Η Εφημερίδα των Συντακτών: «Αόρατη Ιστορία: Διαδρομές, βιώματα, πολιτικές των ΛΟΑΤΚΙ+ στην Ελλάδα»

«Αόρατη Ιστορία: Διαδρομές, βιώματα, πολιτικές των ΛΟΑΤΚΙ+ στην Ελλάδα»

FireShot Capture 111 - Από το 2005 μέχρι σήμερα_ Εκρηξη ακτιβιστικής δραστηριότητας και ενδο_ - www.efsyn.gr.jpg

Κυκλοφόρησε με την Εφημερίδα των Συντακτών –  Σαββατοκύριακο στις 8 Ιουνίου 2019.

Μπορείτε να διαβάσετε τα κείμενα σε ηλεκτρονική μορφή επιλέγοντας το αντίστοιχο λινκ από τον κατάλογο περιεχομένων που ακολουθεί ή να ξεφυλλίσετε και να διαβάσετε ολόκληρο το τεύχος στην εφαρμογή issuu μετά τον κατάλογο περιεχομένων.

Περιεχόμενα Τεύχους

● Εισαγωγή, σελ. 2
● Νίκος Μυλωνάς (συνέντευξη στο Θεοδόση Γκελτή), Ένας «φίλος της Ντόροθυ» στην Ελλάδα, σελ. 3
● Σόνια, Λεσβίωμα, σελ. 4
● Ι.Κ., Το ζητούμενο είναι το τέλος της ντροπής, σελ. 4
● Αρης Μπατσιούλας, 20th Century Boy, σελ. 5
● Ρηνιώ Συμεωνίδου, Το υπέροχα ποικιλόμορφο φάσμα του βιολογικού φύλου: Ιντερσεξ παιδιά και άνευ όρων αγάπη, σελ. 6
● Ελενα – Ολγα Χρηστίδη, Μεγαλώνοντας σε μια κουίρ οικογένεια τη δεκαετία του ‘90, σελ. 7
● Αννα Κουρουπού, Συγγρού… σελ. 8
● PASSPORT, Καμία ομοφοβική στολή, καμία τρανσφοβική εντολή, καμία ρατσιστική εξουσία, σελ. 9
● Μπέττυ Βακαλίδου, Το τρανς κίνημα όπως το έζησα, σελ. 10
● Θωμάς Ξωμερίτης, Ηρωική έξοδος, δύσκολη ελευθερία, σελ. 11
● Δήμητρα Τζανάκη, Από το 1871 μέχρι το 1950: Γενεαλογία φύλου και σεξουαλικότητας, σελ. 12-13
● Κώστας Γιαννακόπουλος, Μια διάχυτη ομοφυλοφιλία στη μεταπολεμική Ελλάδα, σελ. 14-15
● Θεοδόσης Γκελτής, Από το 1976 μέχρι το 1990, Το κίνημα για την απελευθέρωση της ομοφυλόφιλης επιθυμίας, σελ. 16-18
● Πάολα Ρεβενιώτη (συνέντευξη στο Θεοδόση Γκελτή), Όταν βάζεις τη φούστα δεν την ξαναβγάζεις, σελ. 18
● Χρήστος Ρούσος (συνέντευξη στο Θεοδόση Γκελτή), Στη φυλακή γνώρισα έρωτες που τους λέω κινηματογραφικούς, σελ. 19
● Ειρήνη Πετροπούλου, Από το 1990 μέχρι το 2004: Δράσεις, ορατότητα, συνεργασίες, σελ. 20 – 21
● Νέλη Καούνη, Από το 2005 μέχρι σήμερα: Εκρηξη ακτιβιστικής δραστηριότητας και ενδοσκόπηση, σελ. 22-25
● Λεσβιακή Ομάδα Αθήνας, 18 χρόνια, 700 συναντήσεις, σελ. 26
● Φίλιππος Παγάνης, Σπάζοντας το καλούπι, σελ. 27
● Γιώργος – Κυβέλη, Εξω από το δίπολο, σελ. 27
● Μενέλας, Επιζώντες της ετεροκανονικότητας: η πορνογραφία και εγώ, σελ. 28
● ΕΜΑΝΤΕΣ, ΛΟΑΤΚΙ+ πρόσφυγες: Μειονότητα μέσα στη μειονότητα, σελ. 29
● Νάνσυ Παπαθανασίου, Ελενα-Ολγα Χρηστίδη, Αμφισβητώντας την αυθεντία: τα κινήματα απέναντι στην «επιστήμη», σελ. 30-31
● Γιώργος Παπαδοπετράκης, Αντώνης Πούλιος, Το HIV/AIDS και η μετάδοση του στίγματος, σελ. 32-33
● Δέσποινα Χρονάκη, Κατασκευάζοντας τη μη ετεροκανονική συνθήκη στη δημοφιλή κουλτούρα, σελ. 34
● Γιώργος Σαμπατακάκης, Κουίρ σαν χώρα ή βγαίνοντας με κέφι από την ντουλάπα της Μεταπολίτευσης, σελ. 35
● Κωνσταντίνος Κυριακός, Για την ερωτική διαφορά στην ελληνική σκηνή: παραστάσεις με σημασία, σελ. 36-37
● Αν Πελεγκρίνι, Fuck Stonewall, σελ. 38-39
● Αλεξάνδρα Χαλκιά, Εχουν πράγματι αλλάξει τα πάντα;, σελ. 39
● Ελενα – Ολγα Χρηστίδη, Νάνσυ Παπαθανασίου, Ο δρόμος έχει τη δική σου ιστορία, σελ. 40

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος: Ιδιωτική ζωή και δημόσια εικόνα των πολιτικών

Η Καθημερινή

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος: Ιδιωτική ζωή και δημόσια εικόνα των πολιτικών

ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ*

 

«Νομικά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει εδώ και χρόνια διαμορφώσει τον “χρυσό κανόνα”: Η ιδιωτική ζωή των πολιτικών προστατεύεται, όχι όμως στον ίδιο βαθμό με την ιδιωτική ζωή του κοινού πολίτη. Γιατί, στη δημοκρατία, είναι δικαίωμα του καθενός να ξέρει καλύτερα ποιοι είναι αυτοί που τον κυβερνούν».

Είναι σωστό, εν μέσω προεκλογικής περιόδου, να μη συζητούνται τα «βασικά» αλλά η πολιτική αντιπαράθεση να επικεντρώνεται στην ιδιωτική ζωή των αντιμαχομένων; Και αν ναι, μήπως  αυτό δεν ταιριάζει στο επίπεδο μιας χώρας που θέλει να λέγεται συνταγματικά πολιτισμένη;

Θα απαντήσω σε αυτό το  ερώτημα, με αφορμή τη δημοσίευση της γνωστής φωτογραφίας του πρωθυπουργού σε πολυτελή θαλαμηγό συνεργάτιδός του. Πιο ειδικά, θα προσπαθήσω να δείξω γιατί η αποκάλυψη αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι μόνον επιτρεπόταν, αλλά και επιβαλλόταν για την ειλικρίνεια του δημόσιου διαλόγου. Και γιατί θα ήταν αδιανόητο η προβολή του περιστατικού αυτού να χαρακτηρισθεί «χτύπημα κάτω από τη μέση», σε οποιαδήποτε συνταγματικά ώριμη χώρα.

Νομικά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει εδώ και χρόνια διαμορφώσει τον «χρυσό κανόνα»: Η ιδιωτική ζωή των πολιτικών προστατεύεται, όχι όμως στον ίδιο βαθμό με την ιδιωτική ζωή του κοινού πολίτη. Γιατί, στη δημοκρατία, είναι δικαίωμα του καθενός να ξέρει καλύτερα ποιοι είναι αυτοί που τον κυβερνούν.

Ακόμη και με χρήση «κρυφής κάμερας;», θα ρωτούσε κάποιος. Η απάντηση είναι ναι, αρκεί η συγκεκριμένη αποκάλυψη να μη φτάνει έως το σημείο να δημοσιοποιεί απόκρυφες στιγμές του πολιτικού, που τον σεβασμό τους μπορεί να αξιώσει κάθε πολίτης: η κρεβατοκάμαρα ενός πολιτικού προστατεύεται το ίδιο με την κρεβατοκάμαρα του καθενός.  Έτσι, ο ήχος και η εικόνα από ένα ιδιωτικό δείπνο που παρέθεσε μεγαλοπρομηθευτής του Δημοσίου σε υπουργό ενόσω διεξαγόταν διαγωνισμός στον οποίο ήταν υποψήφιος, θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν χωρίς πρόβλημα, μολονότι η λήψη τους είχε γίνει με παράνομο τρόπο. Δεν θα συνέβαινε, όμως, το ίδιο αν επρόκειτο για τυχαία ερωτική συνεύρεση του ίδιου υπουργού (εκτός βεβαίως αν αυτός ήταν παντρεμένος και είχε οικοδομήσει τη δημόσια εικόνα του στις αξίες της παραδοσιακής οικογένειας και της συζυγικής πίστης).

Φτάνουμε έτσι στον πυρήνα του προβλήματος. Δικαιολογεί άραγε η απλή περιέργεια κάθε αποκάλυψη εφόσον γίνεται εντός των θεμιτών ορίων; Ή μήπως πρέπει να συντρέχει και κάποιος επιπλέον λόγος;

Μια πρώτη απάντηση έχει δώσει και εδώ το Δικαστήριο του Στρασβούργου: Αν πρόκειται για «θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος», η αποκάλυψη είναι θεμιτή. Τέτοιο είναι η υγεία των πολιτικών. Έτσι, στην υπόθεση Plon κατά Γαλλίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η μετά θάνατον δημοσιοποίηση της μακράς ασθένειας του προέδρου Μιτεράν από τον προσωπικό ιατρό του ήταν δικαιολογημένη και καταδίκασε τη Γαλλία. Το ερώτημα, βέβαια, είναι ποια θεωρούνται κάθε φορά θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος;

Μια δεύτερη απάντηση στο ίδιο ερώτημα δίνει το κριτήριο της «άσκησης των καθηκόντων». Ειδικά για τους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς, έχει κριθεί ότι η χρήση «κοριού» ή ακόμη και κρυφής κάμερας για την αποκάλυψη χρηματισμού ή αθέμιτου επηρεασμού είναι θεμιτή για τη θεμελίωση πειθαρχικής και ποινικής κατηγορίας (ΑΠ 1317/2001, βούλευμα). Αρκεί, όμως, να μην έχει παραβιασθεί ο πυρήνας της ιδιωτικότητας, όπως στην περίπτωση δημάρχου επαρχιακής πόλης, που είχε καθαιρεθεί προ ετών, μετά την προβολή βίντεο στο οποίο, ημίγυμνος, υποσχόταν σε κυρία ότι θα τη διορίσει αν υπέκυπτε στις άσεμνες προτάσεις του (ΣτΕ  3922/2005). Όμως, τι περιλαμβάνει επακριβώς η άσκηση των καθηκόντων, ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για ασφαλές κριτήριο;

Ενόψει της ρευστότητας των ανωτέρω δύο κριτηρίων, είχα την ευκαιρία, σε «ανύποπτο» χρόνο, να προτείνω ένα τρίτο, εφαρμοστέο ιδίως στους πολιτικούς: Για το επιτρεπτό ή μη της αποκάλυψης, να λαμβάνεται υπόψη η αντινομία –η κραυγαλέα αντινομία– ανάμεσα στον δημόσιο λόγο τους και στην ιδιωτική συμπεριφορά τους. Η προβολή, δηλαδή, από τους πολιτικούς μιας δημόσιας εικόνας αποδεδειγμένα αντίθετης με την αληθινή. Και τούτο, με συνειδητή απόκρυψη σημαντικών πτυχών της ιδιωτικής ζωής τους (περιοδικό ΔιΜΕΕ, 2005, σ. 14 και επ.).

Αρχικά, την άποψη αυτή υιοθέτησε μια σημαντική μειοψηφία στο ΣτΕ, στην πολυσχολιασμένη υπόθεση του λεγόμενου «φρουτάκια»: Τέως βουλευτής Αχαΐας, ο οποίος συνέβαινε να είναι και πρόεδρος της επιτροπής της Βουλής κατά του παράνομου τζόγου, βιντεοσκοπήθηκε  με κρυφή κάμερα να παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια, μέρα μεσημέρι, σε κεντρικό κατάστημα της Πάτρας. Το δικαστήριο θεώρησε τότε ότι το κανάλι είχε παραβιάσει το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής του βουλευτή και επικύρωσε το πρόστιμο που το ΕΣΡ του είχε επιβάλει (ΣτΕ 1213/2010). Αντίθετα, η μειοψηφία που προανέφερα έκρινε ότι ήταν θεμιτή η προβολή του επίμαχου βίντεο. Και τούτο με την ορθή σκέψη ότι είναι δικαίωμα των ΜΜΕ να αποκαλύπτουν, ακόμη με παράνομη λήψη, τη ζωντανή εικόνα των πολιτικών προσώπων, που επιδεικνύουν συμπεριφορά αντίθετη, όπως επί λέξει έκρινε, «ως προς την εικόνα που εκείνα προβάλλουν για τον εαυτό τους». Τελικά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όπου έφτασε ύστερα από χρόνια η υπόθεση, δικαίωσε τη μειοψηφική αυτή γνώμη και καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος πληροφόρησης (υπόθεση Αλφα Δορυφορικής κατά Ελλάδος, 2018).

Για το ζήτημα των ημερών, πέρα από τα ανωτέρω δικαστικά προηγούμενα, έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια σημαντικές μελέτες και στη χώρα μας, που μας βοηθούν να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Εκτός από τη μαχητική αρθρογραφία του αείμνηστου Σταύρου Τσακυράκη, του κατεξοχήν υπερασπιστή της ελευθερίας της έκφρασης, αναφέρομαι ειδικά στις διατριβές δύο νεότερων νομικών, της Χριστίνας Ακριβοπούλου (ΑΠΘ, 2009) και της Χριστίνας Βρεττού (ΕΚΠΑ, 2013).

Μπορούμε συνεπώς να υποστηρίξουμε βάσιμα ότι, με το «κριτήριο της αντινομίας», η αποκάλυψη του περυσινού θαλάσσιου περιπάτου του πρωθυπουργού ήταν νομικά θεμιτή. Διότι, καλώς ή κακώς, στη σύγχρονη Ελλάδα, η πολυτελής θαλαμηγός είναι το κατεξοχήν σύμβολο του πλούτου και των ελίτ, τις οποίες ο κ. Τσίπρας από παλιά καταγγέλλει. Εξακολουθεί μάλιστα να το κάνει τόσο συστηματικά και τόσο διχαστικά, ώστε δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι στη διάκριση των πολλών από τους λίγους και των φτωχών από τους  χλιδάτους στηρίζει και το πολιτικό του μέλλον. Με άλλα λόγια, ο  αντιελιτισμός του κ. Τσίπρα, διανθισμένος μάλιστα με αναφορές σε συγκεκριμένα περιστατικά –συνήθως αναπόδεικτα– για την ιδιωτική ζωή των αντιπάλων του, είναι συστατικό στοιχείο, βασικός πυλώνας, όχι μόνο της ιδεολογίας, αλλά και της πολιτικής του.

Από την άποψη αυτή πιστεύω ότι, εκτός από τη δημοσιογραφική αποκάλυψη, η ανάδειξη του συγκεκριμένου περιστατικού στη Βουλή από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν και πολιτικά δικαιολογημένη. Διότι η συγκάλυψή του από τον κ. Τσίπρα απέβλεπε στην παραπλάνηση των πολιτών, προβάλλοντας μια δημόσια εικόνα που πόρρω απείχε από την αληθινή.

* Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

10/05/2019: Άρθρο “Lifo” με δήλωση Παναγιώτη Δημητρά- “Αποκλειστική συγκλονιστική μαρτυρία από το τελευταίο push-back στον Έβρο”

Lifo

Αποκλειστική συγκλονιστική μαρτυρία από το τελευταίο push-back στον Έβρο

Το χρονικό μιας βίαιης επαναπροώθησης

ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
10.5.2019 | 18:00
Θα πρέπει να αξιοποιηθούν οι μαρτυρίες τους, ώστε να αποκαλυφθεί ποιο είναι αυτό το δίκτυο παρακρατικών που δρα στα ελληνικά σύνορα "κάτω από τη μύτη", ελπίζουμε όχι με την ανοχή, των επίσημων αρχών.
Θα πρέπει να αξιοποιηθούν οι μαρτυρίες τους, ώστε να αποκαλυφθεί ποιο είναι αυτό το δίκτυο παρακρατικών που δρα στα ελληνικά σύνορα “κάτω από τη μύτη”, ελπίζουμε όχι με την ανοχή, των επίσημων αρχών.
Τις τελευταίες ημέρες, το συνεχιζόμενο και υπαρκτό δράμα των push- backs (βίαιες επαναπροωθήσεις στα σύνορα με την Τουρκία) έχει φουντώσει ξανά στο αχανές και σκοτεινό τοπίο του ποταμού Έβρου, εκεί όπου, όπως σταθερά καταγγέλλουν το τελευταίο διάστημα ανθρωπιστικές οργανώσεις, ΜΚΟ και αιτούντες άσυλο, πραγματοποιούνται παράνομες επαναπροωθήσεις από τις ελληνικές αρχές, με την υποψία μάλιστα της συμμετοχής παραστρατιωτικών στοιχείων.
Το τελευταίο σοβαρό περιστατικό συνέβη το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, όταν μια ομάδα 11 Τούρκων προσφύγων, μεταξύ των οποίων και μια έγκυος γυναίκα, κατάφεραν να περάσουν τον Έβρο, για να επαναπροωθηθούν λίγες ώρες αργότερα, σύμφωνα με τις καταγγελίες τους, από Έλληνες αστυνομικούς, στρατιωτικούς και έναν κουκουλοφόρο.
Σύμφωνα με αυτές τις καταγγελίες και την αποκλειστική μαρτυρία των ανθρώπων που υπέστησαν το push-back, τόσο η έγκυος όσο και τα υπόλοιπα μέλη χτυπήθηκαν με ρόπαλα από Έλληνες αστυνομικούς και στρατιωτικούς και επαναπροωθήθηκαν βίαια σε τουρκικό έδαφος.
Το περιστατικό συνέβη στις 21:00 κοντά στο Σουφλί Έβρου. Τα ξημερώματα του Μ. Σαββάτου η ομάδα κατάφερε να διασχίσει ξανά τον ποταμό και να έρθει σε ελληνικό έδαφος.

Το ιστορικό μιας βίαιης επαναπροώθησης

Το Μεγάλο Σάββατο, 26 Απριλίου, ξεκινήσαμε, μέσω WhatsΑpp, να συνομιλούμε με ένα από τα μέλη της ομάδας που είχαν επαναπροωθηθεί και είχαν ξανάρθει στην Ελλάδα. Βασικός συνομιλητής μας ο 33 άχρονος A., Τούρκος πρώην διπλωμάτης που εκδιώχθηκε από τη θέση του στη χώρα του, επειδή είναι γκιουλενιστής. Κατά τη διάρκεια της δραματικής συνομιλίας μας, 11 άτομα, μαζί με αυτόν, κρύβονταν φοβισμένα στις όχθες του ποταμού Έβρου. Ο ίδιος μάς είπε χαρακτηριστικά, έχοντας δίπλα του την έγκυο γυναίκα του:
«Το όνομά μου είναι A. Είμαστε γκιουλενιστές, φοβόμαστε πολύ. Περιμένουμε Έλληνες δικηγόρους, οι οποίοι έχουν ειδοποιήσει το κοντινότερο αστυνομικό τμήμα για να μας καταγράψουν. Κρυβόμασταν όλο το βράδυ, κοντά 13 ώρες, πίσω από θάμνους, στην τουρκική πλευρά. Τώρα βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο» κατέληξε και μας έστειλε μια φωτογραφία με την τοποθεσία τους στον χάρτη.
Την ίδια ώρα που εμείς μιλούσαμε με τον A., διάφορα μέλη της ομάδας καλούσαν δημοσιογράφους, Έλληνες, Τούρκους αλλά και Ευρωπαίους, και παράλληλα δικηγόρους, για να πετύχουν το αυτονόητο-νόμιμο, δηλαδή την κατάγραφή τους.
Όντως, ευτυχώς για τους ίδιους, μερικές ώρες αργότερα, ο A. και όλοι όσοι ήταν μαζί του οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Σουφλίου. Η LiFO έχει στη διάθεσή της όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα της ελληνικής πολιτείας από τη σύλληψη και την καταγραφή τους στο εν λόγω τμήμα, από το οποίο αφέθηκαν ελεύθεροι 3 ημέρες μετά. Αμέσως μετά την απελεύθερώσή τους, τηλεφώνησαν και ζήτησαν να αναλάβουν την υπόθεσή τους οι δικηγόροι Θοδωρής και Αντώνης Καραγιάννης, για τους οποίους έμαθαν ότι είναι έμπειροι σε θέματα ποινικού-προσφυγικού δικαίου.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που δόθηκαν στο γραφείο τους στη Θεσσαλονίκη, οι 4 εκ των 11 (ανάμεσά τους και ένας ανήλικος) περιγράφουν λεπτομερώς τη διαδικασία της επαναπροώθησης. Πρόκειται για τους: Yasin O., Mikail E. (τα πλήρη στοιχεία τους είναι στη διάθεση της εφημερίδας).
«Διασχίσαμε το ποτάμι στις 26 Απριλίου, γύρω στις 16:00. Ήμασταν 11 άτομα, 8 ενήλικες και 3 μικρά παιδιά κάτω των 9 ετών. Ανάμεσα στους ενήλικες ήταν και μια έγκυος γυναίκα (8 μηνών) και μια ηλικιωμένη με κινητικό πρόβλημα που κινείται με πατερίτσες, μαζί με τα δύο της παιδιά.
Όταν μας επιτέθηκαν, οι 4 εξ αυτών φορούσαν αστυνομική στολή (ανάμεσά τους υπήρχε και μία γυναίκα) και οι άλλοι 4 φορούσαν στολές παραλλαγής . Ένας από αυτούς, μάλιστα, φορούσε και μάσκα που κάλυπτε ολόκληρο το πρόσωπο. Εμείς φύγαμε από την Τουρκία λόγω του καθεστώτος του Ερντογάν. Είμαστε αντιφρονούντες και αντιμετωπίζουμε διώξεις.
Στις 26 Απριλίου, λοιπόν, περάσαμε το ποτάμι, γύρω στις 16:00. Πήγαμε κατευθείαν στο κοντινότερο χωριό, που το λένε Λαγυνά – ήμασταν πολύ διψασμένοι. Μετά την είσοδό μας στο χωριό, ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας με δύο αστυνομικούς –η μία ήταν γυναίκα– σταμάτησε. Γρήγορα μας πήγαν σε άλλο μέρος –μας μετακίνησαν–, όπου δεν υπήρχε κανείς.
Ο άντρας αστυνομικός άρχισε να μας συμπεριφέρεται πολύ άσχημα. Η γυναίκα αστυνομικός ζητησε τις ταυτότητές μας και τις κράτησε. Επίσης, μας πήραν όλες τις ψηφιακές συσκευές και τις έβαλαν σε μια πλαστική σακούλα. Τούρκος φοιτητής που προσπαθούσε να περάσει στην Ελλάδα πνίγηκε στον Έβρο 10.4.2019 Τούρκος φοιτητής που προσπαθούσε να περάσει στην Ελλάδα πνίγηκε στον Έβρο
Λίγη ώρα μετά ένα κλειστό mini bus μάρκας Peugeot έφτασε κοντά μας. Μας έβαλαν μέσα – ήταν γεμάτο σκουπίδια. Έπειτα από μερικά λεπτά φτάσαμε στις όχθες του ποταμού Έβρου. Όταν άνοιξαν οι πόρτες του mini bus ήρθαμε αντιμέτωποι με στρατιώτες και αστυνομικούς . Ήταν πολύ τρομαχτικό. Αρχίσαμε να τους λέμε ότι θέλουμε απλώς να συμπληρώσουμε την αίτηση για άσυλο και ότι είμαστε θύματα του καθεστώτος Ερντογάν. Ένας στρατιωτικός που μιλούσε τουρκικά μάς απάντησε στη γλώσσα μας: “Θα απορρίψουμε κάθε σας αίτημα και θα σας στείλουμε πίσω όλους”. Τότε άρχισαν να μας σπρώχνουν μέσα σε μια βάρκα στο ποτάμι. Τους είπαμε: “Αν μας στείλετε πίσω, θα αντιμετωπίσουμε πολύ βαριά τιμωρία και βασανιστήρια και παράνομο εγκλεισμό στη φυλακή”. Σε αυτό το σημείο άρχισαν να μας χτυπούν με ξύλινα ρόπαλα.
Ένα από τα ρόπαλα έσπασε πάνω μας, καθώς μας χτυπούσαν. Τα ίδια ρόπαλα είδαμε μερικές ώρες αργότερα στο αστυνομικό τμήμα στο Σουφλί, όταν έγινε η κράτησή μας. Την ώρα που μας χτυπούσαν έσερναν και την ηλικιωμένη γυναίκα, μας κλοτσούσαν και μας έσπρωχναν προς το ποτάμι. Το γόνατο ενός από την ομάδα έπαθε αναστροφή –ακόμα δεν μπορεί να περπατήσει καλά–, ενώ έσερναν βίαια και την έγκυο, παρά τις εκκλήσεις μας να μην της συμπεριφέρονται έτσι.
Τα παιδιά έκλαιγαν και ρωτούσαν: “Θα μας σκοτώσουν;”. Μετά από όλες αυτές τις βιαιότητες μας έβαλαν στη βάρκα και μας έσπρωξαν μέσα στο ποτάμι. Όλα τα κινητά μας τηλέφωνα πετάχτηκαν στο νερό από έναν μασκοφορεμένο στρατιώτη. Αφού μας έσπρωξαν, έφυγαν. Το πρώτο που κάναμε ήταν να ψάξουμε τα κινητά μας, για να δούμε αν έχουν καθόλου σύνδεση. Τα βρήκαμε, και ευτυχώς για εμάς ένα δούλευε ακόμα. Ήταν πολύ σκοτεινά όταν ξαναβγήκαμε στην τουρκική όχθη. Έκανε κρύο, οι περισσότεροι ήμασταν μούσκεμα και χωρίς φαγητό.
Είχαμε μόνο ένα μπουκάλι με γάλα, 200 ml, και όλοι μας, και οι 11, το μοιραστήκαμε. Επειδή δεν ήταν αρκετό, αναγκαστήκαμε να πιούμε από το βρόμικο νερό του ποταμού. Όλη τη νύχτα τα παιδιά κρύωναν και όλοι μαζί φοβόμασταν ότι η αστυνομία θα επέστρεφε. Το πιο μεγάλο μας άγχος ήταν αν θα μας έβρισκαν οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Το πρωί διασχίσαμε ξανά το ποτάμι και περιμέναμε πολλές πολλές ώρες στην ελληνική πλευρά του ποταμού. Ένας φίλος μας από την ομάδα κάλεσε έναν Τούρκο δημοσιογράφο κι άρχισε να διαδίδεται η κατάστασή μας. Μετά από αυτό, δύο αυτοκίνητα της αστυνομίας ήρθαν και μας μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα Σουφλίου, όπου και έγινε η κράτησή μας.
Αυτοί οι νέοι αστυνομικοί στο Σουφλί ήταν ευγενικοί μαζί μας. Τη δεύτερη ημέρα που βρισκόμασταν στο κελί μάς επισκέφτηκε ένας συνήγορος, αλλά μερικοί υπεύθυνοι μας συμβούλεψαν να μη μιλήσουμε μαζί του. Επειδή φοβόμασταν μη μας ξαναπροώθησουν πίσω, κάναμε ό,τι μας είπαν και δεν του μιλήσαμε. Την τελευταία ημέρα της κράτησης στο κελί ήρθε κι ένα μέλος των Ηνωμένων Εθνών και μας μίλησε.
Του είπαμε να μας περιμένει έξω για να τα πούμε. Εν τω μεταξύ, εκεί, στο αστυνομικό τμήμα Σουφλίου, είδαμε τον στρατιωτικό που μιλούσε τουρκικά και μας είχε απειλήσει και χτυπήσει στο ποτάμι. Τον υποδείξαμε στον άνθρωπο των Ηνωμένων Εθνών, με τον οποίο μιλήσαμε αμέσως μετά την απελεύθερωσή μας.
Επιπρόσθετα, στο αστυνομικό τμήμα στο Σουφλί είδαμε πολλά ξύλινα ρόπαλα και στρατιωτικές στολές παραλλαγής σε ένα δωμάτιο. Ήταν σαν αυτά που η στρατιωτική ομάδα είχε χρησιμοποιήσει εναντίον μας, όταν μας έσπρωχναν στο ποτάμι.
Ακόμα και τόσες ημέρες μετά παραμένουμε αγχωμένοι με το θέμα της ασφάλειάς μας και τα παιδιά έχουν καθημερινά εφιάλτες.
Από τη στιγμή που δεν έχουμε άσυλο, δεν μπορούμε να πάμε στο νοσοκομείο και να ζητήσουμε ιατρική αναφορά για τις βιαιοπραγίες. Οι φωτογραφίες με τα σημάδια μας, είναι τραβηγμένες 6 μέρες μετά το περιστατικό».

Τι λένε στo Lifo.gr οι δικηγόροι 4 εκ των Τούρκων, Αντώνης και Θοδωρής Καραγιάννης

«Όσα οι εντολείς μας με πολύ φόβο μας εκμυστηρεύτηκαν, και αφού τους εξηγήσαμε ότι στην Ελλάδα ο Τύπος και η Δικαιοσύνη είναι τελείως ανεξάρτητα, αποτελούν μια ακόμα σαφή ένδειξη ότι οι παράνομες επαναπροωθήσεις-“pushbacks” αποτελούν τακτική κάποιων προσώπων που χαρακτηρίζει δυσμενώς τη χώρα μας διεθνώς. Τακτική που αν, όπως αναφέρουν οι μαρτυρίες, τελείται από Έλληνες αστυνομικούς ή με την ανοχή (παράλειψη δράσης) αυτών αποκτά ακόμα χειρότερη μορφή.
Οι παράνομες επαναπροωθήσεις όμως δεν αποτελούν μόνο σαφή και απροκάλυπτη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων που η χώρα μας έχει υπογράψει.
Όπως αντιλαμβάνεται κάποιος από την απλή ανάγνωση των περιγραφόμενων περιστατικών, στις συγκεκριμένες ενέργειες ενυπάρχει συρροή ποινικών αδικημάτων κακουργηματικής και πλημμεληματικής μορφής, που τελούνται μάλιστα από δημοσίους υπαλλήλους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Υπάλληλοι, δηλαδή, οι οποίοι έχουν σαφές, συνταγματικά και νομικά, κατοχυρωμένο δικαίωμα να αρνηθούν την τέλεση αυτών, ακόμα κι αν αποτελούσαν διαταγή ανωτέρου.
Ανεξάρτητα από την πολιτική άποψη που έχει κάθε Έλληνας πολίτης για την προσφυγική κρίση, σίγουρα δεν τιμάει κανέναν η καθολική και βίαιη παραβίαση των διεθνών συμβάσεων και η τέλεση ποινικών αδικημάτων στα όρια της ελληνικής επικράτειας. Η παραβίαση των νόμιμων διαδικασιών καταγραφής και της νόμιμης επαναπροώθησης, όπως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις, παραβιάζει κάθε έννοια ευρωπαϊκού κράτους δικαίου και νομιμότητας και δημιουργεί επιτέλους την ανάγκη παρέμβασης των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών προς διερεύνηση των επαναλαμβανόμενων καταγγελιών από πλήθος ιδιωτών – φορέων – διεθνών οργανισμών – δημοσιογράφων».

Η «ρουτίνα» των επαναπροωθήσεων

Δυστυχώς, δεν είναι η πρώτη φορά που τέτοιες καταγγελίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Τουλάχιστον τον τελευταίο ένα χρόνο φαίνεται ότι οι παράνομες επαναπροωθήσεις έχουν μετατραπεί σε μια κατάσταση πολύ συνηθισμένη στον Έβρο, ενώ ειδικά τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και οι ανθρωπιστικές οργανώσεις φέρνουν συνεχώς το θέμα στο προσκήνιο.
Λίγες μόλις ημέρες μετά την επαναπροώθηση που συνέβη τη Μ. Παρασκευή, μια ομπρέλα 10 οργανώσεων και ΜΚΟ, που ασχολούνται ενεργά με το ζήτημα κι έχουν δημιουργήσει την «Καμπάνια για το Άσυλο», εξέδωσε μια κοινή ανακοίνωση στην οποία έθιγε την καθυστέρηση των αρχών στην ανάγκη της κατεπείγουσας διερεύνησης των συνεχιζόμενων καταγγελιών για τις άτυπες επιχειρήσεις επαναπροώθησης προσφύγων στον Έβρο, εντείνοντας, όπως σημείωνε, την πεποίθηση ότι τα σύνορα στον Έβρο αποτελούν ένα πεδίο εκτός δικαίου και εκτός νόμου, έναν τόπο μαρτυρίου για τους πρόσφυγες. Μόλις τρεις αξιωματικοί της ΕΚΑΜ φρουρούν τους οκτώ Τούρκους που ζητά ο Ερντογάν από την Ελλάδα 21.4.2019 Μόλις τρεις αξιωματικοί της ΕΚΑΜ φρουρούν τους οκτώ Τούρκους που ζητά ο Ερντογάν από την Ελλάδα
Όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά στην επιστολή τους οι οργανώσεις ΑΡΣΙΣ, Δίκτυο Κοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών, ΕΠΣΕ, Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων, Κίνηση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – Αλληλεγγύη στους Πρόσφυγες Σάμος, Κόσμος χωρίς Πολέμους και Βία, ΛΑΘΡΑ, PRAKSIS, Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων και Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο, οι υπουργοί Προστασίας του Πολίτη, Όλγα Γεροβασίλη, Μεταναστευτικής Πολιτικής, Δημήτρης Βίτσας, και Δικαιοσύνης, Μιχάλης Καλογήρου, είναι «υπόλογοι» για κάθε καθυστέρηση στη διερεύνηση αυτών των καταγγελιών. Οι οργανώσεις έκαναν ακόμα λόγο για επιδεικτική βαρβαρότητα ένστολων ή μη στην περιοχή και παράνομες ενέργειες, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο συγκεκριμένων οδηγιών και εντολών. Τέλος, σημείωσαν ότι πρόκειται για οργανωμένο σχέδιο το οποίο περιλαμβάνει τη συγκάλυψη και νομιμοποίηση των εγκληματικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται.
Θέση στο παραπάνω ζήτημα και με αφορμή αυτές τις νέες καταγγελίες πήρε και το ΚΙΝ.ΑΛ. με ανακοίνωση που εξέδωσε ο Τομέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Μεταναστευτικής Πολιτικής του.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση: «Για μια ακόμη φορά βλέπουν το φως τη δημοσιότητας καταγγελίες για παράνομες επαναπροωθήσεις Τούρκων πολιτών που φτάνουν στη χώρα μας για να ζητήσουν άσυλο. Αυτήν τη φορά, 11 από αυτούς κατάφεραν να διαφύγουν τη σύλληψη από τις τουρκικές αρχές και να γυρίσουν στην Ελλάδα. Θεωρούμε αυτονόητο ότι η ελληνική πολιτεία θα τους προσφέρει τη δυνατότητα να αιτηθούν άσυλο, όπως είναι υποχρεωμένη από την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία. Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να αξιοποιηθούν οι μαρτυρίες τους, ώστε να αποκαλυφθεί ποιο είναι αυτό το δίκτυο παρακρατικών που δρα στα ελληνικά σύνορα “κάτω από τη μύτη”, ελπίζουμε όχι με την ανοχή, των επίσημων αρχών».
Παναγιώτης Δημητράς
To Lifo.gr ζήτησε την άποψη του εκπροσώπου του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι, Παναγιώτη Δημητρά, η οποία είναι η εξής: «Την τελευταία τριετία έχει καταγραφεί από δεκάδες ΜΚΟ αλλά και από διεθνείς διακρατικούς οργανισμούς του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης πρωτοφανής για τα μεταπολιτευτικά χρονικά συστηματική χρήση βίας και παράνομες επαναπροωθήσεις στην περιοχή του Έβρου από αστυνομικούς σε συνεργασία με αγνώστου ταυτότητας/ιδιότητας κουκουλοφόρους. Ως Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) έχουμε καταγράψει από εκθέσεις άλλων ΜΚΟ αλλά και απευθείας αναφορές πάνω από 500 περιπτώσεις (https://racistcrimeswatch.wordpress.com/2018/09/09/1-652/) που έχουμε υποβάλει σε ΟΗΕ και Συμβούλιο της Ευρώπης.
Όλα αυτά γίνονται σε μια δήθεν “εθνικά ευαίσθητη” συνοριακή και μειονοτική περιοχή: η “ευαισθησία” αυτή επιτρέπει να λειτουργούν εκεί, διαχρονικά, αδιάκοπα, από δεκαετίες μηχανισμοί του βαθέος κράτους (μυστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες του υπουργείου Εξωτερικών που κανονικά έχουν αρμοδιότητα μόνο για τα εκτός Ελλάδας). Οι μηχανισμοί αυτοί συνεργάζονται με παρακρατικούς, οι οποίοι συμβάλλουν στο “βρόμικο” έργο του βαθέος κράτους, όπως συνέβαινε πριν από τη Μεταπολίτευση σε όλη τη χώρα. Όλα αυτά γίνονται με την καθοδήγηση της κεντρικής κυβέρνησης σε επίπεδο πρωθυπουργού και υπουργού Προστασίας του Πολίτη, ενώ το αρμόδιο, υποτίθεται, υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής είναι στην πράξη αποκλεισμένο από την περιοχή του Έβρου, σε αντίθεση με την παρουσία του στα νησιά για παράδειγμα».
Όπως συνέχισε να μας εξηγεί ο κ. Δημητράς, για ανάλογους λόγους είναι αποκλεισμένες από την περιοχή και οι ανθρωπιστικές ΜΚΟ, σε αντίθεση με την ισχυρή παρουσία τους στα νησιά, ενώ, όπως τόνισε ο ίδιος, ο Συνήγορος του Πολίτη ερευνά τις σχετικές καταγγελίες μέσω της αστυνομίας και ευθυγραμμίζεται άκριτα με τις απόψεις της τελευταίας.
Ο ίδιος κατέληξε:
«Οι εισαγγελικές αρχές, που μόλις διαβάσουν για κακομεταχείριση στην υπόλοιπη Ελλάδα διατάσσουν προκαταρκτικές εξετάσεις, παραμένουν παγερά αδιάφορες όταν διαβάζουν για το όργιο βίας και παρανομίας στον Έβρο. Όλα αυτά το ΕΠΣΕ θα τα ξαναθέσει στην Επιτροπή του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων που θα εξετάσει τον Ιούλιο-Αύγουστο 2019 τη (μη) συμμόρφωση της Ελλάδας με τη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης που έχει θέσει προθεσμία στην Ελλάδα την 1 Σεπτεμβρίου 2019 για να υποβάλει αναλυτική έκθεση για τη (μη) συμμόρφωσή της με τις 13 καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για αστυνομική βία (οι εννέα μετά από προσφυγές του ΕΠΣΕ)».

H θέση των ίδιων αστυνομικών και η κινητοποίηση της κ. Γεροβασίλη με επίσκεψη στον Έβρο

Δέκα μόλις ημέρες μετά τις καταγγελίες για νέα επιχείρηση επαναπροώθησης στον Έβρο και εν μέσω μιας δημόσιας συζήτησης που «βράζει» γύρω από το θέμα, την περασμένη Κυριακή 5 Μαΐου η υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Όλγα Γεροβασίλη, με απάντησή της σε επιστολή του επικεφαλής της Ύπατης Αρμοστείας στην Ελλάδα, Φιλίπ Λεκλέρ (ο οποίος ανέφερε μαρτυρίες μεταναστών για πρακτικές προσώπων που φέρονται να ανήκουν σε Σώματα Ασφαλείας στην περιοχή του Έβρου), υποστήριξε πως: «Οι καταγγελλόμενες συμπεριφορές και πρακτικές ουδόλως υφίστανται ως επιχειρησιακή δραστηριότητα και πρακτική του προσωπικού των Υπηρεσιών Συνοριακής Φύλαξης, το οποίο κυρίως εμπλέκεται σε δράσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου της παράνομης μετανάστευσης στα ελληνοτουρκικά σύνορα. Από τη διερεύνηση των μέχρι σήμερα καταγγελλομένων περιστατικών και από τις εσωτερικές έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες προκύπτει το συμπέρασμα ότι αυτά δεν δύνανται να επιβεβαιωθούν» και συμπλήρωσε: «Το πρώτο τετράμηνο του 2019, στην περιοχή δικαιοδοσίας των Δ.Α. Ορεστιάδας και Αλεξανδρούπολης, έχουν πραγματοποιηθεί 3.130 συλλήψεις υπηκόων τρίτων χωρών, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις καταγγελίες περί επαναπροωθήσεων. Επιπλέον, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που αναφέρεται στις καταγγελίες (25-29.04.2019), πραγματοποιήθηκαν στη συγκεκριμένη περιοχή 101 συλλήψεις υπηκόων τρίτων χωρών».
Παρ’ όλα αυτά, η ΕλΕΔΑ (Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη) έχει διαφορετική άποψη όσον αφορά το αν και κατά πόσο διερευνώνται τελικά οι καταγγελίες. Όπως δήλωσε η δικηγόρος Κλειώ Παπαντολέων, πρώην προέδρος της ΕλΕΔΑ –και ανάμεσα σε άλλα συνήγορος πολιτικής αγωγής στη δίκη εναντίον του μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, Αμβρόσιο–, «οι επαναπροωθήσεις, οι οποίες δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, συμβαίνουν πάντα παράλληλα με τις νόμιμες συλλήψεις. Η πραγματικότητα των συλλήψεων δεν αναιρεί την πραγματικότητα των επαναπροωθήσεων. Το ζήτημα όμως είναι αν πρόκειται για θεσπισμένη παρανομία, δηλαδή πρακτικές που είναι γνωστές και γίνονται ατύπως ανεκτές, ή αν υπάρχει τμήμα του κρατικού μηχανισμού που δρα αυτόνομα, και βέβαια παράνομα. Αυτά απαιτούν διερεύνηση, όχι μόνο διοικητική αλλά και δικαστική. Η ΕλΕΔΑ έχει υποβάλει σχετική αναφορά εδώ και χρόνια στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι είχαμε δώσει στοιχεία προσώπων που μέσω της δικαστικής συνδρομής θα μπορούσαν να εξεταστούν από ελληνικές δικαστικές αρχές. Ομοίως τότε επελήφθη αυτεπαγγέλτως και ο Συνήγορος του Πολίτη, χωρίς, εξ όσων γνωρίζω, να υπάρχει κάποιο πόρισμα μέχρι στιγμής».
Πίσω στον πολιτικό αναβρασμό που έχει προκαλέσει το ζήτημα των πρόσφατων push-backs, μία ημέρα μετά την επιστολή της στον Λεκλέρ, την Δευτέρα 6 Μαΐου η υπουργός Προστασίας του Πολίτη αναχώρησε για τον Έβρο, πραγματοποιώντας, ανάμεσα στα άλλα, επίσκεψη στο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Φερών.
Στη σύσκεψη που ακολούθησε, παρουσία του γενικού επιθεωρητή Αστυνομίας Βορείου Ελλάδας, αντιστράτηγου Ανδρέα Αποστολόπουλου, του διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Ορεστιάδας, ταξίαρχου Πασχάλη Συριτούδη κ.ά., παρουσιάστηκε ο επιχειρησιακός σχεδιασμός για την ευρύτερη περιοχή του Έβρου σε σχέση με τα σύνορα της χώρας και κατ’ επέκταση της Ε.Ε. Η υπουργός επισήμανε τον σοβαρό ρόλο της ΕΛ.ΑΣ., η οποία, όπως είπε, ανταποκρίνεται με επαγγελματισμό και ευαισθησία στο σύνθετο έργο της.
Το ενδιαφέρον νέο στοιχείο που προέκυψε από αυτήν τη συνάντηση είναι πώς μετά την τοποθέτηση του αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, αντιστράτηγου Αριστείδη Ανδρικόπουλου, τέθηκε προς συζήτηση και επεξεργασία, υπό μορφή διαβούλευσης, η πρόταση για ίδρυση Διεύθυνσης Συνοριακής Φύλαξης Έβρου.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, η πρόταση έτυχε καθολικής αποδοχής από τους παρευρισκόμενους στη σύσκεψη, καθώς, ως κοινή διαπίστωση, προκρίθηκε ότι η πρωτοβουλία αυτή θα βοηθήσει σημαντικά στην κατεύθυνση της πληρέστερης διαχείρισης του μεταναστευτικού-προσφυγικού ζητήματος. Για τον κ. Ηλία Ακίδη, πάντως, πρόεδρο της Ένωσης Αστυνομικών Ορεστιάδας, το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο και δεν αντιμετωπίζεται με τη σύσταση μιας νέας διεύθυνσης.
Καταρχάς, όπως κατηγορηματικά δήλωσε ο ίδιος στη LiFO, κινούμενος στο ίδιο μήκος με την κ. Γεροβασίλη, οι όροι «επαναπροώθηση» και «push-back» δεν υφίστανται γιατί κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν ασκείται ποτέ από τους Έλληνες αστυνομικούς στα σύνορα. O ίδιος αρνείται τις καταγγελίες που γίνονται και άφησε αιχμές για τον ρόλο και τα κίνητρα των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στο θέμα.
Όπως μας είπε χαρακτηριστικά: «Κάνουμε αποτροπές, δεν κάνουμε επαναπροώθησεις. Όταν κάνουμε επιχειρήσεις αποτροπών, δεν τις κάνουμε σε ανθρώπους που έχουν περάσει τα σύνορά μας. Push-backs δεν συμβαίνουν. Για όσους διασχίσουν τον ποταμό και καταφέρουμε να τους βρούμε ακολουθείται η νόμιμη διαδικασία ταυτοποίησης και καταγραφής. Έχετε, όμως, υπ’ όψιν σας πως το 90% όσων περνούν τον ποταμό πετούν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα στο νερό για να αποκρύψουν την πραγματική τους ταυτότητα και να ζητήσουν άσυλο. Για παράδειγμα, στην πραγματικότητα είναι από το Μαρόκο ή την Αλγερία και δηλώνουν χώρα προέλευσης τη Συρία».
Σύμφωνα με τον ίδιο, πάντως, οι Τούρκοι που περνούν το τελευταίο διάστημα τα σύνορα μέσω Έβρου, ζητώντας στη συνέχεια άσυλο, αυξάνονται διαρκώς. Όπως μας περιέγραψε, τα 200 χλμ. του ποταμού είναι πολύ δύσκολα διαχειρίσιμα, δεν ελέγχονται εύκολα, και δεν παρέλειψε να τονίσει πόσο προβληματική για τις επιχειρήσεις της αστυνομίας είναι η έλλειψη καμερών παρακολούθησης κατά μήκος του ποταμού, τις οποίες έχει υποσχεθεί το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη εδώ και 5 χρόνια, αλλά οι διαγωνισμοί για τη διάθεσή τους σκοντάφτουν διαρκώς σε γραφειοκρατικά ζητήματα και δεν τελεσιδικούν ποτέ.
Εκτός από τις κάμερες όμως, σύμφωνα με τον κ. Ακίδη λείπουν και τα ειδικά οχήματα, εξοπλισμένα με κάμερες γι’ αυτού του είδους την παρακολούθηση, αναφέροντας μάλιστα πως η Βουλγαρία, που αντιμετωπίζει το ίδιο ζήτημα, διαθέτει τουλάχιστον 5 τέτοια οχήματα. Την ίδια στιγμή εξέφρασε και την ανησυχία πως καθώς από αυτή την περίοδο κι έπειτα θα ξεκινήσει να πέφτει η στάθμη του Έβρου, θα αυξηθούν σταθερά και οι ροές όσων θα αποπειραθούν να εισέλθουν παράνομα στη χώρα μας, ενώ τόνισε πώς το τελευταίο διάστημα σε πολλά χωριά στη γύρω περιοχή σημειώνονται κλοπές αυτοκινήτων αλλά και μέσα σε σπίτια απ’ όσους περνούν παράνομα τα ελληνικά σύνορα, κάνοντας την κατάσταση εκρηκτική.
«Πάντως, αυτό που σταθερά καταγγέλλουμε οι Έλληνες αστυνομικοί είναι ότι είμαστε πολύ λίγοι για να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο. Βάσει των μνημονιακών υποχρεώσεών μας, αφαιρέθηκαν από το σώμα 6.700 οργανικές θέσεις, τη στιγμή που το μεταναστευτικό είναι ένα μείζον ζήτημα για τη χώρα μας» είπε, για να καταλήξει πως γίνονται πια κινήσεις στήριξης από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αλλά χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη στήριξη.
* Στοιχεία, φωτογραφίες και έγγραφα του ρεπορτάζ είναι στο αρχείο της Lifo, διαθέσιμα για τις Αρχές.

Πολιτική ορθότητα και ελευθερία έκφρασης

Καθημερινή

Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Πολιτική ορθότητα και ελευθερία έκφρασης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 

Οταν ακούτε κάποιον να διαμαρτύρεται για την «πολιτική ορθότητα», σχεδόν ποτέ δεν εννοεί ότι, ας πούμε, στον δημόσιο λόγο της χώρας μας δεν θεωρείται πρέπον να αναφέρεται κάποιος στη μικρή χώρα που βρίσκεται ανάμεσα στην Αλβανία και τη Βουλγαρία με τη λέξη «Μακεδονία». Μολονότι πρόκειται για καραμπινάτο παράδειγμα «πολιτικής ορθότητας». Υπάρχει, δε, και το θέμα της βλασφημίας, που στη χώρα μας είναι και ποινικό αδίκημα. Δεν θεωρείται πολιτικά ορθό να βρίζουμε τα Θεία εδώ. Αλλά ούτε αυτό σκέφτεται κανείς όταν μιλάμε για «πολιτική ορθότητα» στην εποχή μας.

Στην εποχή μας «πολιτική ορθότητα» εννοούμε σχεδόν αποκλειστικά τους περιορισμούς στην αναπαραγωγή λέξεων και εκφράσεων που ενοχλούν κοινωνικές ομάδες οι οποίες έχουν αντιμετωπίσει διαχρονικά διακρίσεις: άτομα με αναπηρία, άτομα ΛΟΑΤΚΙ, άτομα με διατροφικές διαταραχές, με ψυχικές παθήσεις, με άλλο θρήσκευμα ή διαφορετική καταγωγή από την πλειονότητα των κατοίκων μιας χώρας. Εχει σημασία αυτό. Επειδή το πρώτο επιχείρημα όσων διαμαρτύρονται για την «πολιτική ορθότητα» έχει να κάνει με την ελευθερία της έκφρασης. Γιατί δεν μπορώ να μιλήσω όπως θέλω; Δεν είμαι ελεύθερος; Είναι ένα περίεργο επιχείρημα αυτό, καθώς απόλυτη ελευθερία της έκφρασης δεν υπάρχει πουθενά.

Πρώτα απ’ όλα, η γλώσσα δεν είναι κάτι ουδέτερο. Σχεδόν τίποτε από όσα λέμε δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερο. Η γλώσσα έχει ατζέντα, ακόμα κι όταν εμείς δεν έχουμε. Δεύτερον και πιο αυτονόητο: ακόμα και στις πιο ανώδυνες ανθρώπινες σχέσεις υπάρχουν κανόνες. Συμβάσεις κοινωνικής ευπρέπειας. Δεν μπορούμε να μιλάμε μεταξύ μας όπως μας κατέβει. Τρίτον, υπάρχουν και άλλοι περιορισμοί που ενίοτε έχουν ώς και ποινικές συνέπειες, από τη δυσφήμηση και τη συκοφαντία μέχρι την αναπαραγωγή διαβαθμισμένων πληροφοριών. Στα συγκεκριμένα θέματα που αφορούν εκείνες τις συγκεκριμένες ομάδες, όμως, κάποιοι άνθρωποι αντιδρούν και θυμούνται να επικαλεστούν την ελευθερία της έκφρασής τους, που κινδυνεύει. Δεν τους πειράζει στα άλλα. Υπακούουν στους άλλους περιορισμούς της ελευθερίας της έκφρασης που επιβάλλουν οι κοινωνικές συμβάσεις και οι νόμοι. Τους αποδέχονται. Τους διδάσκουν στα παιδιά τους. Αρα η λογική μάς λέει ότι δεν έχουν πρόβλημα με τους περιορισμούς της ελευθερίας της έκφρασης εν γένει. Εχουν πρόβλημα μόνο με τους άλλους, τους συγκεκριμένους περιορισμούς. Με αυτές τις λέξεις.

Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει «πολιτική ορθότητα». Υπάρχουν ομάδες που διεκδικούν αξιοπρέπεια και κάποιες συγκεκριμένες προσθήκες σε ένα πλέγμα από περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης που υπήρχε και θα υπάρχει πάντα σε όλες τις πολιτισμένες κοινωνίες. Και υπάρχει και μια ομάδα ανθρώπων που χαράσσει μια γραμμή και λέει αυτοί οι περιορισμοί δεν μου αρέσουν. Δεν είναι εξίσου σημαντικοί, και οι άνθρωποι που τους ζητούν δεν είναι σημαντικοί για εμένα.

Με το να γκρινιάζω για το ότι η πολιτική ορθότητα δεν μου δίνει το δικαίωμα να λέω ανέκδοτα για χοντρές, μαύρους και γκέι, επισημαίνω στους ανθρώπους που έχουν υποστεί διακρίσεις και bullying για το βάρος τους ή το χρώμα τους ή τη σεξουαλική τους ταυτότητα ότι η ευαισθησία τους δεν έχει σημασία. Οτι δεν έχει αξία. Οτι πρέπει να συνεχίσουν να ακούνε αυτά τα ανέκδοτα κι αυτές τις εκφράσεις όπως σε όλη τους τη ζωή έως τώρα, χωρίς να διαμαρτύρονται και χωρίς να ενοχλούνται και χωρίς να μου δημιουργούν πρόβλημα στην καριέρα μου ή στην ηρεμία μου, επειδή έτσι νομίζω εγώ ότι εξασκώ την ελευθερία μου, την οποία βεβαίως ευχαρίστως θυσιάζω όταν πρόκειται να αναφερθώ σε μια χώρα στα βόρεια σύνορά μας ή στα Θεία. Αυτά με νοιάζουν. Εσύ, όχι.

 

Γλώσσα χωρίς όνομα; – Τρεις Έλληνες Πανεπιστημιακοί απαντάνε στον κ. Μπαμπινιώτη!

Comentaristas

Γλώσσα χωρίς όνομα; – Τρεις Έλληνες Πανεπιστημιακοί απαντάνε στον κ. Μπαμπινιώτη!

Μπαμπινιώτης: Η διδασκαλία «Μακεδονικής Γλώσσας» έμμεση αποδοχή μειονότητας. «Δεν είναι δυνατόν μια σλαβική, βουλγαροσέρβικη γλώσσα με κυριλλικό αλφάβητο,ψευδώνυμη μακεδονική να έρθουμε εμείς να την εισάγουμε και να την διδάσκουμε στα πανεπιστήμια μας.» λέει ο κος Μπαμπινιώτης. – Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν τα «Μακεδονικά» αποτελούν γλώσσα ή διάλεκτο και το δεύτερο γιατί να ονομάζονται έτσι και όχι αλλιώς. Κατά συντριπτική πλειοψηφία, οι απαντήσεις που δίνονται δεν βασίζονται σε γλωσσολογικά επιχειρήματα και φανερώνουν μια σύγχυση σχετικά με τους όρους ‘γλώσσα’ και ‘διάλεκτος’. Και επειδή η παραπληροφόρηση από μη ειδικούς περισσεύει – γέμισε η Βουλή γλωσσολόγους θα έλεγε κανείς – θεωρήσαμε κρίσιμο να δώσουμε κάποιες απαντήσεις που βασίζονται σε γλωσσολογικά επιστημονικά επιχειρήματα, παρακάμπτοντας μη επιστημονικές προσεγγίσεις, ιδεολογικού ή βιωματικού χαρακτήρα.
Γ. Μπαμπινιώτης: Καίριο λάθος ενδεχόμενη διδασκαλία «μακεδονικής» γλώσσας
Καίριο λάθος χαρακτηρίζει μια ενδεχόμενη απόφαση διδασκαλίας στην Ελλάδα της «μακεδονικής» γλώσσας ο καθηγητής Γλωσσολογίας και πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Μπαμπινιώτης, τονίζοντας ότι λανθασμένη ήταν και η επιλογή της αναγνώρισης της γλώσσας των Σκοπίων ως «μακεδονική».
Το θέμα προέκυψε από αίτημα του σλαβόφωνου  κόμματος «Ουράνιο Τόξο» στη διοίκηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για εισαγωγή «μακεδονικών» στο πρόγραμμα σπουδών του. Ο πρύτανης του ΠΑΜΑΚ απάντησε αρνητικά, ωστόσο ο αρμόδιος υπουργός δεν έχει πάρει οριστική απόφαση.
«Δεν είναι δυνατόν μια σλαβική, βουλγαροσέρβικη γλώσσα με κυριλλικό αλφάβητο, ψευδώνυμη μακεδονική να έρθουμε εμείς να την εισάγουμε και να τη διδάσκουμε στα πανεπιστήμιά μας» δήλωσε ο κ. Μπαμπινιώτης μιλώντας στον ΣΚΑΪ, υπογραμμίζοντας πως μια τέτοια ενέργεια θα ήταν παράλληλα έμμεση αναγνώριση «μακεδονικής μειονότητας».
Ο πρώην πρύτανης, επισημαίνοντας πως ένας μικρός αριθμός κατοίκων στα σύνορα, οι οποίοι είναι Έλληνες πολίτες, κατά βάση μεγαλύτεροι σε ηλικία, και μιλούν ελληνικά, επιλέγουν να χρησιμοποιούν και τα λεγόμενα «σλαβομακεδονικά» δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση πως αποτελούν ή θα μπορούσαν να λογιστούν ως μειονότητα.
«Έχουμε Έλληνες που μιλάνε αρβανίτικα, τσιγγάνικα» είναι μειονότητα; διερωτάται.
Και ο κ. Μπαμπινιώτης προσθέτει: «Στη Συμφωνία των Πρεσπών προβλέπεται ότι δεν υπάρχει μειονότητα, άλλο όμως το τι γράφεται άλλο το τι συμβαίνει», κάνοντας λόγο για επικίνδυνα ψεύδη και για προσοχή που χρειάζεται να δοθεί στο θέμα, εκφράζοντας και την απορία του σχετικά με τη στάση του υπουργού Παιδείας.*
 Γλώσσα χωρίς όνομα;
 
 
Το ονοματολογικό ζήτημα της ΠΓΔΜ στο πλαίσιο της συζήτησης για την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, συμπαρασύρει και το ζήτημα της γλώσσας. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν τα «Μακεδονικά» αποτελούν γλώσσα ή διάλεκτο και το δεύτερο γιατί να ονομάζονται έτσι και όχι αλλιώς. Κατά συντριπτική πλειοψηφία, οι απαντήσεις που δίνονται δεν βασίζονται σε γλωσσολογικά επιχειρήματα και φανερώνουν μια σύγχυση σχετικά με τους όρους ‘γλώσσα’ και ‘διάλεκτος’. Και επειδή η παραπληροφόρηση από μη ειδικούς περισσεύει – γέμισε η Βουλή γλωσσολόγους θα έλεγε κανείς – θεωρήσαμε κρίσιμο να δώσουμε κάποιες απαντήσεις που βασίζονται σε γλωσσολογικά επιστημονικά επιχειρήματα, παρακάμπτοντας μη επιστημονικές προσεγγίσεις, ιδεολογικού ή βιωματικού χαρακτήρα. Καθώς το όνομα της γλώσσας της γειτονικής χώρας είναι ζητούμενο του δημόσιου διαλόγου, στο κείμενο που ακολουθεί το αναφέρουμε ουδέτερα ως Γλώσσα.
1. Η καταγωγή της Γλώσσας
Ανοίγοντας την Εγκυκλοπαίδεια των γλωσσών του Elsevier, διαβάζουμε μεταξύ άλλων τα εξής στο λήμμα/γλώσσα Macedonian (όρο που μεταφράζουμε ως Μακεδονική στο σχετικό χωρίο, Friedman 2006: 356): «Η σύγχρονη μακεδονική γραμματειακή δραστηριότητα θεωρείται ότι άρχισε στις αρχές του 19ου αιώνα, μεταξύ διανοούμενων που ήθελαν να γράφουν στη δική τους σλαβική δημώδη γλώσσα, αντί για την Παλαιοσλαβική (ή Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβική). Προέκυψαν δύο κέντρα Βαλκανικής σλαβικής γραμματείας, ένα εκεί που είναι σήμερα η βορειανατολική Βουλγαρία, κι ένα άλλο στη σημερινή Νοτιοδυτική Μακεδονία [(= ΠΓΔΜ)]. Καθώς και οι δύο πλευρές αποκαλούσαν τη γλωσσική ποικιλία που μιλούσαν βουλγαρική, η διαμάχη που προέκυψε αφορούσε ποια από τις δύο θα αποτελούσε την κοινή (πρότυπη) γλώσσα» (σημειώνουμε ότι ο όρος ‘γλωσσική ποικιλία’ αναφέρεται σε διαφορετικούς τρόπους ομιλίας, χωρίς να παίρνει κανείς θέση για το αν πρόκειται για διαφορετικές γλώσσες ή διαλέκτους). «Έτσι η κοινή (επίσημη) βουλγαρική στηρίχτηκε στη βορειοανατολική ποικιλία. Οι προσπάθειες για τη διαμόρφωση μιας ξεχωριστής λόγιας γλώσσας στην περιοχή της ΠΓΔΜ («Νοτιοδυτική Μακεδονία» στο σχετικό λήμμα) συνεχίστηκαν, με πρώτη αναφορά «μιας ξεχωριστής μακεδονικής γλωσσικής ταυτότητας» από τον Gjorgji Pulevski το 1875. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ο ίδιος ονόμαζε την γλώσσα του γενικά (αλλά όχι αποκλειστικά) «Μακεδονικά», και βασιζόμενος στην ποικιλία από τον τόπο καταγωγής του, την διαφοροποίησε τόσο από την βουλγαρική όσο και από την σερβική, μολονότι ο ίδιος φαίνεται να θεωρούσε τον εαυτό του άλλοτε Μακεδόνα, άλλοτε Σέρβο και άλλοτε Βούλγαρο.
Συνεχίζοντας από το λήμμα του Friedman (2006: 357) στην Εγκυκλοπαίδεια: «Το πρώτο συγκροτημένο σχέδιο για μια επίσημη μακεδονική γλώσσα δημοσιεύτηκε από τον Krste Misirkov το 1903» (στο βιβλίο Μακεδονικά Θέματα). «Μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, η μακεδονική αντιμετωπίστηκε ως διάλεκτος της σερβικής στη Σερβία και της βουλγαρικής στη Βουλγαρία, ενώ καταπιέστηκε ανελέητα στην Ελλάδα …. Στις 2 Αυγούστου του 1944 η Μακεδονική έγινε η επίσημη γλώσσα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Η Βουλγαρία αναγνώρισε τη μακεδονική γλώσσα και τη δική της μακεδονική μειονότητα από το 1946 έως το 1948, ενώ από το 1948 έως το 1960 κάποιοι Βούλγαροι γλωσσολόγοι συνέχισαν να την αναγνωρίζουν ως ξεχωριστή σλαβική γλώσσα». Η αναγνώριση της ως γλώσσας από τη Βουλγαρία έγινε μόλις το 1999, ενώ είχε ήδη αναγνωρισθεί η χώρα από το 1991. Ας σημειωθεί ότι σε ολόκληρη τη διεθνή γλωσσολογική βιβλιογραφία, ο όρος ‘Macedonian’ αποτελεί τον μοναδικό τρόπο αναφοράς στην γλώσσα της ΠΓΔΜ.
2. Είναι η Γλώσσα διάλεκτος της βουλγαρικής;
Από τα παραπάνω προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η Γλώσσα είναι πολύ κοντινή με τη βουλγαρική. Αυτό όμως δεν την κάνει βουλγαρική γιατί, αν και είναι κοντινή, σε καμία περίπτωση δεν είναι ίδια. Άρα, η Γλώσσα σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με την βουλγαρική, όπως επίσης ακούστηκε αυτές τις ημέρες στη Βουλή. Μοιραία έχει δεχτεί ισχυρές επιρροές και από τη σερβική, και γενικότερα υπάρχει μία συνέχεια μεταξύ των τριών γλωσσών, γεγονός καθόλου ασυνήθιστο για γλώσσες με κοινή καταγωγή και γεωγραφική γειτνίαση (όπως συμβαίνει λ.χ., στην περίπτωση των Σκανδιναβικών γλωσσών, όπου η δανέζικη, η σουηδική και η νορβηγική αποτελούν στην πραγματικότητα τους τρεις πόλους ενός γλωσσικού συνεχούς). Είναι ενδεικτικό ότι στην απογραφή του Ελληνικού κράτους το 1928 υπήρχε σαφής διαφοροποίηση ανάμεσα στους πληθυσμούς που μιλούσαν την ‘βουλγαρική’ και σε αυτούς που μιλούσαν την ‘μακεδονοσλαβική’, με τους πρώτους να περιορίζονται κυρίως στους Πομάκους της Θράκης και τους δεύτερους στους Σλαβόφωνους της Μακεδονίας.
Μήπως όμως η Γλώσσα είναι διάλεκτος της βουλγαρικής; Πρώτα απ’ όλα, σύμφωνα με την ιστορία της, έτσι όπως παρουσιάστηκε πιο πάνω, βλέπουμε ότι δεν προέρχεται από τη βουλγαρική: τόσο η Γλώσσα, όσο και η βουλγαρική είναι σύγχρονες εκδοχές της Παλαιάς Εκκλησιαστικής Σλαβικής, όπως αυτή μιλήθηκε σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές (με τον ίδιο τρόπο που η σύγχρονη ιταλική, η ισπανική, η γαλλική ή η ρουμανική είναι διαφοροποιημένες εκδοχές της Λατινικής όπως αυτή μιλήθηκε σε διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης).
Πέρα από τα ιστορικά / διαχρονικά κριτήρια, σπουδαιότερα από γλωσσολογική άποψη για την επισήμανση των διαλέκτων είναι τα συγχρονικά κριτήρια. Ένα απλό εργαλείο για να διαπιστώσουμε κατά πόσο δύο γλωσσικές ποικιλίες αποτελούν διαλέκτους της ίδιας γλώσσας ή δύο διαφορετικές γλώσσες είναι η αμοιβαία κατανοησιμότητα: δηλαδή, αν οι ομιλητές των δύο ποικιλιών μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ανάμεσα στην βουλγαρική και την Γλώσσα υπάρχει μερική κατανοησιμότητα, χωρίς να είναι σαφές σε ποιο βαθμό φτάνει.
Ωστόσο, αυτό δεν είναι το κρισιμότερο θέμα, καθώς, όπως διδάσκεται ακόμη και σε εισαγωγικά μαθήματα γλωσσολογίας, το επικοινωνιακό κριτήριο είναι τελικά δευτερεύον σε σύγκριση με το κοινωνικο-πολιτικό. Έτσι, παρότι τα σουηδικά και τα νορβηγικά είναι αμοιβαία κατανοητά λόγω της πολιτικής τους ένωσης για έναν αιώνα αλλά και της γειτνίασης και επαφής μεταξύ των ομιλητών τους, θεωρούνται διαφορετικές γλώσσες και όχι διάλεκτοι, επειδή αποτελούν τις επίσημες γλωσσικές ποικιλίες που αντιστοιχούν σε διαφορετικές κρατικές οντότητες (βλ. για παράδειγμα, VikØr 2000). Υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα στον κόσμο αμοιβαία κατανοητών γλωσσικών ποικιλιών που θεωρούνται διαφορετικές γλώσσες, επειδή ακριβώς μιλιούνται σε διαφορετικά εθνικά κράτη, αλλά και το αντίθετο, δηλαδή μη κατανοητές ποικιλίες που θεωρούνται διάλεκτοι μίας γλώσσας (βλ. διαλέκτους της Κίνας αλλά ενδεχομένως και τις διαλέκτους της Νότιας Ιταλίας σε αντιδιαστολή με αυτές της Βόρειας). Αυτό μας δείχνει ότι η διάκριση γλώσσας/διαλέκτου είναι ουσιαστικά πολιτικοκοινωνική, και η απόφαση σχετικά με το ποια γλωσσική ποικιλία θεωρείται γλώσσα και ποια διάλεκτος είναι τελικά πολιτική. Μην ξεχνάμε και το διάσημο γλωσσολογικό ρητό «Γλώσσα είναι μία διάλεκτος με στρατό και ναυτικό».
Το αν λοιπόν η Γλώσσα είναι διάλεκτος της βουλγαρικής είναι ουσιαστικά ψευτοδίλημμα που δεν βοηθάει σε τίποτα και δεν εδραιώνει τίποτα. Αλλά ακόμη κι έτσι να μην ήταν, προκύπτει από τα προηγούμενα ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να θεωρούμε τη Γλώσσα ως διάλεκτο της βουλγαρικής και όχι τη βουλγαρική ως διάλεκτο της Γλώσσας.
3. Πώς πρέπει να λέγεται η Γλώσσα;
Το κύριο ερώτημα που απασχολεί τον δημόσιο διάλογο είναι πώς πρέπει να ονομάζεται η Γλώσσα παρότι, όπως έχουμε δει πιο πριν, εδώ και δεκαετίες τώρα, το όνομά της είναι Macedonian/македонски, που στα Ελληνικά μεταφράζεται ως ‘Μακεδονική’. Έχουν ακουστεί και προταθεί διάφορες ονομασίες από την ελληνική πλευρά, όπως:
Α) Σερβοβουλγαρική: Με την ίδια λογική θα έπρεπε η καταλανική να αποκαλείται ισπανογαλλική (μιας κι έχει στοιχεία από αυτές τις δύο γλώσσες) – αλλά ακόμη και η πορτογαλική, για τους ίδιους λόγους.
Β) Σλάβικη: Αν ναι, θα έπρεπε να λέγεται έτσι και η ρωσική, η πολωνική, και η σερβική, η κροατική και η Βουλγάρικη – αφού όλες είναι σλάβικες γλώσσες. Αλλά τότε πώς θα τις ξεχωρίζαμε;
Γ) Σλαβομακεδονική: Θα μπορούσε, αν θέλαμε να την διακρίνουμε από μία άλλη ελληνομακεδονική γλώσσα ή διάλεκτο, που μιλήθηκε ή μιλιέται στην Ελλάδα (είναι ενδεικτικό ότι ως Σλαβομακεδονική έχει αποδοθεί στα Ελληνικά ο όρος Macedonian στο ευρέως χρησιμοποιούμενο πανεπιστημιακό βιβλίο: Fromkin, V., R. Rodman & N. Hyams. Εισαγωγή στη μελέτη της Γλώσσας. 2005. Πατάκης. Επιμέλεια Γ. Ξυδόπουλος. (Πρωτότυπος τίτλος: An Introduction to language, 7th edition). Υπάρχει όμως τέτοια γλώσσα ή διάλεκτος; Είναι γνωστό ότι δεν αναφέρεται από τους διαλεκτολόγους της ελληνικής ‘μακεδονική’ διάλεκτος. Στη σχετική βιβλιογραφία θα βρει κανείς ενότητες για την Κυπριακή διάλεκτο, την Κρητική διάλεκτο, την Δωδεκανησιακή, της Χίου, των Κυκλάδων, των Επτανήσων, της Πελοποννήσου, αλλά όχι για Μακεδονική, καθώς οι περισσότερες ποικιλίες αυτής της περιοχής εντάσσονται στην κατηγορία ‘Διάλεκτοι της βόρειας Ελλάδας’ γιατί οι επιμέρους διαφορές τους δεν δικαιολογούν την περαιτέρω διαφοροποίησή τους, τουλάχιστον σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα.
Ως προς την ιστορική διάσταση του όρου, τα τελευταία 30 χρόνια υποστηρίχτηκε με αρκετή επιτυχία από τους ιστορικούς γλωσσολόγους ότι, παρότι ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος χρησιμοποιούσαν την Αττική διάλεκτο στις επίσημες σχέσεις τους και στις σχέσεις τους με την υπόλοιπη Ελλάδα, υπάρχει μικρός αριθμός επιγραφών σε μία δωρική διάλεκτο της περιοχής (π.χ., ο εντυπωσιακός κατάδεσμος της Πέλλας), αλλά και πιθανό ‘υπόστρωμα’ αυτής της δωρικής διαλέκτου σε κάποιες επιγραφές (Γιαννάκης 2012). Αν και λιγοστά λοιπόν, υπάρχουν ιστορικά στοιχεία για αρχαία μακεδονική ως μία ακόμη διάλεκτο της αρχαίας ελληνικής. Όμως, όπως είναι ευρύτατα γνωστό, όλες οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι εξαφανίστηκαν με εξαίρεση την εξέλιξη της αττικής διαλέκτου, δηλαδή την Ελληνιστική Κοινή, από την οποία προήλθαν όλες οι μεσαιωνικές και νεοελληνικές διάλεκτοι (με πιθανή εξαίρεση την Τσακωνική). Προκύπτει λοιπόν ότι, αποκαλώντας ‘μακεδονική’ τη γειτονική γλώσσα, είναι πολύ μικρές οι πιθανότητες να την μπερδέψει κάποιος με κάποια ζωντανή ή νεκρή ελληνική διάλεκτο – και βέβαια σε καμία περίπτωση ο γλωσσολόγος.
Επιπλέον, οι γεωγραφικοί προσδιορισμοί (π.χ. ‘βόρεια μακεδονική’) συνήθως χρησιμοποιούνται για την διαφοροποίηση μεταξύ διαλέκτων της ίδιας γλώσσας. Μία τέτοια ονομασία θα υπονοούσε ότι υπάρχει και νότια μακεδονική ως ξεχωριστή διάλεκτος της μακεδονικής, γεγονός που θα δημιουργούσε θέμα ξεχωριστής σλαβικής διαλέκτου στην Ελλάδα. Αυτό ακριβώς όμως δεν προσπάθησε το ελληνικό κράτος με ακραίες και ιδιαίτερα οδυνηρές μεθόδους (και σε μεγάλο βαθμό πέτυχε) να εξαλείψει;
Υπάρχουν πολλές πτυχές σε αυτό το ζήτημα που δεν μπορούν να καλυφθούν εδώ. Ένα όμως είναι βέβαιο: αν θέλουμε να χρησιμοποιούμε γλωσσολογικά επιχειρήματα, θα πρέπει να γνωρίζουμε και γλωσσολογικές έννοιες. Και η γλωσσολογία, ως επιστήμη, αγαπάει περισσότερο και από την πολιτική τα πραγματικά δεδομένα: την αλήθεια.**
Θοδωρής Μαρκόπουλος, Πανεπιστήμιο Πατρών
 
Άννα Ρούσσου, Πανεπιστήμιο Πατρών
 
Αρχόντω Τερζή, ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας
Βιβλιογραφικές αναφορές
Γιαννάκης, Γ. 2012. (επιμ.). Αρχαία Μακεδονία: Γλώσσα, Ιστορία και Πολιτισμός. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Friedman, V. A. 2006. Macedonian. Στο K. Brown (Editor-in-Chief) Encyclopedia of Language & Linguistics, Second Edition, volume 7: 356-358. Oxford: Elsevier.
VikØr, L. 2000. Northern Europe: Languages as prime markers of ethnic and national identity. Στο S. Barbour & C. Carmichael (επιμ.) Language and Nationalism in Europe. Oxford: Oxford University Press.
Πηγές : 

EHF comments on EU ethical guidelines for artificial intelligence

Posted on the 05/02/19

 

 

 

Following an online consultation organised by the European Commission’s High-Level Expert Group on Artificial Intelligence (HLEG AI), we submitted our humanist contribution to the on-going debate on the European ethical guidelines that should accompany the development of this technology (or rather these technologies) that carry both tremendous potential but also very serious threats.

In brief, we welcomed the work done by the HLEG AI, which identified many areas of concern and sometimes brought interesting proposals to address them. We however also expressed our worries about quite a few issues that the group seems not to have tackled properly.

Quick access: read the draft guidelines or our response to the consultation.

Explainability as a key element of user empowerment: the document considers that users have to receive sufficient information on an AI application so as to give informed consent about the way it functions. We argue that the relationship between the user and the provider should be bidirectional and continuous, in order to empower the user and better inform the provider. In this domain, a lot still has to be done.

No evidence provided on certain claims: the document claims without any proof that the benefits of AI largely outweigh its potential threats. We argue that the understandable race to reap the economic benefits of this technology should not result in a lack of methodology, especially when the matter at hand is to draft ethical guidelines.

As any technology, AI has to be subject to societal control: recognizing the threats, the document attempts to address them in advance, mostly at design stage. We do agree with this approach, we however also argue that given the nature and pervasiveness of AI technologies and the necessarily unknown future developments, this has to be complemented with strong control mechanisms, including by allowing quick and easy compensation when citizens are harmed.

No consensus on key threats: the document contains an entire chapter on critical threats. These include identification without consentcovert AI systemsmass citizen scoring and lethal autonomous weapon systems. It is however exactly this chapter which seems to be controversial within the HLEG AI. We sincerely hope that the presence of many actors having strong economic incentives in the domain of AI will not undermine the comprehensiveness of the ethical guidelines.

Avoid reproducing or reinforcing discrimination: we highlighted another threat: the risk that algorithms based on machine learning reinforce discrimination. This can happen both intentionally and unintentionally, either because the data used to train the algorithm contains discriminative tendencies present in society or when a moral dimension is missed in decision that was identified as yielding better results from a quantitative perspective. The document identified the issue but seemed to assume that a simple cleaning of data sets would address all issues.

Make sure third party interests do not prevail: In areas that are particularly sensitive, such as healthcare, we should be able to guarantee that decisions put forward by AI systems are solely based on the patient’s interests and not on the commercial interests of third party providers (e.g. health insurances). This becomes all the more important when it comes to the freedom to die in dignity. The patient’s perspective should always prevail and it should be possible to discard an AI decision or recommendation when it poses a threat to the patient’s health or dignity.

Much more stress on education: citizens must be aware of the functioning, the problems and the risks related to artificial intelligence. This implies that school curricula should raise their awareness about the reality of algorithms and promote genuine education in terms of values, citizenship and critical thinking. Beyond school, public authorities must develop awareness programs on these issues and foster public debate on artificial intelligence in general. This should be a priority of EU policies in the domain of AI.

OUR MAIN PROPOSAL: A EUROPEAN OBSERVATORY FOR ARTIFICIAL INTELLIGENCE.

In order to properly address already identified and yet unknown concerns related to AI, we propose the creation of a European Observatory for Artificial Intelligence. This EU body would accompany user acceptance, boost public debate and implement societal control over the risks related to AI.

Such an EU Observatory would benefit society as a whole:

  • citizens would become real actors of the development of AI and would be able to provide systematic societal feedback while being guaranteed efficient redress in case they are harmed,
  • developers would benefit from society’s feedback and identify new threats or risks, find solutions that truly boost societal acceptance and improve their services as a whole,
  • policy makers would be able to better identify when and where government intervention is needed and select the best policy responses.

In general, systematic and continuous societal oversight would allow making sure that EU level debate will be continuous and that the final version of the ethical guidelines will not be used as a baseline to consider whether a specific AI application is deemed ethical by European standards – whether it is “trustworthy AI, made in Europe”, as the document puts it.

In any case – whether these are codes of conduct, standardization or regulation – responses to the exposed issues have to be carried out at European level. This would make it make it possible to leverage the weight of the Single Market and impose a set of high ethical standards at global scale.

Background

Artificial Intelligence plays a growing role in our daily lives and socio-economic systems, the race for innovation on a global scale has already begun, and many countries and companies are heavily investing in this sector of huge economic and strategic potential. Sensing this trend, the European Commission published in April 2018 a Communication on Artificial Intelligence for Europe in which it proposes:

  • to boost Europe’s competitiveness and investment in this field;
  • to prepare citizens and businesses for the socio-economic changes related to AI;
  • to ensure the development of an appropriate ethical and legal framework.

To this end, the European Commission set up a High-Level Expert Group on Artificial Intelligence and tasked it elaborate recommendations on future-related policy development and on ethical, legal and societal issues related to AI, including socio-economic challenges. Concretely, the group will publish two deliverables in the first half of 2019: ethical guidelines and policy recommendations.

Last week, was the deadline to comment on the draft version of its ethics guidelines for “trustworthy” AI. You will find our contribution here.