Τα βαφτίσια της «μη Μακεδονίας»

Η Εφημερίδα των Συντακτών

Τα βαφτίσια της «μη Μακεδονίας»

Οι τρεις Μακεδονίες στο βιβλίο του Ευάγγελου Κωφού (1964), εμπειρογνώμονα του ελληνικού ΥΠΕΞ επί τρεις δεκαετίες (1963-1995)
Οι τρεις Μακεδονίες στο βιβλίο του Ευάγγελου Κωφού (1964), εμπειρογνώμονα του ελληνικού ΥΠΕΞ επί τρεις δεκαετίες (1963-1995) | E. KOFOS, «NATIONALISM AND COMMUNISM IN MACEDONIA» (Θεσ/νίκη 1964)

«Επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν»

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (3/1/1885)

Mια απρόσμενη έκπληξη περιμένει τον καλοπροαίρετο πατριώτη που θ’ ανατρέξει στον πατέρα της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας για να ελέγξει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των τελευταίων ημερών περί Βορείου Μακεδονίας.

Αναφερόμαστε φυσικά στην «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, το πολύτομο έργο που κυκλοφόρησε μεταξύ 1860 και 1874 διαμορφώνοντας την εικόνα που οι κατοπινοί Ελληνες έχουμε -κυρίως μέσω του σχολείου- για το συλλογικό ιστορικό μας παρελθόν.

Στην πρώτη παράγραφο περί Μακεδονίας πληροφορούμαστε πως υπήρξαν δυο διαδοχικές οριοθετήσεις της αρχαίας εκείνης χώρας.

Η αρχική περιλάμβανε μόνο την ενδοχώρα της σημερινής ελληνικής Δυτικής Μακεδονίας και τη νοτιοδυτική ΠΓΔΜ, δίχως να φτάνει καν μέχρι τη θάλασσα.

Η δεύτερη οριοθέτηση, μετά τις κατακτήσεις του Φιλίππου, είναι αυτή που καθιερώθηκε στη συνέχεια παγκοσμίως ως «Μακεδονία» −και προς βορράν έφτανε μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), τα σύνορα δηλαδή ΠΓΔΜ και Κοσσυφοπεδίου.

Επί λέξει:

«Επί Φιλίππου η Μακεδονία έλαβεν έκτασιν μεγάλην, η δε αρχαιοτέρα Μακεδονία ήτο πολύ μικροτέρα. Η αρχαία μικρά αύτη Μακεδονία δεν έφθανεν, ως βραδύτερον, μέχρι του Θερμαϊκού κόλπου, αλλά περιωρίζετο εις τας περί τον άνω Αλιάκμονα και τον άνω Εριγώνα χώρας […]. Και ούτος μεν ήτο ο πυρήν της Μακεδονίας. Η δε ευρυτέρα χώρα εις ην μετεδόθη βραδύτερον το όνομα εκείνο, καίτοι ορεινή ούσα και διατεμνομένη υπό πολλών πλαγίων κλάδων του Σκάρδου όρους, περιλαμβάνει τρία μεσόγεια πεδία. Εκ τούτων το βορειότατον είναι το πεδίον το σήμερον καλούμενον Τέτοβο ή Καλκάνδερε» (εκδ. Γαλαξία, τ.6ος, Αθήνα 1969, σ.7).

Πώς ταιριάζουν όλα αυτά με το εθνικό δόγμα των τελευταίων δυόμισι δεκαετιών, που κυριάρχησε στη χώρα μας μετά το 1992 και σύμφωνα με το οποίο οι βόρειοι γείτονές μας «δεν δικαιούνται» να θεωρούν τη χώρα τους τμήμα -έστω- της Μακεδονίας;

Η απάντηση είναι πολύ απλή: δεν ταιριάζουν! Οπως θα δούμε στο σημερινό αφιέρωμα, το θεώρημα που θέλει την επικράτεια της νυν ΠΓΔΜ (και οσονούπω Βόρειας Μακεδονίας) εκτός μακεδονικού χώρου δεν υπήρξε κάποια επιστημονική αλήθεια αλλά μια αυθαίρετη κατασκευή του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών εν έτει 1884, με καθαρά πρακτικό σκοπό: τη νοερή αποκοπή των βορειότερων (ουδόλως ελληνικών) μακεδονικών εδαφών από τα νοτιότερα, όπου υπήρχε αξιόλογη ελληνική παρουσία ή επιρροή, προκειμένου ν’ αποφευχθεί η κοινή πολιτική εξέλιξή τους προς ανεπιθύμητες κατευθύνσεις.

Το ιδεολόγημα αυτό δεν έγινε τότε καθολικά δεκτό από τους ελληνικούς κύκλους που διαχειρίζονταν το Μακεδονικό, απορρίφθηκε δε κατηγορηματικά από τον ίδιο τον Παπαρρηγόπουλο, με τη διττή ιδιότητά του ως εθνικού ιστορικού και προέδρου του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» (της τότε ελληνικής μυστικής υπηρεσίας στον οθωμανικό χώρο).

Ανασύρθηκε όμως από τη ναφθαλίνη επί Σαμαρά για να επιβληθεί σε μια παραζαλισμένη κοινή γνώμη, μέσα στο κλίμα εθνικιστικής υστερίας του 1992-1994, σαν εξ αποκαλύψεως αλήθεια.

Αρχαίοι και νεότεροι

Η οριοθέτηση που επικαλείται στην «Ιστορία» του ο Παπαρρηγόπουλος δεν ήταν καινούργια.

Πηγή του ίδιου και των συγχρόνων του αποτελούσαν οι μεγάλοι γεωγράφοι της αρχαιότητας:

  • Ο Στράβων (1ος αι. μ.Χ.) περιγράφει ως βόρειο σύνορο της Μακεδονίας τη νοητή γραμμή Σκάρδου – Ορβήλου [σημ. Πιρίν] – Ροδόπης (Strabonis Geographica, Βερολίνο 1852, τ.Α΄, σ.376-7).
  • Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.) ως όριο Μακεδονίας – Ιλλυρίδας – Ανω Μοισίας αναφέρει κι αυτός τον Σκάρδο (Claudii Ptolemaei Geographia, Λειψία 1843, τ.Α΄, σ.192-3, 132-3 & 180-1).
  • Ο Παυσανίας, επίσης του 2ου αιώνα, δεν ασχολήθηκε πάλι καθόλου με τη Μακεδονία. Το δεκάτομο έργο του «Ελλάδος περιήγησις» αφορά μόνο την Πελοπόννησο και τη σημερινή Στερεά.

Οπως ήταν αναμενόμενο, η παράδοση αυτή καθόρισε την οριοθέτηση της Μακεδονίας και στα νεότερα χρόνια, όταν η ευρωπαϊκή διανόηση ανακάλυψε ξανά την αρχαιότητα και τις ιστορικές ονομασίες των περιοχών της «Ευρωπαϊκής Τουρκίας».

Υπενθυμίζουμε πως ο γεωγραφικός όρος «Μακεδονία» στα βυζαντινά χρόνια είχε μετακομίσει στην Ανατολική Θράκη (πατρίδα, μεταξύ άλλων, των Αρμενίων αυτοκρατόρων της «Μακεδονικής δυναστείας»), ενώ στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαφανίστηκε εντελώς από το επίσημο λεξιλόγιο.

Το εθνολογικό μωσαϊκό της οθωμανικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο σχολικό επιθεωρητή Βασίλ Κάντσοφ (1900): όλοι οι σλαβόφωνοι απεικονίζονται (με πράσινο) ως «Βούλγαροι»· με ροζ οι Τούρκοι, πορτοκαλί οι Αλβανοί, μπλε οι Ελληνες και μοβ οι Βλάχοι. DOTATION CARNEGIE, «ENQUÊTE DANS LES BALKANS» (Παρίσι 1914)
↳ Το εθνολογικό μωσαϊκό της οθωμανικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο σχολικό επιθεωρητή Βασίλ Κάντσοφ (1900). Κριτήριο ταξινόμησης αποτελεί η μητρική γλώσσα: όλοι οι σλαβόφωνοι απεικονίζονται (με πράσινο) ως «Βούλγαροι»· με ροζ οι Τούρκοι, πορτοκαλί οι Αλβανοί, μπλε οι Ελληνες και μοβ οι Βλάχοι. Η εδαφοποιημένη απεικόνιση υποτιμά σαφώς τους πληθυσμούς των αστικών κέντρων (κυρίως μουσουλμανικούς και δευτερευόντως ελληνικούς) προς όφελος της υπαίθρου, η γεωγραφική όμως έκταση της ελληνοφωνίας αποτυπώνεται με αξιοσημείωτη ακρίβεια

«Με το όνομα Μακεδονία», διαβάζουμε έτσι στη γαλλική Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του ΙΘ΄ αι., «αντιλαμβανόμαστε σήμερα το κεντρικό τμήμα της Ευρωπαϊκής Τουρκίας που ορίζεται προς βορράν από το Σαρ-Νταγ [=τον Σκάρδο] και το Καρά-Νταγ, προς ανατολάς από τον Νέστο, προς νότον από το Αιγαίο πέλαγος και προς δυσμάς από μιαν ασαφή γραμμή που, υπερβαίνοντας τις λίμνες Πρέσπα και Οχρίδα, τη διαχωρίζει από την Αλβανία» (La Grande Encyclopédie, τ.22, σ.864).

Την ίδια ακριβώς οριοθέτηση ακολουθούν επίσης οι Ελληνες γεωγράφοι και ιστορικοί μέχρι τα τέλη του ΙΘ΄ αιώνα.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

● Ο Μελέτιος Μήτρου (1661-1714) θεωρεί «άπασα την Μακεδονίαν» τμήμα της Ελλάδας, με όριο προς βορράν «τα Σαρδικά όρη» («Γεωγραφία παλαιά και νέα», Εν Βενετία 1807, σ.250 και 248). Ως μακεδονικές πόλεις μνημονεύει επίσης τα κυριότερα αστικά κέντρα της σημερινής ΠΓΔΜ: το Βέλες, το Στιπ, τον Περλεπέ, το Τίκφες [σημ. Καβαντάρτσι], την Παλάνκα, το Κουμάνοβο (σ.467 και 471).

● Κατά τον Αθανάσιο Ψαλλίδα (1764-1829), η Μακεδονία «ξεχωρίζεται από την Θράκη με το βουνό Ροδόπη, από την Βουλγαρίαν και Σερβίαν με το βουνό Σκάρδος» κ.ο.κ. («Ηπειρωτικά Χρονικά», τχ. 6, 1931, σ.55).

● Τον Σκάρδο, τη Ρίλα και τον Ορβηλο περιγράφει ως «φυσικό σύνορο» της Μακεδονίας και ο στρατιωτικός χαρτογράφος Βασίλειος Νικολαΐδης («Les Turcs et la Turquie contemporaine», Παρίσι 1859, τ.Α΄, σ.17, και «Στρατιωτική γεωγραφία», Αθήνα 2018, σ.111).

● Ο Μαργαρίτης Δήμιτσας εξηγεί πως «από Φιλίππου και επί των διαδόχων βασιλέων, καθώς και επί των Ρωμαίων», η Μακεδονία «φυσικά όρια έσχε προς βορράν τον Σκάρδον, τον Ορβηλον, το Σκόμιον ή Σκόμβρον [σημ. Ρίλα] και εν μέρει τον Αίμον» («Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας. Μέρος Α΄. Χωρογραφία», Αθήνησι 1870, σ.5).

● Ο Ιωάννης Καλοστύπης ξεκαθαρίζει -κι αυτός- πως «η Μακεδονία ορίζεται προς βορράν υπό του Σκάρδου, του βορείου Ορβήλου και του Σκομίου» («Μακεδονία», Εν Αθήναις 1886, σ.9).

● Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινούνται και οι ελληνικές σχολικές γεωγραφίες του ΙΘ΄ αι. Τον Σκάρδο αναφέρουν ρητά ως βουνό της Μακεδονίας η «Γεωγραφία Στοιχειώδης» του Ιωάννη Κοκκώνη (Εν Αθήναις 1839, σ.137, και 1861, σ.103-4) και η «Γεωγραφία Αρχαίας Ελλάδος» της Πολυτίμης Κούσκουρη (Αθήνησιν 1854, σ.91), ως φυσικό δε σύνορό της προς βορράν η «Ιστορική Γεωγραφία» του Γεωργίου Κρέμμου (Αθήνησι 1878, σ.24), τα «Στοιχεία Γεωγραφίας» του Π. Παπαρρούση (Εν Κων/πόλει 1884, σ.281), η «Στοιχειώδης Γεωγραφία» των Κωνσταντίνου Ζαχαριάδη και Ανδρέα Σπάθαρη (Εν Κων/πόλει 1888, έκδοση Πατριαρχικού Τυπογραφείου, σ.80), το «Εγχειρίδιον Γεωγραφίας» του Δημ. Ολυμπίου (Εν Αθήναις 1892, σ.456), το «Γεωγραφικόν Εγχειρίδιον» του Β.Α. Μυστακίδη (Εν Κων/πόλει 1893, σ.133) κ.ά. Τα Σκόπια περιγράφονται ρητά ως πόλη της Μακεδονίας και στα σχολικά «Γεωγραφικά» του Αναστασίου Πολυζωίδη −του δικαστή που αρνήθηκε να καταδικάσει τον Κολοκοτρώνη, γεννημένου στο Μελένικο της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας (Εν Αθήναις 1859, τ.Β΄, σ.136).

Ενα υπαρκτό πρόβλημα

Για τους εθνικιστές μας, «Βόρεια Μακεδονία» υπάρχει μόνο όταν πρόκειται να διεκδικηθεί Για τους εθνικιστές μας, «Βόρεια Μακεδονία» υπάρχει μόνο όταν πρόκειται να διεκδικηθεί |

Αυτά όσον αφορά την αρχαία οριοθέτηση της Μακεδονίας και τη λόγια αναβίωσή της τους τελευταίους αιώνες.

Η πραγματικότητα όμως αυτή δεν αναιρούσε το βασικό πολιτικό πρόβλημα του ελληνικού εθνικισμού, από τα μέσα του ΙΘ΄ αι. και μετά. Το γεγονός δηλαδή ότι, ανεξαρτήτως της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων, οι ενδιάμεσες πληθυσμιακές μεταβολές από την εποχή των σλαβικών εγκαταστάσεων του 6ου αι. μ.Χ. δεν ευνοούσαν ιδιαίτερα τις ελληνικές βλέψεις στην περιοχή.

Το διαπιστώνουμε, μεταξύ άλλων, από τις παρατηρήσεις των Ευρωπαίων περιηγητών που επισκέπτονται τη Μακεδονία με τα εγχειρίδια των αρχαίων γεωγράφων ανά χείρας, αναζητώντας τα κατάλοιπα της αρχαιότητας, και καταλήγουν σε αναπόφευκτες συγκρίσεις με το εθνολογικό τοπίο που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια τους.

Το πιο εύγλωττο παράδειγμα τέτοιων συγκρίσεων πρόσφερε το σλαβόφωνο τσιφλίκι Αγιοι Απόστολοι (Ποστόλ ή Αλά Κλισέ), η σημερινή δηλαδή Πέλλα, ως η κατεξοχήν ενσάρκωση αυτής της μεταβολής.

«Εξήντα καλύβια κατοικούμενα από Βουλγάρους, ένας πυργίσκος που περικλείει μια φρουρά δώδεκα Αλβανών κάτω από τη διοίκηση ενός σούμπαση: ιδού τι απέμεινε από την Πέλλα, από τη δόξα της· ιδού ο πληθυσμός και οι στρατιωτικές δυνάμεις που έχουν διαδεχθεί τους Μακεδόνες!», θρηνεί έτσι χαρακτηριστικά ο Πουκεβίλ («Voyage dans la Grèce», Παρίσι 1820, τ.Β΄, σ.451-2).

Η μεταβολή αυτή θ’ αναγνωριστεί, και μάλιστα στο επισημότερο δυνατό επίπεδο, από τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Απαντώντας στο επίσημο ερώτημα των Μεγάλων Δυνάμεων (9/10/1828), «ποια οριοθέτηση θα εξυπηρετούσε περισσότερο την Ελλάδα, χορηγώντας της ευδιάκριτα χερσαία σύνορα, εύκολα υπερασπίσιμα, και θα επέφερε τον καλύτερο δυνατό πληθυσμιακό διαχωρισμό», ο πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους υπέδειξε στις 10/23 Νοεμβρίου 1828 ως «φύσει οριστική» ελληνοτουρκική μεθόριο τη γραμμή Ολυμπος-Αλιάκμονας-Μέτσοβο, με το εξής σκεπτικό:

«Τούτο το όριον διεχώριζε και το πάλαι την Ελλάδα από τα βόρεια γειτονικά μέρη. Κατά τον μεσαιώνα, και ακόμη κατά τους νεωτέρους χρόνους, η Θεσσαλία εφυλάχθη πάντοτε ελληνική, ενώ η Μακεδονία εκυριεύθη από τους Σλάβους και από πολλάς άλλας φυλάς» («Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, τ.Δ΄, Αθήναι 1973, σ.275).

Οταν το παραπάνω κείμενο γνωστοποιήθηκε στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση (16/7/1829), οι πέντε πληρεξούσιοι των Μακεδόνων προσφύγων κατέθεσαν υπόμνημα (4/8/1929) με το οποίο ζητούσαν, εν ονόματι της συμμετοχής της «μεσημβρινής» (= Νότιας) Μακεδονίας στην εθνεγερσία και των θυσιών που είχαν υποστεί οι πρόσφυγές της στη Νότια Ελλάδα, την «αδιαχώριστον ένωσιν» των πατρίδων τους με το νεοσύστατο κράτος.

Ως «μακεδονική Ελλάς», που μετείχε στην επανάσταση κι εκπροσωπούνταν στην εθνοσυνέλευση, κατονομάζονται εκεί ρητά δυο μόνο περιοχές: η «ανατολικομεσημβρινή Μακεδονία» (Χαλκιδική) και η «δυτικομεσημβρινή Μακεδονία» (Εδεσσα-Νάουσα) (ό.π., σ.641-3).

Η έκκληση διαβιβάστηκε στον Καποδίστρια, δίχως ορατό αποτέλεσμα («Πρακτικά της εν Αργει τετάρτης Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως», Εν Αιγίνη 1829, σ.99-100).

Μερικές δεκαετίες αργότερα, το πολιτικό πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας, για την οικοδόμηση μιας «ελληνικής αυτοκρατορίας» εκατέρωθεν του Αιγαίου με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, θ’ ανατρέψει εκ βάθρων αυτές τις εκτιμήσεις.

Ανεξαρτήτως πληθυσμιακής σύνθεσης, η Μακεδονία εκλαμβάνεται πια ως ο απαραίτητος διάδρομος που συνδέει τον Ολυμπο με τους πυκνούς ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολικής Θράκης και την περιπόθητη Πόλη −κι επιπλέον, ως η μόνη γεωπολιτική διέξοδος του μικροσκοπικού βασιλείου:

«Αν ποτέ το Ελληνικόν βασίλειον μέλλη να λάβη έκτασιν χωρογραφικήν κατά τας υποδούλους ελληνικάς χώρας», διαβάζουμε σε έκθεση του Παπαρρηγόπουλου προς τον Υπ.Εξ. Αλέξανδρο Κοντόσταυλο (11/3/1884), «η έκτασις αύτη δεν ωφελεί να επέλθη διά της προσλήψεως μόνον των μη αμφισβητουμένων ελληνικών νήσων. Απαραίτητον είναι να προσλάβωμεν ήπειρον χώραν προ πάντων, ήτοι χώραν ικανήν να αποτελέση τον κορμόν κράτους αξίου να λαμβάνηται υπ’ όψιν εν τη Ανατολή, αξίου να διεκδική και τα περαιτέρω εύλογα του Ελληνισμού εθνικά δικαιώματα. […] Μόνον ηπειρωτικός όγκος αξιόλογος δύναται να αποκαταστήση την Ελλάδα κράτος ικανόν να ωφεληθή και εκ των θαλασσίων και νησιωτικών αυτής πλεονεκτημάτων. Τον όγκον αυτόν δεν δύναται να εύρη άλλοθι ή εν Μακεδονία» (Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, φ.214, εγγρ.7).

Σκοπός της ίδιας έκθεσης, που συνυπογράφεται από τον γραμματέα του ΣΔΕΓ Ι. Ζολώτα και συντάχθηκε μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργείου, ήταν η χάραξη «των εν Μακεδονία ορίων, εντός των οποίων δύνανται να υποστηριχθώσιν αποτελεσματικώς αι ημέτεραι αξιώσεις».

Ο Παπαρρηγόπουλος χώρισε επί χάρτου την τότε Μακεδονία σε τρεις ζώνες:

(α) μια «αναμφισβήτως ελληνικήν», ίση με το νοτιότερο μισό της νυν ελληνικής Μακεδονίας,
(β) μια βορειότερη, «αναμφισβήτως αλλοτρίαν του Ελληνισμού», η οποία περιλάμβανε τα 2/3 της ΠΓΔΜ και της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας, και
(γ) μια ενδιάμεση λωρίδα «αμφισβητουμένη υπό Ελλήνων και Βουλγάρων καθ’ όλον αυτής το πλάτος», οι κάτοικοι της οποίας «είναι εν γένει ειπείν Βουλγαρόφωνοι κατά το πλείστον αυτής μήκος, από Ροδόπης μέχρι των λιμνών Πρέσπης και Αχρίδος».

Επισημαίνει δε ότι, παρά την ύπαρξη τουρκικών, βλαχόφωνων ή αλβανόφωνων νησίδων στη μεσαία ζώνη, «τα στοιχεία ταύτα ουδαμού διακόπτουσι σπουδαίως την συνέχειαν των Βουλγαροφώνων» και πως «ουδαμού ομιλείται η Ελληνική γλώσσα ως μητρική, πλην του Μελενίκου και εν μέρει του Νευροκόπου».

Ο έλεγχος αυτής της μεσαίας ζώνης (κι ενός τμήματος της νότιας) θ’ αποτελέσει την ελληνοβουλγαρική πτυχή του Μακεδονικού κατά τις επόμενες δεκαετίες, ενώ της βόρειας το διακύβευμα της αντίστοιχης βουλγαροσερβικής διαμάχης.

Μια φαεινή ιδέα

Ενας παράγοντας που ανησυχούσε τους σχεδιαστές της ελληνικής πολιτικής ήταν η ενδεχόμενη επιβολή των αυτοδιοικητικών μεταρρυθμίσεων που πρόβλεπε το άρθρο 23 της συνθήκης του Βερολίνου (1878) και δεν εφαρμόστηκαν τελικά ποτέ.

Φοβούμενος ότι μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε επικράτηση των Βουλγάρων, ο Ελληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη Νικόλαος Γεννάδης θα εισηγηθεί τον Δεκέμβριο του 1884 την επανοριοθέτηση της επίμαχης περιοχής σύμφωνα με τις ελληνικές βλέψεις: ενώ «οι Πανσλαυισταί μίαν και αδιαίρετον θέλουσι την Μακεδονίαν», γράφει, «συμφέρον μέγα είχομεν και έχωμεν να πλάσωμεν νέον γεωγραφικόν όρον εν Μακεδονία, ήτοι να διαιρέσωμεν την Μακεδονίαν εις βόρειον και νότιον, και την τελευταίαν ταύτην να διεκδικήσωμεν ως ελληνικήν χώραν» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Ν. Γεννάδης προς Υπ.Εξ., Εν Φιλιππουπόλει 3/12/1884, αρ.933).

Η ιδέα υιοθετήθηκε ταχύτατα από τον παραλήπτη υπουργό, που με επιστολή του ζήτησε από τον Παπαρρηγόπουλο να συνδράμει την υλοποίησή της: «Παρακαλούμεν υμάς να υποβάλητε εις το Υπουργείον ιδίαν όσον οίον τε σαφή και εύληπτον μελέτην, δι’ ής ως ιστορικός να υποστηρίξητε ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι τα της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή οπωσδήποτε επικρατών» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Αλ. Κοντόσταυλος προς ΣΔΕΓ, Εν Αθήναις 12.12.1884, αρ.1854 εμπ.).

Η απάντηση του εθνικού μας ιστορικού δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον «Ιό» πριν από χρόνια («Ελευθεροτυπία» 24/2/2011) κι αναπαράγεται αυτούσια εδώ, καθώς το περιεχόμενό της αποδεικνύεται επίκαιρο όσο ποτέ.

Εν συντομία, ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα μετονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας, εξηγώντας ότι «τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον» κάτι τέτοιο και πως η ενοχλητική οριοθέτηση δεν «είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας», καθολικά αποδεκτά από τους πάντες: «Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι; Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι».

Ενδεχόμενη επινόηση νέου όρου, κατέληγε, δεν θα γινόταν πιστευτή από κανέναν.

Παρά τη σθεναρή αντίθεση του Παπαρρηγόπουλου, η όλη ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε. Στο γύρισμα του αιώνα, οι περισσότεροι μακεδονολογούντες και μακεδονομάχοι θα υιοθετήσουν τελικά το όλο θεώρημα −κατηγορούμενοι, πάντως, σαν «μειοδότες» από ουκ ολίγους επίσης ομόφρονές τους, που οραματίζονται την προσάρτηση όλου του μακεδονικού χώρου.

«Ουδείς ήθελε αποδεχθή νέον γεωγραφικόν όρον…»
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και η απάντησή του στο αίτημα του υπουργού Εξωτερικών να μεταβαπτίσει τη Βόρεια Μακεδονία Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και η απάντησή του στο αίτημα του υπουργού Εξωτερικών να μεταβαπτίσει τη Βόρεια Μακεδονία | Κ.Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ» (Αθήνα 1986) / ΙΑΥΕ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Εν Αθήναις 3 Ιανουαρίου 1885
Αρ. πρωτ. 1738

Κύριε Υπουργέ

Διά της από 12 παρελθόντος μηνός υπ’ αριθ. 1854 εμπ[ιστευτικής] υμών επιστολής παρακαλέσατε τον Σύλλογον «να υποστηρίξη ιστορικώς ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή επικρατών».

Τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον την απόδειξιν του θέματος τούτου, ως δηλούται εκ των συνημμένων υπό στοιχ. Α σημειώσεων. Η κατά πρώτον γνωστή γενομένη Μακεδονία περιωρίζετο εις τα περί Βιτώλια και Γρεβενά πεδία, μη αφικνουμένη μέχρι της θαλάσσης. Η δ’ επί Φιλίππου ηπλώθη διά μιας από του Ολύμπου μέχρι της Μοισίας (ήτοι της Σερβίας και της Βουλγαρίας) και της Ιλλυρίας και Ηπείρου μέχρι της Θράκης και του Αιγαίου Πελάγους.
Επειτα, επί της ρωμαϊκής κυριαρχίας, η επαρχία του Ιλλυρικού περιέλαβε την Μακεδονίαν του Φιλίππου και την Θεσσαλίαν.
Βραδύτερον δε, εν τη ακμή του μεσαιωνικού ημών κράτους, το όνομα Μακεδονία μετηνάστευσεν από της πατρίδος αυτού εις την Θράκην, περιλαβόν μάλιστα εφ’ ικανόν χρόνον και αυτήν την Βουλγαρίαν.
Τελευταίον επί Τουρκοκρατίας το όνομα της Μακεδονίας όλως εξέλιπεν από της διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους.

Τα όρια λοιπόν τα οποία οι Βούλγαροι αποδίδουν εις την Μακεδονίαν είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας. Αλλά η αναβίωσις των ορίων τούτων δεν είναι έργον των Βουλγάρων.
Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι; Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι.
Οσασδήποτε διοικητικάς μετωνυμίας και αν έλαβε η χώρα αύτη εν διαστήματι δισχιλίων περίπου ετών, το όνομα αυτής και η δοθείσα αυτώ επί Φιλίππου έκτασις περιεσώθη, μετά τινος μικράς μόνον τροπολογίας, εν τη συνειδήσει του Ελληνισμού. Περί τούτων έχομεν απόδειξιν ανατρέχουσαν μέχρι της δεκάτης εβδόμης εκατονταετηρίδος.
Ο ημέτερος Μελέτιος, εν τη Γεωγραφία αυτού, λέγει την Μακεδονίαν οριζομένην προς βορράν υπό της Δαλματίας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Θράκης, προς ανατολάς υπό του Αιγαίου Πελάγους, προς μεσημβρίαν υπό της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, προς δυσμάς δε υπό του Ιονίου Πελάγους· ο έστιν περιλαμβάνει εν τη Μακεδονία, εκτός των σήμερον αποδιδομένων αυτή χωρών, και την Αλβανίαν, διότι λέγει αυτήν οριζομένην προς τοις άλλοις υπό της Δαλματίας προς βορράν, υπό της Ηπείρου προς νότον και υπό του Ιονίου Πελάγους προς δυσμάς.

Εκ των ιστορικών τούτων γεγονότων και της σημασίας καθ’ ην υφ’ ημών αυτών γίνεται χρήσις του ονόματος Μακεδονία, καθίσταται πρόδηλον ότι ουδένα έχομεν τρόπον να αποδείξωμεν ως πλάσμα των Βουλγάρων τα υπ’ αυτών εις την χώραν ταύτην αποδιδόμενα όρια και επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν επί τω υφ’ υμών υποδεικνυομένω σκοπώ.
Εάν γράφοντες προς το Υπουργείον διηρέσαμεν την Μακεδονίαν εις τρία τμήματα, επράξαμεν τούτο διά να ορίσωμεν πού αυτής ουδεμίαν έχομεν ελπίδα επιτυχίας, πού αναμφισβήτως πλεονεκτούμεν και πού ανταγωνιζόμεθα προς τους Βουλγάρους μετά τινος πιθανότητος ότι θέλομεν κατισχύση, αν όχι καθ’ ολοκληρίαν, τουλάχιστον εφ’ ικανόν μέρος.
Νέον όμως γεωγραφικόν όρον, οίον προτείνει ο κύριος Γεννάδης, ούτε ότε συνετάσσομεν τον Πίνακα των Ελληνικών χωρών, εδημιουργήσαμεν, ούτε νυν ηθέλομεν συμβουλεύση πλασθή, διά τον απλούστατον λόγον ότι ουδείς ήθελε αποδεχθή αυτόν· ούτε οι Βούλγαροι, οις και δεν συμφέρει, ούτε οι Οθωμανοί, οίτινες κανενός είδους Μακεδονίαν δεν γνωρίζουσιν ή τουλάχιστον δεν αναγνωρίζουσιν· ούτε ίσως αυτοί οι φίλα ημίν φρονούντες, αφού είναι βέβαιον ότι και ημείς αυτοί ελέγομεν άχρι τούδε Μακεδονίαν ό,τι και οι Βούλγαροι.

Πολύ σπουδαιότερον και πρακτικώτερον δυνάμεθα να ωφεληθώμεν εκ των υπό στοιχ. Β συνημμένων σημειώσεων αίτινες συνετάχθησαν επί τη βάσει της προφορικής ημών διαλέξεως ότε επ’ εσχάτων έλαβον την τιμήν να σας ίδω εν τω υπουργείω.

Μετά βαθέος σεβασμού

Ο Πρόεδρος
Κ. Παπαρρηγόπουλος

Από τον Δραγούμη στο ΙΜΧΑ

Αυτά όσο η Μακεδονία, ως τμήμα ακόμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε μήλον της Εριδος των αντίζηλων βαλκανικών αλυτρωτισμών.

Ακολούθησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 και η μοιρασιά της περιοχής μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας (μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας), οι ανταλλαγές πληθυσμών και η δραστική μεταβολή του εθνολογικού τοπίου.

Στη νότια (ελληνική) Μακεδονία, όπου το 1912 οι «ελληνόφρονες» δεν ξεπερνούσαν κατά τους επίσημους ελληνικούς υπολογισμούς το 42% του πληθυσμού (οι δε ελληνόφωνοι κυμαίνονταν γύρω στο 30%), η προσφυγική εγκατάσταση Μικρασιατών και Ποντίων εξελλήνισε μετά το 1922 τη χώρα σε ποσοστό 89%.

Εξελληνισμός που ολοκληρώθηκε στα επόμενα χρόνια με το ναζιστικό Ολοκαύτωμα, τον Εμφύλιο, τις μεταπολεμικές διώξεις και τα αφομοιωτικά προγράμματα του ελληνικού κράτους.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, η Αθήνα δεν είχε πλέον λόγο (ούτε δυνατότητα) ν’ αρνείται την ύπαρξη τριών Μακεδονιών, ενσωματωμένων σε ισάριθμα κράτη.

Ακόμη και η συνταγματική ονομασία «Σ.Δ. Μακεδονίας» εμφιλοχώρησε έτσι μεταπολεμικά σε ελληνικά ΦΕΚ και σχολικά βιβλία.

Η παλιά γραμμή διατηρήθηκε ωστόσο παράλληλα εν υπνώσει, με τη διακριτική αντιδιαστολή «γεωγραφικής» και «ιστορικής» Μακεδονίας −όπου η μεν πρώτη περιλάμβανε το σύνολο του μακεδονικού χώρου, ενώ η δεύτερη μόνο την ελληνική Μακεδονία και μια στενή λωρίδα βορείως των ελληνικών συνόρων.

Από τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (1930) μέχρι τη ναυαρχίδα της ημιεπίσημης εθνικόφρονος μεταπολιτευτικής μακεδονονολογίας, το συλλογικό έργο «Μακεδονία. 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού» (1982), η αντιδιαστολή αυτή θα εμπεδωθεί με δραστική αναθεώρηση της αφήγησης του Παπαρρηγόπουλου, δίχως φυσικά αυτό να δηλωθεί πουθενά.

Ο καθηγητής του ΑΠΘ και σημερινός πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιος Καραθανάσης ως κεντρικός ομιλητής του πρόσφατου συλλαλητηρίου κατά της σύνθετης ονομασίας στον Βόλο (6/6/2018)
↳ Ο καθηγητής του ΑΠΘ και σημερινός πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιος Καραθανάσης, ανακάλυψε εν έτει 1991 ότι το όρος Σκάρδος ή Σαρ Πλάνινα -το βόρειο δηλαδή σύνορο της Μακεδονίας- βρίσκεται νοτίως της πόλης των Σκοπίων. Κάτω, ο ίδιος καθηγητής ως κεντρικός ομιλητής του πρόσφατου συλλαλητηρίου κατά της σύνθετης ονομασίας στον Βόλο (6/6/2018)

Σε «Βόρειο Μακεδονία» και «Βορειομακεδόνες» συνέχισαν πάντως ν’ αναφέρονται διάφορες προσφυγικές συλλογικότητες από το Μοναστήρι, τη Στρώμνιτσα κ.λπ., οι οποίες σε κάθε όξυνση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων έσπευδαν να προβάλουν τον δικό τους αλυτρωτισμό.

Ωσπου, το 1991-1992, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε στα ομόσπονδα κράτη από τα οποία είχε ανασυσταθεί το 1944.

Αντιμέτωπη με τα δικά της εσωτερικά προβλήματα, τις πρώτες ήττες της στο πεζοδρόμιο και τις πρώτες νικηφόρες εργατικές αντιστάσεις στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε να παίξει το εθνικιστικό χαρτί για ν’ αντιστρέψει το πολιτικό κλίμα και να στριμώξει την αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΝ) που «βαρυνόταν» με οράματα βαλκανικής συνεργασίας και συντροφικές σχέσεις με τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές.

Για τη διαφώτιση του εγχώριου κοινού, η συντριπτική πλειοψηφία του οποίου ίσαμε τότε αγνοούσε το όλο ζήτημα, επιστρατεύθηκαν κάθε λογής εθνικόφρονες «ειδήμονες» παλαιάς κοπής, παροπλισμένοι μετά τη Μεταπολίτευση: χουντικοί προπαγανδιστές και υπουργοί, κατοχικοί νομάρχες, ακόμη κι ο Πλεύρης πατήρ −που από τη φιλελεύθερη «Καθημερινή» διαφημίστηκε (16/2/1992) σαν «ιστορικός», «καθηγητής», «σπουδαίος πνευματικός άνθρωπος» και «διαπρεπής αναλυτής»!

Στο πλαίσιο αυτό, κρατική και ιδιωτική προπαγάνδα θ’ αναγορεύσουν τα μισοξεχασμένα ιδεολογήματα περί «ιστορικών» ορίων της Μακεδονίας σε μοναδική, εξ αποκαλύψεως αλήθεια για τη γεωγραφία της περιοχής.

Αναβίωση που θα σημαδευτεί, όπως όλη η τότε καμπάνια, από τη συνήθη ρωμέικη προχειρότητα.

«Οσον αφορά τη Μακεδονία», διαβάζουμε έτσι σε αγγλόγλωσσο άρθρο του πανεπιστημιακού και σημερινού προέδρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιου Καραθανάση, «ενδιαφέρει να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με τους χαρτογράφους εκτεινόταν μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), το οποίο βρίσκεται νοτίως των Σκοπίων. Αυτό σημαίνει ότι τα Σκόπια ήταν εκτός των ορίων της ιστορικής Μακεδονίας» (Athanassios Karathanassis, «Some οbservations on the European Cartographers with Regard to 15th-18th century Macedonia», περ. Balkan Studies, 32/1, 1991, σ.9).

Να υποθέσουμε ότι κοτζάμ καθηγητής δεν είχε κοιτάξει ποτέ τον χάρτη; Ή μήπως θεωρούσε πως οι Κουτόφραγκοι θα έπαιρναν τα γραφόμενά του τοις μετρητοίς, δίχως παρόμοια διασταύρωση;

Το μόνο βέβαιο είναι ότι παρέμεινε μέχρι σήμερα στις επάλξεις: στις 6 Ιουνίου ήταν ο κεντρικός ομιλητής στο συλλαλητήριο του Βόλου κατά της σύνθετης ονομασίας.

Παρόμοιες επιδόσεις έχει επιδείξει και η εθνικά ευαίσθητη δικαστική ηγεσία. Η απόφαση 1448/2009 του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε για πολλοστή φορά η ίδρυση του σωματείου «Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού», δεν περιορίστηκε σε νομικοπολιτικές εκτιμήσεις αλλά επεκτάθηκε και στην ιστορική γεωγραφία: «η αρχαία (κλασική) Μακεδονία, η επονομαζόμενη από γεωγραφική άποψη “Μείζων Μακεδονία”», διαβάζουμε, έφτανε προς βορράν (όχι στον Σκάρδο αλλά) μέχρι τα όρη Μπαμπούνα, στη μέση περίπου της ΠΓΔΜ!

Προφανώς, ούτε κι αυτοί μπήκαν στον κόπο να ξεφυλλίσουν τον Παπαρρηγόπουλο.

Μάλλον βολεύτηκαν με τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου…

Εδαφικές βλέψεις «διά λόγους αισθηματικούς»

Στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, ο στρατηγός Φραγκούλης Φράγκος ενθουσιάστηκε με την έμπνευση των χρυσαυγιτών να μετονομαστεί η γειτονική μας χώρα σε «Monkey Macedonia» κι έσπευσε να την υιοθετήσει πανηγυρικά από μικροφώνου.

Κάποιοι απέδωσαν τότε αυτό το «χιούμορ» σε προβληματική Εθνική Ηθική Διαπαιδαγώγηση του ομιλητή κατά το πέρασμά του από τη Σχολή Ευελπίδων στα χρόνια της χούντας. Είναι ωστόσο προφανές ότι κάνουν λάθος.

Αν μη τι άλλο, το εγχειρίδιο «Στρατιωτικής Γεωγραφίας» του επίλαρχου Αγγελου Λάζαρη που διδασκόταν τότε εκεί (Αθήναι 1972, έκδ. ΣΣΕ / Διεύθυνσις Σπουδών) αναφέρεται ρητά στη «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία» ως μια από τις ομόσπονδες δημοκρατίες που απάρτιζαν τη Γιουγκοσλαβία (σ.5), με πληθυσμό 1.500.000 κ. και πρωτεύουσα τα Σκόπια (σ.54), υπενθυμίζει δε πως η Μακεδονία «διενεμήθη μεταξύ Ελλάδος, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας» (σ.55).Ακόμη πιο εύγλωττη είναι η επισήμανση (σ.52) ότι, αν και «τα φυσικά όρια της Μακεδονίας ουδέποτε έτυχον, ούτε και σήμερον, κοινής γενικής παραδοχής», «η έκτασις της Μακεδονίας είναι συνολικώς 72.500 τ.χιλ., κατανεμομένη ως κάτωθι:

(α) Ελλάς 34.200 τ.χιλ.
(β) Γιουγκοσλαβία 25.800 τ.χιλ.
(γ) Βουλγαρία 12.000 τ.χιλ.
(δ) Αλβανία 500 τ.χιλ.».

Ενας απλός υπολογισμός αποδεικνύει ότι, σύμφωνα πάντα με το εγχειρίδιο, η Ελλάδα κατέχει μόλις 47,17% του μακεδονικού χώρου (κι όχι πάνω από 50%, όπως υποστηρίζεται συνήθως), η νυν ΠΓΔΜ το 35,59%, η Βουλγαρία ένα 16,55% και η Αλβανία 0,69%.

Η απορρόφηση της διδαχθείσας ύλης από τους μαθητές είναι, βέβαια, καθαρά υποκειμενική υπόθεση.

Ο εύελπις Φράγκος μπορεί να ξέχασε τις παραπάνω λεπτομέρειες, πιθανότατα όμως κράτησε στο μυαλό του το δεύτερο σκέλος του μαθήματος: «τας ανεπισήμους διεκδικήσεις» των τριών βαλκανικών κρατών πάνω στις Μακεδονίες των γειτόνων τους (σ.54-56). Και, πάνω απ’ όλα, τις δικές μας: «Η Ελλάς», διαβάζουμε, «διεκδικεί ολόκληρον την Μακεδονίαν εν ονόματι ιστορικών, οικονομικών, στρατιωτικών και τέλος αισθηματικών λόγων».

Ακατανόητοι εκ πρώτης όψεως, οι τελευταίοι αναλύονται ως εξής: «Τα καθαγιασμένα μακεδονικά εδάφη από το αίμα χιλιάδων σφαγιασθέντων υπό των σλάβων Ελλήνων μαρτύρων, οι Βυζαντινοί θρύλοι και οι σταυροί των πεσόντων Ελλήνων μαχητών εις τα στενά της Κρέσνας και Τζουμαγιάς, αποτελούν κληρονομίαν του ελληνικού έθνους» (σ.55).

Η Βόρεια Μακεδονία δεν ήταν, άλλωστε, το μόνο ξένο έδαφος που εποφθαλμιούσαν οι χουντικοί εκπαιδευτές. Το ίδιο εγχειρίδιο μας πληροφορεί ότι, μολονότι «η Ελλάς διεκδικεί επισήμως [μονάχα] την Β. Ηπειρον εκ της Αλβανίας», «τα φυσικά της σύνορα ευρίσκονται επί της γραμμής Σκούμπης ποτ[αμος] – όρη Μοισίας – Αίμος, ίνα περιληφθούν εντός της μητρός πατρίδος αι Ελληνικαί περιοχαί Β. Ηπείρου, Μακεδονίας, Ανατολ. Ρωμυλίας και Θράκης. Ωσαύτως διεκδικεί το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως διά τον Ελληνικόν λαόν της Κύπρου» (σ.7-8).

Γι’ αυτό το τελευταίο φρόντισε, ως γνωστόν, λίγο αργότερα ο Ιωαννίδης…

Advertisements

Mακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα!

Θ’ ανταμώσουμε πάλι στη στάχτη· μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα!” (Μάρκος Μέσκος)

 

Πριν 25 χρόνια, στις αρχές του 1993 και ενώ η αντιμακεδονική υστερία βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, μια δράκα ανθρώπων περάσαμε με τα πόδια τα ελληνομακεδονικά σύνορα. Πήγαμε στην Οχρίδα, σε μια εκδήλωση πολιτών από τις δυο χώρες που είχαν συνδιοργανώσει οι Meto Jovanovski και Νικήτας Λιοναράκης.

Η εκδήλωση πήρε μεγάλη δημοσιότητα στη Μακεδονία και αποσιωπήθηκε στην Ελλάδα.

Εκεί άκουσα για πρώτη φορά τον Παύλο Βοσκόπουλο, ένα νέο Μακεδόνα από τη Φλώρινα, να μιλάει στη μητρική του γλώσσα για τους Εθνικά Μακεδόνες που ζουν στην Ελλάδα. Οι έλληνες πολίτες (χωρίς την παρουσία των μειονοτικών) κουβεντιάσαμε χωριστά και προσπαθήσαμε να καταλήξουμε σε μία κοινή θέση. Στάθηκε αδύνατον. Τσακωθήκαμε μεταξύ μας.

Για την ιστορία, σημειώνω τα ονόματα αυτών που μειοψήφησαν και ζήτησαν να αναγνωρίσει η Ελλάδα την ύπαρξη του μακεδονικού έθνους, της μακεδονικής γλώσσας, της μακεδονικής μειονότητας και τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα. Ήταν οι Νίκος Γιαννόπουλος, Παναγιώτης Δημητράς, Λεωνίδας Εμπειρίκος και Δημήτρης Λιθοξόου.

Για ένα τέταρτο του αιώνα το ελληνικό έθνος χαρακτήριζε, όσους πολιτικά αποδέχτηκαν αυτά τα αιτήματα, σαν Σκοπιανούς. Τους έβριζε σαν προδότες και πράκτορες.

Σήμερα η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει την “μακεδονική ιθαγένεια” και τη “μακεδονική γλώσσα”.

Ξύπνησα αχάραγα, είναι μια όμορφη μέρα.

17.6.2018

Non-believers: three videos, three perspectives: the world, Europe, refugees

Posted on the 15/06/18

A few weeks back, we organized an event to discuss the situation of non-believers in the world at the European Parliament. This was a landmark meeting as it was the first time that high-level EU officials clearly acknowledged the issue of the discrimination and persecution of non-believers in the world.

At the occasion of this meeting, we asked some of our partners to tell us a bit more about their thoughts concerning non-believers in the world and in the EU and we summarized their answers in the three short videos below.

First, we asked them to tell us about the situation of non-believers in the world.

Second, we asked them to share their views on non-believers in Europe.

Finally, it is our very own President who shared his views on these refugees who come to Europe because they flee the intolerance in their home countries linked to their life stances.

For more information on the event itself and its outcomes, please visit the following page: Persecution of non-believers is a serious issue, says the EU.

Greece’s Macedonian Slavic heritage was wiped out by linguistic oppression – here’s how

800px-Wedding_in_Papli,_Prespes
Macedonian Slavic wedding in the Prespes region in the border between Greece and FYR Macedonia. Unknown via Wikimedia Commons
If you’ve ever been to a traditional Greek celebration, you will have seen people joining hands and dancing in a circle following the same steps to the accompaniment of live music. You will also have heard songs sung in Greek as most traditional tunes go hand in hand with lyrics talking about love, emigration and rural life.

In the northernmost parts of the Greek regions of Western and Central Macedonia, however, all the folk dances are instrumental tunes. Lyrics have been replaced by loud, brass and woodwind instruments like the cornet, the trombone and the clarinet. This is not some peculiar aspect of the local musical heritage. Traditional tunes in these regions had their own words – but they were in a language that the Greek state has tried to wipe out for nearly a century: Macedonian Slavic.

After emerging victorious from two Balkan Wars in 1912 and 1913, Greece’s territory and population expanded dramatically by the addition of the lion’s share of the historic geographical region of Macedonia, the part found on the southern side of the Voras/Nidže and Belles/Belasica mountain ranges.

As is often the case in history, state borders did not coincide with linguistic ones. The so-called “New Lands” were a diverse mosaic of different linguistic groups, including 260,000 people who spoke varieties of a south Slavic language they called tukasni “local”, nashta “ours” or makedonski “Macedonian”.

These varieties, including the standardised version that is today the official language of FYR Macedonia, have similarities with Bulgarian – and many people in Bulgaria view them as Bulgarian dialects. But sociolinguistics has shown that what counts as a language in its own right and what is seen as a dialect of a language are essentially decided by political rather than linguistic criteria.

 Ethnographic map of Macedonia, 1914. Carnegie Endowment for International Peace, 1914.

From an invisible language…

For the Greek government, having people speaking Macedonian Slavic in its territory did not sit well with its national ideology. Signs of discomfort towards Greece’s new multilingual reality showed very early on. In 1920, the Greek statistical authority ran the first census after the country’s territorial expansion. A language question was asked but the data for the Macedonia division were never published. The language data for the Thessaly division, however, record speakers of Macedonian Slavic, probably reported by seasonal workers from Macedonia who were in Thessaly at the time of the census. Greek authorities acknowledged the presence of Macedonian Slavic as a legitimate language but made a conscious effort to conceal the number of people who spoke it.

In the north of the country, authorities launched a massive Hellenising mission. Overnight, Madeconian Slavic names of people, places and dances were rendered into Greek by public servants.

My own paternal grandfather’s family name became Karatsareas from Karachorov. My maternal grandfather’s one became Kantzouris from Kanzurov. The area of Karadzova was renamed Almopia with its main town of Subotsko becoming Aridaia. The dance Puscheno was called Leventikos or Lytos. The aim was to leave no visible trace of Macedonian Slavic in public records.

…to a forbidden one

In the 1930s and in a climate of competing nationalisms in the southern Balkans, the similarities between Macedonian Slavic and the languages of the then Kingdom of Yugoslavia and Kingdom of Bulgaria began to raise suspicions among Greek authorities about the national allegiance and “consciousness” of Macedonian Slavic speakers.


Read more: Who gets to use the name ‘Macedonia’? A decades-old row still to be resolved


In August 1931, Greek journalist and subsequent politician Periklis Iliadis called in his newspaper column for a ban on greeting in “Bulgarian” and publicly singing songs in languages other than Greek – two proposals that Ioannis Metaxas’s fascist regime promptly adopted.

In 1936, the governor-general of Macedonia issued order of prohibition 122770: “On the restoration of the uniform language”, banning the use of Macedonian Slavic in both public and private. People caught speaking Macedonian Slavic – sometimes by police officers eavesdropping through people’s windows – were dragged to military police stations where they were beaten and sometimes tortured. Those who had the money were fined. Teachers beat pupils who spoke Macedonian Slavic in class or in the playground – even when that was the only language they were able to speak. This happened to my maternal grandmother.

A muted heritage

In 1994, Human Rights Watch called for Greece to end harassment of Macedonian Slavic speakers. In 1998, the European Court of Human Rights ruled that Greece violated the right of its citizens to form associations by refusing them permission to establish a Macedonian Slavic cultural association. But these calls came much too late.

A guesthouse in Loutraki (Aridaia, northern Greece) bearing the Slavic name of the village, Pozhar. The letter Ž has been borrowed from the Latinic version of the Macedonian Slavic. Author provided

In the face of the aggressive and violent oppression they suffered in the 1930s, Macedonian Slavic speakers developed a deeply ingrained fear of speaking their language in front of people they did not know and trust. They stopped singing their songs, playing only the traditional tunes of their musical heritage. With time, they started using Greek more to refer to themselves and the places where they were born and live.

Today, only older people speak the language. For younger people, it is more of a passive knowledge – a kind of heritage that will die out with the older generation and the only thing that will remain to remind them of it will be a handful of words and tunes to which young musicians do not know the words.

Banning minority languages

This sort of linguistic oppression is far from unique. Similar stories have been reported by speakers of Irish in Ireland, Scottish Gaelic in Scotland, Welsh in Wales (read Susan Elan Jones’s comments in Column 377), Catalan in Spain, Native American languages in the US and Aboriginal languages in Australia.

It is sad that the efforts of state authorities to make speakers of minority languages assimilate to the majority language were for the most part successful. And alongside the languages, other expressions of culture are being lost, including place names, family names, songs, dances, games and traditions. Linguistic oppression and the consequences it has on speakers of minority languages and their cultural heritage have no place in a modern world where the value of cultural diversity is recognised.


Read more: Multilingualism must be celebrated as a resource, not a problem

Μακεδονικό: οι σκελετοί στη ντουλάπα

Μακεδονικό: οι σκελετοί στη ντουλάπα

Οποιοδήποτε λεξικό κι αν ανοίξει κανείς στο λήμμα «αλυτρωτισμός», θα διαπιστώσει πως η επίμαχη έννοια προϋποθέτει δυο πράγματα. Αφ’ ενός μεν εδαφική επιβουλή, αφ’ ετέρου δε την ύπαρξη κάποιου «αλύτρωτου», ομοεθνούς πληθυσμού.

Στην περίπτωση του Μακεδονικού, γεγονός είναι πως η τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία στα πρώτα βήματά της φλέρταρε αρκούντως με την ιδέα της προσάρτησης ορισμένων τουλάχιστον παραμεθόριων ελληνικών εδαφών, κατοικούμενων τότε από συντριπτική πλειοψηφία Σλαβομακεδόνων. Αυτές όμως οι βλέψεις αποκηρύχθηκαν ρητά ήδη από το 1950, παραχωρώντας τη θέση τους στην απλή επίδειξη ενδιαφέροντος για τα δικαιώματα των Σλαβομακεδόνων ως ελλήνων πολιτών· πρακτική που δεν ισοδυναμεί από μόνη της με αλυτρωτισμό, όπως δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτόματα αλυτρωτικό το ενδιαφέρον της επίσημης Αθήνας για την ελληνική μειονότητα της Αλβανίας, από τη στιγμή που αυτό έπαψε να συνοδεύεται από εδαφικές διεκδικήσεις. Όσο για την ΠΓΔ Μακεδονίας, το Σύνταγμά της  εδώ και 26 ολόκληρα χρόνια (από τις 6/1/1992) περιλαμβάνει ρητή διάταξη (άρθρο 3.δ), σύμφωνα με την οποία η χώρα αυτή «δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις κατά γειτονικών κρατών».[1] Για την απαραίτητη σύγκριση, υπενθυμίζουμε ότι το ελληνικό Σύνταγμα δεν περιλαμβάνει τέτοια «μη αλυτρωτική» δικλείδα, καθώς και ότι πριν από 17 μόλις χρόνια, στις 29/8/2001, η Επιτροπή Άμυνας και Εξωτερικών Σχέσεων της Βουλής των Ελλήνων συζήτηση με κάθε σοβαρότητα τη δημιουργία από τον ελληνικό στρατό, σε περίπτωση διάλυσης της ΠΓΔΜ, «μιας υγειονομικής ζώνης η οποία θα περιλάμβανε οικισμούς, δηλαδή το Μοναστήρι, Γευγελή, Οχρίδα».[2]

Αυτά όσον αφορά την εδαφική επιβουλή. Τι συμβαίνει ωστόσο με το άλλο σκέλος του υποτιθέμενου «αλυτρωτισμού», τους σλαβόφωνους Μακεδόνες της Βόρειας Ελλάδας; Στο παρθενικό προσωπικό απολογισμό του για την πρώτη φάση του «Σκοπιανού», ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ομολογεί πως η υπόθεση του ονόματος της ΠΓΔ Μακεδονίας δεν αποτελούσε παρά την πρόσοψη των προσπαθειών του για αποτροπή της εμφάνισης συγκροτημένης μειονοτικής κίνησης στο χώρο της ελληνικής Μακεδονίας.[3] Ποια είναι όμως τα αντικειμενικά δεδομένα, πάνω στα οποία στηρίχθηκαν αυτοί οι φόβοι;

Ο αριθμός

Πριν από την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος, στη σημερινή ελληνική Μακεδονία ζούσαν κάπου 250 με 300.000 σλαβόφωνοι χριστιανοί. Ακολούθησαν τέσσερα μεγάλα κύματα εθνοκάθαρσης (1913, 1919-25, 1945-46, 1948-49), που περιόρισαν το μέγεθος αυτής της πληθυσμιακής ομάδας, χωρίς ωστόσο και να την εξαφανίσουν.

Η τελευταία απογραφή που ασχολήθηκε με τη μητρική γλώσσα των κατοίκων της Ελλάδας έγινε το 1951 και κατέγραψε συνολικά 41.167 σλαβόφωνους χριστιανούς (14.476 στο Ν. Φλωρίνης, 9.353 στο Ν. Πέλλης, 5.090 στο Ν. Σερρών, 2.227 στο Ν. Ημαθίας, 2.083 στο Ν. Κιλκίς, 1.009 στο Ν. Καστορίας, 745 στο Ν. Θεσ/νίκης, 391 στο Ν. Κοζάνης και 378 στο Ν. Δράμας). Τα πραγματικά μεγέθη ήταν ωστόσο πολύ μεγαλύτερα, όπως προκύπτει από το άθροισμα του πληθυσμού των σλαβόφωνων χωριών στην ίδια απογραφή αλλά και από υπηρεσιακές καταμετρήσεις της εποχής. Όπως προκύπτει από το αρχείο του Δήμου Σκύδρας, σε ορισμένους τουλάχιστον νομούς οι νομάρχες είχαν δώσει εντολή για πλήρη αποσιώπησή τους.[4]

Η απόρρητη απογραφή που πραγματοποίησε το 1954 η ΚΥΠ στη Β. Ελλάδα κατέγραψε 43.546 σλαβόφωνους στο Ν. Φλωρίνης, 17.229 στο Ν. Καστορίας και 42.627 στο Ν. Πέλλης, καθώς και 39.917 «μεταδημοτευθέντες» από τους τρεις αυτούς νομούς σε άλλες περιοχές της χώρας. Μια δεκαετία αργότερα, το 1965, η ίδια υπηρεσία καταμετρούσε 51.859 σλαβόφωνους μόνο στο Ν. Φλώρινας. Σύμφωνα δε με έκθεση του τότε διευθυντή της Α1 Διεύθυνσης του ΥΠΕΞ Δημ. Μπίτσιου, τον Ιούνιο του 1965, μονάχα στους τρεις νομούς (Φλώρινας, Καστοριάς και Πέλλας) «οι σλαυόφωνοι υπολογίζονται σε 130-150.000».[5] Ακόμη και τα επίσημα νούμερα της απογραφής του 1951 θεωρούνται ωστόσο σήμερα ενοχλητικά. Ο επί τρεις δεκαετίες εμπειρογνώμων του ΥΠΕΞ Ευάγγελος Κωφός ισχυρίζεται έτσι σε κείμενο του 2008 ότι στον επίσημο αριθμό των 41.000 σλαβόφωνων «συμπεριλαμβάνονταν και άλλες ομάδες, όπως εκείνη των μουσουλμάνων Πομάκων της Θράκης».[6] Στην πραγματικότητα, ωστόσο, στην εν λόγω απογραφή οι 18.664 Πομάκοι είχαν ταξινομηθεί χωριστά, ως ομιλητές της «πομακικής» (ενώ οι Σλαβομακεδόνες ως ομιλητές της «σλαβικής»).[7]

Κάθε εκτίμηση για τον σημερινό αριθμό των Σλαβομακεδόνων της Ελλάδας είναι ως εκ τούτου αρκετά παρακινδυνευμένη. Γεγονός αποτελεί ότι «το ιδίωμα» μιλιέται ακόμη (σε έκταση που ποικίλει από περιοχή σε περιοχή κι από χωριό σε χωριό) σε μεγάλο μέρος των νομών Φλώρινας και Πέλλας, σε αρκετά χωριά του νομού Σερρών, σε κάποια χωριά των νομών Θεσσαλονίκης και Δράμας, καθώς και στις επαρχίες Εορδαίας (του Ν. Κοζάνης), Παιονίας (του Ν. Κιλκίς) και Νάουσας (του Ν. Ημαθίας). Με βάση τα δεδομένα της απογραφής του 2011, οι κάτοικοι αυτών των «ντόπιων» χωριών εξακολουθούν να ξεπερνούν κατά πολύ τους 41.000 της απογραφής του 1951.

Η γλώσσα

Τα σλαβομακεδονικά (μακεντόνσκι) είναι μια νοτιοσλαβική γλώσσα συγγενής προς τα βουλγαρικά, η οποία παρουσιάζει και κάποιες -πολύ λιγότερες- ομοιότητες με τα σερβικά. Το ερώτημα κατά πόσον αποτελεί διακριτή γλώσσα ή διάλεκτο της βουλγαρικής απασχόλησε επί δεκαετίες τους γλωσσολόγους, με προφανείς κάθε φορά τις πολιτικές σκοπιμότητες υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης. Βούλγαροι και Σλαβομακεδόνες καταλαβαίνουν οι μεν τους δε (όπως συμβαίνει επίσης μεταξύ π.χ. Δανών και Νορβηγών ή Ισπανών και Πορτογάλων), έχουν όμως πλήρη αίσθηση πότε κανείς μιλά «βουλγαρικά» και πότε «μακεδονικά».

Πάγια θέση του ελληνικού εθνικισμού υπήρξε, διαχρονικά, η αποσύνδεση αυτών των ντόπιων «ιδιωμάτων» από τις επίσημες γλώσσες των γειτονικών σλαβικών κρατών –σε μια πρώτη φάση από τη βουλγαρική, στη συνέχεια από τη λόγια (σλαβο)μακεδονική. Σε μια άκρως χαρακτηριστική περίπτωση, ο υπουργός Εξωτερικών της καραμανλικής ΕΡΕ, Ευάγγελος Αβέρωφ, υποστήριξε το 1959 από το βήμα της Βουλής πως «εις την Ελληνικήν Μακεδονίαν δεν ομιλείται η Μακεδονική γλώσσα, η οποία ομιλείται εις τα Σκόπια και έχει και γραμματική και συντακτικόν, ομιλείται ένα τοπικόν ιδίωμα το οποίον δεν έχει καμμίαν σχέσιν με την Μακεδονικήν γλώσσαν».[8] Στην πραγματικότητα, οι σλαβικές διάλεκτοι που μιλιούνται στον ελληνικό χώρο παρουσιάζουν απλώς ορισμένες διαφορές με τη λόγια (σλαβο)μακεδονική της ΠΓΔΜ, όπως συμβαίνει παντού μεταξύ επίσημων φιλολογικών γλωσσών και τοπικών διαλέκτων. Επιπλέον, οι Σλαβομακεδόνες της Ελλάδας χρησιμοποιούν συνήθως την επίσημη ελληνική διοικητική ορολογία, προσαρμόζοντάς τη στη γλώσσα τους (π.χ. «ντόϊντε αστυνομίατα»).

Η «συνείδηση»

Η «εθνική συνείδηση» των Σλαβομακεδόνων της Ελλάδας αποτέλεσε επί δεκαετίες το αντικείμενο αλλεπάλληλων υπηρεσιακών καταγραφών και ζυγισμάτων από κάθε λογής υπηρεσίες ασφαλείας ή φορείς της δημόσιας διοίκησης: χωροφύλακες και νομάρχες, επιθεωρητές δημοτικών σχολείων και κυπατζήδες, κλιμάκια του ΥΠΕΞ κι αξιωματικούς του στρατού. Ουσιαστικά, μεταξύ 1912 και 1938 οι σλαβόφωνες περιοχές (το βορειότερο δηλαδή μισό) της ελληνικής Μακεδονίας υπήρξαν το πειραματικό πεδίο εφαρμογής του συστήματος γενικευμένης επιτήρησης και φακελώματος των φρονημάτων των πολιτών, που επί Μεταξά επεκτάθηκε στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας για να διατηρηθεί επισήμως ως το 1982. Στα αρχεία του ΥΠΕΞ και άλλων υπηρεσιών συναντάμε έτσι σήμερα ποικίλα «πιστοποιητικά εθνικών φρονημάτων», η ύπαρξη των οποίων αποτελούσε προαπαιτούμενο για την ικανοποίηση των αιτημάτων των σλαβόφωνων ελλήνων πολιτών από την ελληνική διοίκηση. Στην περίπτωση των εποχικών μεταναστών προς τη Θεσσαλία, τέτοια «πιστοποιητικά» εκδίδονταν και πριν από την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στο ελληνικό βασίλειο· στη διάρκεια δε του Μακεδονικού Αγώνα, η η κατοχή τους αποτελούσε προϋπόθεση ακόμη και για τη φυσική επιβίωση των μεταναστών, που σε αντίθετη περίπτωση εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες από τους μακεδονομάχους της τότε ελληνοτουρκικής μεθορίου.[9]

Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, οι απόρρητες υπηρεσιακές στατιστικές ταξινομούν κατά  κανόνα πάνω από τους μισούς Σλαβομακεδόνες της Ελλάδας ως «δεδηλωμένων σλαυικών φρονημάτων». Μετά την εθνοκάθαρση του 1948-1949, στις εκθέσεις των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών που έχω υπόψη μου το άθροισμα των Σλαβομακεδόνων που ήταν φακελωμένοι ως «σλαβοσυνείδητοι» ή «ρευστοσυνείδητοι» ποικίλει από 25% μέχρι 90%.[10]  Η φερεγγυότητα αυτών των υπηρεσιακών εκτιμήσεων παραμένει φυσικά άκρως αμφίβολη, καθώς συνδεόταν με ευδιάκριτες κάθε φορά πολιτικές, κομματικές κλπ σκοπιμότητες. Το κυριότερο πρόβλημά τους έγκειται ωστόσο στην υπηρεσιακή μεταγραφή των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων σε «εθνική» βάση, από μηχανισμούς επιφορτισμένους με τη διαχρονική υπεράσπιση του πολιτικοκοινωνικού καθεστώτος και την καταστολή των αλλεπάλληλων «αναρχοκομμουνιστικών ανταρσιών» στην περιοχή. «Ανταρσιών» στις οποίες συμπυκνώνεται, άλλωστε, η ίδια η ουσία του Μακεδονικού: αν οι Σλαβομακεδόνες μπήκαν στο ελληνικό κράτος μαζί με το φάκελό τους, αυτό έγινε πρώτα και κύρια εξαιτίας της προϋπάρχουσας ένταξης ενός μεγάλου μέρους των κοινοτήτων τους στο «αναρχοσοσιαλιστικό» επαναστατικό κίνημα των κομιτατζήδων. Χωρικοί που πολέμησαν για ν’ αποτινάξουν την οθωμανική τυραννία και να μοιραστούν τα τσιφλίκια στους κολήγους βρέθηκαν έτσι φακελωμένοι από το ελληνικό κράτος σαν «επικίνδυνοι Βούλγαροι», ακριβώς όπως -μερικές δεκαετίες αργότερα- οι αγωνιστές της εαμικής Αντίστασης μετατράπηκαν σε πολίτες β΄ κατηγορίας λόγω των «αντεθνικών» δραστηριοτήτων τους επί Κατοχής. Εξίσου χαρακτηριστική ήταν η μετατροπή των ταγματασφαλιτών του «Αξονομακεδονικού Βουλγαρικού Κομιτάτου» σε (έλληνες) εθνικόφρονες μετά το 1946. Αν η επίσημη προπαγάνδα θέλει τους σλαβόφωνους δωσιλόγους να μεταπηδάνε μαζικά στον ΕΛΑΣ, το ΔΣΕ και το ΝΟΦ, στην πραγματικότητα οι πρωταγωνιστές των φιλοβουλγαρικών κινήσεων επί Κατοχής εξελίχθηκαν συχνά σε αντικομμουνιστές και σλαβοφάγους «Ελληνάρες», όπως ακριβώς οι γερμανοντυμένοι συνάδελφοί τους της Νότιας Ελλάδας. Η τοπική έρευνα, χωριό – χωριό, είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική γι’ αυτού του είδους τις «μεταλλάξεις».

Οι διακρίσεις

Άμεσα συνδεδεμένες με τα παραπάνω είναι οι διακρίσεις που εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υφίστανται οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες από το ελληνικό κράτος.

Η συντονισμένη εκστρατεία δεκαετιών για την εξάλειψη του «τρισκατάρατου ιδιώματος» φαίνεται πως έχει περάσει πια σε δεύτερο πλάνο, καθώς θεωρείται σε μεγάλο βαθμό πετυχημένη. Η υπηρεσιακή επαγρύπνιση επικεντρώνεται έτσι στην καταγραφή της ατομικής στάσης των κατοίκων απέναντι στην τοπική γλωσσοπολιτισμική παράδοση, ιδίως όταν αυτή εκδηλώνεται συλλογικά και δημόσια (π.χ. σλαβόφωνο τραγούδι στα πανηγύρια).

Η σημαντικότερη επίσημη διάκριση θεσπίστηκε με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 106841 του 1982, βάσει της οποίας οι «μη Έλληνες το γένος» πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου στερήθηκαν το δικαίωμα επαναπατρισμού κι επιστροφής των δημευμένων περιουσιών τους. Η απαγόρευση αυτή διατηρήθηκε ως εξαίρεση και μετά τη νομοθετική «κατάργηση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου» το καλοκαίρι του 1989 από την κυβέρνηση Τζανετάκη. Εν έτει 2003, ακόμη και η απλή προεκλογική εξαγγελία του τότε υφυπουργού Εξωτερικών Ανδρέα Λοβέρδου για ελεύθερη είσοδό τους στη χώρα ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από πλευράς εθνικοφροσύνης και βαθέως κράτους, με αποτέλεσμα μια ακόμη άτακτη κυβερνητική υπαναχώρηση.

Παρόμοια διάκριση επέβαλλε και το άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, με το οποίο οι «αλλογενείς» έλληνες πολίτες μπορούσαν να στερηθούν την ελληνική ιθαγένειά τους αν το Υπουργείο Εσωτερικών έκρινε (με απόρρητες αποφάσεις και χωρίς να απαιτείται οποιοδήποτε τεκμήριο επ’ αυτού) ότι «εγκατέλειψαν τη χώρα άνευ προθέσεως παλιννοστήσεως».[11] Ο συνολικός αριθμός των μη μουσουλμάνων «αλλογενών» -Σλαβομακεδόνων στη μεγάλη πλειοψηφία τους- που έχασαν την ιθαγένειά τους βάσει του άρθρου 19 ανήλθε σε 13.406. Πολύ περισσότεροι είχαν την ίδια τύχη βάσει ενός ομοειδούς προεδρικού διατάγματος του 1927, το οποίο ενεργοποιήθηκε συστηματικά το Δεκέμβριο του 1949, αμέσως μετά το τέλος του εμφυλίου. Το άρθρο 19 καταργήθηκε το 1998 «εφεξής» και μόνο, δίχως δηλαδή αναδρομικό αποτέλεσμα.

Μια τρίτη ρατσιστική διάκριση, που υφίστατο μέχρι πρόσφατα, αφορούσε την απαγόρευση έκδοσης οποιουδήποτε πιστοποιητικού από τους δήμους για (πρώην ή νυν) έλληνες πολίτες που διέμεναν στην ΠΓΔΜ, χωρίς προηγούμενη ειδική άδεια του Υπ. Εσωτερικών (στην πράξη: της ΕΥΠ). Σε περίπτωση μάλιστα αρνητικής γνωμοδότησης, η σχετική υπουργική απόφαση απαιτεί να μη δίνεται απάντηση, για να μη μπορούν οι θιγόμενοι να καταφύγουν στα διοικητικά δικαστήρια. Μέχρι το 2001, η άκρως απόρρητη και καταφανώς αντισυνταγματική αυτή διάταξη αφορούσε όλους τους κατοίκους εννιά παραμεθόριων νομών της χώρας· έκτοτε η ισχύς της περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στους κατοίκους της ΠΓΔΜ.[12] Καταργήθηκε πριν από τέσσερις μόλις μήνες, το Νοέμβριο του 2017, με εγκύκλιο του ειδικού γραμματέα ιθαγένειας Λάμπρου Μπαλτσιώτη.[13]

Ας σημειωθεί τέλος η ύπαρξη ειδικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, εγκαταστημένης στο Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης κι επιφορτισμένης με τη διαχείριση του «ανύπαρκτου» μειονοτικού τόσο στο χώρο των αποδήμων όσο και επιτόπου. Παλιότερα λεγόταν «Υπηρεσία Πολιτικών Υποθέσεων», όπως και η ομόλογή της στη Θράκη, και τα παραρτήματά της στις νομαρχίες «Γραφεία Πολιτιστικών Σχέσεων». Από το 1998 έχει μετονομαστεί σε «Υπηρεσία Διεθνών Σχέσεων» (Υ.ΔΙ.Σ). Μεταξύ άλλων, τα επίσημα καθήκοντά της περιλαμβάνουν «την παρακολούθηση της πολιτιστικής δραστηριότητος στη Μακεδονία, με την παροχή συνδρομής, εφόσον τούτο απαιτείται, στην διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων εκ μέρους διαφόρων φορέων».[14]

Είναι βλάσφημο να μην καταργείς τη βλασφημία

by ThePressProject
papass1520032691.jpg
Εκτός των καθημερινών επιθέσεων και παρενοχλήσεων από παραθρησκευτικές οργανώσεις, οι συντελεστές της παράστασης «Jesus Christ Superstar» στο Θέατρο Ακροπόλ είναι πλέον αντιμέτωποι και με μηνύσεις για βλασφημία. Με όπλο δύο άρθρα του Ποινικού Κώδικα, σε ισχύ από το 1951, που προκαλούν συχνά την αντίδραση διεθνών οργανώσεων, η ελευθερία του λόγου, η σάτιρα, ακόμα και η διατράνωση της διαφορετικότητας, αντιμετωπίζονται με ποινικές διώξεις. Και η ελληνική κυβέρνηση, που πριν ενάμιση χρόνο εμφανιζόταν έτοιμη να προχωρήσει στην κατάργηση τους, μάλλον το έχει… ξεχάσει.

Δίκες Πολιτικών Διώξεων Αντιεθνικιστικού λόγου για το Μακεδονικό, 1992-1993

Παντιέρα

Δίκες Πολιτικών Διώξεων Αντιεθνικιστικού λόγου για το Μακεδονικό, 1992-1993


https://i0.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/ThessalonSyllalitMakedon-14-2-92.jpg

Γράφει ο Κώστας Παπαδάκης

Α) Σε μαύρο φόντο

Η επαναφορά του Μακεδονικού στην επικαιρότητα αναβίωσε μνήμες άγριας καταστολής, την περίοδο 1992 – 1993, σε βάρος όσων, Ελλήνων ή Σλαβομακεδόνων, τόλμησαν να εκφέρουν μια διαφορετική άποψη απέναντι στον εθνικιστικό πανζουρλισμό των τότε συλλαλητηρίων, από τα οποία μόνο το Κ.Κ.Ε. και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά απείχαν.

Ηταν μία ιστορική συγκυρία παγκόσμιας ανατροπής του μεταπολεμικού κόσμου που είχε οικοδομηθεί, κατάρρευσης του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, κυριαρχίας της Νέας Τάξης Πραγμάτων και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αμφισβήτησης κάθε σοσιαλιστικής προοπτικής, επιβολής θεωριών για το τέλος της εργατικής τάξης και βέβαια αναβάθμισης κάθε εθνικιστικού, σκοταδιστικού, θρησκευτικού και αντιδραστικού ρεύματος. Μία μαύρη δεκαετία βρισκόταν ακόμα στην αρχή της.

https://i1.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/avgi_92.jpg

Στην Ελλάδα, με πρόσφατα τα αποτυπώματα όχι μόνο από τις εισαγόμενες, αλλά και τις εγγενείς περιπέτειες της αριστεράς από τη συγκυβέρνηση Τζανετάκη, τη διάσπαση του Κ.Κ.Ε. αρχικά με την αποχώρηση του Ν.Α.Ρ. και ολόκληρης σχεδόν της νεολαίας του και στη συνέχεια την προσχώρηση της πλειοψηφίας των στελεχών του στον Συνασπισμό, ο τελευταίος, που φαινόταν να εκφράζει προοπτικά το μεγαλύτερο μέρος της, έδειξε άλλη μία φορά τη μετάλλαξή του προσχωρώντας στο μπλόκ των εθνικιστικών δυνάμεων, που βρήκαν ευκαιρία να συγκροτήσουν «εθνική πολιτική» απαγορεύοντας όχι μόνο στη γειτονική χώρα να αυτοπροσδιορισθεί με το όνομά της, αλλά και κάθε φωνή υπεράσπισης του δικαιώματός της στο όνομα.

Και όχι ότι υπήρχε κανείς που να τολμήσει να διοργανώσει αντιεθνικιστικά συλλαλητήρια. Ούτε το ασθενικότερο από ποτέ και με αβέβαιη προοπτική επιβίωσης Κ.Κ.Ε, ούτε η μικρή εξωκοινοβουλευτική αριστερά είχαν τη δύναμη να πάνε τόσο κόντρα στο ρεύμα. Ακόμα και το μοίρασμα μιας προκήρυξης αντιμετωπιζόταν ως προδοτική και βέβαια αξιόποινη πράξη.

Διώξεις και συλλήψεις λοιπόν όσων υποστήριζαν ότι υπάρχει μακεδονική μειονότητα που καταπιέζεται στην Ελλάδα, από δικαστήρια της Φλώρινας («Ουράνιο Τόξο», Μπούλεφ, Σιδηρόπουλος κ.α.), ή όσων υποστήριξαν το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού στο όνομα. Δίκες και στην Αθήνα, με παρουσία ομάδων τραμπούκων που υπό την κάλυψη της αστυνομίας προπηλάκιζαν και επιτίθονταν σε κατηγορούμενους, μάρτυρες υπεράσπισης και δικηγόρους μέσα και έξω από τα δικαστήρια, και απηνής δίωξη του διαφορετικού πολιτικού λόγου μέσα από διάφορα νομικά προσχήματα.

Ευτυχώς όμως και δικαστικές αίθουσες γεμάτες μέχρι αργά τη νύχτα (τότε οι δίκες δεν σταματούσαν το μεσημέρι) από θαρραλέους συμπαραστάτες.

Β) Δίκες και αποτελέσματα

https://i1.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/OSE-5-makedoniko-401x430.jpg

Στην Αθήνα τρεις μεγάλες δίκες έγιναν την περίοδο εκείνη, ενάντια σε μέλη οργανώσεων και συλλογικοτήτων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που τόλμησαν, με διάφορους τρόπους, να αρθρώσουν ένα διαφορετικό πολιτικό λόγο, από εκείνο τον οποίο επέτρεπαν οι εθνικές προτεραιότητες της εποχής :

Η δίκη των μελών της Ο.Σ.Ε. η δίκη των μελών της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. και η δίκη των μελών της Α.Α.Σ:

1) Δίκη Ο.Σ.Ε. («Οργάνωση Σοσιαλιστική Επανάσταση», πρόδρομος του σημερινού Σ.Ε.Κ.)

Όσον αφορά τη δίκη της Ο.Σ.Ε. δεν έχω να παραθέσω ιδιαίτερη πληροφόρηση, καθώς δεν ανήκα στους συνηγόρους υπεράσπισής της και δεν την έζησα από κοντά. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά άλλωστε τον τελευταίο καιρό, με αφορμή την αναβίωση της επικαιρότητας. Γεγονός είναι ότι, μετά από αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη του χουντικού εισαγγελέα Ανδρεουλάκου, πέντε μέλη της Ο.Σ.Ε. δικάστηκαν τον Μάιο 1993, κατηγορούμενοι για διασπορά ψευδών ειδήσεων, δια του τύπου τελεσθείσα, για το βιβλίο με τον τίτλο «Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η Εργατική Τάξη» που εξέδωσαν τον Μάρτιο 1992.

Παρά το ότι κατάφεραν να αθωωθούν στον πρώτο βαθμό ίσως εξ αιτίας του ότι το πολιτικό κλίμα είχε αμβλυνθεί και η κυβέρνηση Μητσοτάκη όδευε προς την κατάρρευση, πράγμα που δεν είχε συμβεί στις άλλες δύο δίκες που είχαν διεξαχθεί πριν ένα χρόνο, η διωκτική και εκδικητική μανία της Εισαγγελίας ήταν τόση ώστε ασκήθηκε έφεση «υπέρ του νόμου» από τον Εισαγγελέα Εφετών κατά της απαλλακτικής απόφασης και η υπόθεση πήγε ξανά στο ακροατήριο, όπου το Νοέμβριο 1994, κάτω από νέες πολιτικές και νομοθετικές συνθήκες (βλ. παρακάτω), η ποινική δίωξη έπαυσε και η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.

2) Δίκη Ο.Α.Κ.Κ.Ε. (Οργάνωση για την Ανασυγκρότηση του Κ.Κ.Ε.):

Η δίκη αυτή, πρώτη χρονικά από τις τρεις δίκες που αναφέρονται στο παρόν, είχε ως κατηγορούμενους έξι μέλη της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. (Θόδωρος Παγωμένος, Διονύσης Γουρνάς, Σωτηρία Αδαμακοπούλου, Στέργιος Γκιουλάκης, Άννα Στάη και Κωνσταντίνος Κούτελος), οι οποίοι συνελήφθηκαν επ’ αυτοφώρω στις 10/1/1992 να κολλούν στο κέντρο της Αθήνας εφημερίδα τοίχου με την επικεφαλίδα «Όχι στο σωβινισμό, να αναγνωρισθεί η Σλαβική Μακεδονία», και διώχθηκαν, καθώς αυτή ανέγραφε μεταξύ άλλων:

«Τα δύο μπλοκ των ληστών κυβέρνησης και αντιπολίτευσης… αυτοί που έχουν φερθεί με ψευτιά και θράσος απέναντι στον ελληνικό λαό, είναι εξίσου ψεύτες και θρασείς στις διεθνείς τους σχέσεις. Σκύβουν το κεφάλι στους ισχυρούς και ποδοπατούν τους αδύναμους… Έλληνες πατριώτες, δημοκράτες… τσακίστε τους πολεμοκάπηλους των τριών κομμάτων».

https://i0.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/NEA-11-1-92-gournas.jpg

Το περιεχόμενο της αφίσας κρίθηκε ότι στοιχειοθετεί τα αδικήματα (όλα μετεμφυλιακά φρονηματικά πλημμελήματα):

1. Της με πρόθεση, έκθεσης σε κίνδυνο διατάραξης των φιλικών σχέσεων του ελληνικού κράτους με ξένο κράτος (Π.Κ. 141),

2. Της περιύβρισης αρχής (Π.Κ. 181),

3. Της διασποράς ψευδών ειδήσεων (Π.Κ. 191),

4. Της απόπειρας πρόκλησης διέγερσης των πολιτών σε αμοιβαία διχόνοια και βιαιοπραγίες (Π.Κ. 192), και

5. Της παράβασης του ν. 1491/1984 (παράνομη αφισοκόλληση).

Οι κατηγορούμενοι συνελήφθησαν στις 10-1-1992 και δικάστηκαν στις 27, 28 και 29-1-1992, όντας κρατούμενοι χωρίς να αφεθούν ελεύθεροι, δηλαδή 18-19 ημέρες για πλημμελήματα. Στη δίκη, που διεξαγόταν από το πρωί μέχρι το βράδυ τις τρεις αυτές μέρες, συνήγοροι υπεράσπισης ήταν (αναφέρονται κατά σειρά δικηγορικής αρχαιότητας): Κώστας Νταϊλιάνας, Παύλος Αθανασόπουλος, Αναστασία Χριστοδουλοπούλου, Γιάννα Κούρτοβικ, Μαριάννα Παπαδάκη, Κώστας Διάκος, Αλέκα Ζορμπαλά, Πολύδωρος Τακόπουλος, Κώστας Παπαδάκης.

Η δίκη ξεκίνησε με υποβολή αιτήματος αναβολής αφενός για να προσέλθουν δύο απόντες διεθνολόγοι μάρτυρες του κατηγορητηρίου (Κώστας Αιλιανός και Χρήστος Ροζάκης) και αφετέρου διότι το κλίμα δεν επέτρεπε την ομαλή διεξαγωγή της δίκης, αφού στους διαδρόμους και στους προθαλάμους τραμπούκοι και φασίστες επιτέθηκαν σε μέλη της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. Το αίτημα διατυπώθηκε και γραπτά στα πρακτικά, φυσικά απορρίφθηκε και η αποτυχημένη υποβολή του στοίχησε 10.000 δρχ δικαστικά έξοδα σε βάρος κάθε κατηγορουμένου, που επιβλήθηκαν, σύμφωνα με ελεεινή διάταξη που είχε θεσπιστεί από την κυβέρνηση Μητσοτάκη (ν. 1941/1991) και επέβαλε, ως τιμωρία, ποσό δικαστικών εξόδων για κάθε αίτημα που υποβάλλεται σε ποινικό δικαστήριο και απορρίπτεται. Κυκλοφορούσε και σχετικό ανέκδοτο στη διάρκεια των δικών από τους προέδρους, όταν οι συνήγοροι άρχιζαν να υποβάλουν αιτήματα: «κ. συνήγορε, διατυπώνετε αίτημα η ευχή;», με τους συνηγόρους έντρομους να απαντούν «ευχή φυσικά» για να γλυτώσουν το πρόστιμο.

Έτσι η δίκη ξεκίνησε με δύο μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικούς, στους οποίους εναποτέθηκε το βάρος να στηρίξουν την εθνική πολιτική ενάντια στο περιεχόμενο της αφίσας, ενώ ως μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν οι Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Γιάννης Τζανετάκος, Δημήτρης Δεσύλλας, Ηλίας Ζαφειρόπουλος.

Στη συνέχεια προσήλθε ο απών στην έναρξη καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Χρήστος Ροζάκης, ως «μάρτυρας κατηγορίας», που όμως υπεραμύνθηκε του δικαιώματος εκφοράς του πολιτικού λόγου και δεν στήριξε το κατηγορητήριο.

Ακολούθησαν και άλλοι μάρτυρες υπεράσπισης: Αλέκος Φλαμπουράρης, Νίκος Γιαννόπουλος, Άγγελος Ελεφάντης, Ελένη Λαδά, Χρήστος Μπίστης, Πέτρος Περάκης, Κώστας Λιακόπουλος και Γεράσιμος Σέρβος.

Ολοι υπεράσπισαν το δικαίωμα του πολιτικού λόγου και τη στάση της αριστεράς ιστορικά, ενώ έξοχα ηρωική στάση αρχής και χωρίς υποχωρήσεις επέδειξαν τόσο οι κατηγορούμενοι, όσο και οι σύντροφοί τους μάρτυρες υπεράσπισης. Η ίδια η Ο.Α.Κ.Κ.Ε. κατέθεσε και έγγραφη πολιτική δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

Τελικά το δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών) με την υπ’ αριθμ. 7731Α/29-1-1992 απόφασή του, κήρυξε ένοχους κατά πλειοψηφία, (πράγμα που σημαίνει ότι ένας από τους τρεις δικαστές μειοψήφησε και τάχθηκε υπέρ της αθώωσής τους για όλα) για τρείς από τις πέντε κατηγορίες: περιύβριση αρχής, απόπειρα πρόκλησης αμοιβαίας διχόνοιας μεταξύ των πολιτών και παράνομη αφισοκόλληση, τους αθώωσε για τις δύο λοιπές κατηγορίες. και τους επέβαλε συνολική, κατά συγχώνευση, ποινή εξήμισυ μήνες για τις πράξεις που καταδικάστηκαν και τους άφησαν ελεύθερους αφού άσκησαν έφεση. Ηταν μία μεγάλη νίκη για τα δεδομένα που διεξαγόταν η δίκη. Και δεν θα ξεχάσω ότι ξημερώματα σχεδόν που τέλειωνε η δίκη, ώρα 4.00 π.μ. τα ταλαιπωρημένα και εξαντλημένα από την πολυήμερη δοκιμασία της δίκης μέλη της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. είχαν την ευγενή απαίτηση να συνοδεύσουν δικηγόρους και μάρτυρες μέχρι να βρούν όχημα για να τους προφυλάξουν από τυχόν επίθεση φασιστών.

3. Δίκη Α.Α.Σ – Αντιπολεμική Αντιεθνικιστική Συσπείρωση (συλλογικότητα – επιτροπή που συγκροτήθηκε από την Κίνηση για την Υπεράσπιση Πολιτικών Δικαιωμάτων και άλλες οργανώσεις – ανάμεσα σε αυτές και η Ο.Α.Κ.Κ.Ε. – και ανένταχτους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς τότε)

Λίγους μήνες μετά τη σκυτάλη της καταστολής αναλάμβαναν τέσσερα μέλη της Α.Α.Σ, τα οποία στις 4/4/1992 έκαναν το έγκλημα να μοιράζουν προκήρυξη της ΑΑΣ με τον τίτλο «Οι Γειτονικοί λαοί δεν είναι εχθροί μας. Όχι στον Εθνικισμό και στον Πόλεμο» και με ανάλογο περιεχόμενο.

Πρόκειται για τους Μαρία Καλογεροπούλου, Χριστίνα Τσαμουρά, Ευαγγελία Σωτηροπούλου και Στρατή Μπουρνάζο. Δίκη και εδώ πολύ σύντομα, ευτυχώς όχι κάτω από συνθήκες κράτησης, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στις 4-5-1992 για από κοινού παράβαση:

https://i2.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/XA-makedoniko.jpg

1. Της με πρόθεση, έκθεσης σε κίνδυνο διατάραξης των φιλικών σχέσεων του ελληνικού κράτους με ξένο κράτος (Π.Κ. 141),

2. Της διασποράς ψευδών ειδήσεων (Π.Κ. 191) και

3. Της διέγερσης των πολιτών σε αμοιβαία διχόνοια και βιαιοπραγίες (Π.Κ. 192),

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα αποδοθέντα αδικήματα εφέροντο ως τελεσθέντα δια του τύπου.

Ο χαρακτηρισμός αυτός, που ποτέ άλλοτε δεν είχε αποδοθεί σε προκήρυξη (ούτε καν στην εφημερίδα τοίχου της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. λίγους μήνες πριν) δεν ήταν τυχαίος. Προφανώς υπηρετούσε την ανάγκη ταχείας εκδίκασης και αποφυγής αναβολών υπό την πίεση των σύντομων χρονικών ορίων παραγραφής (18 + 24 = 42 μήνες, αντί 5+3 = 8 χρόνια που ισχύει για τα λοιπά πλημμελήμματα), που προέβλεπε ο διαβόητος «μεταξικός» νόμος περί τύπου (άρθρο 47 ν. 1092/1938), που βέβαια ισχύει μέχρι και σήμερα.

Μόνο που η επινόηση αυτή, όπως θα δούμε παρακάτω, τελικά λειτούργησε αντίστροφα.

Συνήγοροί τους οι Παύλος Αθανασόπουλος, Κώστας Διάκος, Αλέκα Ζορμπαλά, Πολύδωρος Τακόπουλος και Κώστας Παπαδάκης (σύμφωνα με τα πρακτικά, αλλά ήταν και η Γιάννα Κούρτοβικ, που από παραδρομή δεν αναγράφεται).

Αποδεικτικό υλικό η προκήρυξή τους, σε συνδυασμό με τις ένορκες βεβαιώσεις των αστυνομικών, που απλώς βεβαίωναν τη διανομή της και τη σύλληψη των δραστών.

Μάρτυρες υπεράσπισης: Γιώργος Παπανδρέου, Φώτης Κουβέλης, Δημήτρης Δεσύλλας, Αντώνης Λιάκος, Γιάννης Τζανετάκος, Πάνος Κοσμάς, Τάσος Κωστόπουλος, Βασίλης Παπαστεργίου.

Η στάση των κατηγορουμένων και σε αυτή τη δίκη ήταν στάση αρχής και υπεράσπισης του πολιτικού τους λόγου.

Η δίκη, της οποίας το αποτέλεσμα φαινόταν προδιαγεγραμμένο από την αρχή κατέληξε σε μία βαριά καταδίκη και των τεσσάρων και για τα τρία αδικήματα και συνολική ποινή 19 μηνών με την υπ’ αριθμ. 36303/4-5-1992 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

4) Αλλαγή συγκυρίας και δίκες στο εφετείο

Όπως προαναφέρθηκε, οι πρώτες αυτές δύο δίκες συνέπεσαν με την κορύφωση της εθνικιστικής έξαρσης και προτού αναγκαστεί η ελληνική πλευρά να υποχωρήσει και να δεχτεί την ενδιάμεση ονομασία και όπως ήταν φυσικό διεξήχθησαν κάτω από ένα κλίμα τρομοκρατίας, ακόμα και στους περιβάλλοντες χώρους του δικαστηρίου και φυσικά κάτω από την πίεση αυτή κατέληξαν σε καταδικαστικά αποτελέσματα.

https://i0.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/OSE-1992-Makedoniko-292x430.jpg

Στη συνέχεια η κυβέρνηση Μητσοτάκη έπεσε και στις βουλευτικές εκλογές που έγιναν στις 10 Οκτωβρίου 1993 τη θέση της πήρε ξανά το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα Παπανδρέου. Με το άρθρο. 33 παρ. 6 του ν. 2172/1993, ενός από τους πρώτους νόμους της νέας κυβέρνησης του εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Κουβελάκη, καταργήθηκαν η διάταξη του Ποινικού Κώδικα 181 (περιύβριση αρχής) (και 191 (διασπορά ψευδών ειδήσεων).

Με τον ίδιο νόμο (άρθρο 45), παραγράφτηκαν όλα τα «δια του τύπου» τελεσθέντα μέχρι τότε αδικήματα και αποσβέστηκαν οι αστικές αξιώσεις από αυτά. Φυσικά ο νόμος δεν έγινε για τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους, αλλά για την εξυπηρέτηση των εκδοτικών συγκροτημάτων, κυρίως της Αυριανής και του Ελεύθερου Τύπου, κατά των υπευθύνων των οποίων είχαν εκδοθεί εκατοντάδες καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις και ανάλογες αποφάσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για εκατέρωθεν δημοσιεύματα, τα προηγούμενα χρόνια της μεγάλης δικομματικής σύγκρουσης και τεράστιας πολιτικής οξύτητας (σκάνδαλο Κοσκωτά, δίκη Ανδρέα Παπανδρέου).

Αλλά κοντά στον βασιλικό, ποτίστηκε και η γλάστρα.

Όπως αναφέραμε, η δίωξη των μελών της Α.Α.Σ είχε χαρακτηριστεί ως δίωξη αδικημάτων δια του τύπου τελεσθέντων. Ετσι όταν στις 14-1-1994 εμφανιστήκαμε ενώπιον του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την υποστήριξη της έφεσης, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την παραγραφή της διάταξης αυτής και έτσι η υπόθεση τέθηκε οριστικά στο αρχείο με την υπ’ αριθμ. 458/14-1-1994 Β΄ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Παραπλήσια τύχη είχε και η κατ έφεση δίκη των μελών της Ο,.Σ.Ε. λόγω της κατάργησης των αδικημάτων της δίωξής της.

Δεν είχε την ίδια τύχη η υπόθεση της Ο.Α.Κ.Κ.Ε., που δεν είχαν χαρακτηριστεί τα αδικήματά της ως δια του τύπου τελεσθέντα και που επιπλέον δικάσθηκε πολύ αργότερα, ύστερα από επανειλημμένες αναβολές λόγω ωραρίου κ.λ.π.

Ετσι η δίκη διεξήχθη κανονικά. Συνήγοροι οι Κώστας Διάκος, Κώστας Παπαδάκης και Ιπποκράτης Μυλωνάς και μάρτυρες υπεράσπισης οι Νικόλαος Αλιβιζάτος, Δημήτρης Τρίμης, Ηλίας Ζαφειρόπουλος, Στρατής Μπουρνάζος, Τάσος Αβραντίνης, Νάσος Θεοδωρίδης και Κώστας Λιακόπουλος.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, αφού έθεσε στο αρχείο την περιύβριση αρχής, που είχε πια καταργηθεί, τους αθώωσε και για τα άλλα δύο αδικήματα με την υπ’ αριθμ. 411/15-1-1998 απόφασή του και έτσι και η μάχη αυτή απέβη νικηφόρα.

Γ) Αποτίμηση και προοπτική

Η ιστορία των δικών αυτών έχει ακόμη να μας διδάξει πολλά:

Ότι κανένας αγώνας δεν είναι χαμένος, όσο και αν η συγκυρία φαίνεται ανίκητη. Ότι οι αγώνες για δημοκρατία συσπειρώνουν ευρύτερες δυνάμεις και καταξιώνουν το κίνημα. Ότι στα δικαστήρια πάμε με ψηλά το κεφάλι. Και ότι καμμία εξουσία δεν είναι ανίκητη.

Ηταν αξιοθαύμαστο το εύρος του πολιτικού φάσματος των ανθρώπων οι οποίοι προσήλθαν ως μάρτυρες υπεράσπισης στις δύο αυτές δίκες, ερχόμενοι σε εντυπωσιακή αντίθεση με το κλίμα της εποχής, ανεξάρτητα από την πολιτική εξέλιξη που είχε ο καθένας τους.

Η μικρή εξωκοινοβουλευτική αριστερά, με τις όποιες αδυναμίες και ελαττώματά της, στάθηκε όρθια, υποχρέωσε τη διανόηση του συνόλου του πολιτικού φάσματος να σταθεί αντιμέτωπη στην κρατική καταστολή, την οποία και τελικά νίκησε.

Ηταν αξιοθαύμαστοι οι κατηγορούμενοι, που τίμησαν την παράδοσή της και έδωσαν θαρραλέα τη μάχη της υπεράσπισης του πολιτικού τους λόγου κατακτώντας την εκτίμηση ακόμα και των διωκτών τους. Τιμή και δόξα !

Δεν θεωρώ ότι αυθαιρετώ απέναντί τους, θυμίζοντας ξανά τα ονοματεπώνυμά τους, που άλλωστε έχουν προ πολλού δημοσιοποιηθεί και τίτλο τιμής επιδαψιλεύουν σε αυτούς καθώς επίσης και σε όσους τους υπεράσπισαν ως μάρτυρες στο δικαστήριο. Και χρωστάμε να το αναγνωρίσουμε, ιδίως σε όσους έχουν φύγει από τη ζωή.

Ο ν. 2172/1993, πέρα από την εμφανώς πελατειακή σκοπιμότητα εξυπηρέτησης που επέβαλε – όχι δα και για πρώτη φορά στην ιστορία – την καθιέρωση του άρθρου 45 για την παραγραφή με σφουγγάρι όλων των ποινικών και αστικών αδικημάτων του τελέσθηκαν δια του τύπου, ήταν ένας από τους τελευταίους νόμους που κατάργησαν αντιδημοκρατικές και ανελεύθερες διατάξεις που ήταν για δεκαετίες στο στόχαστρο του προοδευτικού ποινικού κόσμου, όπως το Π.Κ. 181 (περιύβριση αρχής) που ποινικοποιούσε κάθε σκληρή κριτική προς την κυβερνητική εξουσία και το Π.Κ. 191 (περί διασποράς ψευδών ειδήσεων). Ηταν από τις τελευταίες αποτυπώσεις κατακτήσεων χρόνιων διεκδικήσεων.

Άφησε δυστυχώς αλώβητα τα υπόλοιπα στοιχεία του νομικού οπλοστασίου (Π.Κ. 141, Π.Κ. 192) που μαζί με πολλά άλλα, επίσης μετεμφυλιοπολεμικά άρθρα και διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ. 183, 184) απειλούν τον αντικαθεστωτικό πολιτικό λόγο, παραμένουν νομοθετικά ισχυρά, συμπληρώθηκαν με τους τρομονόμους, και από καιρού σε καιρό ανασύρονται, ως εργαλεία δικαστικής καταστολής εναντίον των αντιφρονούντων.

Ωστόσο ποτέ δεν είναι αργά. Όταν ιδίως η ιστορία μας εμπνέει. Και μας καλεί στα βήματά της.

Αθήνα, 27-2-2018
Κώστας Παπαδάκης

………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Σημείωση Παντιέρας: Παρατίθεται στη συνέχεια ολόκληρη η προκήρυξη της Αντιπολεμικής Αντιεθνικιστικής Συσπείρωσης για το μοίρασμα της οποίας δικάστηκαν η Χριστίνα, η Βαγγελιώ, η Μαρία και ο Στρατής, όπως αναλυτικά περιγράφεται παραπάνω.

Θυμίζουμε ότι μετά την άσκηση δίωξης, την είχαν αναδημοσιεύσει αρκετά έντυπα της εποχής, όχι απλώς ως στήριξη σε δικαζόμενους αγωνιστές και αγωνίστριες αλλά και ως πολιτική χειρονομία αντίστασης στο εθνικιστικό κλίμα που ανάγλυφα περιγράφεται στο άρθρο του Κώστα Παπαδάκη. Ένα από αυτά τα έντυπα ήταν και το περιοδικό ΑΛΛΑ, από το οπισθόφυλλο του πρώτου τεύχους του οποίου την αντιγράψαμε πιστά.

………………………………………………………………………………………………………………………………………..

ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΚΟΙ ΛΑΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΙ ΜΑΣ
ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Εμείς, που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, έχουμε διαφορετικά άποψη, ριζικά αντίθετη απ’ αυτήν της κυβέρνησης και του επίσημου συναινετικού πολιτικού κόσμου για τα εθνικά θέματα, το ζήτημα της τέως Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και τους κινδύνους που απειλούν το λαό της χώρας μας.

Είμαστε σίγουροι ότι παίζεται στις πλάτες μας ένα βρώμικο παιχνίδι, που κι αν ακόμα δεν καταλήξει σε πόλεμο, θα έχει οδυνηρές συνέπειες στη ζωή όλων μας. Κυβέρνηση, πολιτικά επιτελεία, καλοπληρωμένοι δημοσιογράφοι, στρατηγοί και μητροπολίτες προσπαθούν να μας πείσουν ότι κινδυνεύουμε. Παρουσιάζουν μη εικόνα ασφυκτικής περικύκλωσης της Ελλάδας που δημιουργεί ανασφάλεια και φόβο στους έλληνες πολίτες.

https://i1.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/ALLA-no-1-312x430.jpg

Εμείς λέμε ότι αυτό γίνεται σκόπιμα. Οι ηγεμόνες μας καλλιεργούν την εθνικιστική υστερία, την πατριδολαγνεία και την προγονολατρεία για να μας κάνουν να ξεχάσουμε την οικονομική εξαθλίωση, την ανεργία, τη συρρίκνωση του εισοδήματος και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής μας, την καταπίεση των φαντάρων και τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο στρατό, την υποταγή τους στα πολιτικοστρατιωτικά σχέδια των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οι ηγεμόνες μας προσπαθούν να μας πείσουν ότι ταυτίζονται σι ανάγκες μας με τα συμφέροντά τους για να συναινέσουμε στον δικό του στόχο να γίνουν «Βαλκανιάρχες» και στις ευρύτερες επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων στην Περιοχή.

Μας λένε ψέμματα! Και μας δηλητηριάζουν με τον εθνικισμό, την πολεμοκαπηλεία και τον ρατσισμό!

Θέλουν να μας κάνουν να δεχόμαστε αδιάφορα τις δολοφονίες αλβανών φυγάδων στα σύνορα από τα ειδικά στρατιωτικοαστυνομικά σώματα που έχουν συγκροτήσει…

Θέλουν να αγανακτούμε, όταν κάποιος στα Σκόπια κάνει εθνικιστικές δηλώσεις αλλά να χειροκροτούμε, όταν ακούγονται πολύ χειρότερες στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη…

Θέλουν να εξαφανίσουν αξίες και παραδόσεις, που ευτυχώς διατηρεί ακόμα η ελληνική κοινωνία, όπως η φιλοξενία, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά…

Ναι, ο ελληνικός λαός κινδυνεύει! Αλλά όχι από το άοπλο κρατίδιο που βρίσκεται στα βόρεια σύνορα της χώρας μας. Ούτε από τους πεινασμένους αλβανούς πρόσφυγες!

Κινδυνεύουμε από τον πόλεμο που συνεχίζεται στην πρώην Γιουγκοσλαβία, και που η χώρα μας μπορεί να εμπλακεί σ’ αυτόν, αν η κυβέρνηση και η αξιωματική -κυρίως- αντιπολίτευση δεν εγκαταλείψουν τα μεγαλοϊδεάτικα σχέδια και κορώνες τους και δεν σταματήσουν το παιχνίδι της εθνικής πλειοδοσίας και του «ψηφοθηρικού πατριωτισμού».

Επιτέλους, ως πότε θα μας εμπαίζουν; Εμείς λέμε καθαρά: Όχι στο κλίμα πολέμου με την τ. Γιουγκοσλαβική Μακεδονία.

https://i1.wp.com/pandiera.gr/uploads/uploads/2018/02/ALLA-No-1-opisthofyllo-316x430.jpg

Πρέπει να σταματήσει η επιθετική και ρατσιστική αντιμετώπιση του γειτονικού λαού, με το πρόσχημα της χρήσης του ονόματος «Μακεδονία», που στο κάτω-κάτω το χρησιμοποιεί εδώ και μισό αιώνα. Έχει δικαίωμα και αυτός ο λαός να αυτοκαθοριστεί εθνικά και να αποκτήσει τη στοιχειώδη κρατική υπόσταση που θα επιτρέψει την επιβίωση του.

Είναι ντροπή να δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τον συνεχιζόμενο οικονομικό αποκλεισμό της γειτονικής χώρας όπως και τις διάφορες «αγωνιστικές» προτάσεις για στρατιωτική εισβολή σ’ αυτήν…

Είναι ντροπή ν’ αφήνουμε κάποιους με το πρόσχημα της καταπίεσης που υφίσταται η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία να κραυγάζουν για εισβολές και προσαρτήσεις εδαφών…

Δεν πρέπει να δεχτούμε οποιαδήποτε εδαφική επέκταση προωθούν τα σωβινιστικά επιτελεία σ’ όποια χώρα κι αν βρίσκονται!

Πολλοί θα μας κατηγορήσουν γι αυτές τις απόψεις μας ως «μειοδότες», «προδότες» ή και «πράκτορες». Αυτές οι κατηγορίες μας αφήνουν παγερά αδιάφορους. Όχι μόνο επειδή αρνούμαστε να δεχτούμε το γελοίο «εθνικό επιχείρημα» ότι όλοι οι εθνικιστές βρίσκονται εκτός Ελλάδας, ενώ στη χώρα μας υπάρχουν μόνο πατριώτες… Αλλά και γιατί ξέρουμε, ότι οι διάφοροι «προστάτες των λαών», δυτικοί, ευρωπαίοι και ανατολικοί, εκμεταλλεύονται κυνικά την απελπισία και τις αυταπάτες εκατομμυρίων εξαθλιωμένων ανθρώπων προκειμένου να διευρύνουν τις αγορές και τις ζώνες επιρροής τους.

Θέλουμε να ζήσουμε ειρηνικά μ’ όλους τους λαούς των Βαλκανίων! Και απειλούμαστε από ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, εθνικιστικές κυβερνήσεις και ναζιστικά κηρύγματα περί φυλετικής καθαρότητας και εξόντωσης των μειονοτήτων!

Δεν είναι ντροπή για μια κοινωνία, να συμβιώνουν αρμονικά στο εσωτερικό της διαφορετικοί πολιτισμοί και εθνικές ομάδες. Είναι τιμή της. Ντροπή είναι στο όνομα της ενότητας και της καθαρότητας του έθνους να καταπιέζονται και να συντρίβονται οι μειονότητες.

Στην Ελλάδα ζουν και τούρκοι, πομάκοι, σλαβομακεδόνες και τσιγγάνοι! Γι αυτές τις μειονότητες που ζουν στη χώρα μας νοιώθουμε ό,τι ακριβώς και για τους υπόλοιπους έλληνες πολίτες!

Δεν θέλουμε ούτε να τις εξαφανίσουμε ούτε να τις ενσωματώσουμε. Αντίθετα, αγωνιζόμαστε για να απολαμβάνουν όσες ελευθερίες και ευκαιρίες έχουμε όλοι μας και παράλληλα υπερασπίζουμε τα ιδιαίτερα γλωσσικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά δικαιώματα του που προκύπτουν από τη διαφορετική εθνική καταγωγή τους.

Εξ άλλου αυτά ακριβώς δεν διεκδικεί και η ελληνική κυβέρνηση για τις ελληνικές μειονότητες που ζουν σ’ άλλες χώρες;

Όσοι αντιμετωπίζουμε τα βάρη της οικονομικής κρίσης, τις συνέπειες της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη, την ανυπαρξία ουσιαστικής αντιπολίτευσης και τη διαλυτική πολιτική των συναινετικών κομμάτων στο συνδικαλιστικό κίνημα και στους δίκαιους αγώνες των εργαζομένων, οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι εχθροί μας δεν είναι οι γειτονικοί λαοί, που αντιμετωπίζουν τα ίδια μ’ εμάς, αλλά ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο πόλεμος. Εναντίον τους θα πρέπει να ενωθούμε οι μισθωτοί και οι νέοι των Βαλκανικών χωρών μέσα από κοινά αντιπολεμικά κινήματα, εκδηλώσεις και αγώνες αλληλοϋποστήριξης και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

Γιατί ποιός μπορεί ν’ αμφισβητήσει ότι τα «Σκόπια» μας κάνουν να ξεχνάμε την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη της ακρίβειας, του νέφους και της αστυνομοκρατίας;

Γιατί ποιός μπορεί να αμφισβητήσει ότι τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία κρύβουν το Λαύριο, το Μαντούδι και τους αγώνες που πρέπει να κάνουμε για να υπερασπίσουμε τη δουλειά, το εισόδημα και τις ελευθερίες μας;

Γιατί ποιός αμφιβάλλει, ότι στους άδικους πολέμους που μπορεί να μας οδηγήσουν οι ηγεμόνες μας, οι σίγουροι ηττημένοι θα είναι οι εργαζόμενοι, οι νέοι και οι λαοί που θα συρθούν σ’ αυτούς;

ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΤΙΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ

30/3/92