30/06/2018: How Conservatives Weaponized the First Amendment (New York Times)

  • How Conservatives Weaponized the First Amendment - The New York Times-1How Conservatives Weaponized the First Amendment - The New York Times-2How Conservatives Weaponized the First Amendment - The New York Times-3How Conservatives Weaponized the First Amendment - The New York Times-4How Conservatives Weaponized the First Amendment - The New York Times-5How Conservatives Weaponized the First Amendment - The New York Times-6How Conservatives Weaponized the First Amendment - The New York Times-7

Freedom of speech isn’t freedom from consequences

Montana view icon

The first and probably least understood rule about the First Amendment is that freedom of speech does not mean freedom from consequences.

That is, you can say whatever you want, but there’s no guarantee that there won’t be consequences. A bank robber can’t say, “Give me all your cash,” and claim it’s protected by the First Amendment as freedom of speech.

So to hear attorney Marc Randazza say of his neo-Nazi publisher client, Andrew Anglin, that he had a right to call for a troll storm of Montana resident Tanya Gersh and other Jewish residents of Whitefish, well, that’s a desperate attempt by a lawyer who should have a better understanding of the First Amendment.

No one is arguing that Anglin didn’t have a right to say what he wanted about Gersh or the Jewish faith. Under that same freedom, he may have even had the right to call for a trollstorm — an online call to harass, intimidate and commit violence against a person.

But speech has consequences. Just like inciting a lyching or a riot can be a crime, so to can fomenting action against someone that would result in a loss, whether physical or financial.

We suppose that Randazza cannot possibly justify his client’s repugnant views, so he must instead attempt to find some legal toe-hold to defend a client whose sole purpose seems to be sowing racial hatred. And, we also respect that everyone — even neo-Nazis — should be afforded legal counsel if charged with a crime. If our legal system means anything, it must be that all parties have adequate counsel for justice to truly be carried out effectively.

However, Randazza’s argument seems to be a repetition of the most common misperception of First Amendment law — that the First Amendment absolves anyone from the power of their ideas.

True enough, if one of an Anglin’s unhinged readers who visit the hate site, The Daily Stormer, act because of his words, they too must be held responsible for their actions as an individual. In other words, neither Anglin nor his overactive readers should get a free-pass because of free speech.

But Anglin and his site wasn’t just merely expressing an opinion, it was urging action. It was calling for a trollstorm where anonymous people threatened and intimidated her family because of her religion.

This call-to-action, not merely an opinion, is what changes the argument here. To portray this as a matter of protected speech is like calling an orange a carrot just because both are colored the same. They’re two very different things.

Randazza is right on one point, though.

“(The First Amendment) does not require politeness or kindness,” he wrote.

And while we condemn in harshest possible terms Anglin’s world views and recognize his words as juiced up, recycled old anti-Semitism, the First Amendment does not require thoughtful, nice or even courteous discourse.

Our words have power. And we have the ability to use them because we are free. That’s a pretty powerful combination — living in a place where everyone has a voice and can chose what they mean. Yet, that also means that there has to be some sort of responsibility; some sort of check.

We have seen the courts reaffirm that principle time and time again. You can’t yell fire in a crowded theater because those words have actions that could lead to harm. You also can use the Internet or other electronic communication to urge harm, for example, suicide. We’ve seen the courts understand that in several tragic recent cases.

While you might expect a newspaper to stand solidly on the unpopular ground of backing what Anglin did as a free speech, you’ll find no defense of the neo-Nazi here.

If it were just a horrible opinion he’d expressed, we would urge readers to treat Anglin as no different than any other online troll — ignore them, because their only legitimacy is often the attention they find by the outraged decent folk.

But there’s a different between a thought and a call-to-action.

Anglin and his lawyer confuse speech and thought with action. They would like you to believe they’re upholding some kind of American principle. Yet, a freedom to do whatever you want with consequence is exactly what those who wrote the constitutional freedoms worried about — an unrestrained and unfettered power without any check, balance or responsibility.

— The Billings Gazette

Δίκες Πολιτικών Διώξεων Αντιεθνικιστικού λόγου για το Μακεδονικό, 1992-1993


Δίκες Πολιτικών Διώξεων Αντιεθνικιστικού λόγου για το Μακεδονικό, 1992-1993


Γράφει ο Κώστας Παπαδάκης

Α) Σε μαύρο φόντο

Η επαναφορά του Μακεδονικού στην επικαιρότητα αναβίωσε μνήμες άγριας καταστολής, την περίοδο 1992 – 1993, σε βάρος όσων, Ελλήνων ή Σλαβομακεδόνων, τόλμησαν να εκφέρουν μια διαφορετική άποψη απέναντι στον εθνικιστικό πανζουρλισμό των τότε συλλαλητηρίων, από τα οποία μόνο το Κ.Κ.Ε. και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά απείχαν.

Ηταν μία ιστορική συγκυρία παγκόσμιας ανατροπής του μεταπολεμικού κόσμου που είχε οικοδομηθεί, κατάρρευσης του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, κυριαρχίας της Νέας Τάξης Πραγμάτων και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αμφισβήτησης κάθε σοσιαλιστικής προοπτικής, επιβολής θεωριών για το τέλος της εργατικής τάξης και βέβαια αναβάθμισης κάθε εθνικιστικού, σκοταδιστικού, θρησκευτικού και αντιδραστικού ρεύματος. Μία μαύρη δεκαετία βρισκόταν ακόμα στην αρχή της.


Στην Ελλάδα, με πρόσφατα τα αποτυπώματα όχι μόνο από τις εισαγόμενες, αλλά και τις εγγενείς περιπέτειες της αριστεράς από τη συγκυβέρνηση Τζανετάκη, τη διάσπαση του Κ.Κ.Ε. αρχικά με την αποχώρηση του Ν.Α.Ρ. και ολόκληρης σχεδόν της νεολαίας του και στη συνέχεια την προσχώρηση της πλειοψηφίας των στελεχών του στον Συνασπισμό, ο τελευταίος, που φαινόταν να εκφράζει προοπτικά το μεγαλύτερο μέρος της, έδειξε άλλη μία φορά τη μετάλλαξή του προσχωρώντας στο μπλόκ των εθνικιστικών δυνάμεων, που βρήκαν ευκαιρία να συγκροτήσουν «εθνική πολιτική» απαγορεύοντας όχι μόνο στη γειτονική χώρα να αυτοπροσδιορισθεί με το όνομά της, αλλά και κάθε φωνή υπεράσπισης του δικαιώματός της στο όνομα.

Και όχι ότι υπήρχε κανείς που να τολμήσει να διοργανώσει αντιεθνικιστικά συλλαλητήρια. Ούτε το ασθενικότερο από ποτέ και με αβέβαιη προοπτική επιβίωσης Κ.Κ.Ε, ούτε η μικρή εξωκοινοβουλευτική αριστερά είχαν τη δύναμη να πάνε τόσο κόντρα στο ρεύμα. Ακόμα και το μοίρασμα μιας προκήρυξης αντιμετωπιζόταν ως προδοτική και βέβαια αξιόποινη πράξη.

Διώξεις και συλλήψεις λοιπόν όσων υποστήριζαν ότι υπάρχει μακεδονική μειονότητα που καταπιέζεται στην Ελλάδα, από δικαστήρια της Φλώρινας («Ουράνιο Τόξο», Μπούλεφ, Σιδηρόπουλος κ.α.), ή όσων υποστήριξαν το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού στο όνομα. Δίκες και στην Αθήνα, με παρουσία ομάδων τραμπούκων που υπό την κάλυψη της αστυνομίας προπηλάκιζαν και επιτίθονταν σε κατηγορούμενους, μάρτυρες υπεράσπισης και δικηγόρους μέσα και έξω από τα δικαστήρια, και απηνής δίωξη του διαφορετικού πολιτικού λόγου μέσα από διάφορα νομικά προσχήματα.

Ευτυχώς όμως και δικαστικές αίθουσες γεμάτες μέχρι αργά τη νύχτα (τότε οι δίκες δεν σταματούσαν το μεσημέρι) από θαρραλέους συμπαραστάτες.

Β) Δίκες και αποτελέσματα


Στην Αθήνα τρεις μεγάλες δίκες έγιναν την περίοδο εκείνη, ενάντια σε μέλη οργανώσεων και συλλογικοτήτων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που τόλμησαν, με διάφορους τρόπους, να αρθρώσουν ένα διαφορετικό πολιτικό λόγο, από εκείνο τον οποίο επέτρεπαν οι εθνικές προτεραιότητες της εποχής :

Η δίκη των μελών της Ο.Σ.Ε. η δίκη των μελών της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. και η δίκη των μελών της Α.Α.Σ:

1) Δίκη Ο.Σ.Ε. («Οργάνωση Σοσιαλιστική Επανάσταση», πρόδρομος του σημερινού Σ.Ε.Κ.)

Όσον αφορά τη δίκη της Ο.Σ.Ε. δεν έχω να παραθέσω ιδιαίτερη πληροφόρηση, καθώς δεν ανήκα στους συνηγόρους υπεράσπισής της και δεν την έζησα από κοντά. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά άλλωστε τον τελευταίο καιρό, με αφορμή την αναβίωση της επικαιρότητας. Γεγονός είναι ότι, μετά από αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη του χουντικού εισαγγελέα Ανδρεουλάκου, πέντε μέλη της Ο.Σ.Ε. δικάστηκαν τον Μάιο 1993, κατηγορούμενοι για διασπορά ψευδών ειδήσεων, δια του τύπου τελεσθείσα, για το βιβλίο με τον τίτλο «Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η Εργατική Τάξη» που εξέδωσαν τον Μάρτιο 1992.

Παρά το ότι κατάφεραν να αθωωθούν στον πρώτο βαθμό ίσως εξ αιτίας του ότι το πολιτικό κλίμα είχε αμβλυνθεί και η κυβέρνηση Μητσοτάκη όδευε προς την κατάρρευση, πράγμα που δεν είχε συμβεί στις άλλες δύο δίκες που είχαν διεξαχθεί πριν ένα χρόνο, η διωκτική και εκδικητική μανία της Εισαγγελίας ήταν τόση ώστε ασκήθηκε έφεση «υπέρ του νόμου» από τον Εισαγγελέα Εφετών κατά της απαλλακτικής απόφασης και η υπόθεση πήγε ξανά στο ακροατήριο, όπου το Νοέμβριο 1994, κάτω από νέες πολιτικές και νομοθετικές συνθήκες (βλ. παρακάτω), η ποινική δίωξη έπαυσε και η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.

2) Δίκη Ο.Α.Κ.Κ.Ε. (Οργάνωση για την Ανασυγκρότηση του Κ.Κ.Ε.):

Η δίκη αυτή, πρώτη χρονικά από τις τρεις δίκες που αναφέρονται στο παρόν, είχε ως κατηγορούμενους έξι μέλη της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. (Θόδωρος Παγωμένος, Διονύσης Γουρνάς, Σωτηρία Αδαμακοπούλου, Στέργιος Γκιουλάκης, Άννα Στάη και Κωνσταντίνος Κούτελος), οι οποίοι συνελήφθηκαν επ’ αυτοφώρω στις 10/1/1992 να κολλούν στο κέντρο της Αθήνας εφημερίδα τοίχου με την επικεφαλίδα «Όχι στο σωβινισμό, να αναγνωρισθεί η Σλαβική Μακεδονία», και διώχθηκαν, καθώς αυτή ανέγραφε μεταξύ άλλων:

«Τα δύο μπλοκ των ληστών κυβέρνησης και αντιπολίτευσης… αυτοί που έχουν φερθεί με ψευτιά και θράσος απέναντι στον ελληνικό λαό, είναι εξίσου ψεύτες και θρασείς στις διεθνείς τους σχέσεις. Σκύβουν το κεφάλι στους ισχυρούς και ποδοπατούν τους αδύναμους… Έλληνες πατριώτες, δημοκράτες… τσακίστε τους πολεμοκάπηλους των τριών κομμάτων».


Το περιεχόμενο της αφίσας κρίθηκε ότι στοιχειοθετεί τα αδικήματα (όλα μετεμφυλιακά φρονηματικά πλημμελήματα):

1. Της με πρόθεση, έκθεσης σε κίνδυνο διατάραξης των φιλικών σχέσεων του ελληνικού κράτους με ξένο κράτος (Π.Κ. 141),

2. Της περιύβρισης αρχής (Π.Κ. 181),

3. Της διασποράς ψευδών ειδήσεων (Π.Κ. 191),

4. Της απόπειρας πρόκλησης διέγερσης των πολιτών σε αμοιβαία διχόνοια και βιαιοπραγίες (Π.Κ. 192), και

5. Της παράβασης του ν. 1491/1984 (παράνομη αφισοκόλληση).

Οι κατηγορούμενοι συνελήφθησαν στις 10-1-1992 και δικάστηκαν στις 27, 28 και 29-1-1992, όντας κρατούμενοι χωρίς να αφεθούν ελεύθεροι, δηλαδή 18-19 ημέρες για πλημμελήματα. Στη δίκη, που διεξαγόταν από το πρωί μέχρι το βράδυ τις τρεις αυτές μέρες, συνήγοροι υπεράσπισης ήταν (αναφέρονται κατά σειρά δικηγορικής αρχαιότητας): Κώστας Νταϊλιάνας, Παύλος Αθανασόπουλος, Αναστασία Χριστοδουλοπούλου, Γιάννα Κούρτοβικ, Μαριάννα Παπαδάκη, Κώστας Διάκος, Αλέκα Ζορμπαλά, Πολύδωρος Τακόπουλος, Κώστας Παπαδάκης.

Η δίκη ξεκίνησε με υποβολή αιτήματος αναβολής αφενός για να προσέλθουν δύο απόντες διεθνολόγοι μάρτυρες του κατηγορητηρίου (Κώστας Αιλιανός και Χρήστος Ροζάκης) και αφετέρου διότι το κλίμα δεν επέτρεπε την ομαλή διεξαγωγή της δίκης, αφού στους διαδρόμους και στους προθαλάμους τραμπούκοι και φασίστες επιτέθηκαν σε μέλη της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. Το αίτημα διατυπώθηκε και γραπτά στα πρακτικά, φυσικά απορρίφθηκε και η αποτυχημένη υποβολή του στοίχησε 10.000 δρχ δικαστικά έξοδα σε βάρος κάθε κατηγορουμένου, που επιβλήθηκαν, σύμφωνα με ελεεινή διάταξη που είχε θεσπιστεί από την κυβέρνηση Μητσοτάκη (ν. 1941/1991) και επέβαλε, ως τιμωρία, ποσό δικαστικών εξόδων για κάθε αίτημα που υποβάλλεται σε ποινικό δικαστήριο και απορρίπτεται. Κυκλοφορούσε και σχετικό ανέκδοτο στη διάρκεια των δικών από τους προέδρους, όταν οι συνήγοροι άρχιζαν να υποβάλουν αιτήματα: «κ. συνήγορε, διατυπώνετε αίτημα η ευχή;», με τους συνηγόρους έντρομους να απαντούν «ευχή φυσικά» για να γλυτώσουν το πρόστιμο.

Έτσι η δίκη ξεκίνησε με δύο μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικούς, στους οποίους εναποτέθηκε το βάρος να στηρίξουν την εθνική πολιτική ενάντια στο περιεχόμενο της αφίσας, ενώ ως μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν οι Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Γιάννης Τζανετάκος, Δημήτρης Δεσύλλας, Ηλίας Ζαφειρόπουλος.

Στη συνέχεια προσήλθε ο απών στην έναρξη καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Χρήστος Ροζάκης, ως «μάρτυρας κατηγορίας», που όμως υπεραμύνθηκε του δικαιώματος εκφοράς του πολιτικού λόγου και δεν στήριξε το κατηγορητήριο.

Ακολούθησαν και άλλοι μάρτυρες υπεράσπισης: Αλέκος Φλαμπουράρης, Νίκος Γιαννόπουλος, Άγγελος Ελεφάντης, Ελένη Λαδά, Χρήστος Μπίστης, Πέτρος Περάκης, Κώστας Λιακόπουλος και Γεράσιμος Σέρβος.

Ολοι υπεράσπισαν το δικαίωμα του πολιτικού λόγου και τη στάση της αριστεράς ιστορικά, ενώ έξοχα ηρωική στάση αρχής και χωρίς υποχωρήσεις επέδειξαν τόσο οι κατηγορούμενοι, όσο και οι σύντροφοί τους μάρτυρες υπεράσπισης. Η ίδια η Ο.Α.Κ.Κ.Ε. κατέθεσε και έγγραφη πολιτική δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

Τελικά το δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών) με την υπ’ αριθμ. 7731Α/29-1-1992 απόφασή του, κήρυξε ένοχους κατά πλειοψηφία, (πράγμα που σημαίνει ότι ένας από τους τρεις δικαστές μειοψήφησε και τάχθηκε υπέρ της αθώωσής τους για όλα) για τρείς από τις πέντε κατηγορίες: περιύβριση αρχής, απόπειρα πρόκλησης αμοιβαίας διχόνοιας μεταξύ των πολιτών και παράνομη αφισοκόλληση, τους αθώωσε για τις δύο λοιπές κατηγορίες. και τους επέβαλε συνολική, κατά συγχώνευση, ποινή εξήμισυ μήνες για τις πράξεις που καταδικάστηκαν και τους άφησαν ελεύθερους αφού άσκησαν έφεση. Ηταν μία μεγάλη νίκη για τα δεδομένα που διεξαγόταν η δίκη. Και δεν θα ξεχάσω ότι ξημερώματα σχεδόν που τέλειωνε η δίκη, ώρα 4.00 π.μ. τα ταλαιπωρημένα και εξαντλημένα από την πολυήμερη δοκιμασία της δίκης μέλη της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. είχαν την ευγενή απαίτηση να συνοδεύσουν δικηγόρους και μάρτυρες μέχρι να βρούν όχημα για να τους προφυλάξουν από τυχόν επίθεση φασιστών.

3. Δίκη Α.Α.Σ – Αντιπολεμική Αντιεθνικιστική Συσπείρωση (συλλογικότητα – επιτροπή που συγκροτήθηκε από την Κίνηση για την Υπεράσπιση Πολιτικών Δικαιωμάτων και άλλες οργανώσεις – ανάμεσα σε αυτές και η Ο.Α.Κ.Κ.Ε. – και ανένταχτους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς τότε)

Λίγους μήνες μετά τη σκυτάλη της καταστολής αναλάμβαναν τέσσερα μέλη της Α.Α.Σ, τα οποία στις 4/4/1992 έκαναν το έγκλημα να μοιράζουν προκήρυξη της ΑΑΣ με τον τίτλο «Οι Γειτονικοί λαοί δεν είναι εχθροί μας. Όχι στον Εθνικισμό και στον Πόλεμο» και με ανάλογο περιεχόμενο.

Πρόκειται για τους Μαρία Καλογεροπούλου, Χριστίνα Τσαμουρά, Ευαγγελία Σωτηροπούλου και Στρατή Μπουρνάζο. Δίκη και εδώ πολύ σύντομα, ευτυχώς όχι κάτω από συνθήκες κράτησης, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στις 4-5-1992 για από κοινού παράβαση:


1. Της με πρόθεση, έκθεσης σε κίνδυνο διατάραξης των φιλικών σχέσεων του ελληνικού κράτους με ξένο κράτος (Π.Κ. 141),

2. Της διασποράς ψευδών ειδήσεων (Π.Κ. 191) και

3. Της διέγερσης των πολιτών σε αμοιβαία διχόνοια και βιαιοπραγίες (Π.Κ. 192),

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα αποδοθέντα αδικήματα εφέροντο ως τελεσθέντα δια του τύπου.

Ο χαρακτηρισμός αυτός, που ποτέ άλλοτε δεν είχε αποδοθεί σε προκήρυξη (ούτε καν στην εφημερίδα τοίχου της Ο.Α.Κ.Κ.Ε. λίγους μήνες πριν) δεν ήταν τυχαίος. Προφανώς υπηρετούσε την ανάγκη ταχείας εκδίκασης και αποφυγής αναβολών υπό την πίεση των σύντομων χρονικών ορίων παραγραφής (18 + 24 = 42 μήνες, αντί 5+3 = 8 χρόνια που ισχύει για τα λοιπά πλημμελήμματα), που προέβλεπε ο διαβόητος «μεταξικός» νόμος περί τύπου (άρθρο 47 ν. 1092/1938), που βέβαια ισχύει μέχρι και σήμερα.

Μόνο που η επινόηση αυτή, όπως θα δούμε παρακάτω, τελικά λειτούργησε αντίστροφα.

Συνήγοροί τους οι Παύλος Αθανασόπουλος, Κώστας Διάκος, Αλέκα Ζορμπαλά, Πολύδωρος Τακόπουλος και Κώστας Παπαδάκης (σύμφωνα με τα πρακτικά, αλλά ήταν και η Γιάννα Κούρτοβικ, που από παραδρομή δεν αναγράφεται).

Αποδεικτικό υλικό η προκήρυξή τους, σε συνδυασμό με τις ένορκες βεβαιώσεις των αστυνομικών, που απλώς βεβαίωναν τη διανομή της και τη σύλληψη των δραστών.

Μάρτυρες υπεράσπισης: Γιώργος Παπανδρέου, Φώτης Κουβέλης, Δημήτρης Δεσύλλας, Αντώνης Λιάκος, Γιάννης Τζανετάκος, Πάνος Κοσμάς, Τάσος Κωστόπουλος, Βασίλης Παπαστεργίου.

Η στάση των κατηγορουμένων και σε αυτή τη δίκη ήταν στάση αρχής και υπεράσπισης του πολιτικού τους λόγου.

Η δίκη, της οποίας το αποτέλεσμα φαινόταν προδιαγεγραμμένο από την αρχή κατέληξε σε μία βαριά καταδίκη και των τεσσάρων και για τα τρία αδικήματα και συνολική ποινή 19 μηνών με την υπ’ αριθμ. 36303/4-5-1992 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

4) Αλλαγή συγκυρίας και δίκες στο εφετείο

Όπως προαναφέρθηκε, οι πρώτες αυτές δύο δίκες συνέπεσαν με την κορύφωση της εθνικιστικής έξαρσης και προτού αναγκαστεί η ελληνική πλευρά να υποχωρήσει και να δεχτεί την ενδιάμεση ονομασία και όπως ήταν φυσικό διεξήχθησαν κάτω από ένα κλίμα τρομοκρατίας, ακόμα και στους περιβάλλοντες χώρους του δικαστηρίου και φυσικά κάτω από την πίεση αυτή κατέληξαν σε καταδικαστικά αποτελέσματα.


Στη συνέχεια η κυβέρνηση Μητσοτάκη έπεσε και στις βουλευτικές εκλογές που έγιναν στις 10 Οκτωβρίου 1993 τη θέση της πήρε ξανά το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα Παπανδρέου. Με το άρθρο. 33 παρ. 6 του ν. 2172/1993, ενός από τους πρώτους νόμους της νέας κυβέρνησης του εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Κουβελάκη, καταργήθηκαν η διάταξη του Ποινικού Κώδικα 181 (περιύβριση αρχής) (και 191 (διασπορά ψευδών ειδήσεων).

Με τον ίδιο νόμο (άρθρο 45), παραγράφτηκαν όλα τα «δια του τύπου» τελεσθέντα μέχρι τότε αδικήματα και αποσβέστηκαν οι αστικές αξιώσεις από αυτά. Φυσικά ο νόμος δεν έγινε για τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους, αλλά για την εξυπηρέτηση των εκδοτικών συγκροτημάτων, κυρίως της Αυριανής και του Ελεύθερου Τύπου, κατά των υπευθύνων των οποίων είχαν εκδοθεί εκατοντάδες καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις και ανάλογες αποφάσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για εκατέρωθεν δημοσιεύματα, τα προηγούμενα χρόνια της μεγάλης δικομματικής σύγκρουσης και τεράστιας πολιτικής οξύτητας (σκάνδαλο Κοσκωτά, δίκη Ανδρέα Παπανδρέου).

Αλλά κοντά στον βασιλικό, ποτίστηκε και η γλάστρα.

Όπως αναφέραμε, η δίωξη των μελών της Α.Α.Σ είχε χαρακτηριστεί ως δίωξη αδικημάτων δια του τύπου τελεσθέντων. Ετσι όταν στις 14-1-1994 εμφανιστήκαμε ενώπιον του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την υποστήριξη της έφεσης, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την παραγραφή της διάταξης αυτής και έτσι η υπόθεση τέθηκε οριστικά στο αρχείο με την υπ’ αριθμ. 458/14-1-1994 Β΄ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Παραπλήσια τύχη είχε και η κατ έφεση δίκη των μελών της Ο,.Σ.Ε. λόγω της κατάργησης των αδικημάτων της δίωξής της.

Δεν είχε την ίδια τύχη η υπόθεση της Ο.Α.Κ.Κ.Ε., που δεν είχαν χαρακτηριστεί τα αδικήματά της ως δια του τύπου τελεσθέντα και που επιπλέον δικάσθηκε πολύ αργότερα, ύστερα από επανειλημμένες αναβολές λόγω ωραρίου κ.λ.π.

Ετσι η δίκη διεξήχθη κανονικά. Συνήγοροι οι Κώστας Διάκος, Κώστας Παπαδάκης και Ιπποκράτης Μυλωνάς και μάρτυρες υπεράσπισης οι Νικόλαος Αλιβιζάτος, Δημήτρης Τρίμης, Ηλίας Ζαφειρόπουλος, Στρατής Μπουρνάζος, Τάσος Αβραντίνης, Νάσος Θεοδωρίδης και Κώστας Λιακόπουλος.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, αφού έθεσε στο αρχείο την περιύβριση αρχής, που είχε πια καταργηθεί, τους αθώωσε και για τα άλλα δύο αδικήματα με την υπ’ αριθμ. 411/15-1-1998 απόφασή του και έτσι και η μάχη αυτή απέβη νικηφόρα.

Γ) Αποτίμηση και προοπτική

Η ιστορία των δικών αυτών έχει ακόμη να μας διδάξει πολλά:

Ότι κανένας αγώνας δεν είναι χαμένος, όσο και αν η συγκυρία φαίνεται ανίκητη. Ότι οι αγώνες για δημοκρατία συσπειρώνουν ευρύτερες δυνάμεις και καταξιώνουν το κίνημα. Ότι στα δικαστήρια πάμε με ψηλά το κεφάλι. Και ότι καμμία εξουσία δεν είναι ανίκητη.

Ηταν αξιοθαύμαστο το εύρος του πολιτικού φάσματος των ανθρώπων οι οποίοι προσήλθαν ως μάρτυρες υπεράσπισης στις δύο αυτές δίκες, ερχόμενοι σε εντυπωσιακή αντίθεση με το κλίμα της εποχής, ανεξάρτητα από την πολιτική εξέλιξη που είχε ο καθένας τους.

Η μικρή εξωκοινοβουλευτική αριστερά, με τις όποιες αδυναμίες και ελαττώματά της, στάθηκε όρθια, υποχρέωσε τη διανόηση του συνόλου του πολιτικού φάσματος να σταθεί αντιμέτωπη στην κρατική καταστολή, την οποία και τελικά νίκησε.

Ηταν αξιοθαύμαστοι οι κατηγορούμενοι, που τίμησαν την παράδοσή της και έδωσαν θαρραλέα τη μάχη της υπεράσπισης του πολιτικού τους λόγου κατακτώντας την εκτίμηση ακόμα και των διωκτών τους. Τιμή και δόξα !

Δεν θεωρώ ότι αυθαιρετώ απέναντί τους, θυμίζοντας ξανά τα ονοματεπώνυμά τους, που άλλωστε έχουν προ πολλού δημοσιοποιηθεί και τίτλο τιμής επιδαψιλεύουν σε αυτούς καθώς επίσης και σε όσους τους υπεράσπισαν ως μάρτυρες στο δικαστήριο. Και χρωστάμε να το αναγνωρίσουμε, ιδίως σε όσους έχουν φύγει από τη ζωή.

Ο ν. 2172/1993, πέρα από την εμφανώς πελατειακή σκοπιμότητα εξυπηρέτησης που επέβαλε – όχι δα και για πρώτη φορά στην ιστορία – την καθιέρωση του άρθρου 45 για την παραγραφή με σφουγγάρι όλων των ποινικών και αστικών αδικημάτων του τελέσθηκαν δια του τύπου, ήταν ένας από τους τελευταίους νόμους που κατάργησαν αντιδημοκρατικές και ανελεύθερες διατάξεις που ήταν για δεκαετίες στο στόχαστρο του προοδευτικού ποινικού κόσμου, όπως το Π.Κ. 181 (περιύβριση αρχής) που ποινικοποιούσε κάθε σκληρή κριτική προς την κυβερνητική εξουσία και το Π.Κ. 191 (περί διασποράς ψευδών ειδήσεων). Ηταν από τις τελευταίες αποτυπώσεις κατακτήσεων χρόνιων διεκδικήσεων.

Άφησε δυστυχώς αλώβητα τα υπόλοιπα στοιχεία του νομικού οπλοστασίου (Π.Κ. 141, Π.Κ. 192) που μαζί με πολλά άλλα, επίσης μετεμφυλιοπολεμικά άρθρα και διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ. 183, 184) απειλούν τον αντικαθεστωτικό πολιτικό λόγο, παραμένουν νομοθετικά ισχυρά, συμπληρώθηκαν με τους τρομονόμους, και από καιρού σε καιρό ανασύρονται, ως εργαλεία δικαστικής καταστολής εναντίον των αντιφρονούντων.

Ωστόσο ποτέ δεν είναι αργά. Όταν ιδίως η ιστορία μας εμπνέει. Και μας καλεί στα βήματά της.

Αθήνα, 27-2-2018
Κώστας Παπαδάκης


Σημείωση Παντιέρας: Παρατίθεται στη συνέχεια ολόκληρη η προκήρυξη της Αντιπολεμικής Αντιεθνικιστικής Συσπείρωσης για το μοίρασμα της οποίας δικάστηκαν η Χριστίνα, η Βαγγελιώ, η Μαρία και ο Στρατής, όπως αναλυτικά περιγράφεται παραπάνω.

Θυμίζουμε ότι μετά την άσκηση δίωξης, την είχαν αναδημοσιεύσει αρκετά έντυπα της εποχής, όχι απλώς ως στήριξη σε δικαζόμενους αγωνιστές και αγωνίστριες αλλά και ως πολιτική χειρονομία αντίστασης στο εθνικιστικό κλίμα που ανάγλυφα περιγράφεται στο άρθρο του Κώστα Παπαδάκη. Ένα από αυτά τα έντυπα ήταν και το περιοδικό ΑΛΛΑ, από το οπισθόφυλλο του πρώτου τεύχους του οποίου την αντιγράψαμε πιστά.



Εμείς, που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, έχουμε διαφορετικά άποψη, ριζικά αντίθετη απ’ αυτήν της κυβέρνησης και του επίσημου συναινετικού πολιτικού κόσμου για τα εθνικά θέματα, το ζήτημα της τέως Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και τους κινδύνους που απειλούν το λαό της χώρας μας.

Είμαστε σίγουροι ότι παίζεται στις πλάτες μας ένα βρώμικο παιχνίδι, που κι αν ακόμα δεν καταλήξει σε πόλεμο, θα έχει οδυνηρές συνέπειες στη ζωή όλων μας. Κυβέρνηση, πολιτικά επιτελεία, καλοπληρωμένοι δημοσιογράφοι, στρατηγοί και μητροπολίτες προσπαθούν να μας πείσουν ότι κινδυνεύουμε. Παρουσιάζουν μη εικόνα ασφυκτικής περικύκλωσης της Ελλάδας που δημιουργεί ανασφάλεια και φόβο στους έλληνες πολίτες.


Εμείς λέμε ότι αυτό γίνεται σκόπιμα. Οι ηγεμόνες μας καλλιεργούν την εθνικιστική υστερία, την πατριδολαγνεία και την προγονολατρεία για να μας κάνουν να ξεχάσουμε την οικονομική εξαθλίωση, την ανεργία, τη συρρίκνωση του εισοδήματος και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής μας, την καταπίεση των φαντάρων και τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο στρατό, την υποταγή τους στα πολιτικοστρατιωτικά σχέδια των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οι ηγεμόνες μας προσπαθούν να μας πείσουν ότι ταυτίζονται σι ανάγκες μας με τα συμφέροντά τους για να συναινέσουμε στον δικό του στόχο να γίνουν «Βαλκανιάρχες» και στις ευρύτερες επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων στην Περιοχή.

Μας λένε ψέμματα! Και μας δηλητηριάζουν με τον εθνικισμό, την πολεμοκαπηλεία και τον ρατσισμό!

Θέλουν να μας κάνουν να δεχόμαστε αδιάφορα τις δολοφονίες αλβανών φυγάδων στα σύνορα από τα ειδικά στρατιωτικοαστυνομικά σώματα που έχουν συγκροτήσει…

Θέλουν να αγανακτούμε, όταν κάποιος στα Σκόπια κάνει εθνικιστικές δηλώσεις αλλά να χειροκροτούμε, όταν ακούγονται πολύ χειρότερες στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη…

Θέλουν να εξαφανίσουν αξίες και παραδόσεις, που ευτυχώς διατηρεί ακόμα η ελληνική κοινωνία, όπως η φιλοξενία, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά…

Ναι, ο ελληνικός λαός κινδυνεύει! Αλλά όχι από το άοπλο κρατίδιο που βρίσκεται στα βόρεια σύνορα της χώρας μας. Ούτε από τους πεινασμένους αλβανούς πρόσφυγες!

Κινδυνεύουμε από τον πόλεμο που συνεχίζεται στην πρώην Γιουγκοσλαβία, και που η χώρα μας μπορεί να εμπλακεί σ’ αυτόν, αν η κυβέρνηση και η αξιωματική -κυρίως- αντιπολίτευση δεν εγκαταλείψουν τα μεγαλοϊδεάτικα σχέδια και κορώνες τους και δεν σταματήσουν το παιχνίδι της εθνικής πλειοδοσίας και του «ψηφοθηρικού πατριωτισμού».

Επιτέλους, ως πότε θα μας εμπαίζουν; Εμείς λέμε καθαρά: Όχι στο κλίμα πολέμου με την τ. Γιουγκοσλαβική Μακεδονία.


Πρέπει να σταματήσει η επιθετική και ρατσιστική αντιμετώπιση του γειτονικού λαού, με το πρόσχημα της χρήσης του ονόματος «Μακεδονία», που στο κάτω-κάτω το χρησιμοποιεί εδώ και μισό αιώνα. Έχει δικαίωμα και αυτός ο λαός να αυτοκαθοριστεί εθνικά και να αποκτήσει τη στοιχειώδη κρατική υπόσταση που θα επιτρέψει την επιβίωση του.

Είναι ντροπή να δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τον συνεχιζόμενο οικονομικό αποκλεισμό της γειτονικής χώρας όπως και τις διάφορες «αγωνιστικές» προτάσεις για στρατιωτική εισβολή σ’ αυτήν…

Είναι ντροπή ν’ αφήνουμε κάποιους με το πρόσχημα της καταπίεσης που υφίσταται η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία να κραυγάζουν για εισβολές και προσαρτήσεις εδαφών…

Δεν πρέπει να δεχτούμε οποιαδήποτε εδαφική επέκταση προωθούν τα σωβινιστικά επιτελεία σ’ όποια χώρα κι αν βρίσκονται!

Πολλοί θα μας κατηγορήσουν γι αυτές τις απόψεις μας ως «μειοδότες», «προδότες» ή και «πράκτορες». Αυτές οι κατηγορίες μας αφήνουν παγερά αδιάφορους. Όχι μόνο επειδή αρνούμαστε να δεχτούμε το γελοίο «εθνικό επιχείρημα» ότι όλοι οι εθνικιστές βρίσκονται εκτός Ελλάδας, ενώ στη χώρα μας υπάρχουν μόνο πατριώτες… Αλλά και γιατί ξέρουμε, ότι οι διάφοροι «προστάτες των λαών», δυτικοί, ευρωπαίοι και ανατολικοί, εκμεταλλεύονται κυνικά την απελπισία και τις αυταπάτες εκατομμυρίων εξαθλιωμένων ανθρώπων προκειμένου να διευρύνουν τις αγορές και τις ζώνες επιρροής τους.

Θέλουμε να ζήσουμε ειρηνικά μ’ όλους τους λαούς των Βαλκανίων! Και απειλούμαστε από ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, εθνικιστικές κυβερνήσεις και ναζιστικά κηρύγματα περί φυλετικής καθαρότητας και εξόντωσης των μειονοτήτων!

Δεν είναι ντροπή για μια κοινωνία, να συμβιώνουν αρμονικά στο εσωτερικό της διαφορετικοί πολιτισμοί και εθνικές ομάδες. Είναι τιμή της. Ντροπή είναι στο όνομα της ενότητας και της καθαρότητας του έθνους να καταπιέζονται και να συντρίβονται οι μειονότητες.

Στην Ελλάδα ζουν και τούρκοι, πομάκοι, σλαβομακεδόνες και τσιγγάνοι! Γι αυτές τις μειονότητες που ζουν στη χώρα μας νοιώθουμε ό,τι ακριβώς και για τους υπόλοιπους έλληνες πολίτες!

Δεν θέλουμε ούτε να τις εξαφανίσουμε ούτε να τις ενσωματώσουμε. Αντίθετα, αγωνιζόμαστε για να απολαμβάνουν όσες ελευθερίες και ευκαιρίες έχουμε όλοι μας και παράλληλα υπερασπίζουμε τα ιδιαίτερα γλωσσικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά δικαιώματα του που προκύπτουν από τη διαφορετική εθνική καταγωγή τους.

Εξ άλλου αυτά ακριβώς δεν διεκδικεί και η ελληνική κυβέρνηση για τις ελληνικές μειονότητες που ζουν σ’ άλλες χώρες;

Όσοι αντιμετωπίζουμε τα βάρη της οικονομικής κρίσης, τις συνέπειες της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη, την ανυπαρξία ουσιαστικής αντιπολίτευσης και τη διαλυτική πολιτική των συναινετικών κομμάτων στο συνδικαλιστικό κίνημα και στους δίκαιους αγώνες των εργαζομένων, οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι εχθροί μας δεν είναι οι γειτονικοί λαοί, που αντιμετωπίζουν τα ίδια μ’ εμάς, αλλά ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο πόλεμος. Εναντίον τους θα πρέπει να ενωθούμε οι μισθωτοί και οι νέοι των Βαλκανικών χωρών μέσα από κοινά αντιπολεμικά κινήματα, εκδηλώσεις και αγώνες αλληλοϋποστήριξης και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

Γιατί ποιός μπορεί ν’ αμφισβητήσει ότι τα «Σκόπια» μας κάνουν να ξεχνάμε την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη της ακρίβειας, του νέφους και της αστυνομοκρατίας;

Γιατί ποιός μπορεί να αμφισβητήσει ότι τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία κρύβουν το Λαύριο, το Μαντούδι και τους αγώνες που πρέπει να κάνουμε για να υπερασπίσουμε τη δουλειά, το εισόδημα και τις ελευθερίες μας;

Γιατί ποιός αμφιβάλλει, ότι στους άδικους πολέμους που μπορεί να μας οδηγήσουν οι ηγεμόνες μας, οι σίγουροι ηττημένοι θα είναι οι εργαζόμενοι, οι νέοι και οι λαοί που θα συρθούν σ’ αυτούς;



04/02/2018: Ειδική έκδοση για το Μακεδονικό

Ειδική έκδοση για το Μακεδονικό

MEΡΟΣ ΠΡΩΤΟ – Ειδική έκδοση των «Ενθεμάτων» σε συνεργασία με την εφημερίδα «Η Εποχή» για το Μακεδονικό
Είκοσι πέντε, σχεδόν, χρόνια από τότε που η ελληνική κοινωνία και οι πολιτικές δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με το μακεδονικό ζήτημα φαίνεται ότι οι ωριμάνσεις για την επίλυσή του είναι μεν αρκετά μεγαλύτερες, ωστόσο χρειάζεται πολλή ακόμη προσπάθεια και διάλογος για να κατανοηθούν όλες οι πτυχές του.
Ένα ικανό τμήμα των πολιτών εξακολουθεί να προσεγγίζει το ζήτημα με συναισθηματικό τρόπο ή ακόμη και με έκδηλη ή υπόρρητη εθνικιστική οπτική. Οι εφημερίδες της Αριστεράς, όπως κι άλλα έντυπα, δεν τσιγκουνεύτηκαν τη συζήτηση για όλα αυτά. Οφείλουμε όμως να τη συνεχίσουμε δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση, ακόμη και με ένα συμβολικό τρόπο. Αυτός είναι ο λόγος που “Αυγή” και “Εποχή” κυκλοφορούν σήμερα με ένα όμοιο ένθετο με ύλη γύρω από το μακεδονικό ζήτημα. Οι αναγνώστες μας, ιδίως οι νεότεροι, θα διαβάσουν εμβληματικά κείμενα που χρωμάτισαν τη συζήτηση της περιόδου 1992, αλλά και συμβολές από νεότερους επιστήμονες που γράφτηκαν ειδικά γι’ αυτή την κοινή έκδοση. Τα άρθρα που με προθυμία έφτασαν στα γραφεία μας είναι περισσότερα από τον χώρο που μπορούσαμε να διαθέσουμε, γι’ αυτό θα επανέλθουμε την επόμενη Κυριακή.
Επιμέλεια: Στάθης Κουτρουβίδης Δημήτρης Παπανικολόπουλος
Να ξεπεράσουμε τη διεθνή απομόνωση και την εθνικιστική αμετροέπεια
Παρέμβαση 358 πολιτών

08/09/2017: Why hate speech is not free speech

Τιμωρείται ο σκέτος μισαλλόδοξος λόγος από τον αντιρατσιστικό νόμο;

Αιδώς Αργείοι ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – Ποτάμι για τη δίωξη δημοσιογράφων!

Δέκα μήνες φυλάκιση (με αναστολή) στο Φίλιππο Λουϊζο (“Γέροντα Παστίτσιο”)

Η μήνυση του Χρυσαυγίτη βουλευτή Γιάννη Λαγού κατά της δημοσιογράφου Τατιάνας Στεφανίδη και η αναζήτηση της τελευταίας για να συλληφθεί στα πλαίσια του αυτοφώρου προκάλεσε και σειρά υποκριτικών έως βασισμένων σε ψεύδη αντιδράσεων δημοσιογράφων, πολιτών αλλά και τουλάχιστον τριών κομμάτων (αναδημοσιεύονται στη συνέχεια): της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού.

Υπάρχει όντως πρόβλημα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου με τις ενέργειες αυτές αλλά αυτό είναι διαχρονικό. Έχουν υπάρξει στα 43 χρόνια της μεταπολίτευσης δεκάδες συλλήψεις δημοσιογράφων στα πλαίσια του αυτοφώρου μετά από μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμηση ή και άλλα αδικήματα ή αυτεπάγγελτες διώξεις για διάφορα αδικήματα. Οι διαχρονικές εκκλήσεις αρμόδιων φορέων προάσπισης των δικαιωμάτων -και άλλων- για αλλαγή του νομικού πλαισίου, μεταξύ άλλων και για αποποινικοποίηση της εξύβρισης και της δυσφήμησης ή/και για τροποποίηση της διαδικασίας του αυτοφώρου αγνοήθηκαν από όλες τις κυβερνήσεις.

Για αυτό και οι τοποθετήσεις των δύο κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα επί 40 χρόνια, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, είναι πολιτικά απαράδεκτες και υποκριτικές, αφού έχουν τη μεγαλύτερη ευθύνη για την ύπαρξη του νομικού πλαισίου που οδηγεί σε αυτές τις ενέργειες.

Σε ό,τι αφορά το Ποτάμι, που δεν έχει κυβερνήσει αλλά στελέχη του οποίου έχουν κυβερνήσει με τη ΔΗΜΑΡ, αποτελεί επίσης έλλειψη σοβαρότητας η αναφορά σε “αναχρονιστικό νόμο περί τύπου” γιατί οι διώξεις αυτές γίνονται με βάση τον ποινικό κώδικα και τον κώδικα ποινικής δικονομίας και όχι τους δύο νόμους περί τύπου που αφορούν ο ένας μεν τις μικρότερες προθεσμίες παραγραφής (τεράστιο πλεονέκτημα για τους λειτουργούς του τύπου) και ο άλλος τις αστικές αποζημιώσεις (που σε αποτελεσματικότερες μορφές υπάρχουν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης οι περισσότερες από τις οποίες δεν έχουν ποινικοποίηση της εξύβρισης και της δυσφήμησης αλλά και της βλασφημίας -βλπ. παρακάτω).

Με την ευκαιρία λοιπόν υπενθυμίζουμε πως ακριβώς πριν τρία χρόνια, στις 16 Ιανουαρίου 2014, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 μηνών με αναστολή για βλασφημία ο Φίλιππος Λουίζος ο οποίος το Σεπτέμβριο 2012, επί κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, είχε συλληφθεί με χειροπέδες στη βάση της διαδικασίας του αυτόφωρου, πάλι μετά από μήνυση της Χρυσής Αυγής. Τη συγκλονιστική εμπειρία του περιέγραψε το Μάιο 2015 σε ομιλία του στο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ουμανιστικής Ομοσπονδίας στην Αθήνα που δημοσιεύθηκε στη συνέχεια στο The Books Journal. Στις 2 Μαρτίου 2017 θα γίνει η κατ’ έφεση δίκη του.

Αν θέλουν να είναι σοβαροί, ΝΔ – ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι ας καταθέσουν σε επόμενο νομοσχέδιο τροπολογίες που θα αποκαθιστούν τις σχετικές αδυναμίες του ελληνικού κράτους δικαίου και θα αποτρέπουν τις ποινικές διώξεις για φερόμενα εγκλήματα λόγου, αν δεν το κάνει ο κυβερνών ΣΥΡΙΖΑ -που όταν ήταν στην αντιπολίτευση έβγαζε ανάλογες καταδικαστικές ανακοινώσεις.

ΝΔ: Ο εκβιασμός δεν θα περάσει

«Κανείς δεν έχει το δικαίωμα περιορισμού και πολύ  περισσότερο δίωξης της ελευθερίας του Τύπου. Ο εκφοβισμός των εκπροσώπων των ΜΜΕ δεν πρόκειται να περάσει, πόσο μάλλον όταν προέρχεται από θρασύτατους υπόδικους εκφραστές της Χρυσής Αυγής» αναφέρει η ΝΔ.

«Πάγια θέση της Νέας Δημοκρατίας είναι ότι η ελευθεροτυπία και η πολυφωνία αποτελούν  αδιαπραγμάτευτες αξίες σε κάθε κοινωνία που σέβεται τον εαυτό της» καταλήγει.

ΠΑΣΟΚ: Οι φασιστικές μέθοδοι δεν θα περάσουν

Από το Γραφείο Τύπου του ΠΑΣΟΚ εκδόθηκε η παρακάτω ανακοίνωση:

«Φαίνεται ότι οι χρυσαυγίτες βουλευτές εξαντλούν τον δήθεν τσαμπουκά τους σε σχολεία και σε δημοσιογράφους. Η νέα Ακροδεξιά επίθεση θα βρει εμπόδιο σε όλους τους προοδευτικούς πολίτες της χώρας. Οι φασιστικές μέθοδοι εκφοβισμού δεν θα περάσουν. Ταυτόχρονα, όσοι ακολούθησαν πρόσφατα ίδιες τακτικές, όπως ο Καμμένος, να δουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη».

Ποτάμι: Το δεύτερο κρούσμα σε λίγες μέρες

Ανακοίνωση για το θέμα εξέδωσε το Ποτάμι.

«Είναι το δεύτερο κρούσμα εντολής σύλληψης δημοσιογράφου σε λίγες μέρες. Αυτή τη φορά στο στόχαστρο βρέθηκε η Τατιάνα Στεφανίδου ύστερα από μήνυση της Χρυσής Αυγής» σχολιάζει το Ποτάμι, και συνεχίζει:

«Οι ναζιστές θίχτηκαν από τον χαρακτηρισμό ‘τραμπούκος’ για την τραμπούκικη επίθεση στους στο σχολείο στο Πέραμα. Είναι καθήκον του δημοκρατικού κόσμου να καταδικάσει τις διώξεις δημοσιογράφων και να σταθεί στο πλευρό τους.

» Είναι ώρα επιτέλους να αλλάξει ο αναχρονιστικός νόμος περί τύπου τον οποίο όλες οι κυβερνήσεις διατηρούν. Παράλληλα εκείνοι που προωθούν σχέδια ελέγχου της ενημέρωσης και στοχοποιούν φωνές που τους ασκούν κριτική, πρέπει να προβληματιστούν για τους δρόμους που ανοίγουν.»