Μακεδονικό: οι σκελετοί στη ντουλάπα

Μακεδονικό: οι σκελετοί στη ντουλάπα

Οποιοδήποτε λεξικό κι αν ανοίξει κανείς στο λήμμα «αλυτρωτισμός», θα διαπιστώσει πως η επίμαχη έννοια προϋποθέτει δυο πράγματα. Αφ’ ενός μεν εδαφική επιβουλή, αφ’ ετέρου δε την ύπαρξη κάποιου «αλύτρωτου», ομοεθνούς πληθυσμού.

Στην περίπτωση του Μακεδονικού, γεγονός είναι πως η τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία στα πρώτα βήματά της φλέρταρε αρκούντως με την ιδέα της προσάρτησης ορισμένων τουλάχιστον παραμεθόριων ελληνικών εδαφών, κατοικούμενων τότε από συντριπτική πλειοψηφία Σλαβομακεδόνων. Αυτές όμως οι βλέψεις αποκηρύχθηκαν ρητά ήδη από το 1950, παραχωρώντας τη θέση τους στην απλή επίδειξη ενδιαφέροντος για τα δικαιώματα των Σλαβομακεδόνων ως ελλήνων πολιτών· πρακτική που δεν ισοδυναμεί από μόνη της με αλυτρωτισμό, όπως δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτόματα αλυτρωτικό το ενδιαφέρον της επίσημης Αθήνας για την ελληνική μειονότητα της Αλβανίας, από τη στιγμή που αυτό έπαψε να συνοδεύεται από εδαφικές διεκδικήσεις. Όσο για την ΠΓΔ Μακεδονίας, το Σύνταγμά της  εδώ και 26 ολόκληρα χρόνια (από τις 6/1/1992) περιλαμβάνει ρητή διάταξη (άρθρο 3.δ), σύμφωνα με την οποία η χώρα αυτή «δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις κατά γειτονικών κρατών».[1] Για την απαραίτητη σύγκριση, υπενθυμίζουμε ότι το ελληνικό Σύνταγμα δεν περιλαμβάνει τέτοια «μη αλυτρωτική» δικλείδα, καθώς και ότι πριν από 17 μόλις χρόνια, στις 29/8/2001, η Επιτροπή Άμυνας και Εξωτερικών Σχέσεων της Βουλής των Ελλήνων συζήτηση με κάθε σοβαρότητα τη δημιουργία από τον ελληνικό στρατό, σε περίπτωση διάλυσης της ΠΓΔΜ, «μιας υγειονομικής ζώνης η οποία θα περιλάμβανε οικισμούς, δηλαδή το Μοναστήρι, Γευγελή, Οχρίδα».[2]

Αυτά όσον αφορά την εδαφική επιβουλή. Τι συμβαίνει ωστόσο με το άλλο σκέλος του υποτιθέμενου «αλυτρωτισμού», τους σλαβόφωνους Μακεδόνες της Βόρειας Ελλάδας; Στο παρθενικό προσωπικό απολογισμό του για την πρώτη φάση του «Σκοπιανού», ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ομολογεί πως η υπόθεση του ονόματος της ΠΓΔ Μακεδονίας δεν αποτελούσε παρά την πρόσοψη των προσπαθειών του για αποτροπή της εμφάνισης συγκροτημένης μειονοτικής κίνησης στο χώρο της ελληνικής Μακεδονίας.[3] Ποια είναι όμως τα αντικειμενικά δεδομένα, πάνω στα οποία στηρίχθηκαν αυτοί οι φόβοι;

Ο αριθμός

Πριν από την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος, στη σημερινή ελληνική Μακεδονία ζούσαν κάπου 250 με 300.000 σλαβόφωνοι χριστιανοί. Ακολούθησαν τέσσερα μεγάλα κύματα εθνοκάθαρσης (1913, 1919-25, 1945-46, 1948-49), που περιόρισαν το μέγεθος αυτής της πληθυσμιακής ομάδας, χωρίς ωστόσο και να την εξαφανίσουν.

Η τελευταία απογραφή που ασχολήθηκε με τη μητρική γλώσσα των κατοίκων της Ελλάδας έγινε το 1951 και κατέγραψε συνολικά 41.167 σλαβόφωνους χριστιανούς (14.476 στο Ν. Φλωρίνης, 9.353 στο Ν. Πέλλης, 5.090 στο Ν. Σερρών, 2.227 στο Ν. Ημαθίας, 2.083 στο Ν. Κιλκίς, 1.009 στο Ν. Καστορίας, 745 στο Ν. Θεσ/νίκης, 391 στο Ν. Κοζάνης και 378 στο Ν. Δράμας). Τα πραγματικά μεγέθη ήταν ωστόσο πολύ μεγαλύτερα, όπως προκύπτει από το άθροισμα του πληθυσμού των σλαβόφωνων χωριών στην ίδια απογραφή αλλά και από υπηρεσιακές καταμετρήσεις της εποχής. Όπως προκύπτει από το αρχείο του Δήμου Σκύδρας, σε ορισμένους τουλάχιστον νομούς οι νομάρχες είχαν δώσει εντολή για πλήρη αποσιώπησή τους.[4]

Η απόρρητη απογραφή που πραγματοποίησε το 1954 η ΚΥΠ στη Β. Ελλάδα κατέγραψε 43.546 σλαβόφωνους στο Ν. Φλωρίνης, 17.229 στο Ν. Καστορίας και 42.627 στο Ν. Πέλλης, καθώς και 39.917 «μεταδημοτευθέντες» από τους τρεις αυτούς νομούς σε άλλες περιοχές της χώρας. Μια δεκαετία αργότερα, το 1965, η ίδια υπηρεσία καταμετρούσε 51.859 σλαβόφωνους μόνο στο Ν. Φλώρινας. Σύμφωνα δε με έκθεση του τότε διευθυντή της Α1 Διεύθυνσης του ΥΠΕΞ Δημ. Μπίτσιου, τον Ιούνιο του 1965, μονάχα στους τρεις νομούς (Φλώρινας, Καστοριάς και Πέλλας) «οι σλαυόφωνοι υπολογίζονται σε 130-150.000».[5] Ακόμη και τα επίσημα νούμερα της απογραφής του 1951 θεωρούνται ωστόσο σήμερα ενοχλητικά. Ο επί τρεις δεκαετίες εμπειρογνώμων του ΥΠΕΞ Ευάγγελος Κωφός ισχυρίζεται έτσι σε κείμενο του 2008 ότι στον επίσημο αριθμό των 41.000 σλαβόφωνων «συμπεριλαμβάνονταν και άλλες ομάδες, όπως εκείνη των μουσουλμάνων Πομάκων της Θράκης».[6] Στην πραγματικότητα, ωστόσο, στην εν λόγω απογραφή οι 18.664 Πομάκοι είχαν ταξινομηθεί χωριστά, ως ομιλητές της «πομακικής» (ενώ οι Σλαβομακεδόνες ως ομιλητές της «σλαβικής»).[7]

Κάθε εκτίμηση για τον σημερινό αριθμό των Σλαβομακεδόνων της Ελλάδας είναι ως εκ τούτου αρκετά παρακινδυνευμένη. Γεγονός αποτελεί ότι «το ιδίωμα» μιλιέται ακόμη (σε έκταση που ποικίλει από περιοχή σε περιοχή κι από χωριό σε χωριό) σε μεγάλο μέρος των νομών Φλώρινας και Πέλλας, σε αρκετά χωριά του νομού Σερρών, σε κάποια χωριά των νομών Θεσσαλονίκης και Δράμας, καθώς και στις επαρχίες Εορδαίας (του Ν. Κοζάνης), Παιονίας (του Ν. Κιλκίς) και Νάουσας (του Ν. Ημαθίας). Με βάση τα δεδομένα της απογραφής του 2011, οι κάτοικοι αυτών των «ντόπιων» χωριών εξακολουθούν να ξεπερνούν κατά πολύ τους 41.000 της απογραφής του 1951.

Η γλώσσα

Τα σλαβομακεδονικά (μακεντόνσκι) είναι μια νοτιοσλαβική γλώσσα συγγενής προς τα βουλγαρικά, η οποία παρουσιάζει και κάποιες -πολύ λιγότερες- ομοιότητες με τα σερβικά. Το ερώτημα κατά πόσον αποτελεί διακριτή γλώσσα ή διάλεκτο της βουλγαρικής απασχόλησε επί δεκαετίες τους γλωσσολόγους, με προφανείς κάθε φορά τις πολιτικές σκοπιμότητες υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης. Βούλγαροι και Σλαβομακεδόνες καταλαβαίνουν οι μεν τους δε (όπως συμβαίνει επίσης μεταξύ π.χ. Δανών και Νορβηγών ή Ισπανών και Πορτογάλων), έχουν όμως πλήρη αίσθηση πότε κανείς μιλά «βουλγαρικά» και πότε «μακεδονικά».

Πάγια θέση του ελληνικού εθνικισμού υπήρξε, διαχρονικά, η αποσύνδεση αυτών των ντόπιων «ιδιωμάτων» από τις επίσημες γλώσσες των γειτονικών σλαβικών κρατών –σε μια πρώτη φάση από τη βουλγαρική, στη συνέχεια από τη λόγια (σλαβο)μακεδονική. Σε μια άκρως χαρακτηριστική περίπτωση, ο υπουργός Εξωτερικών της καραμανλικής ΕΡΕ, Ευάγγελος Αβέρωφ, υποστήριξε το 1959 από το βήμα της Βουλής πως «εις την Ελληνικήν Μακεδονίαν δεν ομιλείται η Μακεδονική γλώσσα, η οποία ομιλείται εις τα Σκόπια και έχει και γραμματική και συντακτικόν, ομιλείται ένα τοπικόν ιδίωμα το οποίον δεν έχει καμμίαν σχέσιν με την Μακεδονικήν γλώσσαν».[8] Στην πραγματικότητα, οι σλαβικές διάλεκτοι που μιλιούνται στον ελληνικό χώρο παρουσιάζουν απλώς ορισμένες διαφορές με τη λόγια (σλαβο)μακεδονική της ΠΓΔΜ, όπως συμβαίνει παντού μεταξύ επίσημων φιλολογικών γλωσσών και τοπικών διαλέκτων. Επιπλέον, οι Σλαβομακεδόνες της Ελλάδας χρησιμοποιούν συνήθως την επίσημη ελληνική διοικητική ορολογία, προσαρμόζοντάς τη στη γλώσσα τους (π.χ. «ντόϊντε αστυνομίατα»).

Η «συνείδηση»

Η «εθνική συνείδηση» των Σλαβομακεδόνων της Ελλάδας αποτέλεσε επί δεκαετίες το αντικείμενο αλλεπάλληλων υπηρεσιακών καταγραφών και ζυγισμάτων από κάθε λογής υπηρεσίες ασφαλείας ή φορείς της δημόσιας διοίκησης: χωροφύλακες και νομάρχες, επιθεωρητές δημοτικών σχολείων και κυπατζήδες, κλιμάκια του ΥΠΕΞ κι αξιωματικούς του στρατού. Ουσιαστικά, μεταξύ 1912 και 1938 οι σλαβόφωνες περιοχές (το βορειότερο δηλαδή μισό) της ελληνικής Μακεδονίας υπήρξαν το πειραματικό πεδίο εφαρμογής του συστήματος γενικευμένης επιτήρησης και φακελώματος των φρονημάτων των πολιτών, που επί Μεταξά επεκτάθηκε στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας για να διατηρηθεί επισήμως ως το 1982. Στα αρχεία του ΥΠΕΞ και άλλων υπηρεσιών συναντάμε έτσι σήμερα ποικίλα «πιστοποιητικά εθνικών φρονημάτων», η ύπαρξη των οποίων αποτελούσε προαπαιτούμενο για την ικανοποίηση των αιτημάτων των σλαβόφωνων ελλήνων πολιτών από την ελληνική διοίκηση. Στην περίπτωση των εποχικών μεταναστών προς τη Θεσσαλία, τέτοια «πιστοποιητικά» εκδίδονταν και πριν από την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στο ελληνικό βασίλειο· στη διάρκεια δε του Μακεδονικού Αγώνα, η η κατοχή τους αποτελούσε προϋπόθεση ακόμη και για τη φυσική επιβίωση των μεταναστών, που σε αντίθετη περίπτωση εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες από τους μακεδονομάχους της τότε ελληνοτουρκικής μεθορίου.[9]

Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, οι απόρρητες υπηρεσιακές στατιστικές ταξινομούν κατά  κανόνα πάνω από τους μισούς Σλαβομακεδόνες της Ελλάδας ως «δεδηλωμένων σλαυικών φρονημάτων». Μετά την εθνοκάθαρση του 1948-1949, στις εκθέσεις των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών που έχω υπόψη μου το άθροισμα των Σλαβομακεδόνων που ήταν φακελωμένοι ως «σλαβοσυνείδητοι» ή «ρευστοσυνείδητοι» ποικίλει από 25% μέχρι 90%.[10]  Η φερεγγυότητα αυτών των υπηρεσιακών εκτιμήσεων παραμένει φυσικά άκρως αμφίβολη, καθώς συνδεόταν με ευδιάκριτες κάθε φορά πολιτικές, κομματικές κλπ σκοπιμότητες. Το κυριότερο πρόβλημά τους έγκειται ωστόσο στην υπηρεσιακή μεταγραφή των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων σε «εθνική» βάση, από μηχανισμούς επιφορτισμένους με τη διαχρονική υπεράσπιση του πολιτικοκοινωνικού καθεστώτος και την καταστολή των αλλεπάλληλων «αναρχοκομμουνιστικών ανταρσιών» στην περιοχή. «Ανταρσιών» στις οποίες συμπυκνώνεται, άλλωστε, η ίδια η ουσία του Μακεδονικού: αν οι Σλαβομακεδόνες μπήκαν στο ελληνικό κράτος μαζί με το φάκελό τους, αυτό έγινε πρώτα και κύρια εξαιτίας της προϋπάρχουσας ένταξης ενός μεγάλου μέρους των κοινοτήτων τους στο «αναρχοσοσιαλιστικό» επαναστατικό κίνημα των κομιτατζήδων. Χωρικοί που πολέμησαν για ν’ αποτινάξουν την οθωμανική τυραννία και να μοιραστούν τα τσιφλίκια στους κολήγους βρέθηκαν έτσι φακελωμένοι από το ελληνικό κράτος σαν «επικίνδυνοι Βούλγαροι», ακριβώς όπως -μερικές δεκαετίες αργότερα- οι αγωνιστές της εαμικής Αντίστασης μετατράπηκαν σε πολίτες β΄ κατηγορίας λόγω των «αντεθνικών» δραστηριοτήτων τους επί Κατοχής. Εξίσου χαρακτηριστική ήταν η μετατροπή των ταγματασφαλιτών του «Αξονομακεδονικού Βουλγαρικού Κομιτάτου» σε (έλληνες) εθνικόφρονες μετά το 1946. Αν η επίσημη προπαγάνδα θέλει τους σλαβόφωνους δωσιλόγους να μεταπηδάνε μαζικά στον ΕΛΑΣ, το ΔΣΕ και το ΝΟΦ, στην πραγματικότητα οι πρωταγωνιστές των φιλοβουλγαρικών κινήσεων επί Κατοχής εξελίχθηκαν συχνά σε αντικομμουνιστές και σλαβοφάγους «Ελληνάρες», όπως ακριβώς οι γερμανοντυμένοι συνάδελφοί τους της Νότιας Ελλάδας. Η τοπική έρευνα, χωριό – χωριό, είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική γι’ αυτού του είδους τις «μεταλλάξεις».

Οι διακρίσεις

Άμεσα συνδεδεμένες με τα παραπάνω είναι οι διακρίσεις που εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υφίστανται οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες από το ελληνικό κράτος.

Η συντονισμένη εκστρατεία δεκαετιών για την εξάλειψη του «τρισκατάρατου ιδιώματος» φαίνεται πως έχει περάσει πια σε δεύτερο πλάνο, καθώς θεωρείται σε μεγάλο βαθμό πετυχημένη. Η υπηρεσιακή επαγρύπνιση επικεντρώνεται έτσι στην καταγραφή της ατομικής στάσης των κατοίκων απέναντι στην τοπική γλωσσοπολιτισμική παράδοση, ιδίως όταν αυτή εκδηλώνεται συλλογικά και δημόσια (π.χ. σλαβόφωνο τραγούδι στα πανηγύρια).

Η σημαντικότερη επίσημη διάκριση θεσπίστηκε με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 106841 του 1982, βάσει της οποίας οι «μη Έλληνες το γένος» πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου στερήθηκαν το δικαίωμα επαναπατρισμού κι επιστροφής των δημευμένων περιουσιών τους. Η απαγόρευση αυτή διατηρήθηκε ως εξαίρεση και μετά τη νομοθετική «κατάργηση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου» το καλοκαίρι του 1989 από την κυβέρνηση Τζανετάκη. Εν έτει 2003, ακόμη και η απλή προεκλογική εξαγγελία του τότε υφυπουργού Εξωτερικών Ανδρέα Λοβέρδου για ελεύθερη είσοδό τους στη χώρα ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από πλευράς εθνικοφροσύνης και βαθέως κράτους, με αποτέλεσμα μια ακόμη άτακτη κυβερνητική υπαναχώρηση.

Παρόμοια διάκριση επέβαλλε και το άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, με το οποίο οι «αλλογενείς» έλληνες πολίτες μπορούσαν να στερηθούν την ελληνική ιθαγένειά τους αν το Υπουργείο Εσωτερικών έκρινε (με απόρρητες αποφάσεις και χωρίς να απαιτείται οποιοδήποτε τεκμήριο επ’ αυτού) ότι «εγκατέλειψαν τη χώρα άνευ προθέσεως παλιννοστήσεως».[11] Ο συνολικός αριθμός των μη μουσουλμάνων «αλλογενών» -Σλαβομακεδόνων στη μεγάλη πλειοψηφία τους- που έχασαν την ιθαγένειά τους βάσει του άρθρου 19 ανήλθε σε 13.406. Πολύ περισσότεροι είχαν την ίδια τύχη βάσει ενός ομοειδούς προεδρικού διατάγματος του 1927, το οποίο ενεργοποιήθηκε συστηματικά το Δεκέμβριο του 1949, αμέσως μετά το τέλος του εμφυλίου. Το άρθρο 19 καταργήθηκε το 1998 «εφεξής» και μόνο, δίχως δηλαδή αναδρομικό αποτέλεσμα.

Μια τρίτη ρατσιστική διάκριση, που υφίστατο μέχρι πρόσφατα, αφορούσε την απαγόρευση έκδοσης οποιουδήποτε πιστοποιητικού από τους δήμους για (πρώην ή νυν) έλληνες πολίτες που διέμεναν στην ΠΓΔΜ, χωρίς προηγούμενη ειδική άδεια του Υπ. Εσωτερικών (στην πράξη: της ΕΥΠ). Σε περίπτωση μάλιστα αρνητικής γνωμοδότησης, η σχετική υπουργική απόφαση απαιτεί να μη δίνεται απάντηση, για να μη μπορούν οι θιγόμενοι να καταφύγουν στα διοικητικά δικαστήρια. Μέχρι το 2001, η άκρως απόρρητη και καταφανώς αντισυνταγματική αυτή διάταξη αφορούσε όλους τους κατοίκους εννιά παραμεθόριων νομών της χώρας· έκτοτε η ισχύς της περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στους κατοίκους της ΠΓΔΜ.[12] Καταργήθηκε πριν από τέσσερις μόλις μήνες, το Νοέμβριο του 2017, με εγκύκλιο του ειδικού γραμματέα ιθαγένειας Λάμπρου Μπαλτσιώτη.[13]

Ας σημειωθεί τέλος η ύπαρξη ειδικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, εγκαταστημένης στο Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης κι επιφορτισμένης με τη διαχείριση του «ανύπαρκτου» μειονοτικού τόσο στο χώρο των αποδήμων όσο και επιτόπου. Παλιότερα λεγόταν «Υπηρεσία Πολιτικών Υποθέσεων», όπως και η ομόλογή της στη Θράκη, και τα παραρτήματά της στις νομαρχίες «Γραφεία Πολιτιστικών Σχέσεων». Από το 1998 έχει μετονομαστεί σε «Υπηρεσία Διεθνών Σχέσεων» (Υ.ΔΙ.Σ). Μεταξύ άλλων, τα επίσημα καθήκοντά της περιλαμβάνουν «την παρακολούθηση της πολιτιστικής δραστηριότητος στη Μακεδονία, με την παροχή συνδρομής, εφόσον τούτο απαιτείται, στην διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων εκ μέρους διαφόρων φορέων».[14]

Advertisements

Είναι βλάσφημο να μην καταργείς τη βλασφημία

by ThePressProject
papass1520032691.jpg
Εκτός των καθημερινών επιθέσεων και παρενοχλήσεων από παραθρησκευτικές οργανώσεις, οι συντελεστές της παράστασης «Jesus Christ Superstar» στο Θέατρο Ακροπόλ είναι πλέον αντιμέτωποι και με μηνύσεις για βλασφημία. Με όπλο δύο άρθρα του Ποινικού Κώδικα, σε ισχύ από το 1951, που προκαλούν συχνά την αντίδραση διεθνών οργανώσεων, η ελευθερία του λόγου, η σάτιρα, ακόμα και η διατράνωση της διαφορετικότητας, αντιμετωπίζονται με ποινικές διώξεις. Και η ελληνική κυβέρνηση, που πριν ενάμιση χρόνο εμφανιζόταν έτοιμη να προχωρήσει στην κατάργηση τους, μάλλον το έχει… ξεχάσει.

Δίκες Πολιτικών Διώξεων Αντιεθνικιστικού λόγου για το Μακεδονικό, 1992-1993

Παντιέρα

Δίκες Πολιτικών Διώξεων Αντιεθνικιστικού λόγου για το Μακεδονικό, 1992-1993


https://i0.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/ThessalonSyllalitMakedon-14-2-92.jpg

Γράφει ο Κώστας Παπαδάκης

Α) Σε μαύρο φόντο

Η επαναφορά του Μακεδονικού στην επικαιρότητα αναβίωσε μνήμες άγριας καταστολής, την περίοδο 1992 – 1993, σε βάρος όσων, Ελλήνων ή Σλαβομακεδόνων, τόλμησαν να εκφέρουν μια διαφορετική άποψη απέναντι στον εθνικιστικό πανζουρλισμό των τότε συλλαλητηρίων, από τα οποία μόνο το Κ.Κ.Ε. και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά απείχαν.

Ηταν μία ιστορική συγκυρία παγκόσμιας ανατροπής του μεταπολεμικού κόσμου που είχε οικοδομηθεί, κατάρρευσης του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, κυριαρχίας της Νέας Τάξης Πραγμάτων και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αμφισβήτησης κάθε σοσιαλιστικής προοπτικής, επιβολής θεωριών για το τέλος της εργατικής τάξης και βέβαια αναβάθμισης κάθε εθνικιστικού, σκοταδιστικού, θρησκευτικού και αντιδραστικού ρεύματος. Μία μαύρη δεκαετία βρισκόταν ακόμα στην αρχή της.

https://i1.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/avgi_92.jpg

Στην Ελλάδα, με πρόσφατα τα αποτυπώματα όχι μόνο από τις εισαγόμενες, αλλά και τις εγγενείς περιπέτειες της αριστεράς από τη συγκυβέρνηση Τζανετάκη, τη διάσπαση του Κ.Κ.Ε. αρχικά με την αποχώρηση του Ν.Α.Ρ. και ολόκληρης σχεδόν της νεολαίας του και στη συνέχεια την προσχώρηση της πλειοψηφίας των στελεχών του στον Συνασπισμό, ο τελευταίος, που φαινόταν να εκφράζει προοπτικά το μεγαλύτερο μέρος της, έδειξε άλλη μία φορά τη μετάλλαξή του προσχωρώντας στο μπλόκ των εθνικιστικών δυνάμεων, που βρήκαν ευκαιρία να συγκροτήσουν «εθνική πολιτική» απαγορεύοντας όχι μόνο στη γειτονική χώρα να αυτοπροσδιορισθεί με το όνομά της, αλλά και κάθε φωνή υπεράσπισης του δικαιώματός της στο όνομα.

Και όχι ότι υπήρχε κανείς που να τολμήσει να διοργανώσει αντιεθνικιστικά συλλαλητήρια. Ούτε το ασθενικότερο από ποτέ και με αβέβαιη προοπτική επιβίωσης Κ.Κ.Ε, ούτε η μικρή εξωκοινοβουλευτική αριστερά είχαν τη δύναμη να πάνε τόσο κόντρα στο ρεύμα. Ακόμα και το μοίρασμα μιας προκήρυξης αντιμετωπιζόταν ως προδοτική και βέβαια αξιόποινη πράξη.

Διώξεις και συλλήψεις λοιπόν όσων υποστήριζαν ότι υπάρχει μακεδονική μειονότητα που καταπιέζεται στην Ελλάδα, από δικαστήρια της Φλώρινας («Ουράνιο Τόξο», Μπούλεφ, Σιδηρόπουλος κ.α.), ή όσων υποστήριξαν το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού στο όνομα. Δίκες και στην Αθήνα, με παρουσία ομάδων τραμπούκων που υπό την κάλυψη της αστυνομίας προπηλάκιζαν και επιτίθονταν σε κατηγορούμενους, μάρτυρες υπεράσπισης και δικηγόρους μέσα και έξω από τα δικαστήρια, και απηνής δίωξη του διαφορετικού πολιτικού λόγου μέσα από διάφορα νομικά προσχήματα.

Ευτυχώς όμως και δικαστικές αίθουσες γεμάτες μέχρι αργά τη νύχτα (τότε οι δίκες δεν σταματούσαν το μεσημέρι) από θαρραλέους συμπαραστάτες.

Β) Δίκες και αποτελέσματα

https://i1.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/OSE-5-makedoniko-401x430.jpg

Στην Αθήνα τρεις μεγάλες δίκες έγιναν την περίοδο εκείνη, ενάντια σε μέλη οργανώσεων και συλλογικοτήτων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που τόλμησαν, με διάφορους τρόπους, να αρθρώσουν ένα διαφορετικό πολιτικό λόγο, από εκείνο τον οποίο επέτρεπαν οι εθνικές προτεραιότητες της εποχής :

Η δίκη των μελών της Ο.Σ.Ε. η δίκη των μελών της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. και η δίκη των μελών της Α.Α.Σ:

1) Δίκη Ο.Σ.Ε. («Οργάνωση Σοσιαλιστική Επανάσταση», πρόδρομος του σημερινού Σ.Ε.Κ.)

Όσον αφορά τη δίκη της Ο.Σ.Ε. δεν έχω να παραθέσω ιδιαίτερη πληροφόρηση, καθώς δεν ανήκα στους συνηγόρους υπεράσπισής της και δεν την έζησα από κοντά. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά άλλωστε τον τελευταίο καιρό, με αφορμή την αναβίωση της επικαιρότητας. Γεγονός είναι ότι, μετά από αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη του χουντικού εισαγγελέα Ανδρεουλάκου, πέντε μέλη της Ο.Σ.Ε. δικάστηκαν τον Μάιο 1993, κατηγορούμενοι για διασπορά ψευδών ειδήσεων, δια του τύπου τελεσθείσα, για το βιβλίο με τον τίτλο «Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η Εργατική Τάξη» που εξέδωσαν τον Μάρτιο 1992.

Παρά το ότι κατάφεραν να αθωωθούν στον πρώτο βαθμό ίσως εξ αιτίας του ότι το πολιτικό κλίμα είχε αμβλυνθεί και η κυβέρνηση Μητσοτάκη όδευε προς την κατάρρευση, πράγμα που δεν είχε συμβεί στις άλλες δύο δίκες που είχαν διεξαχθεί πριν ένα χρόνο, η διωκτική και εκδικητική μανία της Εισαγγελίας ήταν τόση ώστε ασκήθηκε έφεση «υπέρ του νόμου» από τον Εισαγγελέα Εφετών κατά της απαλλακτικής απόφασης και η υπόθεση πήγε ξανά στο ακροατήριο, όπου το Νοέμβριο 1994, κάτω από νέες πολιτικές και νομοθετικές συνθήκες (βλ. παρακάτω), η ποινική δίωξη έπαυσε και η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.

2) Δίκη Ο.Α.Κ.Κ.Ε. (Οργάνωση για την Ανασυγκρότηση του Κ.Κ.Ε.):

Η δίκη αυτή, πρώτη χρονικά από τις τρεις δίκες που αναφέρονται στο παρόν, είχε ως κατηγορούμενους έξι μέλη της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. (Θόδωρος Παγωμένος, Διονύσης Γουρνάς, Σωτηρία Αδαμακοπούλου, Στέργιος Γκιουλάκης, Άννα Στάη και Κωνσταντίνος Κούτελος), οι οποίοι συνελήφθηκαν επ’ αυτοφώρω στις 10/1/1992 να κολλούν στο κέντρο της Αθήνας εφημερίδα τοίχου με την επικεφαλίδα «Όχι στο σωβινισμό, να αναγνωρισθεί η Σλαβική Μακεδονία», και διώχθηκαν, καθώς αυτή ανέγραφε μεταξύ άλλων:

«Τα δύο μπλοκ των ληστών κυβέρνησης και αντιπολίτευσης… αυτοί που έχουν φερθεί με ψευτιά και θράσος απέναντι στον ελληνικό λαό, είναι εξίσου ψεύτες και θρασείς στις διεθνείς τους σχέσεις. Σκύβουν το κεφάλι στους ισχυρούς και ποδοπατούν τους αδύναμους… Έλληνες πατριώτες, δημοκράτες… τσακίστε τους πολεμοκάπηλους των τριών κομμάτων».

https://i0.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/NEA-11-1-92-gournas.jpg

Το περιεχόμενο της αφίσας κρίθηκε ότι στοιχειοθετεί τα αδικήματα (όλα μετεμφυλιακά φρονηματικά πλημμελήματα):

1. Της με πρόθεση, έκθεσης σε κίνδυνο διατάραξης των φιλικών σχέσεων του ελληνικού κράτους με ξένο κράτος (Π.Κ. 141),

2. Της περιύβρισης αρχής (Π.Κ. 181),

3. Της διασποράς ψευδών ειδήσεων (Π.Κ. 191),

4. Της απόπειρας πρόκλησης διέγερσης των πολιτών σε αμοιβαία διχόνοια και βιαιοπραγίες (Π.Κ. 192), και

5. Της παράβασης του ν. 1491/1984 (παράνομη αφισοκόλληση).

Οι κατηγορούμενοι συνελήφθησαν στις 10-1-1992 και δικάστηκαν στις 27, 28 και 29-1-1992, όντας κρατούμενοι χωρίς να αφεθούν ελεύθεροι, δηλαδή 18-19 ημέρες για πλημμελήματα. Στη δίκη, που διεξαγόταν από το πρωί μέχρι το βράδυ τις τρεις αυτές μέρες, συνήγοροι υπεράσπισης ήταν (αναφέρονται κατά σειρά δικηγορικής αρχαιότητας): Κώστας Νταϊλιάνας, Παύλος Αθανασόπουλος, Αναστασία Χριστοδουλοπούλου, Γιάννα Κούρτοβικ, Μαριάννα Παπαδάκη, Κώστας Διάκος, Αλέκα Ζορμπαλά, Πολύδωρος Τακόπουλος, Κώστας Παπαδάκης.

Η δίκη ξεκίνησε με υποβολή αιτήματος αναβολής αφενός για να προσέλθουν δύο απόντες διεθνολόγοι μάρτυρες του κατηγορητηρίου (Κώστας Αιλιανός και Χρήστος Ροζάκης) και αφετέρου διότι το κλίμα δεν επέτρεπε την ομαλή διεξαγωγή της δίκης, αφού στους διαδρόμους και στους προθαλάμους τραμπούκοι και φασίστες επιτέθηκαν σε μέλη της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. Το αίτημα διατυπώθηκε και γραπτά στα πρακτικά, φυσικά απορρίφθηκε και η αποτυχημένη υποβολή του στοίχησε 10.000 δρχ δικαστικά έξοδα σε βάρος κάθε κατηγορουμένου, που επιβλήθηκαν, σύμφωνα με ελεεινή διάταξη που είχε θεσπιστεί από την κυβέρνηση Μητσοτάκη (ν. 1941/1991) και επέβαλε, ως τιμωρία, ποσό δικαστικών εξόδων για κάθε αίτημα που υποβάλλεται σε ποινικό δικαστήριο και απορρίπτεται. Κυκλοφορούσε και σχετικό ανέκδοτο στη διάρκεια των δικών από τους προέδρους, όταν οι συνήγοροι άρχιζαν να υποβάλουν αιτήματα: «κ. συνήγορε, διατυπώνετε αίτημα η ευχή;», με τους συνηγόρους έντρομους να απαντούν «ευχή φυσικά» για να γλυτώσουν το πρόστιμο.

Έτσι η δίκη ξεκίνησε με δύο μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικούς, στους οποίους εναποτέθηκε το βάρος να στηρίξουν την εθνική πολιτική ενάντια στο περιεχόμενο της αφίσας, ενώ ως μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν οι Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Γιάννης Τζανετάκος, Δημήτρης Δεσύλλας, Ηλίας Ζαφειρόπουλος.

Στη συνέχεια προσήλθε ο απών στην έναρξη καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Χρήστος Ροζάκης, ως «μάρτυρας κατηγορίας», που όμως υπεραμύνθηκε του δικαιώματος εκφοράς του πολιτικού λόγου και δεν στήριξε το κατηγορητήριο.

Ακολούθησαν και άλλοι μάρτυρες υπεράσπισης: Αλέκος Φλαμπουράρης, Νίκος Γιαννόπουλος, Άγγελος Ελεφάντης, Ελένη Λαδά, Χρήστος Μπίστης, Πέτρος Περάκης, Κώστας Λιακόπουλος και Γεράσιμος Σέρβος.

Ολοι υπεράσπισαν το δικαίωμα του πολιτικού λόγου και τη στάση της αριστεράς ιστορικά, ενώ έξοχα ηρωική στάση αρχής και χωρίς υποχωρήσεις επέδειξαν τόσο οι κατηγορούμενοι, όσο και οι σύντροφοί τους μάρτυρες υπεράσπισης. Η ίδια η Ο.Α.Κ.Κ.Ε. κατέθεσε και έγγραφη πολιτική δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

Τελικά το δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών) με την υπ’ αριθμ. 7731Α/29-1-1992 απόφασή του, κήρυξε ένοχους κατά πλειοψηφία, (πράγμα που σημαίνει ότι ένας από τους τρεις δικαστές μειοψήφησε και τάχθηκε υπέρ της αθώωσής τους για όλα) για τρείς από τις πέντε κατηγορίες: περιύβριση αρχής, απόπειρα πρόκλησης αμοιβαίας διχόνοιας μεταξύ των πολιτών και παράνομη αφισοκόλληση, τους αθώωσε για τις δύο λοιπές κατηγορίες. και τους επέβαλε συνολική, κατά συγχώνευση, ποινή εξήμισυ μήνες για τις πράξεις που καταδικάστηκαν και τους άφησαν ελεύθερους αφού άσκησαν έφεση. Ηταν μία μεγάλη νίκη για τα δεδομένα που διεξαγόταν η δίκη. Και δεν θα ξεχάσω ότι ξημερώματα σχεδόν που τέλειωνε η δίκη, ώρα 4.00 π.μ. τα ταλαιπωρημένα και εξαντλημένα από την πολυήμερη δοκιμασία της δίκης μέλη της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. είχαν την ευγενή απαίτηση να συνοδεύσουν δικηγόρους και μάρτυρες μέχρι να βρούν όχημα για να τους προφυλάξουν από τυχόν επίθεση φασιστών.

3. Δίκη Α.Α.Σ – Αντιπολεμική Αντιεθνικιστική Συσπείρωση (συλλογικότητα – επιτροπή που συγκροτήθηκε από την Κίνηση για την Υπεράσπιση Πολιτικών Δικαιωμάτων και άλλες οργανώσεις – ανάμεσα σε αυτές και η Ο.Α.Κ.Κ.Ε. – και ανένταχτους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς τότε)

Λίγους μήνες μετά τη σκυτάλη της καταστολής αναλάμβαναν τέσσερα μέλη της Α.Α.Σ, τα οποία στις 4/4/1992 έκαναν το έγκλημα να μοιράζουν προκήρυξη της ΑΑΣ με τον τίτλο «Οι Γειτονικοί λαοί δεν είναι εχθροί μας. Όχι στον Εθνικισμό και στον Πόλεμο» και με ανάλογο περιεχόμενο.

Πρόκειται για τους Μαρία Καλογεροπούλου, Χριστίνα Τσαμουρά, Ευαγγελία Σωτηροπούλου και Στρατή Μπουρνάζο. Δίκη και εδώ πολύ σύντομα, ευτυχώς όχι κάτω από συνθήκες κράτησης, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στις 4-5-1992 για από κοινού παράβαση:

https://i2.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/XA-makedoniko.jpg

1. Της με πρόθεση, έκθεσης σε κίνδυνο διατάραξης των φιλικών σχέσεων του ελληνικού κράτους με ξένο κράτος (Π.Κ. 141),

2. Της διασποράς ψευδών ειδήσεων (Π.Κ. 191) και

3. Της διέγερσης των πολιτών σε αμοιβαία διχόνοια και βιαιοπραγίες (Π.Κ. 192),

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα αποδοθέντα αδικήματα εφέροντο ως τελεσθέντα δια του τύπου.

Ο χαρακτηρισμός αυτός, που ποτέ άλλοτε δεν είχε αποδοθεί σε προκήρυξη (ούτε καν στην εφημερίδα τοίχου της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. λίγους μήνες πριν) δεν ήταν τυχαίος. Προφανώς υπηρετούσε την ανάγκη ταχείας εκδίκασης και αποφυγής αναβολών υπό την πίεση των σύντομων χρονικών ορίων παραγραφής (18 + 24 = 42 μήνες, αντί 5+3 = 8 χρόνια που ισχύει για τα λοιπά πλημμελήμματα), που προέβλεπε ο διαβόητος «μεταξικός» νόμος περί τύπου (άρθρο 47 ν. 1092/1938), που βέβαια ισχύει μέχρι και σήμερα.

Μόνο που η επινόηση αυτή, όπως θα δούμε παρακάτω, τελικά λειτούργησε αντίστροφα.

Συνήγοροί τους οι Παύλος Αθανασόπουλος, Κώστας Διάκος, Αλέκα Ζορμπαλά, Πολύδωρος Τακόπουλος και Κώστας Παπαδάκης (σύμφωνα με τα πρακτικά, αλλά ήταν και η Γιάννα Κούρτοβικ, που από παραδρομή δεν αναγράφεται).

Αποδεικτικό υλικό η προκήρυξή τους, σε συνδυασμό με τις ένορκες βεβαιώσεις των αστυνομικών, που απλώς βεβαίωναν τη διανομή της και τη σύλληψη των δραστών.

Μάρτυρες υπεράσπισης: Γιώργος Παπανδρέου, Φώτης Κουβέλης, Δημήτρης Δεσύλλας, Αντώνης Λιάκος, Γιάννης Τζανετάκος, Πάνος Κοσμάς, Τάσος Κωστόπουλος, Βασίλης Παπαστεργίου.

Η στάση των κατηγορουμένων και σε αυτή τη δίκη ήταν στάση αρχής και υπεράσπισης του πολιτικού τους λόγου.

Η δίκη, της οποίας το αποτέλεσμα φαινόταν προδιαγεγραμμένο από την αρχή κατέληξε σε μία βαριά καταδίκη και των τεσσάρων και για τα τρία αδικήματα και συνολική ποινή 19 μηνών με την υπ’ αριθμ. 36303/4-5-1992 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

4) Αλλαγή συγκυρίας και δίκες στο εφετείο

Όπως προαναφέρθηκε, οι πρώτες αυτές δύο δίκες συνέπεσαν με την κορύφωση της εθνικιστικής έξαρσης και προτού αναγκαστεί η ελληνική πλευρά να υποχωρήσει και να δεχτεί την ενδιάμεση ονομασία και όπως ήταν φυσικό διεξήχθησαν κάτω από ένα κλίμα τρομοκρατίας, ακόμα και στους περιβάλλοντες χώρους του δικαστηρίου και φυσικά κάτω από την πίεση αυτή κατέληξαν σε καταδικαστικά αποτελέσματα.

https://i0.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/OSE-1992-Makedoniko-292x430.jpg

Στη συνέχεια η κυβέρνηση Μητσοτάκη έπεσε και στις βουλευτικές εκλογές που έγιναν στις 10 Οκτωβρίου 1993 τη θέση της πήρε ξανά το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα Παπανδρέου. Με το άρθρο. 33 παρ. 6 του ν. 2172/1993, ενός από τους πρώτους νόμους της νέας κυβέρνησης του εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Κουβελάκη, καταργήθηκαν η διάταξη του Ποινικού Κώδικα 181 (περιύβριση αρχής) (και 191 (διασπορά ψευδών ειδήσεων).

Με τον ίδιο νόμο (άρθρο 45), παραγράφτηκαν όλα τα «δια του τύπου» τελεσθέντα μέχρι τότε αδικήματα και αποσβέστηκαν οι αστικές αξιώσεις από αυτά. Φυσικά ο νόμος δεν έγινε για τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους, αλλά για την εξυπηρέτηση των εκδοτικών συγκροτημάτων, κυρίως της Αυριανής και του Ελεύθερου Τύπου, κατά των υπευθύνων των οποίων είχαν εκδοθεί εκατοντάδες καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις και ανάλογες αποφάσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για εκατέρωθεν δημοσιεύματα, τα προηγούμενα χρόνια της μεγάλης δικομματικής σύγκρουσης και τεράστιας πολιτικής οξύτητας (σκάνδαλο Κοσκωτά, δίκη Ανδρέα Παπανδρέου).

Αλλά κοντά στον βασιλικό, ποτίστηκε και η γλάστρα.

Όπως αναφέραμε, η δίωξη των μελών της Α.Α.Σ είχε χαρακτηριστεί ως δίωξη αδικημάτων δια του τύπου τελεσθέντων. Ετσι όταν στις 14-1-1994 εμφανιστήκαμε ενώπιον του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την υποστήριξη της έφεσης, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την παραγραφή της διάταξης αυτής και έτσι η υπόθεση τέθηκε οριστικά στο αρχείο με την υπ’ αριθμ. 458/14-1-1994 Β΄ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Παραπλήσια τύχη είχε και η κατ έφεση δίκη των μελών της Ο,.Σ.Ε. λόγω της κατάργησης των αδικημάτων της δίωξής της.

Δεν είχε την ίδια τύχη η υπόθεση της Ο.Α.Κ.Κ.Ε., που δεν είχαν χαρακτηριστεί τα αδικήματά της ως δια του τύπου τελεσθέντα και που επιπλέον δικάσθηκε πολύ αργότερα, ύστερα από επανειλημμένες αναβολές λόγω ωραρίου κ.λ.π.

Ετσι η δίκη διεξήχθη κανονικά. Συνήγοροι οι Κώστας Διάκος, Κώστας Παπαδάκης και Ιπποκράτης Μυλωνάς και μάρτυρες υπεράσπισης οι Νικόλαος Αλιβιζάτος, Δημήτρης Τρίμης, Ηλίας Ζαφειρόπουλος, Στρατής Μπουρνάζος, Τάσος Αβραντίνης, Νάσος Θεοδωρίδης και Κώστας Λιακόπουλος.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, αφού έθεσε στο αρχείο την περιύβριση αρχής, που είχε πια καταργηθεί, τους αθώωσε και για τα άλλα δύο αδικήματα με την υπ’ αριθμ. 411/15-1-1998 απόφασή του και έτσι και η μάχη αυτή απέβη νικηφόρα.

Γ) Αποτίμηση και προοπτική

Η ιστορία των δικών αυτών έχει ακόμη να μας διδάξει πολλά:

Ότι κανένας αγώνας δεν είναι χαμένος, όσο και αν η συγκυρία φαίνεται ανίκητη. Ότι οι αγώνες για δημοκρατία συσπειρώνουν ευρύτερες δυνάμεις και καταξιώνουν το κίνημα. Ότι στα δικαστήρια πάμε με ψηλά το κεφάλι. Και ότι καμμία εξουσία δεν είναι ανίκητη.

Ηταν αξιοθαύμαστο το εύρος του πολιτικού φάσματος των ανθρώπων οι οποίοι προσήλθαν ως μάρτυρες υπεράσπισης στις δύο αυτές δίκες, ερχόμενοι σε εντυπωσιακή αντίθεση με το κλίμα της εποχής, ανεξάρτητα από την πολιτική εξέλιξη που είχε ο καθένας τους.

Η μικρή εξωκοινοβουλευτική αριστερά, με τις όποιες αδυναμίες και ελαττώματά της, στάθηκε όρθια, υποχρέωσε τη διανόηση του συνόλου του πολιτικού φάσματος να σταθεί αντιμέτωπη στην κρατική καταστολή, την οποία και τελικά νίκησε.

Ηταν αξιοθαύμαστοι οι κατηγορούμενοι, που τίμησαν την παράδοσή της και έδωσαν θαρραλέα τη μάχη της υπεράσπισης του πολιτικού τους λόγου κατακτώντας την εκτίμηση ακόμα και των διωκτών τους. Τιμή και δόξα !

Δεν θεωρώ ότι αυθαιρετώ απέναντί τους, θυμίζοντας ξανά τα ονοματεπώνυμά τους, που άλλωστε έχουν προ πολλού δημοσιοποιηθεί και τίτλο τιμής επιδαψιλεύουν σε αυτούς καθώς επίσης και σε όσους τους υπεράσπισαν ως μάρτυρες στο δικαστήριο. Και χρωστάμε να το αναγνωρίσουμε, ιδίως σε όσους έχουν φύγει από τη ζωή.

Ο ν. 2172/1993, πέρα από την εμφανώς πελατειακή σκοπιμότητα εξυπηρέτησης που επέβαλε – όχι δα και για πρώτη φορά στην ιστορία – την καθιέρωση του άρθρου 45 για την παραγραφή με σφουγγάρι όλων των ποινικών και αστικών αδικημάτων του τελέσθηκαν δια του τύπου, ήταν ένας από τους τελευταίους νόμους που κατάργησαν αντιδημοκρατικές και ανελεύθερες διατάξεις που ήταν για δεκαετίες στο στόχαστρο του προοδευτικού ποινικού κόσμου, όπως το Π.Κ. 181 (περιύβριση αρχής) που ποινικοποιούσε κάθε σκληρή κριτική προς την κυβερνητική εξουσία και το Π.Κ. 191 (περί διασποράς ψευδών ειδήσεων). Ηταν από τις τελευταίες αποτυπώσεις κατακτήσεων χρόνιων διεκδικήσεων.

Άφησε δυστυχώς αλώβητα τα υπόλοιπα στοιχεία του νομικού οπλοστασίου (Π.Κ. 141, Π.Κ. 192) που μαζί με πολλά άλλα, επίσης μετεμφυλιοπολεμικά άρθρα και διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ. 183, 184) απειλούν τον αντικαθεστωτικό πολιτικό λόγο, παραμένουν νομοθετικά ισχυρά, συμπληρώθηκαν με τους τρομονόμους, και από καιρού σε καιρό ανασύρονται, ως εργαλεία δικαστικής καταστολής εναντίον των αντιφρονούντων.

Ωστόσο ποτέ δεν είναι αργά. Όταν ιδίως η ιστορία μας εμπνέει. Και μας καλεί στα βήματά της.

Αθήνα, 27-2-2018
Κώστας Παπαδάκης

………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Σημείωση Παντιέρας: Παρατίθεται στη συνέχεια ολόκληρη η προκήρυξη της Αντιπολεμικής Αντιεθνικιστικής Συσπείρωσης για το μοίρασμα της οποίας δικάστηκαν η Χριστίνα, η Βαγγελιώ, η Μαρία και ο Στρατής, όπως αναλυτικά περιγράφεται παραπάνω.

Θυμίζουμε ότι μετά την άσκηση δίωξης, την είχαν αναδημοσιεύσει αρκετά έντυπα της εποχής, όχι απλώς ως στήριξη σε δικαζόμενους αγωνιστές και αγωνίστριες αλλά και ως πολιτική χειρονομία αντίστασης στο εθνικιστικό κλίμα που ανάγλυφα περιγράφεται στο άρθρο του Κώστα Παπαδάκη. Ένα από αυτά τα έντυπα ήταν και το περιοδικό ΑΛΛΑ, από το οπισθόφυλλο του πρώτου τεύχους του οποίου την αντιγράψαμε πιστά.

………………………………………………………………………………………………………………………………………..

ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΚΟΙ ΛΑΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΙ ΜΑΣ
ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Εμείς, που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, έχουμε διαφορετικά άποψη, ριζικά αντίθετη απ’ αυτήν της κυβέρνησης και του επίσημου συναινετικού πολιτικού κόσμου για τα εθνικά θέματα, το ζήτημα της τέως Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και τους κινδύνους που απειλούν το λαό της χώρας μας.

Είμαστε σίγουροι ότι παίζεται στις πλάτες μας ένα βρώμικο παιχνίδι, που κι αν ακόμα δεν καταλήξει σε πόλεμο, θα έχει οδυνηρές συνέπειες στη ζωή όλων μας. Κυβέρνηση, πολιτικά επιτελεία, καλοπληρωμένοι δημοσιογράφοι, στρατηγοί και μητροπολίτες προσπαθούν να μας πείσουν ότι κινδυνεύουμε. Παρουσιάζουν μη εικόνα ασφυκτικής περικύκλωσης της Ελλάδας που δημιουργεί ανασφάλεια και φόβο στους έλληνες πολίτες.

https://i1.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/ALLA-no-1-312x430.jpg

Εμείς λέμε ότι αυτό γίνεται σκόπιμα. Οι ηγεμόνες μας καλλιεργούν την εθνικιστική υστερία, την πατριδολαγνεία και την προγονολατρεία για να μας κάνουν να ξεχάσουμε την οικονομική εξαθλίωση, την ανεργία, τη συρρίκνωση του εισοδήματος και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής μας, την καταπίεση των φαντάρων και τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο στρατό, την υποταγή τους στα πολιτικοστρατιωτικά σχέδια των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οι ηγεμόνες μας προσπαθούν να μας πείσουν ότι ταυτίζονται σι ανάγκες μας με τα συμφέροντά τους για να συναινέσουμε στον δικό του στόχο να γίνουν «Βαλκανιάρχες» και στις ευρύτερες επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων στην Περιοχή.

Μας λένε ψέμματα! Και μας δηλητηριάζουν με τον εθνικισμό, την πολεμοκαπηλεία και τον ρατσισμό!

Θέλουν να μας κάνουν να δεχόμαστε αδιάφορα τις δολοφονίες αλβανών φυγάδων στα σύνορα από τα ειδικά στρατιωτικοαστυνομικά σώματα που έχουν συγκροτήσει…

Θέλουν να αγανακτούμε, όταν κάποιος στα Σκόπια κάνει εθνικιστικές δηλώσεις αλλά να χειροκροτούμε, όταν ακούγονται πολύ χειρότερες στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη…

Θέλουν να εξαφανίσουν αξίες και παραδόσεις, που ευτυχώς διατηρεί ακόμα η ελληνική κοινωνία, όπως η φιλοξενία, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά…

Ναι, ο ελληνικός λαός κινδυνεύει! Αλλά όχι από το άοπλο κρατίδιο που βρίσκεται στα βόρεια σύνορα της χώρας μας. Ούτε από τους πεινασμένους αλβανούς πρόσφυγες!

Κινδυνεύουμε από τον πόλεμο που συνεχίζεται στην πρώην Γιουγκοσλαβία, και που η χώρα μας μπορεί να εμπλακεί σ’ αυτόν, αν η κυβέρνηση και η αξιωματική -κυρίως- αντιπολίτευση δεν εγκαταλείψουν τα μεγαλοϊδεάτικα σχέδια και κορώνες τους και δεν σταματήσουν το παιχνίδι της εθνικής πλειοδοσίας και του «ψηφοθηρικού πατριωτισμού».

Επιτέλους, ως πότε θα μας εμπαίζουν; Εμείς λέμε καθαρά: Όχι στο κλίμα πολέμου με την τ. Γιουγκοσλαβική Μακεδονία.

https://i1.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/ALLA-No-1-opisthofyllo-316x430.jpg

Πρέπει να σταματήσει η επιθετική και ρατσιστική αντιμετώπιση του γειτονικού λαού, με το πρόσχημα της χρήσης του ονόματος «Μακεδονία», που στο κάτω-κάτω το χρησιμοποιεί εδώ και μισό αιώνα. Έχει δικαίωμα και αυτός ο λαός να αυτοκαθοριστεί εθνικά και να αποκτήσει τη στοιχειώδη κρατική υπόσταση που θα επιτρέψει την επιβίωση του.

Είναι ντροπή να δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τον συνεχιζόμενο οικονομικό αποκλεισμό της γειτονικής χώρας όπως και τις διάφορες «αγωνιστικές» προτάσεις για στρατιωτική εισβολή σ’ αυτήν…

Είναι ντροπή ν’ αφήνουμε κάποιους με το πρόσχημα της καταπίεσης που υφίσταται η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία να κραυγάζουν για εισβολές και προσαρτήσεις εδαφών…

Δεν πρέπει να δεχτούμε οποιαδήποτε εδαφική επέκταση προωθούν τα σωβινιστικά επιτελεία σ’ όποια χώρα κι αν βρίσκονται!

Πολλοί θα μας κατηγορήσουν γι αυτές τις απόψεις μας ως «μειοδότες», «προδότες» ή και «πράκτορες». Αυτές οι κατηγορίες μας αφήνουν παγερά αδιάφορους. Όχι μόνο επειδή αρνούμαστε να δεχτούμε το γελοίο «εθνικό επιχείρημα» ότι όλοι οι εθνικιστές βρίσκονται εκτός Ελλάδας, ενώ στη χώρα μας υπάρχουν μόνο πατριώτες… Αλλά και γιατί ξέρουμε, ότι οι διάφοροι «προστάτες των λαών», δυτικοί, ευρωπαίοι και ανατολικοί, εκμεταλλεύονται κυνικά την απελπισία και τις αυταπάτες εκατομμυρίων εξαθλιωμένων ανθρώπων προκειμένου να διευρύνουν τις αγορές και τις ζώνες επιρροής τους.

Θέλουμε να ζήσουμε ειρηνικά μ’ όλους τους λαούς των Βαλκανίων! Και απειλούμαστε από ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, εθνικιστικές κυβερνήσεις και ναζιστικά κηρύγματα περί φυλετικής καθαρότητας και εξόντωσης των μειονοτήτων!

Δεν είναι ντροπή για μια κοινωνία, να συμβιώνουν αρμονικά στο εσωτερικό της διαφορετικοί πολιτισμοί και εθνικές ομάδες. Είναι τιμή της. Ντροπή είναι στο όνομα της ενότητας και της καθαρότητας του έθνους να καταπιέζονται και να συντρίβονται οι μειονότητες.

Στην Ελλάδα ζουν και τούρκοι, πομάκοι, σλαβομακεδόνες και τσιγγάνοι! Γι αυτές τις μειονότητες που ζουν στη χώρα μας νοιώθουμε ό,τι ακριβώς και για τους υπόλοιπους έλληνες πολίτες!

Δεν θέλουμε ούτε να τις εξαφανίσουμε ούτε να τις ενσωματώσουμε. Αντίθετα, αγωνιζόμαστε για να απολαμβάνουν όσες ελευθερίες και ευκαιρίες έχουμε όλοι μας και παράλληλα υπερασπίζουμε τα ιδιαίτερα γλωσσικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά δικαιώματα του που προκύπτουν από τη διαφορετική εθνική καταγωγή τους.

Εξ άλλου αυτά ακριβώς δεν διεκδικεί και η ελληνική κυβέρνηση για τις ελληνικές μειονότητες που ζουν σ’ άλλες χώρες;

Όσοι αντιμετωπίζουμε τα βάρη της οικονομικής κρίσης, τις συνέπειες της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη, την ανυπαρξία ουσιαστικής αντιπολίτευσης και τη διαλυτική πολιτική των συναινετικών κομμάτων στο συνδικαλιστικό κίνημα και στους δίκαιους αγώνες των εργαζομένων, οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι εχθροί μας δεν είναι οι γειτονικοί λαοί, που αντιμετωπίζουν τα ίδια μ’ εμάς, αλλά ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο πόλεμος. Εναντίον τους θα πρέπει να ενωθούμε οι μισθωτοί και οι νέοι των Βαλκανικών χωρών μέσα από κοινά αντιπολεμικά κινήματα, εκδηλώσεις και αγώνες αλληλοϋποστήριξης και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

Γιατί ποιός μπορεί ν’ αμφισβητήσει ότι τα «Σκόπια» μας κάνουν να ξεχνάμε την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη της ακρίβειας, του νέφους και της αστυνομοκρατίας;

Γιατί ποιός μπορεί να αμφισβητήσει ότι τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία κρύβουν το Λαύριο, το Μαντούδι και τους αγώνες που πρέπει να κάνουμε για να υπερασπίσουμε τη δουλειά, το εισόδημα και τις ελευθερίες μας;

Γιατί ποιός αμφιβάλλει, ότι στους άδικους πολέμους που μπορεί να μας οδηγήσουν οι ηγεμόνες μας, οι σίγουροι ηττημένοι θα είναι οι εργαζόμενοι, οι νέοι και οι λαοί που θα συρθούν σ’ αυτούς;

ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΤΙΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ

30/3/92

09/12/2013: Βενιζέλος εναντίον Αρείου Πάγου για εκτέλεση αποφάσεων Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου!

Οι «βιασμοί» της Αμαρύνθου: μύθοι και πραγματικότητα

Οι «βιασμοί» της Αμαρύνθου: μύθοι και πραγματικότητα.

Του Παναγιώτη Δημητρά


TVXS

13 Αυγούστου 2012

Η σχεδόν θανατηφόρα επίθεση σε συνδυασμό με βιασμό κατά 15χρονης στην Πάρο στα τέλη Ιουλίου 2012 από (κατά τη φερόμενη ομολογία του) 19χρονο Πακιστανό οδήγησε πολλούς και πολλές στον ακατανόητο συσχετισμό της υπόθεσης αυτής με τον καταγγελθέντα βιασμό 15χρονης Βουλγάρας σε υπό κατάληψη σχολείο στην Αμάρυνθο τον Οκτώβριο 2006 από τέσσερις Έλληνες συμμαθητές της. Ακόμα και σε σοβαρά μέσα επικοινωνίας της αριστεράς δημοσιεύτηκαν κείμενα (που αναδημοσιευτήκαν στο TVXS), τα οποία όμως βασίζονταν σε ανακριβείς πληροφορίες.

Δυστυχώς για αυτά τα μέσα, η υπόθεση αυτή με την οποία, σε αντίθεση με διάφορες οργανώσεις ή ΜΜΕ, ασχολήθηκα από την αρχή μέχρι το τέλος και για την οποία έχω και τα πλήρη πρακτικά 121 σελίδων της δίκης στο Δικαστήριο Ανηλίκων Χαλκίδας (26/11/2009 με 23/3/2010) δεν έχει καθόλου τη μυθοποιημένη διάσταση που της δίνεται είτε συνειδητά είτε από ασυγχώρητη επιπολαιότητα.

«‘Με ανέβασαν στον νιπτήρα. Μου κράτησαν τα χέρια και τα πόδια και ο Κ. με βίασε μέχρι που εκσπερμάτωσε. Όλοι μαζί χοροπηδούσαν σαν νικητές.’ δήλωνε στην κατάθεσή της.» γράφτηκε.

Παρόμοια ή παρεμφερής φράση δεν υπάρχει στα πρακτικά της δίκης η οποία ασχολήθηκε με το αν υπήρχε εξαναγκασμός σε τέσσερις πεολειχίες (από τις οποίες μία με συμμαθητή της με τον οποίο κατέθεσε ότι ήταν ερωτευμένη και πως τον πίεζε να κάνουν σχέση).

«Στην περίπτωση της Αμαρύνθου παρόλο που υπήρχε οπτικό υλικό, παρόλο που υπήρχε η κατάθεση του θύματος και παρόλο που περίπου 25 μαθητές υπήρξαν μάρτυρες του περιστατικού, τελικά κανένας δεν τιμωρήθηκε.» γράφτηκε.

Κατ’ αρχή, οπτικό υλικό δεν υπήρξε. Όσο για τους μαθητές μάρτυρες, το δικαστήριο, άκουσε την καταγγέλλουσα, τη μητέρα της, τους κατηγορούμενους, το διευθυντή του σχολείου αλλά και δέκα συμμαθητές και επτά συμμαθήτριές της κανένας από τους οποίους και καμιά από τις οποίες (πλην της μητέρας της) δεν επιβεβαίωσε τις καταγγελίες για βιασμό: αντίθετα επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων πως οι σεξουαλικές πράξεις έγιναν τουλάχιστο με τη θέληση της καταγγέλλουσας. Στους μάρτυρες περιλαμβανόταν και ο πρώην φίλος της που κατέθεσε για τις ερωτικές σχέσεις που είχαν.

Παράλληλα, το δικαστήριο διάβασε τις ιατρικές γνωματεύσεις και την ιατροδικαστική εξέταση (της καθηγήτριας Χαράς Σπηλιοπούλου που είχε δημοσιευθεί τότε στην «Ελευθεροτυπία») που επίσης δεν επιβεβαίωναν τα περί βιασμού. Έτσι τελικά αποφάνθηκε πως «αποδείχθηκε ότι στο χώρο των τουαλετών του ισογείου του σχολικού κτηρίου δεν έλαβε χώρα εξαναγκασμός της πολιτικώς ενάγουσας για επιχείρηση ασελγών πράξεων (δηλαδή τεσσάρων πεολειχιών) αλλά με τη θέλησή της η πολιτικώς ενάγουσα προέβη στις πράξεις αυτές».

Η εμπλοκή μου στην υπόθεση ξεκίνησε με το συντονισμό μιας ομάδας στήριξης στην καταγγέλλουσα στην οποία μετείχαν γνωστότατα πολιτικά πρόσωπα (κάποια ήταν τότε βουλευτής και κάποια άλλη είναι σήμερα κυβερνητικό στέλεχος) και δικηγόρος της Βουλγαρικής Πρεσβείας και η οποία τη βοήθησε να βρει σπίτι στην Αθήνα το Νοέμβριο 2006. Τη στήριξη αυτή η καταγγέλλουσα μετά από λίγο απέρριψε επιλέγοντας να καταφύγει στο δημοσιογράφο Νίκο Κακαουνάκη και στο δικηγόρο Αλέξη Κούγια, γεγονός που δημιούργησε αρνητικές εντυπώσεις για αυτή και για όσα ισχυριζόταν.

Μετά άρχισε να εκτίθεται δίνοντας συνεντεύξεις. Η ομάδα φυσικά διαλύθηκε. Όσοι και όσες έχουν σήμερα άλλη άποψη για τα γεγονότα όφειλαν να παρακολουθήσουν (με ειδική άδεια που δίνεται) τη δίκη ή να διαβάσουν προσεκτικά τα πρακτικά της ώστε να πεισθούν για τα γεγονότα. Όταν χωρίς καμιά τέτοια ενέργεια και μόνο για να εργαλειοποιήσουν την υπόθεση ισχυρίζονται πως υπήρξε βιασμός, προσβάλλουν την αλήθεια και «βιάζουν» τα αθωωθέντα (τότε) παιδιά.

Τα παιδιά της υπόθεσης (κατηγορούμενα και καταγγέλλουσα) είχαν άλλωστε «βιάσει» τα ΜΜΕ δημοσιοποιώντας λεπτομέρειες από τις καταθέσεις τους με τρόπο που ταυτοποιούνταν όλα τα παιδιά. Το ΕΣΡ, με τη συνδρομή του Συνηγόρου του Παιδιού, τιμώρησε τότε τον Αντέννα, το Mega και τον Άλφα. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ τιμώρησε το Νίκο Ευαγγελάτο.

Ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) υπέβαλα μήνυση κατά των τριών καναλιών και των εφημερίδων «Τα Νέα», «Ελευθεροτυπία» και «Πρώτο Θέμα». Η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, παρά την τιμωρία από το ΕΣΡ, δεν τόλμησε να παραπέμψει σε δίκη τα κανάλια. Παρέπεμψε όμως για παραβίαση του νόμου για τα προσωπικά δεδομένα επτά δημοσιογράφους των τριών εφημερίδων, οι οποίοι αθωώθηκαν από το δικαστήριο το Φεβρουάριο 2009.

Στη δίκη ο Συνήγορος του Παιδιού που είχε κληθεί ως μάρτυρας φρόντισε να απουσιάσει, πιθανότατα γιατί δεν ήθελε να εμπλακεί στη δίωξη εφημερίδων με τις οποίες είχε πολύ καλές σχέσεις, σε αντίθεση με την εμπλοκή του στην τιμωρία των καναλιών που σχεδόν ποτέ δεν ασχολούνταν με το έργο του. Στην προδικασία μάλιστα ο Συνήγορος είχε ενόρκως δηλώσει πως ουδέποτε είχε δεχθεί αναφορά από το ΕΠΣΕ για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των παιδιών από τις εφημερίδες: γι’ αυτό και, μετά από μήνυση του ΕΠΣΕ, είναι σήμερα υπόδικος για ψευδορκία μάρτυρα…

Όταν αγωνίζεσαι με συνέπεια για τα ανθρώπινα δικαιώματα αναζητείς και υπερασπίζεσαι την αλήθεια ανεξάρτητα από εθνικότητα ή ιδεολογική θέση των εμπλεκόμενων. Τότε κανένας και καμιά δεν μπορεί να σε μεμφθεί για μονομερή υπεράσπιση ατόμων με βάση την εθνική καταγωγή ή για εργαλειοποίηση των δικαιωμάτων…

Ο Παναγιώτης Δημητράς είναι εκπρόσωπος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ)