular legislation system which doesn’t favour any of these groups and ensures equal treatment and equal liberties to all of them: liberties which are not infinite, but which are all equally limited, to ensure respect to other citizens and their lifestances.

Therefore, we urge all the OSCE participating states to take immediate action towards developing secularism in their countries, as well as addressing the numerous issues of discrimination of non-believers and of minority religions. I can see here representatives of several states in which one state church or one majority religion is clearly privileged over others, where children are taught at public schools that only one religion gives correct answers to universal questions, where changing one’s belief is not possible or very hard, where criticising some beliefs is a common thing and criticising others is punishable by law. Let us also remember that discrimination is a wide phenomenon and that followers of minority religions are able and sometimes willing to discriminate too, in spite of being persecuted themselves. There are instances of intolerance between followers of different minority religions and persecutions of those individuals who have changed their belief and wish to escape their former religious community.

If only all the OSCE participating states decided to fully endorse “Freedom of Religion or Belief and Security: Policy Guidelines”, decided to work towards secularisation and remembered that the right to freedom of religion or belief is meant to protect individuals and not communities, our countries would soon become a better place to live”.

Περίληψη αποφάσεων Συμβουλίου Επικρατείας για αναγραφή θρησκεύματος σε απολυτήρια

23/09/2019


Πρόεδρος: κ. Αικατερίνη Σακελλαροπούλου

Εισηγητής: κ. Μαρλένα Τριπολιτσιώτη
Με τις 1759-1760/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκαν οι 92091/Δ2/5.6.2018 (Β’ 2087) και 92094/Δ2/5.6.2018 (Β’ 2089) αποφάσεις του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, κατά το μέρος που με αυτές προβλέφθηκε η αναγραφή του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του γυμνασίου αφ’ενός και του γενικού λυκείου αφ’ετέρου, διότι, όπως κρίθηκε, η υποχρεωτική ή προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στα έγγραφα αυτά συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος, του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, καθώς και διατάξεων της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων (του ν. 2472/1997 και του Γενικού Κανονισμού 2016/679).
Ειδικότερα, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε τα εξής:
α) Με το άρθρο 13 του Συντάγματος κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, το οποίο υπόκειται μόνο στους προβλεπόμενους από το ίδιο το Σύνταγμα περιορισμούς και περιλαμβάνει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης αφ’ενός και την ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων αφ’ετέρου, καθιερώνεται δε και η θρησκευτική ισότητα. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει, είτε αμέσως είτε εμμέσως, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του, ενώ καμία κρατική αρχή ή κρατικό όργανο δεν επιτρέπεται να αναζητούν το θρησκευτικό φρόνημα του ατόμου, πολύ δε περισσότερο να επιβάλλουν την εξωτερίκευση των εν λόγω πεποιθήσεων. Συνεπώς, η αναγραφή του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα, όπως εν προκειμένω το απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του γυμνασίου και του γενικού λυκείου (ή οι αστυνομικές ταυτότητες, όπως είχε, αντίστοιχα, κριθεί με τις αποφάσεις 2280-2286/2001 της Ολομέλειας του ΣτΕ), η οποία επιβάλλεται κατ’αρχήν ως υποχρεωτική με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος.
β) Περαιτέρω, η αναγραφή του θρησκεύματος στα ως άνω έγγραφα συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος, ακόμη και αν γίνεται με τη συγκατάθεση ή την πρωτοβουλία του μαθητή ή των γονέων του ή με την πρόβλεψη του σχετικού πεδίου στον τύπο του τίτλου, το οποίο μπορεί να παραμείνει κενό. Και τούτο, διότι η θρησκευτική ελευθερία περιλαμβάνει μεν το δικαίωμα του καθενός να εκδηλώνει ανεμπόδιστα το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει  πεποιθήσεις του, αλλά δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα των ατόμων να εκδηλώνουν τις πεποιθήσεις αυτές με την αναγραφή τους, όταν το επιθυμούν, και σε δημόσια έγγραφα, όπως οι προαναφερόμενοι τίτλοι σπουδών, οι οποίοι συνιστούν αποδεικτικά της φοίτησης, της επίδοσης και της ολοκλήρωσης ενός σταδίου εκπαίδευσης των μαθητών (και μάλιστα επιδεικνύονται σε κάθε αρχή και υπηρεσία και σε οποιονδήποτε ιδιώτη για την πιστοποίηση των σπουδών και των γνώσεων του κατόχου τους σε όλη τη διάρκεια του μετέπειτα βίου του) και όχι αποδεικτικά μη συναφών πληροφοριών, όπως είναι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις. Η αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια την προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας εκείνων των Ελλήνων που δεν θα επιθυμούσαν να εκδηλώσουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις με αυτόν τον τρόπο, αλλά θα αναγκάζονταν να τις αποκαλύψουν εμμέσως και οιονεί δημόσια, ενώ επιπλέον θα διαφοροποιούνταν παρά τη θέλησή τους από όσους ομολογούν τις εν λόγω πεποιθήσεις, αναιρώντας παράλληλα και τη θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους, όσον αφορά την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος. Πέραν τούτων, η αναγραφή του θρησκεύματος στο απολυτήριο και τους τίτλους σπουδών παρέχει και έδαφος ενδεχόμενων διακρίσεων, δυσμενών ή ευμενών, και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο προσβολής της θρησκευτικής ισότητας. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τους τίτλους σπουδών των ιδιωτικών σχολείων, οι οποίοι είναι ισότιμοι και έχουν ίδιο περιεχόμενο με τους αντίστοιχους τίτλους των δημόσιων σχολείων.
γ) Η αναγραφή του θρησκεύματος στο απολυτήριο και στους λοιπούς τίτλους και πιστοποιητικά, υποχρεωτική ή προαιρετική, παραβιάζει και τις διατάξεις του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, διότι  δεν προκύπτει η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου που να καθιστά αναγκαία την αναγραφή του θρησκεύματος στα ως άνω έγγραφα, τα οποία, ενόψει και των ποικίλλων χρήσεών τους, δεν προορίζονται για την άσκηση του δικαιώματος εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων καθενός. Εξάλλου, η τυχόν αναγραφή του θρησκεύματος στα έγγραφα αυτά ενέχει τον κίνδυνο διακριτικής μεταχείρισης των κατόχων τους στις σχέσεις τους με τη διοίκηση ή και στις επαγγελματικές τους σχέσεις, ενώ ακόμη και η προαιρετική αναγραφή ενέχει τον κίνδυνο θετικών ή αρνητικών διακρίσεων μεταξύ των προσώπων που θα επιλέξουν να εκδηλώσουν το θρήσκευμά τους και εκείνων που θα αφήσουν κενό ή θα θέσουν μία παύλα στο σχετικό πεδίο.
δ) Τέλος, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ν. 2472/1997 και ήδη του Κανονισμού 2016/679, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις αποτελούν δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, και μάλιστα ευαίσθητο. Τα δεδομένα αυτά, όπως εν προκειμένω οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, καθώς και να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας. Η καταχώριση του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του γυμνασίου και του γενικού λυκείου, ανεξαρτήτως αν είναι υποχρεωτική ή προαιρετική, συνιστά μορφή επεξεργασίας δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα που πρέπει να πληροί τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Όμως, εφόσον η αναγραφή αυτή παραβιάζει, κατά τα ανωτέρω, το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος και τα άρθρα 9 και 14 της ΕΣΔΑ, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, με τις οποίες προβλέπεται επεξεργασία ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου χωρίς να υπάρχει νόμιμος σκοπός, έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 2 περ. β, 4 παρ. 1 περ.α και β του ν. 2472/1997 και 5 παρ. 1 περ. α και β και 9 παρ. 1 του Κανονισμού 2016/679.

Σώτη Τριανταφύλλου: “οπαδός ανοιχτής κοινωνίας” ή συγγραφέας “ρατσιστικού και μισαλλόδοξου κειμένου” και “κατά του πολυπολιτισμού”;

Σώτη Τριανταφύλλου: “οπαδός ανοιχτής κοινωνίας” ή συγγραφέας “ρατσιστικού και μισαλλόδοξου κειμένου” που “έχει μιλήσει κατά του Ισλάμ και του πολυπολιτιστικού μοντέλου [και] έγραψε άρθρο με επίθεση κατά του Ισλάμ;”

 

Νίκος Δήμου (22/9/2019): “Κι όμως η Σώτη δεν είναι «δεξιά». Ανήκει στους πραγματικούς φιλελεύθερους, τους οπαδούς της ανοιχτής κοινωνίας και του κοσμικού κράτους. Ένα είδος ανθρώπου που σπανίζει στη χώρα μας.”

 

Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (9/5/2017): “Χωρίς αμφιβολία το επίδικο κείμενο [της Σώτης Τριανταφύλλου] είναι ρατσιστικό και μισαλλόδοξο. Περιλαμβάνει σοβαρές ανακρίβειες, παραποιεί την αλήθεια και προσβάλλει βάναυσα τη λογική. Αποτελεί τυπικό και προβλέψιμο δείγμα λόγου που στρέφεται συλλήβδην κατά μίας ομάδας προσώπων, την οποία και θεωρεί -εντελώς αυθαίρετα και σχεδόν μεταφυσικά- απόλυτα ομοιογενή. Κυρίως δε αποδίδει σε αυτήν κάποιο εγγενές «κακό», από το οποίο η ομάδα και τα πρόσωπα που την αποτελούν αδυνατούν να ξεφύγουν, ακριβώς επειδή αυτό έχει αναχθεί σε συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς τους.”

 

Alexandros Sakellariou (2016): Islamophobia in Greece: National Report 2015: “Mainstream newspapers host views of columnists who reproduce Islamophobic discourse. After the November attack in Paris a well-known author who has spoken against Islam and the multicultural model before, wrote a brief article in the newspaper Athens Voice attacking Islam. In this article she argued that Islam is not a religion like every other, that its nature is warlike and envious and that it is a political programme and an ideology of barbarisation. Furthermore, she argued that moderate Muslims are very rare if any and she added that she agrees with a saying of Marco Polo, that a fanatic Muslim is the one who cuts your head, while a moderate one holds your head for it to be cut. In her view, Islam is monolithic and has remained the same since the Middle Ages and the West should react against this threat. She expressed similar views in her interview in a mainstream newspaper, Kathimerini, about two weeks later, supporting the argument that violence is an endogenous problem of Islam and that it is Muslims’ fault that they were unable to be incorporated in Western societies.” 

Religious opening of judicial year in Greek high court/Θρησκευτική έναρξη δικαστικού έτους σε ανώτερο δικαστήριο

 

 

 

Opening of judicial year today at a higher court in a supposedly secular state, Greece, in a region, Thrace, where at least 25% of the population is Muslim: Blessing Ceremony in the Appeals Court of Thrace including kissing of the Bishop’s hand by the Court’s President.

Έναρξη δικαστικού έτους σήμερα σε ανώτερο δικαστήριο υποτίθεται κοσμικού κράτους όπου τουλάχιστον 25% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι: Αγιασμός στο Εφετείο Θράκης και με χειροφίλημα του δεσπότη από την πρόεδρο του δικαστηρίου [http://www.paratiritis-news.gr/article/217226/Agiasmos-sto-Efeteio-Thrakis]

JUSTICIA brief on pre-trial detention in the European Union

justicia logo

JUSTICIA brief on pre-trial detention in the European Union

It’s time for EU action to end excessive use

September 17, 2019 – Pre-trial detention

 

DOWNLOAD PDF

 

The members of the JUSTICIA European Rights Network (a coalition of the European leading civil liberties organizations working on the right to a fair trial) call on the European institutions to adopt legislation that ensures that pre-trial detention is used fairly and only when it is really justified.

In this joint brief, the JUSTICIA European Rights Network asks the European Commission to table legislation on pre-trial detention that protects the right to liberty and the presumption of innocence, and the European Parliament and Council to ensure that it contains key procedural protections, requires the use of alternatives to detention, excludes minor offences, among other safeguards.

The JUSTICIA European Rights Network considers that the unjustified and excessive use of pre-trial detention is all too common in the EU. Evidence shows that it is something that is needlessly wasting huge amounts of public funds, and contributing to prison overcrowding and adding to inhumane conditions. This situation also threatens to undermine mutual trust and judicial cooperation among EU member states. Demand for action is growing and legislation in this area must be introduced without delay

Read the JUSTICIA brief here.

Members of the JUSTICIA European Rights Network are: Open Society Justice Initiative, Ludwig Boltzmann Institute, Bulgarian Helsinki Committee, Croatian Law Center, Civil Rights Defenders, Res Publica, Hungarian Helsinki Committee, Greek Helsinki Monitor, Irish Council for Civil Liberties, Czech League of Human Rights, Statewatch, Human Rights Centre, KISA, Antigone, Human Rights Monitoring Institute, Netherlands Helsinki Committee, Helsinki Foundation for Human Rights, APADOR, The Peace Institute, Rights International Spain.

If you are a journalist interested in this story, please telephone Fair Trials’ press department on +44 (0) 20 7822 2370 or +32 (0) 2 360 04 71.