This is our fight: why anti-fascists should oppose Islamist extremism

We should be at the vanguard of the battle against Islamist extremism, shaping the fight in the interest of tolerance, equality and human rights.

HOPE not hate has been speaking out against Islamist extremism since 2010 and we then published our first major report, Gateway to Terror: Anjem Choudary and the al-Muhajiroun network in 2013, which exposed the violence and terrorism at the heart of the al-Muhajiroun (ALM) international network.

In 2014, we also published Cheerleading for IS: Anjem Choudary and al-Muhajiroun’s support for the Islamic State outlining how ALM was a major recruiting network for the then expanding Islamic State.

Regarding our work the Commission for Countering Extremism stated:

Despite the loud noise from the Far Right when it comes to tackling Islamist extremism, it is groups like Hope Not Hate that have carried out vital work in exposing Islamist extremists in our country, as opposed to engaging in anti-Muslim bigotry on social media. The anti-racist group did phenomenal work in identifying the scale of activism carried out by the now proscribed group Al-Muhajiroun.

During the course of our research, we attended countless Islamist extremist demonstrations at which we heard and saw vile antisemitism, homophobia and misogyny, often far worse than anything we heard on the English Defence League (EDL) demonstrations we had also been covering for years.

We could make the argument that anti-fascists should be vocal opponents of Islamist extremists because hate preachers like Anjem Choudary function as a driver of far-right extremism. This is of course true; the EDL emerged in direct opposition to ALM. But for this to be the sole reason to speak out would be tactically and, more importantly, morally wrong.

Put simply, we have to mobilise against Islamist extremists because it is the only consistent position and the only way to stay true to our core values; it is our duty as anti-fascists.

Over the last few years we have all seen the harrowing footage of Islamist fanatics sweeping through vast areas of Iraq and Syria like a sandstorm, butchering, raping and murdering their way across the region. In the wake of the fall of Mosul to Islamic State HOPE not hate went to Northern Iraq to see for ourselves the suffering and oppression, producing a magazine special titled Life on the Run from the Islamic State.

Like the stories of fascist oppression from the 20th century that we are all familiar with, we heard stories about the murder and persecution of people, not for what they had done, but because of who they are. Shia Muslims, Assyrian, Syriac, Chaldean and Armenian Christians, Yazidis, Druze, Mandeans and Shabaks have all been mercilessly put to the sword.

While the tactics (both military and propaganda) used by Islamist extremists both in the UK and abroad are markedly modern, their ideology is fundamentally rooted in a strident rejection of progressive notions of democracy, equality of gender and sexuality and freedom of religion. We have all watched in horror at the forced imposition of this barbaric values system within the Islamic State, manifesting as torture, beheading, crucifixion, and the enslavement and rape of women being conducted on a near genocidal scale.

HOPE not hate has shown how UK Islamist extremists have played a key role in recruiting European fighters to get involved in this violence abroad and how Choudary and ALM have inspired bloodshed on the streets of the UK.

The anti-fascist response 

Anti-fascists of all political backgrounds have traditionally united in condemning and fighting fascist antisemitism, racism, homophobia, sexism and totalitarianism, no matter how these far-right groups look, dress or even define themselves. In the case of Islamist extremism, this has yet to be the case.

While some anti-fascists have long opposed Islamist extremists and there are welcome signs that the left more generally in the UK are slowly waking up to this as an issue, we must raise our voices much louder and claim this as our fight. People in the communities in which HOPE not hate organise are angry about this issue and want us to speak about it. Anti-fascists should be at the vanguard of the battle against Islamist extremism, shaping the fight in the interest of tolerance, equality and human rights.

If we do not make this one of the anti-fascist issues of our age, we will be conceding the battlefield to those who seek to use this issue for the promotion of intolerance, bigotry and racism. We have already seen how the British National Party sort to exploit this issue for their own fascistic aims and how the EDL formed in response to ALM. Last year we witnessed the Football Lads Alliance emerge in response to terrorist attacks.

If we don’t speak about these issues then the only voices that concerned people will hear will be groups like these. As such, as well as raising our voices against Islamist extremists we must also challenge anyone who seeks to use this issue to attack the wider Muslim community, the vast majority of whom have no time whatsoever for the likes of Choudary.

Those who went to Spain in the 1930s to confront fascism were often called “premature anti-fascists” as they saw the dangers of not confronting evil, hatred and the threat to the international working class before most others.

The tortures, rapes and mass murders carried out by Islamic State and the terrorist attacks carried out by violent Islamists in the UK and Europe are well documented, making it rather too late to become “premature” anti-Islamists. But, if the anti-fascist movement does not wake up and unite in the face of this hatred, we risk being caught on the wrong side of history.



143 δικογραφίες για ρατσιστικά εγκλήματα με βάση αναφορές μας (2016-2017)

Τιμωρείται ο σκέτος μισαλλόδοξος λόγος από τον αντιρατσιστικό νόμο;

Δίκη Πλεύρη: Άρειος Πάγος και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απαγορεύουν ναζισμό και φασισμό

Τ.Θ. 60820, 15304 Γλυκά Νερά, Tηλ. 2103472259 Fax: 2106018760
email: ιστοσελίδα:


23 Ιανουαρίου 2009

Δίκη Πλεύρη: Άρειος Πάγος και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απαγορεύουν ναζισμό και φασισμό

Το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) δημοσιοποιεί σήμερα σημείωμα που ετοιμάστηκε για τη σημερινή κατάθεση του εκπροσώπου του Παναγιώτη Δημητρά ως μάρτυρα στη δίκη ενώπιον του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που εξετάζει την έφεση του κατηγορούμενου Κωνσταντίνου Πλεύρη κατά της πρωτόδικης καταδίκης του σε 14 μήνες φυλάκιση με αναστολή για παραβίαση των άρθρων 1.1 και 2 του (αντιρατσιστικού) Ν. 927/79. Το σημείωμα αναφέρει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για τα όρια στην ελευθερία της έκφρασης (Άρθρο 10 ΕΣΔΑ) σε συνδυασμό με την παραβίαση του Άρθρου 17 ΕΣΔΑ για την απαγόρευση της κατάχρησης δικαιώματος. Το ΕΔΔΑ θεωρεί πως «Ο εθνικοσοσιαλισμός αποτελεί ολοκληρωτική ιδεολογία ασυμβίβαστη με τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι οπαδοί του αναμφισβήτητα επιδιώκουν σκοπούς που εμπίπτουν στο Άρθρο 17. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα πως προκύπτει από το Άρθρο 17 ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία με την έννοια της δεύτερης παραγράφου του Άρθρου 10.» Με αυτή τη νομολογία που επικαλέστηκε ο μάρτυρας δόθηκε απάντηση στο βασικό ερώτημα-επιχείρημα της υπεράσπισης «Απαγορεύεται να είναι κανείς ναζί;» ( Σημειώνεται πάντως πως το δικαστήριο δεν δέχθηκε να συμπεριληφθεί ως αναγνωστέο το σημείωμα παρατηρώντας πως θεωρείται πως γνωρίζει τη νομολογία.

Παράλληλα, ο Παναγιώτης Δημητράς υπενθύμισε πως και ο Άρειος Πάγος έχει αποφανθεί πως φασιστικά κόμματα είναι αντίθετα με τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Με την απόφαση 4/2007 της 1 Σεπτεμβρίου 2007, το Α’ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου ανακήρυξε έναν υποψήφιο ως μεμονωμένο υποψήφιο χωρίς τον τίτλο του συνδυασμού «Νέος Φασισμός», γιατί αυτό αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 29 παράγραφος 1 του Συντάγματος που προβλέπει ότι «η οργάνωση και η δράση των κομμάτων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος» (

«Ο μεµονωµένος υποψήφιος Αθανάσιος ∆ασκαλόπουλος θα ανακηρυχθεί ως µεµονωµένος χωρίς το δηλωθέν όνοµα «ΝΕΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ», γιατί αυτό αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 5γ΄ του π.δ. 96/5.6.2007, συνδυαζόµενη µε τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Συντάγµατος.»

Η δίκη θα συνεχιστεί για τέταρτη ημέρα στις 9:00 πμ της Τετάρτης 28 Ιανουαρίου 2009 (αίθουσα Δ 100 Α του 4ου ορόφου του Εφετείου Αθηνών – Κυρίλλου Λουκάρεως και Λεωφόρο Αλεξάνδρας).

Τ.Θ. 60820, 15304 Γλυκά Νερά, Tηλ. 2103472259 Fax: 2106018760
email: ιστοσελίδα:


Άρθρo 10. Ελευθερία έκφρασης

  1. Παν πρόσωπoν έχει δικαίωµα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Τo δικαίωµα τoύτo περιλαµβάνει την ελευθερίαν γνώµης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή µεταδόσεως πληρoφoριών ή ιδεών, άνευ επεµβάσεως δηµoσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Τo παρόν άρθρoν δεν κωλύει τα Κράτη από τoυ να υπoβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιoφωνίας, κινηµατoγράφoυ ή τηλεoράσεως εις κανoνισµoύς εκδόσεως αδειών λειτoυργίας.

  1. Η άσκησις των ελευθεριών τoύτων, συνεπαγoµένων καθήκoντα και ευθύνας δύναται να υπαχθή εις ωρισµένας διατυπώσεις, όρoυς, περιoρισµoύς ή κυρώσεις, πρoβλεπoµένoυς υπό τoυ νόµoυ και απoτελoύντας αναγκαία µέτρα εν δηµoκρατική κoινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότηταν ή δηµoσίαν ασφάλειαν, την πρoάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν τoυ εγκλήµατoς, την πρoστασίαν της υπoλήψεως ή των δικαιωµάτων των τρίτων, την παρεµπόδισιν της κoινoλoγήσεως εµπιστευτικών πληρoφoριών ή την διασφάλισιν τoυ κύρoυς και αµερoληψίας της δικαστικής εξoυσίας.

Άρθρo 17. Απαγόρευση κατάχρησης δικαιώµατoς

Ουδεµία διάταξις της παρoύσης Συµβάσεως δύναται να ερµηνευθή ως επαγoµένη δι’ έν Κράτoς, µίαν oµάδα ή έν άτoµoν oιoνδήπoτε δικαίωµα όπως επιδoθή εις δραστηριότητα ή εκτελέση πράξεις σκoπoύσας εις την καταστρoφήν των δικαιωµάτων ή ελευθεριών, των αναγνωρισθέντων εν τη παρoύση Συµβάσει, ή εις περιoρισµoύς των δικαιωµάτων και ελευθεριών τoύτων µεγαλυτέρων των πρoβλεπoµένων εν τη ρηθείση Συµβάσει.


Άρθρο 19

  1. Κανείς δεν πρέπει να υπόκειται σε διακριτική μεταχείριση και να παρενοχλείται για τις απόψεις του.
  2. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της αναζήτησης, της λήψης και της μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων κάθε είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, προφορικά, γραπτά, σε έντυπα, σε κάθε μορφή τέχνης ή με κάθε άλλο μέσο της επιλογής του.
  3. Η άσκηση των δικαιωμάτων, που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, συνεπάγεται ειδικά καθήκοντα και ευθύνες. Μπορεί, επομένως, να υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, οι οποίοι όμως πρέπει να προβλέπονται με σαφήνεια από το νόμο και να είναι απαραίτητοι:

α. για το σεβασμό των δικαιωμάτων ή της υπόληψης των άλλων,

β. για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας ή των χρηστών ηθών.

Άρθρο 20

  1. Κάθε προπαγάνδα υπέρ του πολέμου απαγορεύεται από το νόμο.
  2. Κάθε επίκληση εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους, που αποτελεί υποκίνηση διακρίσεων, εχθρότητας ή βίας απαγορεύεται από το νόμο.



Υπόθεση Karatepe κατά Τουρκίας
(απόφαση 31 Ιουλίου 2007 – προσφυγή με αρ. 41551/98 – επικύρωση καταδίκης ισλαμιστή δημάρχου σε ένα χρόνο φυλάκιση από τουρκικό δικαστήριο):

«Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η ανεκτικότητα και ο σεβασμός της ίσης αξιοπρέπειας όλων των ανθρώπινων όντων αποτελούν το θεμέλιο μιας δημοκρατικής και πλουραλιστικής κοινωνίας. Προκύπτει κατά συνέπεια πως μπορεί να κριθεί αναγκαίο στις δημοκρατικές κοινωνίες να τιμωρείται αν όχι και να εμποδίζεται κάθε μορφή έκφρασης που διαδίδει, προκαλεί, προωθεί ή δικαιολογεί το μίσος βασισμένο στη μισαλλοδοξία (περιλαμβανόμενης και της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας), αρκεί να εξασφαλίζεται πως οι ‘διατυπώσεις,’ ‘όροι,’ ‘περιορισμοί,’ ή ‘κυρώσεις’ που επιβάλλονται είναι ανάλογες προς το νόμιμο στόχο που επιδιώκεται… Ειδικότερα, καλώντας τους πολίτες να διατηρούν ‘τη δυστροπία, τη μνησικακία, το μίσος που έχουν’ κατά ενός άλλου τμήματος του πληθυσμού, ο προσφεύγων δεν δικαιούτο να επικαλεσθεί το προνόμιο της ελευθερίας της έκφρασης»[1]

Υπόθεση Κατράμη κατά Ελλάδας
(απόφαση 6 Δεκεμβρίου 2007 – προσφυγή με αρ. 19331/05καταδίκη Ελλάδας για παραβίαση Άρθρου 10 λόγω ποινικής καταδίκης από ελληνικό δικαστήριο)

«Το Δικαστήριο εκτιμά ότι μία ποινή φυλακίσεως η οποία επιβάλλεται για αδίκημα το οποίο ετελέσθη στον τομέα του Τύπου, είναι συμβατή με την ελευθερία της δημοσιογραφικής εκφράσεως, την οποία εγγυάται το άρθρο 10 της Συμβάσεως, μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις, και ειδικότερα όταν έχουν βάναυσα θιγεί άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως, π.χ., στην περίπτωση λόγου ο οποίος προωθεί το μίσος ή τη βία.»[2]


Υπόθεση Garaudy κατά Γαλλίας

 «Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, μεταξύ άλλων, ότι αναμφίβολα, όπως και κάθε άλλη αναφορά που στρέφεται κατά των θεμελιωδών αρχών της ΕΣΔΑ, η δικαιολόγηση μια φιλο-ναζιστικής πολιτικής δεν μπορεί να επιτραπεί να απολαμβάνει την προστασία του Άρθρου 10 και πως υπάρχει μια κατηγορία ξεκάθαρα αποδεκτών ιστορικών γεγονότων –όπως το Ολοκαύτωμα- των οποίων η άρνηση ή η αναθεώρηση αφαιρείται από την προστασία του Άρθρου 10 μέσω του Άρθρου 17… Η άρνηση η αναθεώρηση παρόμοιων ιστορικών γεγονότων υπονομεύει τις αξίες στις οποίες βασίζεται η καταπολέμηση του ρατσισμού και του αντισημιτισμού και αποτελεί σοβαρή απειλή κατά της δημόσιας τάξης. Παρόμοιες ενέργειες είναι ασυμβίβαστες με τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα γιατί παραβιάζουν δικαιώματα άλλων. Οι υποστηρικτές τους έχουν αναμφισβήτητα σχέδια που εμπίπτουν στην κατηγορία των στόχων που απαγορεύονται από το Άρθρο 17 της ΕΣΔΑ.»[4]

Υπόθεση Nachtmann κατά Αυστρίας και Υπόθεση Schimanek κατά Αυστρίας

«Ο εθνικοσοσιαλισμός αποτελεί ολοκληρωτική ιδεολογία ασυμβίβαστη με τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι οπαδοί του αναμφισβήτητα επιδιώκουν σκοπούς που εμπίπτουν στο Άρθρο 17. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα πως προκύπτει από το Άρθρο 17 ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία με την έννοια της δεύτερης παραγράφου του Άρθρου 10.»

 Υπόθεση Hosnik κατά Αυστρίας

«Οι δημοσιεύσεις του προσφεύγοντος με μεροληπτικό και πολεμικό χαρακτήρα χωρίς καμιά επιστημονική αντικειμενικότητα αρνούνται τη συστηματική εξόντωση Εβραίων σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης με δηλητηριώδη αέρια. Η Επιτροπή έχει παλαιοτέρα αποφανθεί πως θέσεις σαν και αυτές του προσφεύγοντος είναι αντίθετες με μια από τις βασικές αρχές της ΕΣΔΑ, όπως αναφέρεται στο προοίμιό της, δηλαδή τη δικαιοσύνη και ειρήνη, ενώ επίσης εκφράζουν φυλετική και θρησκευτική διάκριση.»

Υπόθεση Udo Walendy κατά Γερμανίας

«Το δημοσίευμα αρνείται ιστορικά γεγονότα για τη μαζική εξόντωση από το ολοκληρωτικό ναζιστικό καθεστώς και επομένως αποτελεί προσβολή για τον εβραϊκό λαό και ταυτόχρονα συνέχιση της παλαιότερης διάκρισης κατά του εβραϊκού λαού.»

Υπόθεση W.P. κατά Πολωνίας

«Το Δικαστήριο θεωρεί πως οι ισχυρισμοί ότι η εβραϊκή μειονότητα καταπίεζε τους Πολωνούς και υπήρχε ανισότητα μεταξύ τους αποτελούν ιδέες που μπορεί να εκληφθούν ως αναβίωση του αντισημιτισμού. Οι ρατσιστικές θέσεις των προσφευγόντων διαφαίνονται επίσης και στον αντισημιτικό τόνο μερικών από τις θέσεις που υπέβαλαν στο ΕΔΔΑ. Το Δικαστήριο είναι λοιπόν ικανοποιημένο ότι τα διαθέσιμα στοιχεία στην παρούσα υπόθεση δικαιολογούν την εφαρμογή του Άρθρου 17.»

Υπόθεση Witzsch κατά Γερμανίας

«Η άρνηση της ευθύνης του Χίτλερ και των ναζί στην εξόντωση των Εβραίων έδειχνε την περιφρονήσει του προσφεύγοντος για τα θύματα του Ολοκαυτώματος. Το ΕΔΔΑ θεωρεί πως οι απόψεις του προσφεύγοντος παραβιάζουν το γράμμα και τα πνεύμα της ΕΣΔΑ. Για το λόγο αυτό και σε εφαρμογή του Άρθρου 17 της ΕΣΔΑ δεν έχει δικαίωμα να επικαλεσθεί τις πρόνοιες του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ για τις επίδικες θέσεις του. Το γεγονός δε πως διατυπώθηκαν σε προσωπικό γράμμα και όχι μπροστά σε μεγάλο ακροατήριο είναι αδιάφορο».

Υπόθεση Norwood κατά Ηνωμένου Βασιλείου

«Οι λέξεις και εικόνες στην αφίσα αποτελούσαν δημόσια εκφρασθείσα επίθεση κατά όλων των Μουσουλμάνων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παρόμοια γενική σφοδρή επίθεση κατά θρησκευτικής ομάδας, με την οποία συσχετίζεται ολόκληρη η ομάδα με μια σοβαρή τρομοκρατική επίθεση, είναι ασυμβίβαστη με τις αξίες που διακηρύσσει και εγγυάται η ΕΣΔΑ, δηλαδή ανεκτικότητα, κοινωνική ειρήνη και απαγόρευση των διακρίσεων. Η ανάρτηση της αφίσας από τον προσφεύγοντα στο παράθυρό του αποτελούσε πράξη που εμπίπτει στο Άρθρο 17, η οποία για αυτό δεν προστατεύεται από τα Άρθρα 10 ή 14 της ΕΣΔΑ.»  


Η άρνηση του Ολοκαυτώματος όπως γίνεται από τον κατηγορούμενο Κωνσταντίνο Πλεύρη δεν έχει καμιά σχέση με υποτιθέμενη επιστημονική έρευνα αλλά στοχεύει αποκλειστικά στην προσβολή της μνήμης των εκατομμυρίων θυμάτων του Ολοκαυτώματος και την προσβολή της προσωπικότητας των συγγενών και γενικότερα των ομοεθνών τους που επιβίωσαν της μεγαλύτερης και πλήρως οργανωμένης γενοκτονίας στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η αμφισβήτηση του Ολοκαυτώματος θεωρείται και με βάση την υπερνομοθετική νομολογία διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων (βλπ. για παράδειγμα την υπόθεση Robert Faurisson v. France ενώπιον της Human Rights Committee του ΟΗΕ – CCPR/C/58/D/550/1993 (1996)) προτροπή σε αντισημιτική συμπεριφορά, καθώς ο ρατσισμός δεν είναι άποψη αλλά επιθετική συμπεριφορά, η οποία, όποτε αφέθηκε να εκφραστεί δημόσια, οδήγησε σε άμεση και σοβαρή απειλή της δημόσιας τάξης. [5]

[1] Γαλλικό πρωτότυπο: «la Cour souligne que la tolérance et le respect de l’égale dignité de tous les êtres humains constituent le fondement d’une société démocratique et pluraliste. Il en résulte que, en principe, on peut juger nécessaire, dans les sociétés démocratiques, de sanctionner voire de prévenir toutes les formes d’expression qui propagent, incitent à, promeuvent ou justifient la haine fondée sur l’intolérance (y compris l’intolérance religieuse), si l’on veille à ce que les « formalités », « conditions », « restrictions » ou « sanctions » imposées soient proportionnées au but légitime poursuivi… En particulier, en appelant les citoyens à préserver « (…) la hargne, la rancune, la haine qu’ils ont en eux », contre une autre partie de la population, le requérant ne saurait prétendre au bénéfice de la liberté d’expression.»

[2] Επίσημη μετάφραση από ΝΣΚ στην


[4] Αγγλικό πρωτότυπο: «The Court has held, among other things, that there is no doubt that, like any other remark directed against the Convention’s underlying values, the justification of a pro-Nazi policy could not be allowed to enjoy the protection afforded under Article 10” and that there is “a category [of] clearly established historical facts – such as the Holocaust – whose negation or revision would be removed from the protection of Article 10 by Article 17” (see Lehideux and Isorni, cited above, §§ 47 and 53)… The denial or rewriting of this type of historical fact undermines the values on which the fight against racism and anti-Semitism are based and constitutes a serious threat to public order. Such acts are incompatible with democracy and human rights because they infringe the rights of others. Its proponents indisputably have designs that fall into the category of aims prohibited by Article 17 of the Convention.»

[5] «The former Minister of Justice, Mr. Arpaillange, had aptly summarized the position of the then Government by stating that it was impossible not to devote oneself fully to the fight against racism, adding that racism did not constitute an opinion but an aggression, and that every time racism was allowed to express itself publicly, the public order was immediately and severely threatened. It was exactly because Mr. Faurisson expressed his anti-semitism through the publication of his revisionist theses in journals and magazines and thereby tarnished the memory of the victims of Nazism, that he was convicted in application of the Law of 13 July 1990. (…) Τhe author’s guilt was based on his following two statements: “… I have excellent reasons not to believe in the policy of extermination of Jews or in the magic gas chambers … I wish to see that 100 per cent of the French citizens realize that the myth of the gas chambers is a dishonest fabrication”. His conviction therefore did not encroach upon his right to hold and express an opinion in general, rather the court convicted Mr. Faurisson for having violated the rights and reputation of others. For these reasons the Committee is satisfied that the Gayssot Act, as read, interpreted and applied to the author’s case by the French courts, is in compliance with the provisions of the Covenant. To assess whether the restrictions placed on the author’s freedom of expression by his criminal conviction were applied for the purposes provided for by the Covenant, the Committee begins by noting, as it did in its General Comment 10 that the rights for the protection of which restrictions on the freedom of expression are permitted by article 19, paragraph 3, may relate to the interests of other persons or to those of the community as a whole. Since the statements made by the author, read in their full context, were of a nature as to raise or strengthen anti-semitic feelings, the restriction served the respect of the Jewish community to live free from fear of an atmosphere of anti-semitism. The Committee therefore concludes that the restriction of the author’s freedom of expression was permissible under article 19, paragraph 3 (a), of the Covenant. Lastly the Committee needs to consider whether the restriction of the author’s freedom of expression was necessary. The Committee noted the State party’s argument contending that the introduction of the Gayssot Act was intended to serve the struggle against racism and anti-semitism. It also noted the statement of a member of the French Government, the then Minister of Justice, which characterized the denial of the existence of the Holocaust as the principal vehicle for anti-semitism. In the absence in the material before it of any argument undermining the validity of the State party’s position as to the necessity of the restriction, the Committee is satisfied that the restriction of Mr. Faurisson’s freedom of expression was necessary within the meaning of article 19, paragraph 3, of the Covenant. The Human Rights Committee, acting under article 5, paragraph 4, of the Optional Protocol to the International Covenant on Civil and Political Rights, is of the view that the facts as found by the Committee do not reveal a violation by France of article 19, paragraph 3, of the Covenant.»