Νίκος Κ. Αλιβιζάτος: Ιδιωτική ζωή και δημόσια εικόνα των πολιτικών

Η Καθημερινή

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος: Ιδιωτική ζωή και δημόσια εικόνα των πολιτικών

ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ*

 

«Νομικά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει εδώ και χρόνια διαμορφώσει τον “χρυσό κανόνα”: Η ιδιωτική ζωή των πολιτικών προστατεύεται, όχι όμως στον ίδιο βαθμό με την ιδιωτική ζωή του κοινού πολίτη. Γιατί, στη δημοκρατία, είναι δικαίωμα του καθενός να ξέρει καλύτερα ποιοι είναι αυτοί που τον κυβερνούν».

Είναι σωστό, εν μέσω προεκλογικής περιόδου, να μη συζητούνται τα «βασικά» αλλά η πολιτική αντιπαράθεση να επικεντρώνεται στην ιδιωτική ζωή των αντιμαχομένων; Και αν ναι, μήπως  αυτό δεν ταιριάζει στο επίπεδο μιας χώρας που θέλει να λέγεται συνταγματικά πολιτισμένη;

Θα απαντήσω σε αυτό το  ερώτημα, με αφορμή τη δημοσίευση της γνωστής φωτογραφίας του πρωθυπουργού σε πολυτελή θαλαμηγό συνεργάτιδός του. Πιο ειδικά, θα προσπαθήσω να δείξω γιατί η αποκάλυψη αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι μόνον επιτρεπόταν, αλλά και επιβαλλόταν για την ειλικρίνεια του δημόσιου διαλόγου. Και γιατί θα ήταν αδιανόητο η προβολή του περιστατικού αυτού να χαρακτηρισθεί «χτύπημα κάτω από τη μέση», σε οποιαδήποτε συνταγματικά ώριμη χώρα.

Νομικά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει εδώ και χρόνια διαμορφώσει τον «χρυσό κανόνα»: Η ιδιωτική ζωή των πολιτικών προστατεύεται, όχι όμως στον ίδιο βαθμό με την ιδιωτική ζωή του κοινού πολίτη. Γιατί, στη δημοκρατία, είναι δικαίωμα του καθενός να ξέρει καλύτερα ποιοι είναι αυτοί που τον κυβερνούν.

Ακόμη και με χρήση «κρυφής κάμερας;», θα ρωτούσε κάποιος. Η απάντηση είναι ναι, αρκεί η συγκεκριμένη αποκάλυψη να μη φτάνει έως το σημείο να δημοσιοποιεί απόκρυφες στιγμές του πολιτικού, που τον σεβασμό τους μπορεί να αξιώσει κάθε πολίτης: η κρεβατοκάμαρα ενός πολιτικού προστατεύεται το ίδιο με την κρεβατοκάμαρα του καθενός.  Έτσι, ο ήχος και η εικόνα από ένα ιδιωτικό δείπνο που παρέθεσε μεγαλοπρομηθευτής του Δημοσίου σε υπουργό ενόσω διεξαγόταν διαγωνισμός στον οποίο ήταν υποψήφιος, θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν χωρίς πρόβλημα, μολονότι η λήψη τους είχε γίνει με παράνομο τρόπο. Δεν θα συνέβαινε, όμως, το ίδιο αν επρόκειτο για τυχαία ερωτική συνεύρεση του ίδιου υπουργού (εκτός βεβαίως αν αυτός ήταν παντρεμένος και είχε οικοδομήσει τη δημόσια εικόνα του στις αξίες της παραδοσιακής οικογένειας και της συζυγικής πίστης).

Φτάνουμε έτσι στον πυρήνα του προβλήματος. Δικαιολογεί άραγε η απλή περιέργεια κάθε αποκάλυψη εφόσον γίνεται εντός των θεμιτών ορίων; Ή μήπως πρέπει να συντρέχει και κάποιος επιπλέον λόγος;

Μια πρώτη απάντηση έχει δώσει και εδώ το Δικαστήριο του Στρασβούργου: Αν πρόκειται για «θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος», η αποκάλυψη είναι θεμιτή. Τέτοιο είναι η υγεία των πολιτικών. Έτσι, στην υπόθεση Plon κατά Γαλλίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η μετά θάνατον δημοσιοποίηση της μακράς ασθένειας του προέδρου Μιτεράν από τον προσωπικό ιατρό του ήταν δικαιολογημένη και καταδίκασε τη Γαλλία. Το ερώτημα, βέβαια, είναι ποια θεωρούνται κάθε φορά θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος;

Μια δεύτερη απάντηση στο ίδιο ερώτημα δίνει το κριτήριο της «άσκησης των καθηκόντων». Ειδικά για τους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς, έχει κριθεί ότι η χρήση «κοριού» ή ακόμη και κρυφής κάμερας για την αποκάλυψη χρηματισμού ή αθέμιτου επηρεασμού είναι θεμιτή για τη θεμελίωση πειθαρχικής και ποινικής κατηγορίας (ΑΠ 1317/2001, βούλευμα). Αρκεί, όμως, να μην έχει παραβιασθεί ο πυρήνας της ιδιωτικότητας, όπως στην περίπτωση δημάρχου επαρχιακής πόλης, που είχε καθαιρεθεί προ ετών, μετά την προβολή βίντεο στο οποίο, ημίγυμνος, υποσχόταν σε κυρία ότι θα τη διορίσει αν υπέκυπτε στις άσεμνες προτάσεις του (ΣτΕ  3922/2005). Όμως, τι περιλαμβάνει επακριβώς η άσκηση των καθηκόντων, ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για ασφαλές κριτήριο;

Ενόψει της ρευστότητας των ανωτέρω δύο κριτηρίων, είχα την ευκαιρία, σε «ανύποπτο» χρόνο, να προτείνω ένα τρίτο, εφαρμοστέο ιδίως στους πολιτικούς: Για το επιτρεπτό ή μη της αποκάλυψης, να λαμβάνεται υπόψη η αντινομία –η κραυγαλέα αντινομία– ανάμεσα στον δημόσιο λόγο τους και στην ιδιωτική συμπεριφορά τους. Η προβολή, δηλαδή, από τους πολιτικούς μιας δημόσιας εικόνας αποδεδειγμένα αντίθετης με την αληθινή. Και τούτο, με συνειδητή απόκρυψη σημαντικών πτυχών της ιδιωτικής ζωής τους (περιοδικό ΔιΜΕΕ, 2005, σ. 14 και επ.).

Αρχικά, την άποψη αυτή υιοθέτησε μια σημαντική μειοψηφία στο ΣτΕ, στην πολυσχολιασμένη υπόθεση του λεγόμενου «φρουτάκια»: Τέως βουλευτής Αχαΐας, ο οποίος συνέβαινε να είναι και πρόεδρος της επιτροπής της Βουλής κατά του παράνομου τζόγου, βιντεοσκοπήθηκε  με κρυφή κάμερα να παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια, μέρα μεσημέρι, σε κεντρικό κατάστημα της Πάτρας. Το δικαστήριο θεώρησε τότε ότι το κανάλι είχε παραβιάσει το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής του βουλευτή και επικύρωσε το πρόστιμο που το ΕΣΡ του είχε επιβάλει (ΣτΕ 1213/2010). Αντίθετα, η μειοψηφία που προανέφερα έκρινε ότι ήταν θεμιτή η προβολή του επίμαχου βίντεο. Και τούτο με την ορθή σκέψη ότι είναι δικαίωμα των ΜΜΕ να αποκαλύπτουν, ακόμη με παράνομη λήψη, τη ζωντανή εικόνα των πολιτικών προσώπων, που επιδεικνύουν συμπεριφορά αντίθετη, όπως επί λέξει έκρινε, «ως προς την εικόνα που εκείνα προβάλλουν για τον εαυτό τους». Τελικά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όπου έφτασε ύστερα από χρόνια η υπόθεση, δικαίωσε τη μειοψηφική αυτή γνώμη και καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος πληροφόρησης (υπόθεση Αλφα Δορυφορικής κατά Ελλάδος, 2018).

Για το ζήτημα των ημερών, πέρα από τα ανωτέρω δικαστικά προηγούμενα, έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια σημαντικές μελέτες και στη χώρα μας, που μας βοηθούν να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Εκτός από τη μαχητική αρθρογραφία του αείμνηστου Σταύρου Τσακυράκη, του κατεξοχήν υπερασπιστή της ελευθερίας της έκφρασης, αναφέρομαι ειδικά στις διατριβές δύο νεότερων νομικών, της Χριστίνας Ακριβοπούλου (ΑΠΘ, 2009) και της Χριστίνας Βρεττού (ΕΚΠΑ, 2013).

Μπορούμε συνεπώς να υποστηρίξουμε βάσιμα ότι, με το «κριτήριο της αντινομίας», η αποκάλυψη του περυσινού θαλάσσιου περιπάτου του πρωθυπουργού ήταν νομικά θεμιτή. Διότι, καλώς ή κακώς, στη σύγχρονη Ελλάδα, η πολυτελής θαλαμηγός είναι το κατεξοχήν σύμβολο του πλούτου και των ελίτ, τις οποίες ο κ. Τσίπρας από παλιά καταγγέλλει. Εξακολουθεί μάλιστα να το κάνει τόσο συστηματικά και τόσο διχαστικά, ώστε δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι στη διάκριση των πολλών από τους λίγους και των φτωχών από τους  χλιδάτους στηρίζει και το πολιτικό του μέλλον. Με άλλα λόγια, ο  αντιελιτισμός του κ. Τσίπρα, διανθισμένος μάλιστα με αναφορές σε συγκεκριμένα περιστατικά –συνήθως αναπόδεικτα– για την ιδιωτική ζωή των αντιπάλων του, είναι συστατικό στοιχείο, βασικός πυλώνας, όχι μόνο της ιδεολογίας, αλλά και της πολιτικής του.

Από την άποψη αυτή πιστεύω ότι, εκτός από τη δημοσιογραφική αποκάλυψη, η ανάδειξη του συγκεκριμένου περιστατικού στη Βουλή από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν και πολιτικά δικαιολογημένη. Διότι η συγκάλυψή του από τον κ. Τσίπρα απέβλεπε στην παραπλάνηση των πολιτών, προβάλλοντας μια δημόσια εικόνα που πόρρω απείχε από την αληθινή.

* Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

10/05/2019: Άρθρο “Lifo” με δήλωση Παναγιώτη Δημητρά- “Αποκλειστική συγκλονιστική μαρτυρία από το τελευταίο push-back στον Έβρο”

Lifo

Αποκλειστική συγκλονιστική μαρτυρία από το τελευταίο push-back στον Έβρο

Το χρονικό μιας βίαιης επαναπροώθησης

ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
10.5.2019 | 18:00
Θα πρέπει να αξιοποιηθούν οι μαρτυρίες τους, ώστε να αποκαλυφθεί ποιο είναι αυτό το δίκτυο παρακρατικών που δρα στα ελληνικά σύνορα "κάτω από τη μύτη", ελπίζουμε όχι με την ανοχή, των επίσημων αρχών.
Θα πρέπει να αξιοποιηθούν οι μαρτυρίες τους, ώστε να αποκαλυφθεί ποιο είναι αυτό το δίκτυο παρακρατικών που δρα στα ελληνικά σύνορα “κάτω από τη μύτη”, ελπίζουμε όχι με την ανοχή, των επίσημων αρχών.
Τις τελευταίες ημέρες, το συνεχιζόμενο και υπαρκτό δράμα των push- backs (βίαιες επαναπροωθήσεις στα σύνορα με την Τουρκία) έχει φουντώσει ξανά στο αχανές και σκοτεινό τοπίο του ποταμού Έβρου, εκεί όπου, όπως σταθερά καταγγέλλουν το τελευταίο διάστημα ανθρωπιστικές οργανώσεις, ΜΚΟ και αιτούντες άσυλο, πραγματοποιούνται παράνομες επαναπροωθήσεις από τις ελληνικές αρχές, με την υποψία μάλιστα της συμμετοχής παραστρατιωτικών στοιχείων.
Το τελευταίο σοβαρό περιστατικό συνέβη το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, όταν μια ομάδα 11 Τούρκων προσφύγων, μεταξύ των οποίων και μια έγκυος γυναίκα, κατάφεραν να περάσουν τον Έβρο, για να επαναπροωθηθούν λίγες ώρες αργότερα, σύμφωνα με τις καταγγελίες τους, από Έλληνες αστυνομικούς, στρατιωτικούς και έναν κουκουλοφόρο.
Σύμφωνα με αυτές τις καταγγελίες και την αποκλειστική μαρτυρία των ανθρώπων που υπέστησαν το push-back, τόσο η έγκυος όσο και τα υπόλοιπα μέλη χτυπήθηκαν με ρόπαλα από Έλληνες αστυνομικούς και στρατιωτικούς και επαναπροωθήθηκαν βίαια σε τουρκικό έδαφος.
Το περιστατικό συνέβη στις 21:00 κοντά στο Σουφλί Έβρου. Τα ξημερώματα του Μ. Σαββάτου η ομάδα κατάφερε να διασχίσει ξανά τον ποταμό και να έρθει σε ελληνικό έδαφος.

Το ιστορικό μιας βίαιης επαναπροώθησης

Το Μεγάλο Σάββατο, 26 Απριλίου, ξεκινήσαμε, μέσω WhatsΑpp, να συνομιλούμε με ένα από τα μέλη της ομάδας που είχαν επαναπροωθηθεί και είχαν ξανάρθει στην Ελλάδα. Βασικός συνομιλητής μας ο 33 άχρονος A., Τούρκος πρώην διπλωμάτης που εκδιώχθηκε από τη θέση του στη χώρα του, επειδή είναι γκιουλενιστής. Κατά τη διάρκεια της δραματικής συνομιλίας μας, 11 άτομα, μαζί με αυτόν, κρύβονταν φοβισμένα στις όχθες του ποταμού Έβρου. Ο ίδιος μάς είπε χαρακτηριστικά, έχοντας δίπλα του την έγκυο γυναίκα του:
«Το όνομά μου είναι A. Είμαστε γκιουλενιστές, φοβόμαστε πολύ. Περιμένουμε Έλληνες δικηγόρους, οι οποίοι έχουν ειδοποιήσει το κοντινότερο αστυνομικό τμήμα για να μας καταγράψουν. Κρυβόμασταν όλο το βράδυ, κοντά 13 ώρες, πίσω από θάμνους, στην τουρκική πλευρά. Τώρα βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο» κατέληξε και μας έστειλε μια φωτογραφία με την τοποθεσία τους στον χάρτη.
Την ίδια ώρα που εμείς μιλούσαμε με τον A., διάφορα μέλη της ομάδας καλούσαν δημοσιογράφους, Έλληνες, Τούρκους αλλά και Ευρωπαίους, και παράλληλα δικηγόρους, για να πετύχουν το αυτονόητο-νόμιμο, δηλαδή την κατάγραφή τους.
Όντως, ευτυχώς για τους ίδιους, μερικές ώρες αργότερα, ο A. και όλοι όσοι ήταν μαζί του οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Σουφλίου. Η LiFO έχει στη διάθεσή της όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα της ελληνικής πολιτείας από τη σύλληψη και την καταγραφή τους στο εν λόγω τμήμα, από το οποίο αφέθηκαν ελεύθεροι 3 ημέρες μετά. Αμέσως μετά την απελεύθερώσή τους, τηλεφώνησαν και ζήτησαν να αναλάβουν την υπόθεσή τους οι δικηγόροι Θοδωρής και Αντώνης Καραγιάννης, για τους οποίους έμαθαν ότι είναι έμπειροι σε θέματα ποινικού-προσφυγικού δικαίου.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που δόθηκαν στο γραφείο τους στη Θεσσαλονίκη, οι 4 εκ των 11 (ανάμεσά τους και ένας ανήλικος) περιγράφουν λεπτομερώς τη διαδικασία της επαναπροώθησης. Πρόκειται για τους: Yasin O., Mikail E. (τα πλήρη στοιχεία τους είναι στη διάθεση της εφημερίδας).
«Διασχίσαμε το ποτάμι στις 26 Απριλίου, γύρω στις 16:00. Ήμασταν 11 άτομα, 8 ενήλικες και 3 μικρά παιδιά κάτω των 9 ετών. Ανάμεσα στους ενήλικες ήταν και μια έγκυος γυναίκα (8 μηνών) και μια ηλικιωμένη με κινητικό πρόβλημα που κινείται με πατερίτσες, μαζί με τα δύο της παιδιά.
Όταν μας επιτέθηκαν, οι 4 εξ αυτών φορούσαν αστυνομική στολή (ανάμεσά τους υπήρχε και μία γυναίκα) και οι άλλοι 4 φορούσαν στολές παραλλαγής . Ένας από αυτούς, μάλιστα, φορούσε και μάσκα που κάλυπτε ολόκληρο το πρόσωπο. Εμείς φύγαμε από την Τουρκία λόγω του καθεστώτος του Ερντογάν. Είμαστε αντιφρονούντες και αντιμετωπίζουμε διώξεις.
Στις 26 Απριλίου, λοιπόν, περάσαμε το ποτάμι, γύρω στις 16:00. Πήγαμε κατευθείαν στο κοντινότερο χωριό, που το λένε Λαγυνά – ήμασταν πολύ διψασμένοι. Μετά την είσοδό μας στο χωριό, ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας με δύο αστυνομικούς –η μία ήταν γυναίκα– σταμάτησε. Γρήγορα μας πήγαν σε άλλο μέρος –μας μετακίνησαν–, όπου δεν υπήρχε κανείς.
Ο άντρας αστυνομικός άρχισε να μας συμπεριφέρεται πολύ άσχημα. Η γυναίκα αστυνομικός ζητησε τις ταυτότητές μας και τις κράτησε. Επίσης, μας πήραν όλες τις ψηφιακές συσκευές και τις έβαλαν σε μια πλαστική σακούλα. Τούρκος φοιτητής που προσπαθούσε να περάσει στην Ελλάδα πνίγηκε στον Έβρο 10.4.2019 Τούρκος φοιτητής που προσπαθούσε να περάσει στην Ελλάδα πνίγηκε στον Έβρο
Λίγη ώρα μετά ένα κλειστό mini bus μάρκας Peugeot έφτασε κοντά μας. Μας έβαλαν μέσα – ήταν γεμάτο σκουπίδια. Έπειτα από μερικά λεπτά φτάσαμε στις όχθες του ποταμού Έβρου. Όταν άνοιξαν οι πόρτες του mini bus ήρθαμε αντιμέτωποι με στρατιώτες και αστυνομικούς . Ήταν πολύ τρομαχτικό. Αρχίσαμε να τους λέμε ότι θέλουμε απλώς να συμπληρώσουμε την αίτηση για άσυλο και ότι είμαστε θύματα του καθεστώτος Ερντογάν. Ένας στρατιωτικός που μιλούσε τουρκικά μάς απάντησε στη γλώσσα μας: “Θα απορρίψουμε κάθε σας αίτημα και θα σας στείλουμε πίσω όλους”. Τότε άρχισαν να μας σπρώχνουν μέσα σε μια βάρκα στο ποτάμι. Τους είπαμε: “Αν μας στείλετε πίσω, θα αντιμετωπίσουμε πολύ βαριά τιμωρία και βασανιστήρια και παράνομο εγκλεισμό στη φυλακή”. Σε αυτό το σημείο άρχισαν να μας χτυπούν με ξύλινα ρόπαλα.
Ένα από τα ρόπαλα έσπασε πάνω μας, καθώς μας χτυπούσαν. Τα ίδια ρόπαλα είδαμε μερικές ώρες αργότερα στο αστυνομικό τμήμα στο Σουφλί, όταν έγινε η κράτησή μας. Την ώρα που μας χτυπούσαν έσερναν και την ηλικιωμένη γυναίκα, μας κλοτσούσαν και μας έσπρωχναν προς το ποτάμι. Το γόνατο ενός από την ομάδα έπαθε αναστροφή –ακόμα δεν μπορεί να περπατήσει καλά–, ενώ έσερναν βίαια και την έγκυο, παρά τις εκκλήσεις μας να μην της συμπεριφέρονται έτσι.
Τα παιδιά έκλαιγαν και ρωτούσαν: “Θα μας σκοτώσουν;”. Μετά από όλες αυτές τις βιαιότητες μας έβαλαν στη βάρκα και μας έσπρωξαν μέσα στο ποτάμι. Όλα τα κινητά μας τηλέφωνα πετάχτηκαν στο νερό από έναν μασκοφορεμένο στρατιώτη. Αφού μας έσπρωξαν, έφυγαν. Το πρώτο που κάναμε ήταν να ψάξουμε τα κινητά μας, για να δούμε αν έχουν καθόλου σύνδεση. Τα βρήκαμε, και ευτυχώς για εμάς ένα δούλευε ακόμα. Ήταν πολύ σκοτεινά όταν ξαναβγήκαμε στην τουρκική όχθη. Έκανε κρύο, οι περισσότεροι ήμασταν μούσκεμα και χωρίς φαγητό.
Είχαμε μόνο ένα μπουκάλι με γάλα, 200 ml, και όλοι μας, και οι 11, το μοιραστήκαμε. Επειδή δεν ήταν αρκετό, αναγκαστήκαμε να πιούμε από το βρόμικο νερό του ποταμού. Όλη τη νύχτα τα παιδιά κρύωναν και όλοι μαζί φοβόμασταν ότι η αστυνομία θα επέστρεφε. Το πιο μεγάλο μας άγχος ήταν αν θα μας έβρισκαν οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Το πρωί διασχίσαμε ξανά το ποτάμι και περιμέναμε πολλές πολλές ώρες στην ελληνική πλευρά του ποταμού. Ένας φίλος μας από την ομάδα κάλεσε έναν Τούρκο δημοσιογράφο κι άρχισε να διαδίδεται η κατάστασή μας. Μετά από αυτό, δύο αυτοκίνητα της αστυνομίας ήρθαν και μας μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα Σουφλίου, όπου και έγινε η κράτησή μας.
Αυτοί οι νέοι αστυνομικοί στο Σουφλί ήταν ευγενικοί μαζί μας. Τη δεύτερη ημέρα που βρισκόμασταν στο κελί μάς επισκέφτηκε ένας συνήγορος, αλλά μερικοί υπεύθυνοι μας συμβούλεψαν να μη μιλήσουμε μαζί του. Επειδή φοβόμασταν μη μας ξαναπροώθησουν πίσω, κάναμε ό,τι μας είπαν και δεν του μιλήσαμε. Την τελευταία ημέρα της κράτησης στο κελί ήρθε κι ένα μέλος των Ηνωμένων Εθνών και μας μίλησε.
Του είπαμε να μας περιμένει έξω για να τα πούμε. Εν τω μεταξύ, εκεί, στο αστυνομικό τμήμα Σουφλίου, είδαμε τον στρατιωτικό που μιλούσε τουρκικά και μας είχε απειλήσει και χτυπήσει στο ποτάμι. Τον υποδείξαμε στον άνθρωπο των Ηνωμένων Εθνών, με τον οποίο μιλήσαμε αμέσως μετά την απελεύθερωσή μας.
Επιπρόσθετα, στο αστυνομικό τμήμα στο Σουφλί είδαμε πολλά ξύλινα ρόπαλα και στρατιωτικές στολές παραλλαγής σε ένα δωμάτιο. Ήταν σαν αυτά που η στρατιωτική ομάδα είχε χρησιμοποιήσει εναντίον μας, όταν μας έσπρωχναν στο ποτάμι.
Ακόμα και τόσες ημέρες μετά παραμένουμε αγχωμένοι με το θέμα της ασφάλειάς μας και τα παιδιά έχουν καθημερινά εφιάλτες.
Από τη στιγμή που δεν έχουμε άσυλο, δεν μπορούμε να πάμε στο νοσοκομείο και να ζητήσουμε ιατρική αναφορά για τις βιαιοπραγίες. Οι φωτογραφίες με τα σημάδια μας, είναι τραβηγμένες 6 μέρες μετά το περιστατικό».

Τι λένε στo Lifo.gr οι δικηγόροι 4 εκ των Τούρκων, Αντώνης και Θοδωρής Καραγιάννης

«Όσα οι εντολείς μας με πολύ φόβο μας εκμυστηρεύτηκαν, και αφού τους εξηγήσαμε ότι στην Ελλάδα ο Τύπος και η Δικαιοσύνη είναι τελείως ανεξάρτητα, αποτελούν μια ακόμα σαφή ένδειξη ότι οι παράνομες επαναπροωθήσεις-“pushbacks” αποτελούν τακτική κάποιων προσώπων που χαρακτηρίζει δυσμενώς τη χώρα μας διεθνώς. Τακτική που αν, όπως αναφέρουν οι μαρτυρίες, τελείται από Έλληνες αστυνομικούς ή με την ανοχή (παράλειψη δράσης) αυτών αποκτά ακόμα χειρότερη μορφή.
Οι παράνομες επαναπροωθήσεις όμως δεν αποτελούν μόνο σαφή και απροκάλυπτη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων που η χώρα μας έχει υπογράψει.
Όπως αντιλαμβάνεται κάποιος από την απλή ανάγνωση των περιγραφόμενων περιστατικών, στις συγκεκριμένες ενέργειες ενυπάρχει συρροή ποινικών αδικημάτων κακουργηματικής και πλημμεληματικής μορφής, που τελούνται μάλιστα από δημοσίους υπαλλήλους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Υπάλληλοι, δηλαδή, οι οποίοι έχουν σαφές, συνταγματικά και νομικά, κατοχυρωμένο δικαίωμα να αρνηθούν την τέλεση αυτών, ακόμα κι αν αποτελούσαν διαταγή ανωτέρου.
Ανεξάρτητα από την πολιτική άποψη που έχει κάθε Έλληνας πολίτης για την προσφυγική κρίση, σίγουρα δεν τιμάει κανέναν η καθολική και βίαιη παραβίαση των διεθνών συμβάσεων και η τέλεση ποινικών αδικημάτων στα όρια της ελληνικής επικράτειας. Η παραβίαση των νόμιμων διαδικασιών καταγραφής και της νόμιμης επαναπροώθησης, όπως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις, παραβιάζει κάθε έννοια ευρωπαϊκού κράτους δικαίου και νομιμότητας και δημιουργεί επιτέλους την ανάγκη παρέμβασης των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών προς διερεύνηση των επαναλαμβανόμενων καταγγελιών από πλήθος ιδιωτών – φορέων – διεθνών οργανισμών – δημοσιογράφων».

Η «ρουτίνα» των επαναπροωθήσεων

Δυστυχώς, δεν είναι η πρώτη φορά που τέτοιες καταγγελίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Τουλάχιστον τον τελευταίο ένα χρόνο φαίνεται ότι οι παράνομες επαναπροωθήσεις έχουν μετατραπεί σε μια κατάσταση πολύ συνηθισμένη στον Έβρο, ενώ ειδικά τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και οι ανθρωπιστικές οργανώσεις φέρνουν συνεχώς το θέμα στο προσκήνιο.
Λίγες μόλις ημέρες μετά την επαναπροώθηση που συνέβη τη Μ. Παρασκευή, μια ομπρέλα 10 οργανώσεων και ΜΚΟ, που ασχολούνται ενεργά με το ζήτημα κι έχουν δημιουργήσει την «Καμπάνια για το Άσυλο», εξέδωσε μια κοινή ανακοίνωση στην οποία έθιγε την καθυστέρηση των αρχών στην ανάγκη της κατεπείγουσας διερεύνησης των συνεχιζόμενων καταγγελιών για τις άτυπες επιχειρήσεις επαναπροώθησης προσφύγων στον Έβρο, εντείνοντας, όπως σημείωνε, την πεποίθηση ότι τα σύνορα στον Έβρο αποτελούν ένα πεδίο εκτός δικαίου και εκτός νόμου, έναν τόπο μαρτυρίου για τους πρόσφυγες. Μόλις τρεις αξιωματικοί της ΕΚΑΜ φρουρούν τους οκτώ Τούρκους που ζητά ο Ερντογάν από την Ελλάδα 21.4.2019 Μόλις τρεις αξιωματικοί της ΕΚΑΜ φρουρούν τους οκτώ Τούρκους που ζητά ο Ερντογάν από την Ελλάδα
Όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά στην επιστολή τους οι οργανώσεις ΑΡΣΙΣ, Δίκτυο Κοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών, ΕΠΣΕ, Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων, Κίνηση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – Αλληλεγγύη στους Πρόσφυγες Σάμος, Κόσμος χωρίς Πολέμους και Βία, ΛΑΘΡΑ, PRAKSIS, Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων και Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο, οι υπουργοί Προστασίας του Πολίτη, Όλγα Γεροβασίλη, Μεταναστευτικής Πολιτικής, Δημήτρης Βίτσας, και Δικαιοσύνης, Μιχάλης Καλογήρου, είναι «υπόλογοι» για κάθε καθυστέρηση στη διερεύνηση αυτών των καταγγελιών. Οι οργανώσεις έκαναν ακόμα λόγο για επιδεικτική βαρβαρότητα ένστολων ή μη στην περιοχή και παράνομες ενέργειες, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο συγκεκριμένων οδηγιών και εντολών. Τέλος, σημείωσαν ότι πρόκειται για οργανωμένο σχέδιο το οποίο περιλαμβάνει τη συγκάλυψη και νομιμοποίηση των εγκληματικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται.
Θέση στο παραπάνω ζήτημα και με αφορμή αυτές τις νέες καταγγελίες πήρε και το ΚΙΝ.ΑΛ. με ανακοίνωση που εξέδωσε ο Τομέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Μεταναστευτικής Πολιτικής του.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση: «Για μια ακόμη φορά βλέπουν το φως τη δημοσιότητας καταγγελίες για παράνομες επαναπροωθήσεις Τούρκων πολιτών που φτάνουν στη χώρα μας για να ζητήσουν άσυλο. Αυτήν τη φορά, 11 από αυτούς κατάφεραν να διαφύγουν τη σύλληψη από τις τουρκικές αρχές και να γυρίσουν στην Ελλάδα. Θεωρούμε αυτονόητο ότι η ελληνική πολιτεία θα τους προσφέρει τη δυνατότητα να αιτηθούν άσυλο, όπως είναι υποχρεωμένη από την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία. Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να αξιοποιηθούν οι μαρτυρίες τους, ώστε να αποκαλυφθεί ποιο είναι αυτό το δίκτυο παρακρατικών που δρα στα ελληνικά σύνορα “κάτω από τη μύτη”, ελπίζουμε όχι με την ανοχή, των επίσημων αρχών».
Παναγιώτης Δημητράς
To Lifo.gr ζήτησε την άποψη του εκπροσώπου του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι, Παναγιώτη Δημητρά, η οποία είναι η εξής: «Την τελευταία τριετία έχει καταγραφεί από δεκάδες ΜΚΟ αλλά και από διεθνείς διακρατικούς οργανισμούς του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης πρωτοφανής για τα μεταπολιτευτικά χρονικά συστηματική χρήση βίας και παράνομες επαναπροωθήσεις στην περιοχή του Έβρου από αστυνομικούς σε συνεργασία με αγνώστου ταυτότητας/ιδιότητας κουκουλοφόρους. Ως Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) έχουμε καταγράψει από εκθέσεις άλλων ΜΚΟ αλλά και απευθείας αναφορές πάνω από 500 περιπτώσεις (https://racistcrimeswatch.wordpress.com/2018/09/09/1-652/) που έχουμε υποβάλει σε ΟΗΕ και Συμβούλιο της Ευρώπης.
Όλα αυτά γίνονται σε μια δήθεν “εθνικά ευαίσθητη” συνοριακή και μειονοτική περιοχή: η “ευαισθησία” αυτή επιτρέπει να λειτουργούν εκεί, διαχρονικά, αδιάκοπα, από δεκαετίες μηχανισμοί του βαθέος κράτους (μυστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες του υπουργείου Εξωτερικών που κανονικά έχουν αρμοδιότητα μόνο για τα εκτός Ελλάδας). Οι μηχανισμοί αυτοί συνεργάζονται με παρακρατικούς, οι οποίοι συμβάλλουν στο “βρόμικο” έργο του βαθέος κράτους, όπως συνέβαινε πριν από τη Μεταπολίτευση σε όλη τη χώρα. Όλα αυτά γίνονται με την καθοδήγηση της κεντρικής κυβέρνησης σε επίπεδο πρωθυπουργού και υπουργού Προστασίας του Πολίτη, ενώ το αρμόδιο, υποτίθεται, υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής είναι στην πράξη αποκλεισμένο από την περιοχή του Έβρου, σε αντίθεση με την παρουσία του στα νησιά για παράδειγμα».
Όπως συνέχισε να μας εξηγεί ο κ. Δημητράς, για ανάλογους λόγους είναι αποκλεισμένες από την περιοχή και οι ανθρωπιστικές ΜΚΟ, σε αντίθεση με την ισχυρή παρουσία τους στα νησιά, ενώ, όπως τόνισε ο ίδιος, ο Συνήγορος του Πολίτη ερευνά τις σχετικές καταγγελίες μέσω της αστυνομίας και ευθυγραμμίζεται άκριτα με τις απόψεις της τελευταίας.
Ο ίδιος κατέληξε:
«Οι εισαγγελικές αρχές, που μόλις διαβάσουν για κακομεταχείριση στην υπόλοιπη Ελλάδα διατάσσουν προκαταρκτικές εξετάσεις, παραμένουν παγερά αδιάφορες όταν διαβάζουν για το όργιο βίας και παρανομίας στον Έβρο. Όλα αυτά το ΕΠΣΕ θα τα ξαναθέσει στην Επιτροπή του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων που θα εξετάσει τον Ιούλιο-Αύγουστο 2019 τη (μη) συμμόρφωση της Ελλάδας με τη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης που έχει θέσει προθεσμία στην Ελλάδα την 1 Σεπτεμβρίου 2019 για να υποβάλει αναλυτική έκθεση για τη (μη) συμμόρφωσή της με τις 13 καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για αστυνομική βία (οι εννέα μετά από προσφυγές του ΕΠΣΕ)».

H θέση των ίδιων αστυνομικών και η κινητοποίηση της κ. Γεροβασίλη με επίσκεψη στον Έβρο

Δέκα μόλις ημέρες μετά τις καταγγελίες για νέα επιχείρηση επαναπροώθησης στον Έβρο και εν μέσω μιας δημόσιας συζήτησης που «βράζει» γύρω από το θέμα, την περασμένη Κυριακή 5 Μαΐου η υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Όλγα Γεροβασίλη, με απάντησή της σε επιστολή του επικεφαλής της Ύπατης Αρμοστείας στην Ελλάδα, Φιλίπ Λεκλέρ (ο οποίος ανέφερε μαρτυρίες μεταναστών για πρακτικές προσώπων που φέρονται να ανήκουν σε Σώματα Ασφαλείας στην περιοχή του Έβρου), υποστήριξε πως: «Οι καταγγελλόμενες συμπεριφορές και πρακτικές ουδόλως υφίστανται ως επιχειρησιακή δραστηριότητα και πρακτική του προσωπικού των Υπηρεσιών Συνοριακής Φύλαξης, το οποίο κυρίως εμπλέκεται σε δράσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου της παράνομης μετανάστευσης στα ελληνοτουρκικά σύνορα. Από τη διερεύνηση των μέχρι σήμερα καταγγελλομένων περιστατικών και από τις εσωτερικές έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες προκύπτει το συμπέρασμα ότι αυτά δεν δύνανται να επιβεβαιωθούν» και συμπλήρωσε: «Το πρώτο τετράμηνο του 2019, στην περιοχή δικαιοδοσίας των Δ.Α. Ορεστιάδας και Αλεξανδρούπολης, έχουν πραγματοποιηθεί 3.130 συλλήψεις υπηκόων τρίτων χωρών, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις καταγγελίες περί επαναπροωθήσεων. Επιπλέον, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που αναφέρεται στις καταγγελίες (25-29.04.2019), πραγματοποιήθηκαν στη συγκεκριμένη περιοχή 101 συλλήψεις υπηκόων τρίτων χωρών».
Παρ’ όλα αυτά, η ΕλΕΔΑ (Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη) έχει διαφορετική άποψη όσον αφορά το αν και κατά πόσο διερευνώνται τελικά οι καταγγελίες. Όπως δήλωσε η δικηγόρος Κλειώ Παπαντολέων, πρώην προέδρος της ΕλΕΔΑ –και ανάμεσα σε άλλα συνήγορος πολιτικής αγωγής στη δίκη εναντίον του μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, Αμβρόσιο–, «οι επαναπροωθήσεις, οι οποίες δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, συμβαίνουν πάντα παράλληλα με τις νόμιμες συλλήψεις. Η πραγματικότητα των συλλήψεων δεν αναιρεί την πραγματικότητα των επαναπροωθήσεων. Το ζήτημα όμως είναι αν πρόκειται για θεσπισμένη παρανομία, δηλαδή πρακτικές που είναι γνωστές και γίνονται ατύπως ανεκτές, ή αν υπάρχει τμήμα του κρατικού μηχανισμού που δρα αυτόνομα, και βέβαια παράνομα. Αυτά απαιτούν διερεύνηση, όχι μόνο διοικητική αλλά και δικαστική. Η ΕλΕΔΑ έχει υποβάλει σχετική αναφορά εδώ και χρόνια στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι είχαμε δώσει στοιχεία προσώπων που μέσω της δικαστικής συνδρομής θα μπορούσαν να εξεταστούν από ελληνικές δικαστικές αρχές. Ομοίως τότε επελήφθη αυτεπαγγέλτως και ο Συνήγορος του Πολίτη, χωρίς, εξ όσων γνωρίζω, να υπάρχει κάποιο πόρισμα μέχρι στιγμής».
Πίσω στον πολιτικό αναβρασμό που έχει προκαλέσει το ζήτημα των πρόσφατων push-backs, μία ημέρα μετά την επιστολή της στον Λεκλέρ, την Δευτέρα 6 Μαΐου η υπουργός Προστασίας του Πολίτη αναχώρησε για τον Έβρο, πραγματοποιώντας, ανάμεσα στα άλλα, επίσκεψη στο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Φερών.
Στη σύσκεψη που ακολούθησε, παρουσία του γενικού επιθεωρητή Αστυνομίας Βορείου Ελλάδας, αντιστράτηγου Ανδρέα Αποστολόπουλου, του διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Ορεστιάδας, ταξίαρχου Πασχάλη Συριτούδη κ.ά., παρουσιάστηκε ο επιχειρησιακός σχεδιασμός για την ευρύτερη περιοχή του Έβρου σε σχέση με τα σύνορα της χώρας και κατ’ επέκταση της Ε.Ε. Η υπουργός επισήμανε τον σοβαρό ρόλο της ΕΛ.ΑΣ., η οποία, όπως είπε, ανταποκρίνεται με επαγγελματισμό και ευαισθησία στο σύνθετο έργο της.
Το ενδιαφέρον νέο στοιχείο που προέκυψε από αυτήν τη συνάντηση είναι πώς μετά την τοποθέτηση του αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, αντιστράτηγου Αριστείδη Ανδρικόπουλου, τέθηκε προς συζήτηση και επεξεργασία, υπό μορφή διαβούλευσης, η πρόταση για ίδρυση Διεύθυνσης Συνοριακής Φύλαξης Έβρου.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, η πρόταση έτυχε καθολικής αποδοχής από τους παρευρισκόμενους στη σύσκεψη, καθώς, ως κοινή διαπίστωση, προκρίθηκε ότι η πρωτοβουλία αυτή θα βοηθήσει σημαντικά στην κατεύθυνση της πληρέστερης διαχείρισης του μεταναστευτικού-προσφυγικού ζητήματος. Για τον κ. Ηλία Ακίδη, πάντως, πρόεδρο της Ένωσης Αστυνομικών Ορεστιάδας, το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο και δεν αντιμετωπίζεται με τη σύσταση μιας νέας διεύθυνσης.
Καταρχάς, όπως κατηγορηματικά δήλωσε ο ίδιος στη LiFO, κινούμενος στο ίδιο μήκος με την κ. Γεροβασίλη, οι όροι «επαναπροώθηση» και «push-back» δεν υφίστανται γιατί κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν ασκείται ποτέ από τους Έλληνες αστυνομικούς στα σύνορα. O ίδιος αρνείται τις καταγγελίες που γίνονται και άφησε αιχμές για τον ρόλο και τα κίνητρα των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στο θέμα.
Όπως μας είπε χαρακτηριστικά: «Κάνουμε αποτροπές, δεν κάνουμε επαναπροώθησεις. Όταν κάνουμε επιχειρήσεις αποτροπών, δεν τις κάνουμε σε ανθρώπους που έχουν περάσει τα σύνορά μας. Push-backs δεν συμβαίνουν. Για όσους διασχίσουν τον ποταμό και καταφέρουμε να τους βρούμε ακολουθείται η νόμιμη διαδικασία ταυτοποίησης και καταγραφής. Έχετε, όμως, υπ’ όψιν σας πως το 90% όσων περνούν τον ποταμό πετούν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα στο νερό για να αποκρύψουν την πραγματική τους ταυτότητα και να ζητήσουν άσυλο. Για παράδειγμα, στην πραγματικότητα είναι από το Μαρόκο ή την Αλγερία και δηλώνουν χώρα προέλευσης τη Συρία».
Σύμφωνα με τον ίδιο, πάντως, οι Τούρκοι που περνούν το τελευταίο διάστημα τα σύνορα μέσω Έβρου, ζητώντας στη συνέχεια άσυλο, αυξάνονται διαρκώς. Όπως μας περιέγραψε, τα 200 χλμ. του ποταμού είναι πολύ δύσκολα διαχειρίσιμα, δεν ελέγχονται εύκολα, και δεν παρέλειψε να τονίσει πόσο προβληματική για τις επιχειρήσεις της αστυνομίας είναι η έλλειψη καμερών παρακολούθησης κατά μήκος του ποταμού, τις οποίες έχει υποσχεθεί το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη εδώ και 5 χρόνια, αλλά οι διαγωνισμοί για τη διάθεσή τους σκοντάφτουν διαρκώς σε γραφειοκρατικά ζητήματα και δεν τελεσιδικούν ποτέ.
Εκτός από τις κάμερες όμως, σύμφωνα με τον κ. Ακίδη λείπουν και τα ειδικά οχήματα, εξοπλισμένα με κάμερες γι’ αυτού του είδους την παρακολούθηση, αναφέροντας μάλιστα πως η Βουλγαρία, που αντιμετωπίζει το ίδιο ζήτημα, διαθέτει τουλάχιστον 5 τέτοια οχήματα. Την ίδια στιγμή εξέφρασε και την ανησυχία πως καθώς από αυτή την περίοδο κι έπειτα θα ξεκινήσει να πέφτει η στάθμη του Έβρου, θα αυξηθούν σταθερά και οι ροές όσων θα αποπειραθούν να εισέλθουν παράνομα στη χώρα μας, ενώ τόνισε πώς το τελευταίο διάστημα σε πολλά χωριά στη γύρω περιοχή σημειώνονται κλοπές αυτοκινήτων αλλά και μέσα σε σπίτια απ’ όσους περνούν παράνομα τα ελληνικά σύνορα, κάνοντας την κατάσταση εκρηκτική.
«Πάντως, αυτό που σταθερά καταγγέλλουμε οι Έλληνες αστυνομικοί είναι ότι είμαστε πολύ λίγοι για να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο. Βάσει των μνημονιακών υποχρεώσεών μας, αφαιρέθηκαν από το σώμα 6.700 οργανικές θέσεις, τη στιγμή που το μεταναστευτικό είναι ένα μείζον ζήτημα για τη χώρα μας» είπε, για να καταλήξει πως γίνονται πια κινήσεις στήριξης από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αλλά χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη στήριξη.
* Στοιχεία, φωτογραφίες και έγγραφα του ρεπορτάζ είναι στο αρχείο της Lifo, διαθέσιμα για τις Αρχές.

Πολιτική ορθότητα και ελευθερία έκφρασης

Καθημερινή

Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Πολιτική ορθότητα και ελευθερία έκφρασης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 

Οταν ακούτε κάποιον να διαμαρτύρεται για την «πολιτική ορθότητα», σχεδόν ποτέ δεν εννοεί ότι, ας πούμε, στον δημόσιο λόγο της χώρας μας δεν θεωρείται πρέπον να αναφέρεται κάποιος στη μικρή χώρα που βρίσκεται ανάμεσα στην Αλβανία και τη Βουλγαρία με τη λέξη «Μακεδονία». Μολονότι πρόκειται για καραμπινάτο παράδειγμα «πολιτικής ορθότητας». Υπάρχει, δε, και το θέμα της βλασφημίας, που στη χώρα μας είναι και ποινικό αδίκημα. Δεν θεωρείται πολιτικά ορθό να βρίζουμε τα Θεία εδώ. Αλλά ούτε αυτό σκέφτεται κανείς όταν μιλάμε για «πολιτική ορθότητα» στην εποχή μας.

Στην εποχή μας «πολιτική ορθότητα» εννοούμε σχεδόν αποκλειστικά τους περιορισμούς στην αναπαραγωγή λέξεων και εκφράσεων που ενοχλούν κοινωνικές ομάδες οι οποίες έχουν αντιμετωπίσει διαχρονικά διακρίσεις: άτομα με αναπηρία, άτομα ΛΟΑΤΚΙ, άτομα με διατροφικές διαταραχές, με ψυχικές παθήσεις, με άλλο θρήσκευμα ή διαφορετική καταγωγή από την πλειονότητα των κατοίκων μιας χώρας. Εχει σημασία αυτό. Επειδή το πρώτο επιχείρημα όσων διαμαρτύρονται για την «πολιτική ορθότητα» έχει να κάνει με την ελευθερία της έκφρασης. Γιατί δεν μπορώ να μιλήσω όπως θέλω; Δεν είμαι ελεύθερος; Είναι ένα περίεργο επιχείρημα αυτό, καθώς απόλυτη ελευθερία της έκφρασης δεν υπάρχει πουθενά.

Πρώτα απ’ όλα, η γλώσσα δεν είναι κάτι ουδέτερο. Σχεδόν τίποτε από όσα λέμε δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερο. Η γλώσσα έχει ατζέντα, ακόμα κι όταν εμείς δεν έχουμε. Δεύτερον και πιο αυτονόητο: ακόμα και στις πιο ανώδυνες ανθρώπινες σχέσεις υπάρχουν κανόνες. Συμβάσεις κοινωνικής ευπρέπειας. Δεν μπορούμε να μιλάμε μεταξύ μας όπως μας κατέβει. Τρίτον, υπάρχουν και άλλοι περιορισμοί που ενίοτε έχουν ώς και ποινικές συνέπειες, από τη δυσφήμηση και τη συκοφαντία μέχρι την αναπαραγωγή διαβαθμισμένων πληροφοριών. Στα συγκεκριμένα θέματα που αφορούν εκείνες τις συγκεκριμένες ομάδες, όμως, κάποιοι άνθρωποι αντιδρούν και θυμούνται να επικαλεστούν την ελευθερία της έκφρασής τους, που κινδυνεύει. Δεν τους πειράζει στα άλλα. Υπακούουν στους άλλους περιορισμούς της ελευθερίας της έκφρασης που επιβάλλουν οι κοινωνικές συμβάσεις και οι νόμοι. Τους αποδέχονται. Τους διδάσκουν στα παιδιά τους. Αρα η λογική μάς λέει ότι δεν έχουν πρόβλημα με τους περιορισμούς της ελευθερίας της έκφρασης εν γένει. Εχουν πρόβλημα μόνο με τους άλλους, τους συγκεκριμένους περιορισμούς. Με αυτές τις λέξεις.

Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει «πολιτική ορθότητα». Υπάρχουν ομάδες που διεκδικούν αξιοπρέπεια και κάποιες συγκεκριμένες προσθήκες σε ένα πλέγμα από περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης που υπήρχε και θα υπάρχει πάντα σε όλες τις πολιτισμένες κοινωνίες. Και υπάρχει και μια ομάδα ανθρώπων που χαράσσει μια γραμμή και λέει αυτοί οι περιορισμοί δεν μου αρέσουν. Δεν είναι εξίσου σημαντικοί, και οι άνθρωποι που τους ζητούν δεν είναι σημαντικοί για εμένα.

Με το να γκρινιάζω για το ότι η πολιτική ορθότητα δεν μου δίνει το δικαίωμα να λέω ανέκδοτα για χοντρές, μαύρους και γκέι, επισημαίνω στους ανθρώπους που έχουν υποστεί διακρίσεις και bullying για το βάρος τους ή το χρώμα τους ή τη σεξουαλική τους ταυτότητα ότι η ευαισθησία τους δεν έχει σημασία. Οτι δεν έχει αξία. Οτι πρέπει να συνεχίσουν να ακούνε αυτά τα ανέκδοτα κι αυτές τις εκφράσεις όπως σε όλη τους τη ζωή έως τώρα, χωρίς να διαμαρτύρονται και χωρίς να ενοχλούνται και χωρίς να μου δημιουργούν πρόβλημα στην καριέρα μου ή στην ηρεμία μου, επειδή έτσι νομίζω εγώ ότι εξασκώ την ελευθερία μου, την οποία βεβαίως ευχαρίστως θυσιάζω όταν πρόκειται να αναφερθώ σε μια χώρα στα βόρεια σύνορά μας ή στα Θεία. Αυτά με νοιάζουν. Εσύ, όχι.

 

Γλώσσα χωρίς όνομα; – Τρεις Έλληνες Πανεπιστημιακοί απαντάνε στον κ. Μπαμπινιώτη!

Comentaristas

Γλώσσα χωρίς όνομα; – Τρεις Έλληνες Πανεπιστημιακοί απαντάνε στον κ. Μπαμπινιώτη!

Μπαμπινιώτης: Η διδασκαλία «Μακεδονικής Γλώσσας» έμμεση αποδοχή μειονότητας. «Δεν είναι δυνατόν μια σλαβική, βουλγαροσέρβικη γλώσσα με κυριλλικό αλφάβητο,ψευδώνυμη μακεδονική να έρθουμε εμείς να την εισάγουμε και να την διδάσκουμε στα πανεπιστήμια μας.» λέει ο κος Μπαμπινιώτης. – Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν τα «Μακεδονικά» αποτελούν γλώσσα ή διάλεκτο και το δεύτερο γιατί να ονομάζονται έτσι και όχι αλλιώς. Κατά συντριπτική πλειοψηφία, οι απαντήσεις που δίνονται δεν βασίζονται σε γλωσσολογικά επιχειρήματα και φανερώνουν μια σύγχυση σχετικά με τους όρους ‘γλώσσα’ και ‘διάλεκτος’. Και επειδή η παραπληροφόρηση από μη ειδικούς περισσεύει – γέμισε η Βουλή γλωσσολόγους θα έλεγε κανείς – θεωρήσαμε κρίσιμο να δώσουμε κάποιες απαντήσεις που βασίζονται σε γλωσσολογικά επιστημονικά επιχειρήματα, παρακάμπτοντας μη επιστημονικές προσεγγίσεις, ιδεολογικού ή βιωματικού χαρακτήρα.
Γ. Μπαμπινιώτης: Καίριο λάθος ενδεχόμενη διδασκαλία «μακεδονικής» γλώσσας
Καίριο λάθος χαρακτηρίζει μια ενδεχόμενη απόφαση διδασκαλίας στην Ελλάδα της «μακεδονικής» γλώσσας ο καθηγητής Γλωσσολογίας και πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Μπαμπινιώτης, τονίζοντας ότι λανθασμένη ήταν και η επιλογή της αναγνώρισης της γλώσσας των Σκοπίων ως «μακεδονική».
Το θέμα προέκυψε από αίτημα του σλαβόφωνου  κόμματος «Ουράνιο Τόξο» στη διοίκηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για εισαγωγή «μακεδονικών» στο πρόγραμμα σπουδών του. Ο πρύτανης του ΠΑΜΑΚ απάντησε αρνητικά, ωστόσο ο αρμόδιος υπουργός δεν έχει πάρει οριστική απόφαση.
«Δεν είναι δυνατόν μια σλαβική, βουλγαροσέρβικη γλώσσα με κυριλλικό αλφάβητο, ψευδώνυμη μακεδονική να έρθουμε εμείς να την εισάγουμε και να τη διδάσκουμε στα πανεπιστήμιά μας» δήλωσε ο κ. Μπαμπινιώτης μιλώντας στον ΣΚΑΪ, υπογραμμίζοντας πως μια τέτοια ενέργεια θα ήταν παράλληλα έμμεση αναγνώριση «μακεδονικής μειονότητας».
Ο πρώην πρύτανης, επισημαίνοντας πως ένας μικρός αριθμός κατοίκων στα σύνορα, οι οποίοι είναι Έλληνες πολίτες, κατά βάση μεγαλύτεροι σε ηλικία, και μιλούν ελληνικά, επιλέγουν να χρησιμοποιούν και τα λεγόμενα «σλαβομακεδονικά» δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση πως αποτελούν ή θα μπορούσαν να λογιστούν ως μειονότητα.
«Έχουμε Έλληνες που μιλάνε αρβανίτικα, τσιγγάνικα» είναι μειονότητα; διερωτάται.
Και ο κ. Μπαμπινιώτης προσθέτει: «Στη Συμφωνία των Πρεσπών προβλέπεται ότι δεν υπάρχει μειονότητα, άλλο όμως το τι γράφεται άλλο το τι συμβαίνει», κάνοντας λόγο για επικίνδυνα ψεύδη και για προσοχή που χρειάζεται να δοθεί στο θέμα, εκφράζοντας και την απορία του σχετικά με τη στάση του υπουργού Παιδείας.*
 Γλώσσα χωρίς όνομα;
 
 
Το ονοματολογικό ζήτημα της ΠΓΔΜ στο πλαίσιο της συζήτησης για την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, συμπαρασύρει και το ζήτημα της γλώσσας. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν τα «Μακεδονικά» αποτελούν γλώσσα ή διάλεκτο και το δεύτερο γιατί να ονομάζονται έτσι και όχι αλλιώς. Κατά συντριπτική πλειοψηφία, οι απαντήσεις που δίνονται δεν βασίζονται σε γλωσσολογικά επιχειρήματα και φανερώνουν μια σύγχυση σχετικά με τους όρους ‘γλώσσα’ και ‘διάλεκτος’. Και επειδή η παραπληροφόρηση από μη ειδικούς περισσεύει – γέμισε η Βουλή γλωσσολόγους θα έλεγε κανείς – θεωρήσαμε κρίσιμο να δώσουμε κάποιες απαντήσεις που βασίζονται σε γλωσσολογικά επιστημονικά επιχειρήματα, παρακάμπτοντας μη επιστημονικές προσεγγίσεις, ιδεολογικού ή βιωματικού χαρακτήρα. Καθώς το όνομα της γλώσσας της γειτονικής χώρας είναι ζητούμενο του δημόσιου διαλόγου, στο κείμενο που ακολουθεί το αναφέρουμε ουδέτερα ως Γλώσσα.
1. Η καταγωγή της Γλώσσας
Ανοίγοντας την Εγκυκλοπαίδεια των γλωσσών του Elsevier, διαβάζουμε μεταξύ άλλων τα εξής στο λήμμα/γλώσσα Macedonian (όρο που μεταφράζουμε ως Μακεδονική στο σχετικό χωρίο, Friedman 2006: 356): «Η σύγχρονη μακεδονική γραμματειακή δραστηριότητα θεωρείται ότι άρχισε στις αρχές του 19ου αιώνα, μεταξύ διανοούμενων που ήθελαν να γράφουν στη δική τους σλαβική δημώδη γλώσσα, αντί για την Παλαιοσλαβική (ή Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβική). Προέκυψαν δύο κέντρα Βαλκανικής σλαβικής γραμματείας, ένα εκεί που είναι σήμερα η βορειανατολική Βουλγαρία, κι ένα άλλο στη σημερινή Νοτιοδυτική Μακεδονία [(= ΠΓΔΜ)]. Καθώς και οι δύο πλευρές αποκαλούσαν τη γλωσσική ποικιλία που μιλούσαν βουλγαρική, η διαμάχη που προέκυψε αφορούσε ποια από τις δύο θα αποτελούσε την κοινή (πρότυπη) γλώσσα» (σημειώνουμε ότι ο όρος ‘γλωσσική ποικιλία’ αναφέρεται σε διαφορετικούς τρόπους ομιλίας, χωρίς να παίρνει κανείς θέση για το αν πρόκειται για διαφορετικές γλώσσες ή διαλέκτους). «Έτσι η κοινή (επίσημη) βουλγαρική στηρίχτηκε στη βορειοανατολική ποικιλία. Οι προσπάθειες για τη διαμόρφωση μιας ξεχωριστής λόγιας γλώσσας στην περιοχή της ΠΓΔΜ («Νοτιοδυτική Μακεδονία» στο σχετικό λήμμα) συνεχίστηκαν, με πρώτη αναφορά «μιας ξεχωριστής μακεδονικής γλωσσικής ταυτότητας» από τον Gjorgji Pulevski το 1875. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ο ίδιος ονόμαζε την γλώσσα του γενικά (αλλά όχι αποκλειστικά) «Μακεδονικά», και βασιζόμενος στην ποικιλία από τον τόπο καταγωγής του, την διαφοροποίησε τόσο από την βουλγαρική όσο και από την σερβική, μολονότι ο ίδιος φαίνεται να θεωρούσε τον εαυτό του άλλοτε Μακεδόνα, άλλοτε Σέρβο και άλλοτε Βούλγαρο.
Συνεχίζοντας από το λήμμα του Friedman (2006: 357) στην Εγκυκλοπαίδεια: «Το πρώτο συγκροτημένο σχέδιο για μια επίσημη μακεδονική γλώσσα δημοσιεύτηκε από τον Krste Misirkov το 1903» (στο βιβλίο Μακεδονικά Θέματα). «Μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, η μακεδονική αντιμετωπίστηκε ως διάλεκτος της σερβικής στη Σερβία και της βουλγαρικής στη Βουλγαρία, ενώ καταπιέστηκε ανελέητα στην Ελλάδα …. Στις 2 Αυγούστου του 1944 η Μακεδονική έγινε η επίσημη γλώσσα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Η Βουλγαρία αναγνώρισε τη μακεδονική γλώσσα και τη δική της μακεδονική μειονότητα από το 1946 έως το 1948, ενώ από το 1948 έως το 1960 κάποιοι Βούλγαροι γλωσσολόγοι συνέχισαν να την αναγνωρίζουν ως ξεχωριστή σλαβική γλώσσα». Η αναγνώριση της ως γλώσσας από τη Βουλγαρία έγινε μόλις το 1999, ενώ είχε ήδη αναγνωρισθεί η χώρα από το 1991. Ας σημειωθεί ότι σε ολόκληρη τη διεθνή γλωσσολογική βιβλιογραφία, ο όρος ‘Macedonian’ αποτελεί τον μοναδικό τρόπο αναφοράς στην γλώσσα της ΠΓΔΜ.
2. Είναι η Γλώσσα διάλεκτος της βουλγαρικής;
Από τα παραπάνω προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η Γλώσσα είναι πολύ κοντινή με τη βουλγαρική. Αυτό όμως δεν την κάνει βουλγαρική γιατί, αν και είναι κοντινή, σε καμία περίπτωση δεν είναι ίδια. Άρα, η Γλώσσα σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με την βουλγαρική, όπως επίσης ακούστηκε αυτές τις ημέρες στη Βουλή. Μοιραία έχει δεχτεί ισχυρές επιρροές και από τη σερβική, και γενικότερα υπάρχει μία συνέχεια μεταξύ των τριών γλωσσών, γεγονός καθόλου ασυνήθιστο για γλώσσες με κοινή καταγωγή και γεωγραφική γειτνίαση (όπως συμβαίνει λ.χ., στην περίπτωση των Σκανδιναβικών γλωσσών, όπου η δανέζικη, η σουηδική και η νορβηγική αποτελούν στην πραγματικότητα τους τρεις πόλους ενός γλωσσικού συνεχούς). Είναι ενδεικτικό ότι στην απογραφή του Ελληνικού κράτους το 1928 υπήρχε σαφής διαφοροποίηση ανάμεσα στους πληθυσμούς που μιλούσαν την ‘βουλγαρική’ και σε αυτούς που μιλούσαν την ‘μακεδονοσλαβική’, με τους πρώτους να περιορίζονται κυρίως στους Πομάκους της Θράκης και τους δεύτερους στους Σλαβόφωνους της Μακεδονίας.
Μήπως όμως η Γλώσσα είναι διάλεκτος της βουλγαρικής; Πρώτα απ’ όλα, σύμφωνα με την ιστορία της, έτσι όπως παρουσιάστηκε πιο πάνω, βλέπουμε ότι δεν προέρχεται από τη βουλγαρική: τόσο η Γλώσσα, όσο και η βουλγαρική είναι σύγχρονες εκδοχές της Παλαιάς Εκκλησιαστικής Σλαβικής, όπως αυτή μιλήθηκε σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές (με τον ίδιο τρόπο που η σύγχρονη ιταλική, η ισπανική, η γαλλική ή η ρουμανική είναι διαφοροποιημένες εκδοχές της Λατινικής όπως αυτή μιλήθηκε σε διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης).
Πέρα από τα ιστορικά / διαχρονικά κριτήρια, σπουδαιότερα από γλωσσολογική άποψη για την επισήμανση των διαλέκτων είναι τα συγχρονικά κριτήρια. Ένα απλό εργαλείο για να διαπιστώσουμε κατά πόσο δύο γλωσσικές ποικιλίες αποτελούν διαλέκτους της ίδιας γλώσσας ή δύο διαφορετικές γλώσσες είναι η αμοιβαία κατανοησιμότητα: δηλαδή, αν οι ομιλητές των δύο ποικιλιών μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ανάμεσα στην βουλγαρική και την Γλώσσα υπάρχει μερική κατανοησιμότητα, χωρίς να είναι σαφές σε ποιο βαθμό φτάνει.
Ωστόσο, αυτό δεν είναι το κρισιμότερο θέμα, καθώς, όπως διδάσκεται ακόμη και σε εισαγωγικά μαθήματα γλωσσολογίας, το επικοινωνιακό κριτήριο είναι τελικά δευτερεύον σε σύγκριση με το κοινωνικο-πολιτικό. Έτσι, παρότι τα σουηδικά και τα νορβηγικά είναι αμοιβαία κατανοητά λόγω της πολιτικής τους ένωσης για έναν αιώνα αλλά και της γειτνίασης και επαφής μεταξύ των ομιλητών τους, θεωρούνται διαφορετικές γλώσσες και όχι διάλεκτοι, επειδή αποτελούν τις επίσημες γλωσσικές ποικιλίες που αντιστοιχούν σε διαφορετικές κρατικές οντότητες (βλ. για παράδειγμα, VikØr 2000). Υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα στον κόσμο αμοιβαία κατανοητών γλωσσικών ποικιλιών που θεωρούνται διαφορετικές γλώσσες, επειδή ακριβώς μιλιούνται σε διαφορετικά εθνικά κράτη, αλλά και το αντίθετο, δηλαδή μη κατανοητές ποικιλίες που θεωρούνται διάλεκτοι μίας γλώσσας (βλ. διαλέκτους της Κίνας αλλά ενδεχομένως και τις διαλέκτους της Νότιας Ιταλίας σε αντιδιαστολή με αυτές της Βόρειας). Αυτό μας δείχνει ότι η διάκριση γλώσσας/διαλέκτου είναι ουσιαστικά πολιτικοκοινωνική, και η απόφαση σχετικά με το ποια γλωσσική ποικιλία θεωρείται γλώσσα και ποια διάλεκτος είναι τελικά πολιτική. Μην ξεχνάμε και το διάσημο γλωσσολογικό ρητό «Γλώσσα είναι μία διάλεκτος με στρατό και ναυτικό».
Το αν λοιπόν η Γλώσσα είναι διάλεκτος της βουλγαρικής είναι ουσιαστικά ψευτοδίλημμα που δεν βοηθάει σε τίποτα και δεν εδραιώνει τίποτα. Αλλά ακόμη κι έτσι να μην ήταν, προκύπτει από τα προηγούμενα ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να θεωρούμε τη Γλώσσα ως διάλεκτο της βουλγαρικής και όχι τη βουλγαρική ως διάλεκτο της Γλώσσας.
3. Πώς πρέπει να λέγεται η Γλώσσα;
Το κύριο ερώτημα που απασχολεί τον δημόσιο διάλογο είναι πώς πρέπει να ονομάζεται η Γλώσσα παρότι, όπως έχουμε δει πιο πριν, εδώ και δεκαετίες τώρα, το όνομά της είναι Macedonian/македонски, που στα Ελληνικά μεταφράζεται ως ‘Μακεδονική’. Έχουν ακουστεί και προταθεί διάφορες ονομασίες από την ελληνική πλευρά, όπως:
Α) Σερβοβουλγαρική: Με την ίδια λογική θα έπρεπε η καταλανική να αποκαλείται ισπανογαλλική (μιας κι έχει στοιχεία από αυτές τις δύο γλώσσες) – αλλά ακόμη και η πορτογαλική, για τους ίδιους λόγους.
Β) Σλάβικη: Αν ναι, θα έπρεπε να λέγεται έτσι και η ρωσική, η πολωνική, και η σερβική, η κροατική και η Βουλγάρικη – αφού όλες είναι σλάβικες γλώσσες. Αλλά τότε πώς θα τις ξεχωρίζαμε;
Γ) Σλαβομακεδονική: Θα μπορούσε, αν θέλαμε να την διακρίνουμε από μία άλλη ελληνομακεδονική γλώσσα ή διάλεκτο, που μιλήθηκε ή μιλιέται στην Ελλάδα (είναι ενδεικτικό ότι ως Σλαβομακεδονική έχει αποδοθεί στα Ελληνικά ο όρος Macedonian στο ευρέως χρησιμοποιούμενο πανεπιστημιακό βιβλίο: Fromkin, V., R. Rodman & N. Hyams. Εισαγωγή στη μελέτη της Γλώσσας. 2005. Πατάκης. Επιμέλεια Γ. Ξυδόπουλος. (Πρωτότυπος τίτλος: An Introduction to language, 7th edition). Υπάρχει όμως τέτοια γλώσσα ή διάλεκτος; Είναι γνωστό ότι δεν αναφέρεται από τους διαλεκτολόγους της ελληνικής ‘μακεδονική’ διάλεκτος. Στη σχετική βιβλιογραφία θα βρει κανείς ενότητες για την Κυπριακή διάλεκτο, την Κρητική διάλεκτο, την Δωδεκανησιακή, της Χίου, των Κυκλάδων, των Επτανήσων, της Πελοποννήσου, αλλά όχι για Μακεδονική, καθώς οι περισσότερες ποικιλίες αυτής της περιοχής εντάσσονται στην κατηγορία ‘Διάλεκτοι της βόρειας Ελλάδας’ γιατί οι επιμέρους διαφορές τους δεν δικαιολογούν την περαιτέρω διαφοροποίησή τους, τουλάχιστον σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα.
Ως προς την ιστορική διάσταση του όρου, τα τελευταία 30 χρόνια υποστηρίχτηκε με αρκετή επιτυχία από τους ιστορικούς γλωσσολόγους ότι, παρότι ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος χρησιμοποιούσαν την Αττική διάλεκτο στις επίσημες σχέσεις τους και στις σχέσεις τους με την υπόλοιπη Ελλάδα, υπάρχει μικρός αριθμός επιγραφών σε μία δωρική διάλεκτο της περιοχής (π.χ., ο εντυπωσιακός κατάδεσμος της Πέλλας), αλλά και πιθανό ‘υπόστρωμα’ αυτής της δωρικής διαλέκτου σε κάποιες επιγραφές (Γιαννάκης 2012). Αν και λιγοστά λοιπόν, υπάρχουν ιστορικά στοιχεία για αρχαία μακεδονική ως μία ακόμη διάλεκτο της αρχαίας ελληνικής. Όμως, όπως είναι ευρύτατα γνωστό, όλες οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι εξαφανίστηκαν με εξαίρεση την εξέλιξη της αττικής διαλέκτου, δηλαδή την Ελληνιστική Κοινή, από την οποία προήλθαν όλες οι μεσαιωνικές και νεοελληνικές διάλεκτοι (με πιθανή εξαίρεση την Τσακωνική). Προκύπτει λοιπόν ότι, αποκαλώντας ‘μακεδονική’ τη γειτονική γλώσσα, είναι πολύ μικρές οι πιθανότητες να την μπερδέψει κάποιος με κάποια ζωντανή ή νεκρή ελληνική διάλεκτο – και βέβαια σε καμία περίπτωση ο γλωσσολόγος.
Επιπλέον, οι γεωγραφικοί προσδιορισμοί (π.χ. ‘βόρεια μακεδονική’) συνήθως χρησιμοποιούνται για την διαφοροποίηση μεταξύ διαλέκτων της ίδιας γλώσσας. Μία τέτοια ονομασία θα υπονοούσε ότι υπάρχει και νότια μακεδονική ως ξεχωριστή διάλεκτος της μακεδονικής, γεγονός που θα δημιουργούσε θέμα ξεχωριστής σλαβικής διαλέκτου στην Ελλάδα. Αυτό ακριβώς όμως δεν προσπάθησε το ελληνικό κράτος με ακραίες και ιδιαίτερα οδυνηρές μεθόδους (και σε μεγάλο βαθμό πέτυχε) να εξαλείψει;
Υπάρχουν πολλές πτυχές σε αυτό το ζήτημα που δεν μπορούν να καλυφθούν εδώ. Ένα όμως είναι βέβαιο: αν θέλουμε να χρησιμοποιούμε γλωσσολογικά επιχειρήματα, θα πρέπει να γνωρίζουμε και γλωσσολογικές έννοιες. Και η γλωσσολογία, ως επιστήμη, αγαπάει περισσότερο και από την πολιτική τα πραγματικά δεδομένα: την αλήθεια.**
Θοδωρής Μαρκόπουλος, Πανεπιστήμιο Πατρών
 
Άννα Ρούσσου, Πανεπιστήμιο Πατρών
 
Αρχόντω Τερζή, ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας
Βιβλιογραφικές αναφορές
Γιαννάκης, Γ. 2012. (επιμ.). Αρχαία Μακεδονία: Γλώσσα, Ιστορία και Πολιτισμός. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Friedman, V. A. 2006. Macedonian. Στο K. Brown (Editor-in-Chief) Encyclopedia of Language & Linguistics, Second Edition, volume 7: 356-358. Oxford: Elsevier.
VikØr, L. 2000. Northern Europe: Languages as prime markers of ethnic and national identity. Στο S. Barbour & C. Carmichael (επιμ.) Language and Nationalism in Europe. Oxford: Oxford University Press.
Πηγές : 

EHF comments on EU ethical guidelines for artificial intelligence

Posted on the 05/02/19

 

 

 

Following an online consultation organised by the European Commission’s High-Level Expert Group on Artificial Intelligence (HLEG AI), we submitted our humanist contribution to the on-going debate on the European ethical guidelines that should accompany the development of this technology (or rather these technologies) that carry both tremendous potential but also very serious threats.

In brief, we welcomed the work done by the HLEG AI, which identified many areas of concern and sometimes brought interesting proposals to address them. We however also expressed our worries about quite a few issues that the group seems not to have tackled properly.

Quick access: read the draft guidelines or our response to the consultation.

Explainability as a key element of user empowerment: the document considers that users have to receive sufficient information on an AI application so as to give informed consent about the way it functions. We argue that the relationship between the user and the provider should be bidirectional and continuous, in order to empower the user and better inform the provider. In this domain, a lot still has to be done.

No evidence provided on certain claims: the document claims without any proof that the benefits of AI largely outweigh its potential threats. We argue that the understandable race to reap the economic benefits of this technology should not result in a lack of methodology, especially when the matter at hand is to draft ethical guidelines.

As any technology, AI has to be subject to societal control: recognizing the threats, the document attempts to address them in advance, mostly at design stage. We do agree with this approach, we however also argue that given the nature and pervasiveness of AI technologies and the necessarily unknown future developments, this has to be complemented with strong control mechanisms, including by allowing quick and easy compensation when citizens are harmed.

No consensus on key threats: the document contains an entire chapter on critical threats. These include identification without consentcovert AI systemsmass citizen scoring and lethal autonomous weapon systems. It is however exactly this chapter which seems to be controversial within the HLEG AI. We sincerely hope that the presence of many actors having strong economic incentives in the domain of AI will not undermine the comprehensiveness of the ethical guidelines.

Avoid reproducing or reinforcing discrimination: we highlighted another threat: the risk that algorithms based on machine learning reinforce discrimination. This can happen both intentionally and unintentionally, either because the data used to train the algorithm contains discriminative tendencies present in society or when a moral dimension is missed in decision that was identified as yielding better results from a quantitative perspective. The document identified the issue but seemed to assume that a simple cleaning of data sets would address all issues.

Make sure third party interests do not prevail: In areas that are particularly sensitive, such as healthcare, we should be able to guarantee that decisions put forward by AI systems are solely based on the patient’s interests and not on the commercial interests of third party providers (e.g. health insurances). This becomes all the more important when it comes to the freedom to die in dignity. The patient’s perspective should always prevail and it should be possible to discard an AI decision or recommendation when it poses a threat to the patient’s health or dignity.

Much more stress on education: citizens must be aware of the functioning, the problems and the risks related to artificial intelligence. This implies that school curricula should raise their awareness about the reality of algorithms and promote genuine education in terms of values, citizenship and critical thinking. Beyond school, public authorities must develop awareness programs on these issues and foster public debate on artificial intelligence in general. This should be a priority of EU policies in the domain of AI.

OUR MAIN PROPOSAL: A EUROPEAN OBSERVATORY FOR ARTIFICIAL INTELLIGENCE.

In order to properly address already identified and yet unknown concerns related to AI, we propose the creation of a European Observatory for Artificial Intelligence. This EU body would accompany user acceptance, boost public debate and implement societal control over the risks related to AI.

Such an EU Observatory would benefit society as a whole:

  • citizens would become real actors of the development of AI and would be able to provide systematic societal feedback while being guaranteed efficient redress in case they are harmed,
  • developers would benefit from society’s feedback and identify new threats or risks, find solutions that truly boost societal acceptance and improve their services as a whole,
  • policy makers would be able to better identify when and where government intervention is needed and select the best policy responses.

In general, systematic and continuous societal oversight would allow making sure that EU level debate will be continuous and that the final version of the ethical guidelines will not be used as a baseline to consider whether a specific AI application is deemed ethical by European standards – whether it is “trustworthy AI, made in Europe”, as the document puts it.

In any case – whether these are codes of conduct, standardization or regulation – responses to the exposed issues have to be carried out at European level. This would make it make it possible to leverage the weight of the Single Market and impose a set of high ethical standards at global scale.

Background

Artificial Intelligence plays a growing role in our daily lives and socio-economic systems, the race for innovation on a global scale has already begun, and many countries and companies are heavily investing in this sector of huge economic and strategic potential. Sensing this trend, the European Commission published in April 2018 a Communication on Artificial Intelligence for Europe in which it proposes:

  • to boost Europe’s competitiveness and investment in this field;
  • to prepare citizens and businesses for the socio-economic changes related to AI;
  • to ensure the development of an appropriate ethical and legal framework.

To this end, the European Commission set up a High-Level Expert Group on Artificial Intelligence and tasked it elaborate recommendations on future-related policy development and on ethical, legal and societal issues related to AI, including socio-economic challenges. Concretely, the group will publish two deliverables in the first half of 2019: ethical guidelines and policy recommendations.

Last week, was the deadline to comment on the draft version of its ethics guidelines for “trustworthy” AI. You will find our contribution here.

 

Κοινοβουλευτική δήλωση μετανοίας

Η Εφημεριδα των Συντακτών

Κοινοβουλευτική δήλωση μετανοίας

Το περιοδικό «Μακεντόντσε» (Μακεδονόπουλο), που εξέδιδε ο μηχανισμός του ΚΚΕ «για τα μακεδονόπαιδα στις φιλόξενες χώρες των Λαϊκών Δημοκρατιών»
Το περιοδικό «Μακεντόντσε» (Μακεδονόπουλο), που εξέδιδε ο μηχανισμός του ΚΚΕ «για τα μακεδονόπαιδα στις φιλόξενες χώρες των Λαϊκών Δημοκρατιών» | Π. ΚΟΥΦΗΣ, «ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΦΛΩΡΙΝΑΣ-ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ» (Αθήνα 1996)

«Δεν αποδεχόμασταν και δεν αποδεχόμαστε μακεδονική εθνότητα»
Θανάσης Παφίλης, βουλευτής και μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ, αγόρευση στη Βουλή (24/1/2019)

Αν υπήρξε κάποια αξιοσημείωτη εξέλιξη κατά την τριήμερη συζήτηση στη Βουλή για τη Συμφωνία των Πρεσπών, αυτή σίγουρα δεν ήταν το ξεσάλωμα μιας βαθιάς Δεξιάς, που ένιωσε να της ξανάρχονται ένα ένα χρόνια δοξασμένα.

Οπως έχουμε κι άλλοτε εξηγήσει, το Μακεδονικό υπήρξε ανέκαθεν –εδώ κι ενάμιση αιώνα– το πεδίο εκείνο πάνω στο οποίο κατεξοχήν συγκροτήθηκε (κι αυτονομιμοποιήθηκε ιδεολογικά) καθετί αντιδραστικό σε τούτο τον τόπο: από την απόρριψη του δημοτικισμού και της αγροτικής μεταρρύθμισης μέχρι τον αντικοινοβουλευτισμό και τον αντικομμουνισμό.

Μπορεί στην αρχηγική αγόρευσή του ο Αντώνης Σαμαράς να αράδιασε τη μία ιστορική ανακρίβεια ή παραποίηση μετά την άλλη (με χαρακτηριστικότερη τη χονδροειδή παραχάραξη κάποιων δηλώσεων του Μιτεράν το 1992), σίγουρα όμως δεν πρωτοτύπησε.

Το ίδιο ακριβώς έκαναν, πριν απ’ αυτόν, ουκ ολίγοι εθνικόφρονες πολιτικοί και επαγγελματίες προπαγανδιστές: από τους συντάκτες των φυλλαδίων της μετεμφυλιακής ΚΥΠ, που στον «από Βορρά κίνδυνο» και την «προαιώνια σλαβική επιβουλή» έβλεπαν ένα βολικό μοτίβο για την κατασυκοφάντηση του εσωτερικού εχθρού, μέχρι τους τροφίμους των μυστικών κονδυλίων που (κατά τον τότε πρωθυπουργό Μητσοτάκη) μοίραζε αφειδώς ο ίδιος το 1991-1992 από μια μαύρη σκουπιδοσακούλα στο ΥΠ.ΕΞ., προκειμένου ο απληροφόρητος ελληνικός λαός να εγκολπωθεί με ταχύρρυθμα δημοσιογραφικά φροντιστήρια το ανιστόρητο δόγμα πως «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική».

Πρωτοτυπία δεν αποτέλεσε ούτε η διπλή γλώσσα του ευρύτερου «μεσαίου χώρου», που επί δύο δεκαετίες διαρρήγνυε τα ιμάτιά του για τη «χαμένη ευκαιρία» του 1991-1993, όταν η τυφλή εθνικιστική πλειοδοσία και η μικροκομματική εργαλειοποίηση του «Σκοπιανού» από κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση απέτρεψαν μιαν αμοιβαία ικανοποιητική συνεννόηση με τους βόρειους γείτονές μας.

Η διπλή γλώσσα υπήρξε άλλωστε σύμφυτη με τη διαχείριση του Μακεδονικού ήδη από τον 19ο αιώνα: «Η αλήθεια είναι ότι μέρος της Μακεδονίας ανήκει στους Σλαύους», σημείωνε π.χ. το 1896 ο Ιωάννης Μεταξάς στο προσωπικό ημερολόγιό του (τ.Α’, σ. 99), την ίδια στιγμή που ως μέλος της Εθνικής Εταιρείας μετείχε στη συλλογική υστερία για τα προαιώνια, απαράγραπτα και αποκλειστικά εθνικά δίκαιά μας στην περιοχή.

Εντύπωση δεν προκάλεσε, φυσικά, ούτε η προδιαγεγραμμένη σύμπλευση του φιλελεύθερου Κυριάκου με τον ανορθολογισμό της εθνικιστικής Ακροδεξιάς.

Αρκεί μια προσεκτική ματιά στο παρελθόν για να διαπιστώσει κανείς πως η οικογένεια Μητσοτάκη αντιμετώπιζε πάντα τον εθνικισμό (γενικά) και το Μακεδονικό (ειδικότερα) σαν ένα χρήσιμο εργαλείο χειραγώγησης των μαζών. Οχι μόνο το 1991-1992, όταν ο τότε πρωθυπουργός πόνταρε αρχικά στο «Σκοπιανό» για να παροχετεύσει σε βολική κατεύθυνση τη λαϊκή δυσφορία, μετά τις πρώτες ήττες του από το εκπαιδευτικό και εργατικό κίνημα −ασχέτως αν, τελικά, το εθνικιστικό τζίνι έριξε και τον ίδιο μέσα στον λάκκο που έσκαψε για τους αντιπάλους του.

Ακόμη και το μακρινό 1947, ο Εμφύλιος κηρύχθηκε στην Κρήτη (με προκήρυξη του στρατιωτικού διοικητή Παύλου Γύπαρη) μέσω της ιδιόκτητης εφημερίδας των Μητσοτάκηδων, σαν συνέχεια του Μακεδονικού Αγώνα: εκκαθάριση του νησιού από τους «Κουκουέδες Βουλγάρους» που «εξασκούν [sic] την Σλαυική προπαγάνδα σε βάρος της Πατρίδος μας», όπως ακριβώς οι κομιτατζήδες πρόγονοί τους έκαναν κάποτε στη Μακεδονία («Κήρυξ», 20/3/47).

Μεταχρονολογημένη δήλωση μετανοίας

Αν κάτι σημάδεψε βαριά την τριήμερη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση, αυτό ήταν η θλιβερή συμμόρφωση του ΚΚΕ με τον σκληρό πυρήνα των επιχειρημάτων της εθνικιστικής δεξιάς περί Μακεδονικού, σε βάρος της ίδιας της εκατοντάχρονης ιστορίας του.

Δεν αναφερόμαστε φυσικά στην αντίθεσή του στην ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, που από μόνη της θα δικαιολογούσε την εκ μέρους του καταψήφιση της συμφωνίας − έστω κι αν η ΠΓΔΜ μπορούσε έτσι κι αλλιώς να γίνει δεκτή στη συμμαχία με το προσωρινό της όνομα, βάσει της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995, μετά τη ρητή καταδίκη του ελληνικού βέτο από το Διεθνές Δικαστήριο το 2011.

Πραγματική τομή αποτέλεσε η προσχώρηση του ΚΚΕ στο βασικό αφήγημα της μείζονος Δεξιάς, με την αναπαραγωγή από τους αγορητές του των βασικών ιδεολογημάτων της τελευταίας όσον αφορά τον «ανιστόρητο» και «εγγενώς αλυτρωτικό» χαρακτήρα του μακεδονικού αυτοπροσδιορισμού των γειτόνων μας. Αποψη που ισοδυναμεί επί της ουσίας με κατασυκοφάντηση των ηρωικότερων σελίδων της Ιστορίας του κόμματος − των ίδιων ακριβώς σελίδων, δηλαδή, που οι σημερινοί κάτοχοι του τίτλου του αρέσκονται να προβάλλουν σαν την «ύψιστη στιγμή της ταξικής πάλης» στη χώρα μας.

Δεν έφτασε βέβαια το ΚΚΕ μέχρι του σημείου να διακηρύξει πως «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική». Οι βουλευτές του κατήγγειλαν μάλιστα το συγκεκριμένο σύνθημα, όχι μόνο ως ανιστόρητο αλλά και ως έκφραση ενός αντίστροφου, ελληνικού αλυτρωτισμού.

Η εκ μέρους τους περιγραφή του «προβλήματος» δεν απείχε, ωστόσο, καθόλου απ’ αυτό το ιδεολόγημα, στον βαθμό που εντόπιζαν στη μακεδονικότητα των γειτόνων μας «το σπέρμα του αλυτρωτισμού» σε βάρος της εθνικής μας ασφάλειας.

Για την τεκμηρίωση αυτής της θέσης επιστρατεύθηκαν τα πιο ετερόκλητα επιχειρήματα: από τη θεωρητική διακήρυξη πίστης στον σταλινικό ορισμό του έθνους (με ταυτόχρονη έμπρακτη αναίρεσή του) μέχρι τη συνήθη ανιστόρητη κινδυνολογία, σύμφωνα με την οποία η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε αποκλειστικά και μόνο λόγω εξωτερικών ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων − με τη συνδρομή, φυσικά, του «καραμπινάτου ιμπεριαλιστικού ιδεολογήματος» του αυτοπροσδιορισμού.

«Η θέση περί μακεδονικού έθνους δεν πατάει στην πραγματικότητα», διακήρυξε χαρακτηριστικά ο κ. Κουτσούμπας, «γιατί δεν πληροί στην ενότητά της τα κριτήρια που τονίζουν πως το έθνος, ως ιστορικά διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων, εμφανίστηκε πάνω στην κοινότητα του εδάφους, της οικονομικής ζωής, της γλώσσας και της ψυχοσύνθεσης που εκδηλώνεται στην κοινότητα του πολιτισμού».

Ο ίδιος έσπευσε βέβαια να παραδεχτεί ότι «το κυρίαρχο έθνος που υπάρχει στη FYROM» (και το οποίο απέφυγε να κατονομάσει) «συγκροτήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη βάση αυτών των όρων, με την οντότητα όμως που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας».

Να υποθέσουμε ότι, από τη στιγμή που η Γιουγκοσλαβία δεν υπάρχει πια, πήγε περίπατο και το επίμαχο έθνος; Η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά, αφήνοντάς μας ν’ αναρωτιόμαστε πόσο «πραγματικά» έθνη είναι π.χ. οι Παλαιστίνιοι ή οι Κούρδοι, η συγκρότηση των οποίων υπήρξε φαινόμενο ταυτόχρονο ή μεταγενέστερο από εκείνην των ακατανόμαστων γειτόνων μας.

Υστερα απ’ αυτή τη βαθυστόχαστη ανάλυση, ο κ. Κουτσούμπας διέγνωσε, πάντως, για ακόμη μία φορά «το σπέρμα του αλυτρωτισμού» στην «αποδοχή και κατοχύρωση των εννοιών του μακεδονικού λαού, του Μακεδόνα πολίτη, της μακεδονικής γλώσσας».

Ακόμη προβληματικότερη ήταν η διάγνωσή του περί ανυπαρξίας μακεδονικής γλώσσας: «Κανένα στοιχείο δεν μπορεί να τεκμηριώσει πως μέσα σ’ αυτό το μωσαϊκό [της Μακεδονίας] υπήρξε ή υπάρχει ξεχωριστή διαμορφωμένη ενιαία μακεδονική γλώσσα. Φυσικά, ένα τμήμα των κατοίκων που έμεναν σ’ αυτό το κομμάτι στην περιοχή της γεωγραφικής Μακεδονίας μιλούσαν μία σλαβική διάλεκτο, την οποία συνεχίζουν να μιλούν και σήμερα βεβαίως, που συνήθως προσδιοριζόταν –και έτσι είναι– ως σλαβομακεδονική. Αυτή τη γλώσσα τη μάθαιναν και τη μιλούσαν τα παιδιά στην Τασκένδη, που ανιστόρητα είπε ο κύριος πρωθυπουργός, και όπου αλλού ζούσαν παιδιά που μιλούσαν τα σλαβομακεδονικά ή ήταν Σλαβομακεδόνες. Ολο αυτό, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την ύπαρξη και τον ισχυρισμό για ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας».

Το κλειδί των παραπάνω βρίσκεται φυσικά στο τέχνασμα της προαπαίτησης «ενιαίου» γλωσσικού οργάνου των κατοίκων μιας περιοχής, προκειμένου αυτό να δικαιούται την αντίστοιχη ονομασία. Μ’ αυτό το σκεπτικό, βέβαια, θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει ακόμη και την ύπαρξη ρωσικής γλώσσας, αφού το 1897 στο τότε ρωσικό κράτος την είχε βάσει της επίσημης απογραφής ως μητρική μόλις το 44,3% του πληθυσμού!

Κοινή εκδήλωση του ΚΚΕ, του Κ.Κ. Μακεδονίας και του Κ.Κ. Αλβανίας (24/5/2005) στο χωράφι-ομαδικό τάφο εκατοντάδων ανταρτών του ΔΣΕ που έπεσαν το 1949 στη μάχη της Φλώρινας. Δ. ΨΑΡΡΑΣ

↳ Πολύ μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, αλλά προτού ο κ. Κουτσούμπας ανακαλύψει «σπέρμα αλυτρωτισμού» στην ονομασία των γειτόνων μας: κοινή εκδήλωση του ΚΚΕ, του Κ.Κ. Μακεδονίας και του Κ.Κ. Αλβανίας (24/5/2005) στο χωράφι-ομαδικό τάφο εκατοντάδων ανταρτών του ΔΣΕ που έπεσαν το 1949 στη μάχη της Φλώρινας. Το κοινό στεφάνι φέρει τα ονόματα των τριών κομμάτων κι ακολουθεί φωτογράφηση κάτω από το σύνθημα «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» – στη μακεδονική γλώσσα, που το ΚΚΕ θεωρεί σήμερα απειλή για την εθνική μας ασφάλεια.

Οπως είπαμε ήδη, το καινοφανές σ’ αυτές τις τοποθετήσεις δεν είναι η υπόκλιση στα κυρίαρχα στερεότυπα, από ένα κόμμα που έχει δώσει άλλωστε την τελευταία δεκαετία μύρια όσα δείγματα κομφορμισμού. Είναι η έμμεση αποκήρυξη του παρελθόντος του, τη στιγμή μάλιστα που η φαντασιακή «ιδιοκτησία» αυτού του τελευταίου συγκροτεί τη ραχοκοκαλιά της κομματικής ιδεολογίας και ταυτότητας.

«Τολμάτε να βάζετε στο στόμα σας τον Δημοκρατικό Στρατό, την εκτελεσμένη ηρωίδα του ΚΚΕ, τη Μίρκα Γκίνοβα, Ειρήνη Γκίνη, ηρωίδα την οποία εκτέλεσαν τα δολοφονικά όπλα που είχαν πάνω τη σφραγίδα Made in USA. […] Αφήστε στην άκρη την ηρωική ιστορία του ελληνικού λαού, τους τιμημένους ήρωες νεκρούς μας», ξέσπασε ο γ.γ. του ΚΚΕ, όταν οι αγορητές του ΣΥΡΙΖΑ τόλμησαν ν’ αντιδιαστείλουν τις σημερινές απόψεις του με όσα το κόμμα του έλεγε επί δεκαετίες για το Μακεδονικό.

Ας παρακάμψουμε τη μικρή ανακρίβεια, πως η Μίρκα εκτελέστηκε από αμερικανικά όπλα, ένα οκτάμηνο πριν εξαγγελθεί το Δόγμα Τρούμαν. Για ποιον ακριβώς λόγο όμως καταδικάστηκε σε θάνατο και τι ακριβώς υποστήριζε η τιμημένη νεκρή − στέλεχος όχι μόνο της ΕΠΟΝ (επί Κατοχής) αλλά και μέλος του καθοδηγητικού γραφείου του «αλυτρωτικού» ΝΟΦ της Εδεσσας, από τη Βάρκιζα μέχρι τον θάνατό της;

Ελληνόγλωσσο φέιγ βολάν της Νεολαίας του ΝΟΦ Εδεσσας (1945), όταν την καθοδηγούσε η Ειρήνη Γκίνη / Μίρκα Γκίνοβα Ελληνόγλωσσο φέιγ βολάν της Νεολαίας του ΝΟΦ Εδεσσας (1945), όταν την καθοδηγούσε η Ειρήνη Γκίνη / Μίρκα Γκίνοβα | ΓΕΝΝΑΔΕΙΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ / ΑΡΧΕΙΟ Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗ

Επί της ουσίας, η στάση του ΚΚΕ στη Βουλή ισοδυναμεί με συλλογική δήλωση μετανοίας για το διεθνιστικό παρελθόν του. Ο κ. Κουτσούμπας δεν παρέλειψε, μάλιστα, να μεμφθεί τους αγορητές της Δεξιάς, ότι με τις εμφυλιοπολεμικές ιστορικές αναδρομές τους δίνουν όπλα στον κοινό εχθρό, την κυβέρνηση: «Οι υπόδικοι χρυσαυγίτες και κάποιοι, επίσης, βουλευτές της Ν.Δ. και άλλων κομμάτων, εμφανιζόμενοι ως χρήσιμοι προς αξιοποίηση από τον ΣΥΡΙΖΑ, βρήκαν την ευκαιρία για έναν απροκάλυπτο αντικομμουνισμό, αναφέροντας μάλιστα πετσοκομμένες, εκτός τόπου και τότε συνθηκών, κάποιες θέσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς στη δεκαετία του 1920».

Η δήλωσή του αυτή έγινε φυσικά δεκτή μ’ ενθουσιασμό από τα ευφυέστερα στελέχη της (ακρο)Δεξιάς, που αν μη τι άλλο ξέρουν να διακρίνουν τον βασικό αντίπαλο από τον αλλόδοξο συνοδοιπόρο: «Ο κ. Τσίπρας είναι ένας και μοναδικός, ο οποίος συνεχίζει –προσέξτε– την παράδοση του μακεδονισμού της Αριστεράς», διαπίστωσε π.χ. ο Μάκης Βορίδης. «Δεν τη συνεχίζει το ΚΚΕ. Ηρθε σήμερα το ΚΚΕ, άλλαξε την πολιτική του θέση από τότε, μίλησε για άλλες ιστορικοπολιτικές συγκυρίες και εμφανίστηκε ο κ. Τσίπρας να το μαλώνει γιατί δεν είναι σε εκείνη τη θέση».

Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της συνθηκολόγησης, δεν χρειάζεται φυσικά να πάμε στις μακρινές «θέσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς» (περί ανεξάρτητης Μακεδονίας-Θράκης), που το ΚΚΕ υποχρεώθηκε μεν να τις ασπαστεί τυπικά το 1924, αλλά τις καταδίκασε στην πράξη σε αχρηστία, όπως διαπιστώνουν όλες οι σοβαρές σχετικές μελέτες.

Αρκεί μια στοιχειώδης επισκόπηση των θέσεων και της πολιτικής πρακτικής του μετά την ανάληψη της ηγεσίας του από τον Νίκο Ζαχαριάδη το 1931 για να διαπιστώσει κανείς το βάθος της τωρινής τομής.

Η «ανύπαρκτη» εθνότητα

Η ύπαρξη σλαβικής μακεδονικής εθνότητας δεν είναι κάτι που εφευρέθηκε από την Κομμουνιστική Διεθνή και τον Τίτο, όπως ισχυρίζεται η Δεξιά. Οι σχετικές αναλύσεις χρονολογούνται ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, όταν η τύχη των σλαβόφωνων χριστιανών της οθωμανικής Μακεδονίας διαχωρίστηκε στην πράξη από εκείνη των Βουλγάρων ομολόγων τους.

Αν το επαναστατικό κίνημα των κομιτατζήδων και η βαλκανική Αριστερά προωθούσαν στο γύρισμα του αιώνα τη συγκρότηση ενός μακεδονικού «έθνους πολιτών» (όπως το γαλλικό, το αμερικανικό και κυρίως το ελβετικό), μια παράλληλη ανάγνωση της ίδιας εθνοποιητικής διαδικασίας, ρωσικής κυρίως έμπνευσης, πρόβαλλε ήδη από τη δεκαετία του 1880 τον διακριτό εθνικό χαρακτήρα των σλαβόφωνων Μακεδόνων (Μακεντόντσι).

Μετά δε την αποτυχία της εξέγερσης του Ιλιντεν και τον βαρύ φόρο αίματος των σλαβόφωνων κοινοτήτων κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, ο «πολιτικός» μακεδονισμός των κομιτατζήδων παραχώρησε σταδιακά τη θέση του σ’ έναν ανακλαστικό, «εθνοτικό» μακεδονισμό του πληθυσμού που βίωσε τραυματικά αυτή την εμφύλια διαμάχη: «μήτε Μπουλγκάρ, μήτε Γκρτς, μήτε Σρρπ· μοναχά Μακεντόν ορτοντόξ», ήταν το 1918 ο αυτοπροσδιορισμός των σλαβόγλωσσων χωρικών που κατέγραψε ο Μυριβήλης στη «Ζωή εν Τάφω».

Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας από την Κομμουνιστική Διεθνή έγινε ως γνωστόν στις αρχές του 1934. Το ΚΚΕ είχε όμως καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα ήδη από την προηγούμενη διετία, όπως προκύπτει από τα εμπεριστατωμένα επιτόπια σχετικά ρεπορτάζ του «Ριζοσπάστη».

«Στη Μακεδονία», διαβάζουμε εκεί, «παίζεται ένα άγριο δράμα σε βάρος μιας εθνότητας που δεν εννοεί να υποταχθεί σκλάβα στον ελληνικό, γιουγκοσλαυικό ή βουλγαρικό ιμπεριαλισμό» (19/10/1933). «Εχουν τόσοι αιώνες περάσει από τότε που εγκαταστάθηκε το σλαυικό στοιχείο στη Μακεδονία, που κανένας τους σήμερα δεν ξέρει τίποτα άλλο, παρά μονάχα πως στον τόπο αυτό γεννήθηκε και σ’ αυτόν θα πεθάνει. Και πως ούτε Ελληνας, ούτε Βούλγαρος, ούτε Σέρβος είνε» (24/11/1932). «Οι Μακεδόνες επιμένουν. Σφίγγουν τα δόντια τους, μιλάνε τη γλώσσα τους τη μακεδονική με πείσμα, φοράνε τη στολή τους τη μακεδονική με περηφάνεια και πιστεύουν κι ελπίζουν και καρτερικά μα σιωπηλά αγωνίζονται για μια Μακεδονία δική τους, για μια Μακεδονία ελεύθερη» (24/10/1933).

Από το 1935 το ΚΚΕ τάχθηκε ως γνωστόν ρητά εναντίον κάθε απόσχισης, διεκδικώντας ως αντιστάθμισμα πλήρη δικαιώματα για όλες τις μειονότητες. Επί Κατοχής, το ΕΑΜ–ΕΛΑΣ θα υπερασπιστεί αυτές τις αρχές και θα βρεθεί αντιμέτωπο με την προσπάθεια των κατοχικών αρχών να αξιοποιήσουν τους σλαβόφωνους Μακεδόνες ως «Βουλγάρους», στρατολογώντας τους σε ειδικά τάγματα ασφαλείας («Οχράνα») που υπάγονταν στις ίδιες μονάδες της Βέρμαχτ με τους «Ελληνες εθνικιστές» συμπολεμιστές τους.

Η απάντηση του ΚΚΕ σ’ αυτή τη διεκδίκηση, που αποτελούσε θανάσιμο κίνδυνο για το αντιστασιακό κίνημα, ήταν η υπεράσπιση της σλαβομακεδονικής εθνικής ιδιαιτερότητας, με αποκορύφωμα την ίδρυση του Σλαβομακεδονικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΣΝΟΦ), μειονοτικού σκέλους του ΕΑΜ, το φθινόπωρο του 1943.

Στη σχετική κομματική φιλολογία, η μακεδονική εξέγερση του 1903 συνδεόταν με την ελληνική επανάσταση του 1821 και οι δυο τους με το 1944, ως απόδειξη του κοινού επαναστατικού παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος των δύο πληθυσμών.

Στο δεύτερο αντάρτικο, πάλι, το ΚΚΕ θα στηριχτεί σε μεγάλο βαθμό στους Σλαβομακεδόνες, από τους οποίους απαρτιζόταν όχι μόνο η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού των μετόπισθεν του ΔΣΕ στο τρίγωνο Γράμμος-Βίτσι-Πρέσπα αλλά και πάνω από τους μισούς μαχητές του εκεί.

Για τη διασφάλιση της υποστήριξής τους, το κόμμα ενοποίησε τις δυνάμεις του μ’ εκείνες του Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΝΟΦ), του επίσημου δηλαδή φορέα του σλαβομακεδονικού εθνικισμού στην ελληνική Μακεδονία, βάσει συμφωνίας με την καθοδήγηση του Κ.Κ. Μακεδονίας στα Σκόπια (14/10/1946). Κάτω από γιουγκοσλαβική πίεση, το ΝΟΦ αντικατέστησε έτσι τον αρχικό αλυτρωτισμό του με το κομμουνιστικό πρόγραμμα ισοτιμίας των εθνικών μειονοτήτων.

Μολονότι η μετέπειτα σχέση των δύο πλευρών πέρασε από διάφορες φάσεις, το ΚΚΕ ουδέποτε αμφισβήτησε τον εθνικό χαρακτήρα της Λ.Δ. Μακεδονίας. Η περιβόητη δε απόφαση της 5ης Ολομέλειας (31/1/1949), περί «πλήρους εθνικής αποκατάστασης του μακεδονικού (σλαβομακεδονικού) λαού, έτσι όπως το θέλει ο ίδιος», μετά τη νίκη του ΔΣΕ, σχετιζόταν με τις προσπάθειες της Μόσχας να αποσπάσει τη ΛΔΜ από το Βελιγράδι, υποσχόμενη μία ακόμη πιο προωθημένη μορφή εθνικής ολοκλήρωσης. Εξ ου και καταγγέλθηκε από τους Γιουγκοσλάβους σαν καθαρά εχθρική πράξη, ανακλήθηκε δε πολύ γρήγορα (9/10/1949), αφού πρώτα πληρώθηκε με πολύ αίμα από τους δεσμώτες κομμουνιστές όλης της επικράτειας.

Αριστερά, ο Ζαχαριάδης μιλά στο 2ο συνέδριο του ΝΟΦ (Ψαράδες, 25 Μαρτίου 1949). Η αφίσα του συνεδρίου, όπως και το καταστατικό της οργάνωσης αναφέρονταν ρητά στους «Μακεδόνες» (Μακεντόντσι) «της ελληνικής» / «αιγαιάτικης» Μακεδονίας. ΑΠ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ, «ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΣΕ» (Αθήνα 2016) | ΑΥΕ

↳Αριστερά, ο Ζαχαριάδης μιλά στο 2ο συνέδριο του ΝΟΦ (Ψαράδες, 25 Μαρτίου 1949). Η αφίσα του συνεδρίου, όπως και το καταστατικό της οργάνωσης αναφέρονταν ρητά στους «Μακεδόνες» (Μακεντόντσι) «της ελληνικής» / «αιγαιάτικης» Μακεδονίας. Οι φωτογραφίες προέρχονται από λεύκωμα που εξέδωσε προ τριετίας το ΚΚΕ.

Φυσικά, η ανάκληση αυτή ουδόλως έθιξε την άποψη του κόμματος για την ύπαρξη (σλαβο)μακεδονικού έθνους· οι ρητές δε αναφορές στη μειονότητα και την προάσπιση των δικαιωμάτων της συνεχίστηκαν τουλάχιστον μέχρι τη Μεταπολίτευση.

Η μελέτη του διαθέσιμου πρωτογενούς υλικού δίνει και την απάντηση στο σημειολογικό ερώτημα, ποια ακριβώς ήταν τελικά η «κομματικά ορθή» ορολογία για την επίμαχη πληθυσμιακή ομάδα: Σλαβομακεδόνες ή απλά Μακεδόνες;

Στην πραγματικότητα, οι δύο όροι χρησιμοποιούνταν εναλλάξ, ανάλογα συνήθως με το κοινό. Ο όρος «Σλαβομακεδόνες» χρησιμοποιούνταν κυρίως σε ελληνόγλωσσα κείμενα, ώστε να διασφαλίζεται η αναγκαία διάκριση από τον υπόλοιπο πληθυσμό της ελληνικής Μακεδονίας. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τα σλαβόγλωσσα, όπου ο όρος «Μακεντόνετς» είχε κατά κανόνα εθνικό περιεχόμενο, με την αντίστοιχη διάκριση να γίνεται περιφραστικά («Ελληνες Μακεδόνες» ή «Ελληνες της Μακεδονίας»).

Η «ανύπαρκτη» γλώσσα

Ακόμη σαφέστερα ήταν τα πράγματα με τη μακεδονική γλώσσα, καθώς εδώ δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα εννοιολογικής σύγχυσης.

«Παντού μιλάνε, συζητάνε στη γλώσσα τους τη “Μακεντόνσκυ” για το ψωμί, για τη δουλειά, για τη φτώχεια τους. Η γλώσσα η μακεδονική μιλιέται κατά 80% μέσα στα Βοδενά», διαβάζουμε λ.χ. σ’ ένα τυπικό ρεπορτάζ του «Ριζοσπάστη» (31/10/1933), στις σελίδες του οποίου φιλοξενούνταν επίσης επιστολές «στη μακεδονική γλώσσα» μ’ ελληνική γραφή (ενδεικτικά: 3/10/1934, 13/10/1934, 1/12/1934).

Σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, το ΚΚΕ ήταν άλλωστε η μοναδική πολιτική δύναμη που υπερασπίστηκε ρητά και δημόσια το δικαίωμα των σλαβόφωνων Μακεδόνων της Ελλάδας στην ελεύθερη και θεσμικά κατοχυρωμένη χρήση της μητρικής τους γλώσσας.

Ομόλογες κομματικές εκδόσεις στην προσφυγιά: το περιοδικό «Μακεδονική Ζωή» και η συλλογή παραδοσιακών τραγουδιών «Μακεδονική λαϊκή δημιουργία». Π. ΚΟΥΦΗΣ, «ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΦΛΩΡΙΝΑΣ-ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ» (Αθήνα 1996)

↳ Ομόλογες κομματικές εκδόσεις στην προσφυγιά: το περιοδικό «Μακεδονική Ζωή» και η συλλογή παραδοσιακών τραγουδιών «Μακεδονική λαϊκή δημιουργία». Οι αγωνιστές που το σημερινό ΚΚΕ προβάλλει ως πολιτικούς προγόνους του ουδόλως συμμερίζονταν το θεώρημα των κ. Κουτσούμπα, Βορίδη και Αδώνιδος, περί εγγενούς ανθελληνισμού κάθε αναφοράς σε μακεδονικό λαό και μακεδονική γλώσσα.

Αμέσως μετά την Απελευθέρωση του 1944, οι ΕΑΜικές αρχές της Δυτικής Μακεδονίας θα δώσουν ένα σαφές δείγμα γραφής αυτού του σεβασμού, ανοίγοντας τα πρώτα σλαβομακεδονικά σχολεία σε ορισμένα χωριά της Καστοριάς και της Φλώρινας.

Ακόμη δημοφιλέστερο υπήρξε το ανέβασμα, από τους θεατρικούς ομίλους της ΕΠΟΝ, του σλαβόγλωσσου δράματος του Βοϊντάν Τσερνοντρίνσκι «Ματωμένος μακεδονικός γάμος» (македонска крвава сватба).

Και στις δύο περιπτώσεις, οι αγωνιστές που πρωτοστάτησαν σ’ αυτά τα εγχειρήματα μπήκαν κατόπιν στο στόχαστρο της λευκής τρομοκρατίας, διωκόμενοι ακόμη και για… δωσιλογισμό από τους μέχρι πρότινος συνεργάτες του Αξονα.

Ακόμη πανηγυρικότερη ήταν η αντίστοιχη πολιτική του δεύτερου αντάρτικου, όπως διακήρυξε σε όλους τους τόνους το επίσημο έντυπό του: «Ο Μακεδονικός λαός είναι ελεύθερος σήμερα όχι μόνο να μιλά τη γλώσσα του αλλά τις συνελεύσεις, τις συγκεντρώσεις, τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις να τις κάνει στη γλώσσα του. Τον περασμένο χρόνο στην ελεύθερη περιοχή του Βίτσι και το Καϊμακτσαλάν λειτούργησαν 87 μακεδονικά σχολειά με 10.000 μαθητές, που μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα μάθανε να διαβάζουν και να γράφουν στη μητρική τους γλώσσα. Μακεδόνικα γράμματα μάθανε και όλοι οι ενήλικες της ελεύθερης περιοχής και οι σλαβομακεδόνες μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ. Σήμερα στα τμήματα του ΔΣΕ έχουν πρόγραμμα βδομαδιάτικο, οι σλαβομακεδόνες μαχητές και μαχήτριες διαβάζουν και γράφουν Μακεδόνικα» (περ. «Δημοκρατικός Στρατός», 5/1949, σ. 317).

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η ομιλία του υπουργού Παιδείας της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, Πέτρου Κόκκαλη, κατά την αποφοίτηση των δασκάλων («120 Μακεδόνων και 40 Ελλήνων») που προορίζονταν για τα χωριά που ήλεγχε ο ΔΣΕ (4/2/1948).

Μεταφράζουμε από σχετικό ρεπορτάζ του επίσημου οργάνου του ΝΟΦ: «Αν θέλαμε να δούμε τη σημασία της σημερινής γιορτής, θα πρέπει να εξετάσουμε το γεγονός πως οι Ελληνες και οι Μακεδόνες μαζί, με τη βοήθεια του ΔΣΕ θέτουν τις βάσεις του νέου Λαϊκού Σχολείου. Ο κοινός τους αγώνας είναι το γεγονός που αποτελεί σταθμό και αρχή για να πάψει το φριχτό δράμα που παιζόταν ενάντια σε τούτο το λαό σε τούτη τη γη. Τούτο το φροντιστήριο, το έργο του και τούτη η γιορτή αποδεικνύουν το σεβασμό μας για τη μακεδονική μειονότητα, στην οποία για πρώτη φορά στη ζωή της δίνεται κάθε δυνατότητα ν’ αναπτύξει τη μητρική της γλώσσα και τον εθνικό πολιτισμό της. Ολα αυτά δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου ανθρωπισμού, αλλά αποτέλεσμα της βαθιάς ιδεολογίας και του κοινού αγώνα Ελλήνων και Μακεδόνων» («Непокорен», 20/2/1948, σ. 13).

Μακεδονικά αναγνωστικά εξέδωσε το 1950 στην Τασκένδη και η Επιτροπή Βοήθειας στο Παιδί (ΕΒΟΠ), η αρμόδια δηλαδή υπηρεσία του ΚΚΕ στην πολιτική προσφυγιά, με πρόεδρο τον Κόκκαλη και στελέχη όπως η Ελλη Αλεξίου, ο Γιώργης Ζωίδης κ.ά.

Για το περιεχόμενό τους, εξαιρετικά εύγλωττα είναι τα δείγματα που εικονογραφούν το σημερινό μας άρθρο.

Χαρακτηριστικές σελίδες από το «Αλφαβητάρι και πρώτο αναγνωστικό» που εξέδωσε το ΚΚΕ το 1950 για τα σλαβόφωνα προσφυγόπουλα της Τασκένδης (εκδοτικό «Νέα Ελλάδα»). ΑΡΧΕΙΟ Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Χαρακτηριστικές σελίδες από το «Αλφαβητάρι και πρώτο αναγνωστικό» που εξέδωσε το ΚΚΕ το 1950 για τα σλαβόφωνα προσφυγόπουλα της Τασκένδης (εκδοτικό «Νέα Ελλάδα»). Πάνω: «Ο Φίλιπ και ο Φώτης είναι δυο καλά παιδιά. Ο Φώτης είναι Ελληνόπουλο κι ο Φίλιπ Μακεδονόπουλο». Κάτω αριστερά: «Μακεδονόπουλο, Ελληνόπουλο / χέρι χέρι / κινήσανε για νέα ζωή / τους καλεί ο δρόμος του Ζαχαριάδη. / Στη δουλειά είναι μαζί / στο μάθημα πάλι εκεί / με ομόνοια, με αγάπη, [σαν] αγαπημένα αδέρφια / θα γυρίσουν στο κατώφλι του σπιτιού». Δεξιά: «Η Τσφέτα ήταν από το χωριό Μόκρενι [σημ. Βαρικό Φλώρινας]. Η Τσφέτα ήταν ηρωική παρτιζάνα. Η Τσφέτα έπεσε στις μάχες του Βίτσι για τη λευτεριά του μακεδονικού και του ελληνικού λαού».

Η τροχιά της ανάνηψης

Από τότε μέχρι σήμερα κύλησε, βέβαια, πολύ νερό στο αυλάκι. Τον Σεπτέμβριο του 1988, εποχή σημαδεμένη από τα σχέδια διαδοχής ενός ΠΑΣΟΚ βυθισμένου σε βαθιά κρίση, ο Χαρίλαος Φλωράκης θα δηλώσει κατηγορηματικά ότι το ΚΚΕ δεν δέχεται πια την ύπαρξη (σλαβο)μακεδονικής μειονότητας στην ελληνική επικράτεια.

Τέσσερα χρόνια μετά, σε μια εντελώς διαφορετική συγκυρία, το διασπασμένο πλέον κόμμα θ’ αρνηθεί ν’ ακολουθήσει τον υπόλοιπο εθνικό κορμό στον κατήφορο της εθνικιστικής υστερίας των συλλαλητηρίων − αποσπώντας από έναν υπερφίαλα είρωνα Λεωνίδα Κύρκο τον τιμητικό τίτλο των «Λακεδαιμονίων». Επιλογή που παραλίγο να έχει ακόμη και ανθρώπινα θύματα: στις 3/6/1994 ένας ομογενής της διασποράς από την Κρήτη, τυφλωμένος από εθνικιστικό μίσος, θα μαχαιρώσει τους υποψήφιους ευρωβουλευτές του ΚΚΕ Γιάννη Θεωνά, Βασίλη Ευφραιμίδη και το μέλος της Κ.Ε. Μιχάλη Σπυριδάκη, κατά το κλείσιμο προεκλογικής ομιλίας τους στη Θεσσαλονίκη.

Ηταν, απ’ ό,τι φαίνεται, το κύκνειο άσμα της διεθνιστικής παράδοσης. Η τομή προς την αντίθετη κατεύθυνση θα σηματοδοτηθεί το φθινόπωρο του 1998, με τη στρατολόγηση της Λιάνας Κανέλλη (πάλαι ποτέ «παιδιού της Ν.Δ.» και υποψήφιας ευρωβουλευτίνας του ΚΟΔΗΣΟ, που από τον πιο ακραίο ευρωπαϊσμό είχε προσχωρήσει στον τυφλό εθνικισμό) στον ρόλο του πολιτικοϊδεολογικού κατηχητή μιας κομματικής βάσης παραζαλισμένης από την κατάρρευση του «υπαρκτού».

Μέσα σε χρόνο μηδέν, η εικόνα του κομματικού λόγου, τόσο στο Μακεδονικό όσο και στα υπόλοιπα «εθνικά ζητήματα», υπέστη εντυπωσιακή μετάλλαξη. Ο κύκλος θα κλείσει το 2011, με την αναγόρευση σε πρόβλημα ακόμη και της εθνικής ταυτότητας και γλώσσας των γειτόνων μας· εξέλιξη που επισφραγίστηκε πανηγυρικά με τις κοινοβουλευτικές αγορεύσεις της περασμένης βδομάδας.

Θα ήταν, πάντως, άδικο να ισχυριστούμε ότι μόνο το ΚΚΕ άντλησε εμπνεύσεις από το ιδεολογικό οπλοστάσιο των πάλαι ποτέ αντιπάλων του.

Ο όρος «εθνομηδενισμός», προσφιλέστατος πλέον στην εγχώρια Δεξιά, όπως διαπιστώσαμε από τις αγορεύσεις στη Βουλή τόσο της Χρυσής Αυγής (Παππάς, Κασιδιάρης) όσο και της Ν.Δ. (Σαμαράς, Αραμπατζή, Κατσανιώτης), προέρχεται από το ιδεολογικό οπλοστάσιο του ύστερου «υπαρκτού σοσιαλισμού» της γειτονιάς μας.

Πρωτοδιατυπώθηκε –ως национален нихилизъм– στη Βουλγαρία της δεκαετίας του 1960, όταν το καθεστώς Ζίβκοφ πραγματοποίησε τη δική του εθνικιστική στροφή στο Μακεδονικό, ανακαλώντας από την εφεδρεία προπαγανδιστές που είχαν θητεύσει στη φασιστική κατοχική διοίκηση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Χρησιμοποιήθηκε δε για την απαξίωση όλων εκείνων των παλαίμαχων κομμουνιστών που είχαν πρωτοστατήσει στην εγκατάλειψη του παραδοσιακού μεγαλοϊδεατισμού μετά το 1944 και, όπως ήταν φυσικό, δεν έβλεπαν με καθόλου καλό μάτι την παλινόρθωσή του με ψευδομαρξιστικό προσωπείο.

 Διαβάστε
 Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία (Αθήνα 2000, εκδ. Μαύρη Λίστα· 4η έκδ. Αθήνα 2008, Βιβλιόραμα). Οι διαχρονικές διώξεις των ομιλητών του ακατονόμαστου «τρισκατάρατου σλαβικού ιδιώματος» από την ελληνική εθνικοφροσύνη − και η εξίσου διαχρονική υπεράσπιση της ιδιαίτερης ταυτότητάς τους από το εγχώριο κομμουνιστικό κίνημα.
 Τάσος Κωστόπουλος, «“Η Μακεδονία κάτω από το ζυγό της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας”. Ενα ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη στις σλαβόφωνες περιοχές (1933)» (περ. Αρχειοτάξιο, τχ.11, 6/2009, σ. 6-36). Η μεσοπολεμική καταπίεση και αντίσταση των σλαβόφωνων Μακεδόνων, όπως τις κατέγραψε τότε το όργανο του ΚΚΕ. Μεταξύ άλλων, διαπιστώνεται πως η αναγνώριση διακριτής μακεδονικής εθνότητας από το κόμμα προηγήθηκε των σχετικών αποφάσεων της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
 Τάσος Κωστόπουλος, «Το Μακεδονικό στη δεκαετία του ’40», σε Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τ. Δ1 (Αθήνα 2009, εκδ. Βιβλιόραμα), σ. 363-415. Ανατομία των εξελίξεων της κρίσιμης δεκαετίας, με αναλυτική επισκόπηση της μακεδονικής πολιτικής, τόσο του (κατοχικού και εμφυλιοπολεμικού) κράτους όσο και του αριστερού αντιστασιακού κινήματος.
 Γιώργος Π. Αναστασόπουλος, «Μακεδονικό ζήτημα και ΚΚΕ, 1918-1935» (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Αθήνα 2007). Εξαιρετική επισκόπηση των σχετικών εσωκομματικών ζυμώσεων κατά τη νεανική φάση του εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος, με πηγή -μεταξύ άλλων- και αδημοσίευτα έγγραφα από το αρχείο του ΚΚΕ, στον Περισσό.
 Κυριάκος Πυλάης, Μνήμες – Βιώματα – Στοχασμοί. 1870-1990 (Αθήνα 1990). Η μαρτυρία ενός παλαίμαχου Σλαβομακεδόνα κομμουνιστή της Φλώρινας, τοπικού στελέχους του ΚΚΕ, του ΕΛΑΣ και του ΣΝΟΦ, εθνοσυμβούλου στις Κορυσχάδες το 1944 και υποψήφιου βουλευτή του κόμματος μετά τη Μεταπολίτευση.
 Παύλος Κούφης, Λαογραφικά Φλώρινας-Καστοριάς (Αθήνα 1996). Το τρίτο και τελευταίο βιβλίο του παλαίμαχου Σλαβομακεδόνα δασκάλου που συνέταξε στην πολιτική προσφυγιά τα μακεδονικά αλφαβητάρια του ΚΚΕ, μέλους του κόμματος μέχρι τον θάνατό του το 2005. Περιλαμβάνει κυρίως υλικό που δημοσιεύτηκε τη δεκαετία του 1960 στην εφημερίδα «Νέα Ζωή», έκδοση των πολιτικών προσφύγων στο Βουκουρέστι.
 Αλέξανδρος Δάγκας – Γιώργος Λεοντιάδης, Το κομματικό αρχείο (Θεσσαλονίκη 2009, εκδ. Επίκεντρο). Ημιεπίσημη άποψη του σημερινού ΚΚΕ για την «υπεξαίρεση» ενός τμήματος του αρχείου του από το ΚΚΕ Εσωτερικού κατά τη διάσπαση του 1968. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η πλήρης ευθυγράμμιση των συγγραφέων με την επίσημη κρατική άποψη περί Μακεδονικού, καθώς και η εκ μέρους τους αναπαραγωγή της παραδοσιακής αντικομμουνιστικής επιχειρηματολογίας περί μειωμένων εθνικών ανακλαστικών της Αριστεράς, σε βάρος -τούτη τη φορά- των «αναθεωρητών».

Αυτοί που δε γύρισαν. Οι (Σλαβο)Μακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου

Popaganda  – 26/01/2019

ΤΟ-ΜΕΤΕΩΡΟ-ΒΗΜΑ-9.jpg

Αυτοί που δε γύρισαν. Οι (Σλαβο)Μακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου

Η Συμφωνία των Πρεσπών εγκρίθηκε. Ίσως ήρθε η ώρα να λυθεί και μια μεγάλη ιστορική αδικία που μας βαραίνει εδώ και δεκάδες χρόνια. Ένα ρεπορτάζ της Μαρίας Λούκα.

Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει «δικό μου είναι»
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έγραψε αυτό το ποίημα το 1982. Στη συνέχεια το ενέταξε στο φιλμικό κείμενο της ταινίας «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» (φωτογραφία εξωφύλλου). Γιατί μάλλον για εκεί ήταν γραμμένο, για μια εικονοποιητική ελεγεία του προσφυγικού πόνου, για τις χαραγμένες γραμμές στο χάρτη που βάζουν όρια στην ύπαρξη, για τα ανεκπλήρωτα τάματα που κουβαλάνε τα ποτάμια, για τις ρίζες που τραβήχτηκαν μανιασμένα από το χώμα, για τις ιστορίες που σβήστηκαν με μια μικρόψυχη σφραγίδα,  για τους ανθρώπους που πέρασαν όλη τους τη ζωή σε τόπους – αίθουσες αναμονής και ποτέ δε φτάσανε στον προορισμό τους.

Από παλιά διωγμένοι, μόνιμα επισκέπτες, παντού ξένοι και εμφατικά ανεπιθύμητοι. Αυτοί που, σε καιρό ειρήνης, δε μπόρεσαν να επιστρέψουν στα χωριά που γεννήθηκαν και πέθαναν μ’ αυτό το μαράζι.

Σκηνή από το «Μετέωρο βήμα του πελαργού».


Σ
τη Φλώρινα, στην Καστοριά, στις Πρέσπες υπάρχουν σημεία σημαδεμένα από την απουσία, την ερήμωση και τον βίαιο εξανδραποδισμό της μνήμης. Οικογένειες ολόκληρες που χωρίστηκαν σε ζόρικους καιρούς και δεν αντάμωσαν ξανά, σχέσεις ζωής που έμειναν μετέωρες να ξεροσταλιάζουν σε αντικριστές πόλεις αλλά θωρακισμένες με αόρατα τείχη αποκλεισμού, λίγα χιλιόμετρα που πήραν την απόσταση της αβύσσου.

Αυτή είναι η – άβολη για το ελληνικό κράτος και τραγική για τους πρωταγωνιστές της –  ιστορία των πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου που δε γύρισαν ποτέ. Όχι επειδή το επέλεξαν αλλά επειδή τους το απαγόρευσαν, καθώς χαρακτηρίστηκαν ως «μη Έλληνες το γένος».

alexandros_katsis_pop_prespes_17_-960x640.jpgΠρέσπες βράδυ στο χωριό Άγιος Γερμανός. Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής

Ξετυλίγοντας αυτό το ένοχο κουβάρι, γυρίζουμε προς τα πίσω στην ταραγμένη δεκαετία του ’40 που διαδραματίστηκε μια από τις τελευταίες και πλέον σαρωτικές πράξεις διώξεων και πειθάρχησις των σλαβόφωνων πληθυσμών της Βόρειας Ελλάδας.

Ούτως ή άλλως το ελληνικό κράτος ήδη από την εποχή της μεταξικής δικτατορίας είχε εντείνει μια στρατηγική σκληρής αφομοίωσης και καταστολής των συγκεκριμένων πληθυσμών απαγορεύοντας την έκφραση γλωσσικών και πολιτισμικών στοιχείων, ενώ είχε εισάγει την έννοια του «αλλογενούς» ως μεταβλητή στις πολιτικές ιθαγένειας. Με το προεδρικό διάταγμα του 1927 προβλεπόταν η στέρηση ιθαγένειας για «αλλογενείς έλληνες υπηκόους , εγκαταλίποντες το ελληνικόν έδαφος άνευ προθέσεως επανόδου».

Την περίοδο της ναζιστικής κατοχής αρκετοί Σλαβομακεδόνες*– όπως αυτοπροσδιορίζονταν – συμμετείχαν ενεργά στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ. Η προσέγγιση του ΚΚΕ, που αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά των αντιστασιακών οργανώσεων, κινούνταν στον αντίποδα του επίσημου ελληνικού κράτος και προέκρινε το σεβασμό και την ισότητα των μειονοτήτων. Πτυχή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στη Φλώρινα ήταν η λειτουργία των σχολείων , όπου τα παιδιά μάθαιναν και την απαγορευμένη μητρική τους γλώσσα.

Η ανάσα ελευθερίας που πήραν ήταν φευγαλέα. Μετά την απελευθέρωση της χώρας βίωσαν κι οι ίδιοι, όπως και οι περισσότεροι αγωνιστές της Αντίστασης την απόλυτη αντιστροφή της πραγματικότητας. Αυτοί που πολέμησαν τους Ναζί  βρέθηκαν ξανά διωκόμενοι από τους συνεργάτες των Ναζί που είχαν αναλάβει ρυθμιστικό ρόλο στη νέα συνθήκη. Η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ελλάδα για πολιτικούς λόγους, ήταν μια (Σλαβο)μακεδόνισσα αγωνίστρια της ΕΠΟΝ και στη συνέχεια του Αντιφασιστικού Μετώπου Γυναικών, η δασκάλα Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα). Την συνέλαβαν στις 6 Ιουλίου του 1946 άνδρες των ΜΑΥ (Μονάδες Αστυνόμευσης Υπαίθρου). Υποβλήθηκε σε άγρια βασανιστήρια όπως θάψιμο στο έδαφος και εικονική εκτέλεση, βελόνες στα νύχια, δημόσια διαπόμπευση στην πόλη. Στο δικαστήριο παρωδία που έγινε , όταν τη ρώτησαν «Τί είσαι εσύ;» απάντησε:

mirka_ginova
Η δασκάλα Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα).

 

«Είμαι (Σλαβο)μακεδόνισσα και πιστεύω στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας, επειδή μόνο αυτό το κόμμα εκπροσωπεί όλους τους λαούς της Ελλάδας και εγγυάται στους Μακεδόνες ίσα δικαιώματα με όλους τους άλλους. Πολέμησα στην Κατοχή εναντίον του Ναζί κατακτητή. Με ιδιαίτερο μίσος πολέμησα εναντίον των Βουλγάρων φασιστών, οι οποίοι προσπαθούσαν να ρίξουν τον μακεδονικό λαό στα νύχια των Ταγμάτων Ασφαλείας». Στην αναγγελία της θανατικής της καταδίκης, αντέτεινε με ψυχραιμία: «Δε φοβάμαι ότι θα με σκοτώσετε. Πίσω μου στέκουν χιλιάδες Μακεδόνισσες και Ελληνίδες γυναίκες που θα συνεχίσουν τον αγώνα. Είμαι περήφανη που πεθαίνω αγωνιζόμενη για την ελευθερία του λαού».

Εκτελέστηκε στις 26 Ιουλίου αλλά η ελληνική ακροδεξιά τη φοβάται και νεκρή, αφού πρόταση του ΚΚΕ να δοθεί το όνομα της σε δρόμο της Έδεσσας απορρίφτηκε με βδελυγμία.

Την περίοδο του Εμφυλίου το 20-25% της δύναμης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος (ΔΣΕ) αποτελούνταν από Σλαβομακεδόνες μαχητές και μαχήτριες. Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας στο σχετικό κεφάλαιο αναφέρουν: «Οι Σλαβομακεδόνες κινητοποιήθηκαν ξανά στα χρόνια του Εμφυλίου στο πλευρό του ΔΣΕ , συγκροτώντας τα δικά τους στρατιωτικά τμήματα (ΝΟΦ)… Στις περιοχές που έλεγχε ο Δημοκρατικός Στρατός λειτούργησαν σχολεία στη σλαβομακεδονική γλώσσα , τα σλαβομακεδονικά χωριά εφοδίαζαν τους μαχητές με τρόφιμα κι εργάζονταν στην κατασκευή οχυρωματικών έργων , εκδίδονταν έντυπα στη σλαβομακεδονική γλώσσα , επιμορφώνονταν δάσκαλοί κοκ». Με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού πήραν τον αγκαθωτό δρόμο της προσφυγιάς  με τελικό προορισμό τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Για τους ίδιους η διαμονή τους εκεί είχε πάντα μια έννοια προσωρινότητας. Αυτό που διακαώς επιθυμούσαν ήταν να επιστρέψουν στους τόπους, τις οικογένειες και τα σπίτια που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, η ελληνική Βουλή είχε προλάβει να ρίξει τα νομοθετικά θεμέλια για τη συλλογική αδικία που ακολούθησε, θεσπίζοντας το 1947 ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο: «Έλληνες υπήκοοι διαμένοντες προσωρινώς ή μονίμως εις το εξωτερικόν, οίτινες διαρκούσης της παρούσης ανταρσίας δρουν αποδεδειγμένως αντεθνικώς ή ενισχύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον κατά του κράτους διεξαγόμενον συμμοριακόν αγώνα, δύνανται να αποστερηθούν της Ελληνικής Ιθαγένειας».

alexandros_katsis_pop_prespes_05_-960x640.jpgΕμφυλιοπολεμικό σύμβολο κρεμασμένο σε ξενοδοχείο της περιοχής.

Σύμφωνα με μια συγκεντρωτική καταγραφή των υπηρεσιών ασφαλείας 102.754 πολίτες έφυγαν από τη χώρα τη δεκαετία του ’40 για πολιτικούς λόγους, από τους οποίους οι 75.886 στερήθηκαν την ιθαγένεια.  Κάπως έτσι  – αυθαίρετα και αυταρχικά – αφαιρέθηκε η ιθαγένεια στους ηττημένους του Εμφυλίου. Το κράτος που άρθρωσε τη ρητορική των «εαμοβούλγαρων» και των «κομμουνιστοσυμμοριτών» μετατράπηκε σε μια καταστατική συμμορία που έκλεψε από χιλιάδες ανθρώπους την ιθαγένεια τους, τα σπίτια τους (καθώς οι περισσότερες ιδιοκτησίες δημεύτηκαν) και τη μνημονική τους υπόσταση. Αξιοποίησε με πνεύμα ωμού ρεβανσισμού την έκβαση του Εμφυλίου αφενός για να καταστείλει τον «εσωτερικό εχθρό» που ήταν το κίνημα χειραφέτησης που γεννήθηκε στην Αντίσταση και αφετέρου για να προχωρήσει σε μια νομιμοφανή εκκαθάριση των μειονοτικών υπολειμμάτων που θεωρούνται επικίνδυνα για τον εθνική αφήγηση. Η ίδια πολιτική συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες στη βάση του άρθρου 19 του Κώδικα Ιθαγένειας που θεσπίστηκε το 1955 και καταργήθηκε μόλις το 1998.

Ένα από τα βασικά αιτήματα του δημοκρατικού κινήματος μετά την πτώση της χούντας ήταν η επιστροφή των πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου. Τα Χριστούγεννα του 1982 ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοίνωσε την εκπλήρωση της επιθυμίας του κόσμου και η αποτύπωση της ήρθε με την υπουργική απόφαση των Γεννηματά και Σκουλαρίκη. Η απόφαση όριζε πως «μπορούν να επιστρέψουν ελεύθερα στην Ελλάδα όλοι οι Έλληνες το γένος που κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και λόγω αυτού κατέφυγαν στην αλλοδαπή ως πολιτικοί πρόσφυγες , έστω και αν απεστερήθησαν της Ελληνικής Ιθαγένειας». Η πολυπόθητη επανόρθωση είχε αστερίσκο και εσώκλειε μια εξαίρεση ρατσιστικού χαρακτήρα.

Σύμφωνα με μια συγκεντρωτική καταγραφή των υπηρεσιών ασφαλείας 102.754 πολίτες έφυγαν από τη χώρα τη δεκαετία του ’40 για πολιτικούς λόγους, από τους οποίους οι 75.886 στερήθηκαν την ιθαγένεια. 

Οι «μη Έλληνες το γένος», επί της ουσίας δηλαδή οι σλαβόφωνοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού και τα παιδιά τους δε χωρούσαν ούτε σ’ αυτήν την προσπάθεια ιστορικής αποκατάστασης. Για πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους που υπήρξαν ηγετικές μορφές της Αντίστασης στη Βόρεια Ελλάδα, ήταν αδιανόητος όχι μόνο ο επαναπατρισμός αλλά και η απλή επίσκεψη στη χώρα κι εκεί συντελέστηκαν πολλά ασήκωτα υπαρξιακά δράματα με ανθρώπους που έμεναν στη Μπίτολα – για παράδειγμα – και δεν πήραν άδεια να επισκεφτούν το χωριό τους ούτε για την κηδεία ενός αγαπημένου προσώπου.

Οι αρχές για να μη δώσουν άδεια εισόδου μερικών ωρών ή ημερών σε Σλαβομακεδόνες πολιτικούς πρόσφυγες, εφεύρισκαν διάφορα προσκόμματα όπως το ότι μπορεί στο διαβατήριο τους να αναγράφονταν ο τόπος γέννησης με το σλαβόφωνο τοπωνύμιο αλλά η συνηθέστερη αιτία ήταν ότι επρόκειτο για ανθρώπους φακελωμένους στις «μαύρες λίστες» της κρατικής ασφάλειας.

hqdefault
Ο Βάσκο Καρατζά, στιγμιότυπο από youtube.

Ο Βάσκο Καρατζά (Βασίλης Καρατζάς) γεννήθηκε στο Δενδροχώρι Καστοριάς το 1926. Ο μεγαλύτερος αδερφός του , ο Τάσο Καρατζά ήταν εξόριστος στην Ακροναυπλιά όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Πήρε μέρος στην Αντίσταση, συνελήφθη, φυλακίστηκε και εκτελέστηκε στο Γεντί Κουλέ. Ο Βάσκο ήταν γραμματέας της ΕΠΟΝ Κορεστείων την περίοδο της ναζιστικής κατοχής. Στο Εμφύλιο ήταν ασυρματιστής στο επιτελείο του Μάρκου Βαφειάδη. Μετά την ήττα βρέθηκε στην Τασκένδη και ήταν μέλος της επιτροπής για τον Έντιμο Επαναπατρισμό. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στα Σκόπια, όπου δούλευε ως εργοδηγός στη βιομηχανία αντλιών και ταυτόχρονα έγραφε στίχους και μετέφραζε από τα ελληνικά στα μακεδονικά έργα κορυφαίων ελλήνων ποιητών.

Για το ελληνικό κράτος ήταν στιγματισμένος ως κομμουνιστής και Σλαβομακεδόνας. Μιλώντας στην Κυριακή Μάλαμα στο πλαίσιο της σειράς ντοκιμαντέρ «Εκτός Ιστορίας» περιέγραψε τη μια φορά που τον άφησαν να επισκεφτεί την Ελλάδα μετά από 36 χρόνια: «Πρώτη φορά το Νοέμβρη του 1985 πήρα άδεια να δω το χωριό μου. Όταν ανέβηκα στον πλατύδρομο κι αντίκρισα το βουνό, τις σειρές με τα δάση και τα άλλα, άνοιξα τα χέρια μου. Ήθελα να τα’ αγκαλιάσω όλα… Δεν έχω συνηθίσει να κλαίω, ανοίγω τα χέρια μου σα να καταπραΰνω τον πόνο μου. Πήρα ξανά βίζα στις 30 Μαΐου. Έφτασα στους Ευζώνους. Η υπηρεσία στα σύνορα μου είπε ότι πρέπει να γυρίσω πίσω. Μου έδωσαν κι ένα χαρτί με το οποίο μου ανακοίνωναν ότι είμαι ανεπιθύμητος στην Ελλάδα».

Κι έτσι , όπως η έσβηνε η λέξη στα χείλη του, κοκαλωμένα , χωρίς φωναχτό συναίσθημα, σαν αθόρυβος πνιγμός συνειδητοποιούσες ότι αυτό είναι η ακηδία, η θλίψη που είναι τετελεσμένη , ακαταμέτρητη και βουβή. Ο Βάσκο Καρατζά δεν πήρε άδεια ούτε για να παραβρεθεί σε συνέδριο συγγραφέων μετά από επίσημη πρόσκληση του ΕΚΕΒΙ. Ακόμα και το 2000 που η ελληνίδα πρόξενος στα Σκόπια είχε υπογράψει τη βίζα του, οι συνοριοφύλακες εφάρμοσαν τους δικούς τους κανονισμούς. «Πρέπει να είναι φοβερά επικίνδυνο πρόσωπο αυτός ο κύριος Καρατζάς . Κάτι σαν Σκοπιανός Τζέιμς Μποντ που θα μπορούσε μόνος του να εξουδετερώσει όλο τον ελληνικό στρατό. Αλλιώς δεν καταλαβαίνω γιατί το ελληνικό κράτος ανακάλεσε την ίδια του τη βίζα! Λίγη ανθρωπιά δε θα έβλαπτε. Και λίγη εξυπνάδα επίσης. Οι περιπτώσεις αυτές μαθαίνονται διεθνώς και διασύρουν τη χώρα», έγραφε τότε ο Νίκος Δήμου. Πέθανε το Φλεβάρη του 2005. Το ελληνικό κράτος δεν του αναγνώρισε το διαχρονικά ιεροποιημένο δικαίωμα στον ανθρώπινο πολιτισμό να πεθάνεις στον τόπο που γεννήθηκες.

Η περίπτωση του Βάσκο Καρατζά είναι πολύ εμβληματική και συνάμα αντιπροσωπευτική, καθώς συμπυκνώνει τη συλλογική αδικία που υπέστησαν και δυστυχώς υφίστανται ακόμα οι «μη Έλληνες το γένος» πολιτικοί πρόσφυγες. Το 1993 ο Παύλος Κουφής, τιμημένος ανθυπολοχαγός το 1940-41, Εαμίτης, δάσκαλος στα σλαβόφωνα σχολεία της απελευθερωμένης Ελλάδας, μαχητής του ΔΣΕ έγραψε στην τοπική εφημερίδα της Φλώρινας ένα συγκινητικό στιγμιότυπο που έζησε για να υπενθυμίσει την εκκρεμότητα των «ανιθαγενών» συντρόφων του: «Το 1987 ταξίδεψα από την Αθήνα για να παραβρεθώ σε χαρά γάμου συγγενών μου στα Σκόπια. Την ώρα της επιστροφής ήρθε να με χαιρετίσει ο παιδικός μου φίλος Αναστάσης Ναουμ Γιουρούκης, ογδόντα χρονών τότε. Με βουρκωμένα μάτια με σφιχταγκάλιασε. Πάρε με μαζί σου αγαπητέ – έλεγε – , βάλε με στη βαλίτσα σου. Σαν πας στο χωριό , όλους να τους χαιρετήσεις. Να γλυκοφιλήσεις το ρημαγμένο μας σπίτι, τα αγριόχορτα της αυλής»

popaganda_balkans_2-960x640.jpgO Χάρτης που αλλάζει κάθε λίγο και λιγάκι.

Στο τέλος της δεκαετίας του 80 το ΚΚΕ έκανε επίσημο διάβημα ζητώντας τον «επαναπατρισμό των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων σλαβικής καταγωγής». Την περίοδο της Οικουμενικής κυβέρνησης του Ζολώτα, ο Χαρίλαος Φλωράκης σε μια ιστορία συζήτηση των τριών αρχηγών (Φλωράκη, Παπανδρέου, Μητσοτάκη) στο Πάντειο Πανεπιστήμιο επανέφερε το θέμα «Για φανταστείτε! Υπάρχουν πολιτικοί πρόσφυγες που γεννήθηκαν στην περιοχή αυτή. Εκεί μεγάλωσαν, εκεί έχουν τους συγγενείς τους και να μη τους επιτρέπουν να επαναπατριστούν γιατί είναι σλάβικης καταγωγής».

Το 2003 ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης έθεσε το ζήτημα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Είτε ατομικά, είτε μέσω φορέων ανθρωπίνων δικαιωμάτων οι πολιτικοί πρόσφυγες που δεν έχουν αποκατασταθεί έχουν προσφύγει στους διεθνείς οργανισμούς.

Το 2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας του Συμβουλίου της Ευρώπης συνέστησε για ακόμη μια φορά στις ελληνικές αρχές «να λάβουν μέτρα για να εφαρμόσουν με μη μεροληπτικό τρόπο τα μέτρα συμφιλίωσης που έλαβαν για όλους εκείνους που τράπηκαν σε φυγή λόγω του εμφύλιου πολέμου». Το 2010 έξι βουλευτές του Σύριζα κατέθεσαν ερώτηση στη Βουλή στηλιτεύοντας τα «μετεμφυλιακά σύνδρομα» και ρωτώντας τα αρμόδια υπουργεία «πότε σκοπεύουν να αφαιρέσουν από τους νόμους τη μεροληπτική, ρατσιστική και μισαλλόδοξη διάκριση Έλληνες το γένος». Τότε ήταν αντιπολίτευση. Σήμερα είναι κυβέρνηση και μάλλον αυτή η ερώτηση αντανακλάται στο δικό τους καθρέφτη.

Ο Παναγιώτης Δημητράς, εκπρόσωπος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου Συμφωνιών του Ελσίνκι έχει χειριστεί πολλές υποθέσεις μη επαναπατρισθέντων πολιτικών προσφύγων και σχολιάζει τις πρακτικές των ελληνικών αρχών: «Υπήρχαν οι μαύρες λίστες στις οποίες έβαζαν όποιους ήθελαν και συνεχίζουν να το κάνουν. Έχουμε χειριστεί υποθέσεις ακτιβιστών που δεν τους επιτρέπεται καν η είσοδος στη χώρα. Η Ελλάδα έχει απαγορεύσει την είσοδο ακόμα και σε δικηγόρο – συνεργάτιδα του ΕΠΣΕ από τα Σκόπια. Η Ελλάδα θα όφειλε, όπως έπραξε και με τις υπόλοιπες ομάδες του Εμφυλίου να τα ξεπεράσει όλα αυτά. Η μεγάλη ελπίδα αυτών των ανθρώπων ήταν όταν ήρθε ο Ανδρέας Παπανδρέου στην εξουσία αλλά δεν το κανε, μετά όταν ήρθε η Τσίπρας αλλά ούτε αυτός το έκανε. Το κράτος λέει ότι όποιοι θέλουν μπορούν να κάνουν αίτηση και θα αξιολογηθεί. Το ζήτημα δεν είναι η εξατομίκευση. Το ελληνικό κράτος πρέπει με θάρρος να αποδώσει ιθαγένεια και περιουσία (ή αντίστοιχη αποζημίωση) συλλογικά στους μη Έλληνες το γένος πολιτικούς πρόσφυγες του Εμφυλίου και στους απογόνους τους»

Μια τέτοια περίπτωση που έχει αναλάβει το ΕΠΣΕ και μπορούμε να παραθέσουμε είναι του Κ.Γ. που γεννήθηκε το 1941 στο Χιλιόδεντρο Καστοριάς. Ο πατέρας του συνελήφθη και φυλακίστηκε την περίοδο του Εμφυλίου κι έτσι η μητέρα πήρε τα παιδιά της το 1948 υπό το φόβο διώξεων και μετανάστευσαν στην Ουγγαρία, μετά στην Πολωνία και κατέληξαν το 1973 στη (σημερινή) Βόρεια Μακεδονία. Μόνο μια από τις αδερφές του που παντρεύτηκε Έλληνα πολίτη κατόρθωσε να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1987. «Όλα αυτά τα χρόνια, ενώ επιθυμούσα να επιστρέψω και να ζήσω μόνιμα στην Ελλάδα, το κλίμα που επικρατούσε για δεκαετίες δε μου το επέτρεπε. Μάλιστα δε μας επιτράπηκε ποτέ να επισκεφτούμε το φυλακισμένο πατέρα μας ακόμα κι όταν εκείνος ψυχορραγούσε και τελικά πέθανε το 1963. Πρόσφατα, αφού πληροφορήθηκα από την αδερφή μου πως το κλίμα έχει βελτιωθεί σημαντικά αποφάσισα να επιστρέψω στη χώρα καταγωγής μου, την Ελλάδα , όπου επιθυμώ να ζήσω για το υπόλοιπο της ζωής μου». Όταν , λοιπόν, το 2010 ξεκίνησε τη διαδικασία επαναπατρισμού η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείο Εσωτερικών του έστειλε ένα χαρτί του 1958 που με μια μονοκοντυλιά είχε αφαιρέσει την ιθαγένεια 256 ανθρώπων , μεταξύ των οποίων και ο ίδιος.

Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της αυθαιρεσίας που ασκήθηκε εις βάρος αυτών των ανθρώπων, ακόμα και πολλά χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, το 1975 μια απόρρητη εγκύκλιος του Υπουργείου Εσωτερικών προς 10 από τις 52 νομαρχίες τότε της χώρας διέταζε τους ληξίαρχους να μην εκδίδουν πιστοποιητικά σε άτομα που ζουν στις χώρες του ανατολικού μπλοκ και αλλού χωρίς προηγούμενη έγκριση των κεντρικών υπηρεσιών και μάλιστα σε περίπτωση «μη εγκρίσεως της χορήγησης πιστοποιητικού τίνος να μη γνωστοποιούν εγγράφως εις των αιτούντα την άρνηση».

51Παιδιά κάνουν ποδήλατο στο χωριό Μπελογιάννης στην Ουγγαρία.

Η επίσημη πολιτική του κράτους ήταν η ανυπαρξία.  Μέσα από μια σειρά μεθοδεύσεων επεδίωκαν να εξαφανίσουν οποιοδήποτε μνημονικό ίχνος της ύπαρξης αυτών των ανθρώπων σε περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Για πολίτες που είχαν γεννηθεί στη Βόρεια Ελλάδα και έφυγαν με τη διαδικασία που περιγράφηκε, είχαν το δικαίωμα οι υπηρεσίες να αρνηθούν να τους χορηγήσουν έστω και ένα πιστοποιητικό και μάλιστα προφορικά, για να μην έχουν οι πλήττοντες στα χέρια τους αποδείξεις αυτής της παρανοϊκής συμπεριφοράς, ώστε να προσφύγουν στα δικαστήρια και να δικαιωθούν. Αυτή η εγκύκλιος καταργήθηκε μερικώς μόνο το 2001 και παρέμεινε σε ισχύ για άλλα 16 χρόνια (μέχρι το 2017) για τους πρόσφυγες και τους απογόνους τους που ζούσαν στη Βόρεια Μακεδονία. Γιατί, βλέπεις, τις τελευταίες δεκαετίες εκεί γεωφραφικοποιήθηκε για τον ελληνικό κρατικό μηχανισμό ο «εθνικός κίνδυνος».

Απευθύνθηκα με αυτά τα ερωτήματα στον επικεφαλής της Ειδικής Γραμματείας Ιθαγένειας Λάμπρο Μπαλτσιώτη: «Υπάρχει η εξαίρεση που προέβλεπε η υπουργική απόφαση του 1982. Παρόλα αυτά πολλά τέτοια πρόσωπα έχουν γίνει δεκτά και έχουν επαναπατριστεί έκτοτε, ιδίως τη δεκαετία του 1980 και 1990, αλλά και αργότερα με εξατομικευμένες αιτήσεις. Τα τελευταία χρόνια αυτές οι αιτήσεις ανάκτησης ιθαγένειας κρίνονται από ένα συλλογικό όργανο με συμμετοχή δικαστών και καθηγητών νομικής, το Συμβούλιο Ιθαγένειας, κάποιες απορρίπτονται και κάποιες γίνονται δεκτές. Επίσης, υπάρχουν κάποιοι εξ αυτών ή των απογόνων τους που μπορούν να καθορίσουν την ελληνική τους ιθαγένεια από τον πρόγονο τους (π.χ. τη μητέρα τους) που δεν έχασε την ιθαγένεια. Παλαιότερα η διοίκηση, το Υπουργείο, και αυτό άλλαζε και με τη συγκυρία, είτε ερμήνευε τη νομοθεσία και τη νομολογία κατά το δοκούν, είτε κωλυσιεργούσε επί σειρά ετών, εξαντλώντας τον αιτούντα, ή ακόμη κλείνοντας την αίτηση με το θάνατό του. Σε αυτό τον τομέα υπάρχει κάποια πρόοδος, μικρή αλλά θα ήθελα να πιστεύω ορατή. Άλλωστε να μη ξεχνάνε ότι η ιθαγένεια στην Ελλάδα έχει μόλις οκτώ χρόνια που εισήλθε στο κράτος δικαίου και υπολείμματα της προηγούμενης περιόδου είναι ορατά και αλλού. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τέλη του 2017 με εγκύκλιο καταργήσαμε προηγούμενη απόρρητη εγκύκλιο, πλην όμως δημοσιευμένη τόσο στον αθηναϊκό τύπο όσο και στον τοπικό τύπο της Φλώρινας, που έδινε τη δυνατότητα στο κράτος να μπορεί να μη χορηγεί πιστοποιητικά γέννησης σε πρόσωπα που διαμένουν στην πΓΔΜ. Η μεγαλύτερη κατηγορία προσώπων που δεν έχουν επαναπατριστεί είναι εγκαταστημένοι στην πΓΔΜ. Οι αιτήσεις αυτών των ανθρώπων όταν σπανίως πλέον γίνονται, εξετάζονται, ατομικά προφανώς, και κρίνονται από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου. Επιτρέψτε μου πάντως, να κάνω δύο αναφορές με βάση την επιστημονική μου ενασχόληση με το ζήτημα. Η πρώτη, αφορά το ότι ο γειτονικός εθνικισμός αρνείται να ακούσει το γεγονός ότι πολλά άτομα έχουν επαναπατριστεί, ακόμη και κάποια που στην υπερορία είχαν δηλώσει μακεδονική εθνότητα. Βέβαια το επιχείρημα συντηρείτο και από απαράδεκτες πολιτικές του παρελθόντος, και έρχομαι στη δεύτερη αναφορά: να θυμηθώ την απαγόρευση εισόδου στον παλαίμαχο μαχητή του ΔΣΕ Βάσκο Καρατζά –ενός ανθρώπου εξαιρετικά μετριοπαθούς και με βαθιά αγάπη για την Ελλάδα, ή την επίσκεψη του Κωστή Στεφανόπουλου το 1998 στο χωριό Μπελογιάννης στην Ουγγαρία, όπου έκπληκτος διαπίστωσε, επισκεπτόμενος τους “Έλληνες της Διασποράς” ότι αρκετοί δεν είχαν ιθαγένεια λόγω καταγωγής από συγκεκριμένους οικισμούς της Καστοριάς κάτι που μεταβλήθηκε στη συνέχεια. Τα παραπάνω, και πολλά άλλα, όπως για παράδειγμα, ο επαναπατρισμός του Παύλου Κούφη το 1987, εκ των συγγραφέων των σχολικών εγχειριδίων για τους σλαβόφωνους πολιτικούς πρόσφυγες –να θυμίσω ένα κεφάλαιο από αυτά σε μετάφραση «Ο Φώτης είναι Έλληνας και ο Φιλίπ είναι Μακεδόνας», αυτά που έγραψαν και πίστευαν, δείχνουν ότι αρκετοί εξ αυτών δεν έβλεπαν αντιθετικά την ελληνική και τη μακεδονική ταυτότητα που είχαν αναπτύξει. Θα μπορούσε να πει λοιπόν κανείς ότι το ασαφές και ρευστό όριο του “Έλληνες ή μη Έλληνες το γένος”, όπως εφαρμόστηκε μετά το 1982, αντανακλούσε -και εν μέρει αντανακλά- πραγματικές καταστάσεις».

Στην τοποθέτηση του Ειδικού Γραμματέα σαφώς υπάρχουν κριτικές παραδοχές για τη μεταχείριση που επεφύλαξε η Πολιτεία στη συγκεκριμένη κατηγορία, ενώ αποκρυσταλλώνεται και μια πρόθεση βελτίωσης. Ωστόσο και πάλι ο τρόπος που υποδεικνύεται είναι στη σφαίρα της περιπτωσιολογίας, δηλαδή μπορεί όποιος θέλει να κάνει αίτηση και το Συμβούλιο Ιθαγένειας θα την εξετάσει. Αυτό ισχύει ούτως ή άλλως. Το ζήτημα είναι ότι μιλάμε για ανθρώπους που είχαν την ελληνική ιθαγένεια, γιατί εδώ γεννήθηκαν, εδώ έζησαν την παιδικότητα και την εφηβεία τους, εδώ συγκρότησαν δεσμούς και κοινωνικές σχέσεις, εδώ πολλοί πολέμησαν εναντίον των Ναζί ή/και στον Εμφύλιο.  Τους αφαιρέθηκε η ιθαγένεια και δεν συμπεριλήφθηκαν στα μέτρα επανόρθωσης της δεκαετίας του 80. Πρόκειται ξεκάθαρα για μια ιστορική ασυμμετρία ρατσιστικού περιεχομένου, η οποία οφείλει να αρθεί ως τέτοια και όχι επιλεκτικά. Η εξατομίκευση του ζητήματος λειτουργεί διαιρετικά και αφήνει ένα μεγάλο περιθώριο για φρονηματικού τύπου αξιολογήσεις.

Ο Γιώργος Λιάνης, επί πολλά χρόνια βουλευτής στη Φλώρινα και πρώην Υπουργός, είναι από τους ανθρώπους που θέτουν επιτακτικά την ανάγκη αποκατάστασης με αφορμή και την Συμφωνία των Πρεσπών.  Ο ίδιος ,εξάλλου, έχει βιώσει τη βιτριολική επίδραση του εθνικιστικού λαϊκισμού, όταν τη δεκαετία του ’90 στοχοποιήθηκε επειδή χόρεψε το «ανθελληνικό» – όπως χαρακτηρίστηκε από ακροδεξιούς κύκλους – τραγούδι «Ελενο Μόμε» στο πανηγύρι του προφήτη Ηλία στο Μελίτη της Φλώρινας. «Είναι πολύ σκληρό αυτό που έχει συμβεί. Τους έχω συναντήσει αυτούς τους ανθρώπους. Το 1976 – αν θυμάμαι καλά – πήγα ως δημοσιογράφος στα Σκόπια κι έκανα ορισμένες συνεντεύξεις. Ο λόγος τους έβγαζε καημό. Κατέβαιναν στη γέφυρα του Βαρδάρη για να βλέπουν τα φώτα της Ελλάδας. Θα σας εξομολογηθώ και κάτι ακόμα. Ο Γεννηματάς, ο οποίος υπέγραψε την απόφαση του 1982 που τους εξαιρούσε, κάποια χρόνια αργότερα ήρθε στη Φλώρινα στο πλαίσιο μιας κεντρικής εκδήλωσης του ΠΑΣΟΚ. Γνώρισε τους ανθρώπους. Στη Φλώρινα υπάρχουν πολλές οικογένειες που δε μπόρεσαν να επανασυνδεθούν με τους συγγενείς τους. Κατανόησε το παράπονο τους. Μου είπε , λοιπόν, τότε ότι θα επιδιώξει μια επανόρθωση και μου ζήτησε να τον βοηθήσω να επεξεργαστεί το θέμα μια νομοπαρασκευαστική επιτροπή. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να το κάνει. Εγώ διεκδικώ αυτή την αλλαγή. Το έχω θέσει και στη σημερινή κυβέρνηση. Είναι σαν αρχαία τραγωδία να μην επιτρέπεις σε κάποιον να πεθάνει και να ταφεί στον τόπο του. Οι άνθρωποι αυτοί είναι πολύ μεγάλης ηλικίας πλέον. Αυτό θέλουν, να περάσουν τα χρόνια που τους μένουν στην Ελλάδα. Πρέπει να γίνει για να κλείσει μια ακόμα πληγή του Εμφυλίου», λέει.

Θα μου πεις τι ψάχνεις τώρα; Σε πόσους μπορεί να αφορά αυτή η ιστορία; Δεν ξέρω. Οι περισσότεροι μάλλον πέθαναν ως «ανεπιθύμητοι» κι αυτό ήταν ανάλγητο. Αφορά σε όσους ζουν ακόμα, σε όσους ήταν μικρά παιδιά όταν έφυγαν με τους γονείς τους, σε κάποιους απογόνους. Ακόμα και σε έναν άνθρωπο ,να σου πω την αλήθεια, να αφορούσε, θα έπρεπε και πάλι να γίνει. Πέρα από την πρακτική , έχει και μια βαθιά συμβολική διάσταση. Ένα κομμάτι του πολιτικού συστήματος και του κοινωνικού σώματος με πολλή μεγάλη ευκολία – ενίοτε κιόλας κινδυνολογικά ή αβάσιμα – υπογραμμίζει τους εθνικισμούς των άλλων, τους αλυτρωτισμούς των άλλων, τις καταπιέσεις των άλλων αλλά στυλώνει σχεδόν με εφηβικό πείσμα τα πόδια ,όταν πρόκειται να μιλήσουμε για τα αντίστοιχα ελληνικά κρούσματα και ιδεολογήματα. Αφρίζει όταν καταπιέζονται ελληνικές μειονότητες σε άλλα κράτη αλλά αγνοεί ηθελημένα ότι το ελληνικό κράτος έχει συστηματικά καταπιέσει και παραβιάσει δικαιώματα κοινοτήτων που έχουν γλωσσικές, πολιτισμικές, θρησκευτικές ή ακόμα και εθνοτικές διαφοροποιήσεις από τις κυρίαρχες. Ο ρατσιστικός αποκλεισμός των (Σλαβο)Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων από τη δυνατότητα επαναπατρισμού χωρίς αστερίσκους και δηλώσεις «μεταμέλειας», είναι ένα κραυγαλέο υπόδειγμα κουρελιάσματος της έννοιας του κράτους δικαίου και αντικατάστασης του από το ανενόχλητο σουλάτσο πρακτόρων και εμπόρων εθνικοφροσύνης. Μπορούμε να αποκαθηλώσουμε και τα δικά μας ταμπού, ειδικά όταν αυτά ζέχνουν μίσος και θρέφουν τη βλακώδη νοσηρότητα των κάθε λογής φασιστών και αυτοαναγορευόμενων «καθαρόαιμων» εκπροσώπων της ελληνικότητας. Γυρνώντας 70 χρόνια πίσω για να σκύψεις με τρυφερότητα σ’ ένα ανοιχτό τραύμα, κάνεις ταυτόχρονα ένα βήμα μπροστά. Βάζεις μια σχεδία στο ποτάμι του Αγγελόπουλου.


*Στο κείμενο χρησιμοποιείται όρος Σλαβομακεδόνες, καθώς αυτός ήταν ο προσδιορισμός που είχε επικρατήσει από τον ΕΛΑΣ και ΔΣΕ για τη συγκεκριμένη κατηγορία μαχητών.

Βασικές πηγές άντλησης πληροφοριών για την έρευνα και τη σύνταξη του άρθρου υπήρξαν: Η συστηματική και μακροχρόνια δουλειά της ερευνητικής ομάδας του «Ίου» της Ελευθεροτυπίας http://www.iospress.gr/issues/refugees.htm, η μελέτη του δημοσιογράφου και ιστορικού Τάσου Κωστόπουλου «Αφαιρέσεις Ιθαγένειας: η σκοτεινή πλευρά της νεοελληνικής ιστορίας» που είναι προσβάσιμη στην πλατφόρμα academia.edu, το ντοκιμαντέρ της Κυριακής Μάλαμα «Εκτός Ιστορίας: Βάσκο Καρατζά» https://www.youtube.com/watch?v=v4wW0ZQ28dk ,  οι αναφορές του Ελληνικού Παρατηρητηρίου Συμφωνιών του Ελσίνκι, καθώς και ορισμένες καταγραφές από τη σελίδα https://ourbalkans.wordpress.com/