Ομολογία Κοτζιά για κατευθυνόμενους συλλόγους Πομάκων

Στις 21 Μαρτίου 2019, ο μέχρι πριν λίγο Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς ομολόγησε δημόσια αυτό που μέχρι τώρα ήταν γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ αλλά τυπικά μπορούσε να το διαψεύσει το Ελληνικό Κράτος: ότι το Υπουργείο Εξωτερικών κατευθύνει “Πομάκικους” συλλόγους (δήθεν Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις) ως αντίβαρο στον κυρίαρχο τουρκικό χαρακτήρα της μειονότητας φτάνοντας μέχρι “να στηρίζουμε ένταξη των συλλόγων των Πομάκων στην FUEN ώστε να σπάσει το μονοπώλιο διεθνούς αναγνώρισης των οργανώσεων του Προξενείου” [H FUEN είναι η Ομοσπονδιακή Ένωση Ευρωπαϊκών Εθνοτήτων με “100 οργανώσεις μέλη σε 35 ευρωπαϊκές χώρες είναι η μεγαλύτερη οργάνωση ομπρέλα των αυτόχθονων, εθνικών μειονοτήτων / εθνικών ομάδων στην Ευρώπη.” – από την Ελλάδα μέλη της είναι το μακεδονικό μειονοτικό Ουράνιο Τόξο, το τουρκικό μειονοτικό Κόμμα Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας (DEB), και η Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών].

Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν πως υπάρχουν στη Θράκη επίσης και μερικές δεκάδες σύλλογοι Ρομά και “Μουσουλμάνων” που είτε είναι ανενεργοί είτε κατευθύνονται από το Υπουργείο Εξωτερικών που τους προβάλει διεθνώς για ανάλογους λόγους.

Θλιβεροί οι τέσσερις μειονοτικοί βουλευτές (οι τρεις μάλιστα του κυβερνητικού κόμματος) που σιωπούν συνένοχα για αυτή την αντιμειονοτική πολιτική…

Οι πλήρεις δηλώσεις του Νίκου Κοτζιά με την ιδιότητα του επικεφαλής του κόμματος “Πράττω” που στηρίζει το ΣΥΡΙΖΑ.

Κοτζιάς – Πράττω σε ρήξη με την κυβέρνηση για την πολιτική της στη Θράκη

«Σήμερα το πρωί δόθηκαν στην κυβέρνηση οι παραιτήσεις των τριών μελών του ΠΡΑΤΤΩ, των μόνων που κατείχαν δημόσιες υπεύθυνες θέσεις. Παραιτήσεις που ζητήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από το Μαξίμου με έωλα επιχειρήματα. Η απαίτηση αυτή είναι για μας Αδικαιολόγητη. Είναι Ανεξήγητη έναντι της Κίνησής μας, του πιο παλιού και σταθερού συμμάχου του ΣΥΡΙΖΑ. Ελπίζουμε να μην συνδέεται με το γεγονός ότι αποτελούμε και θα παραμείνουμε μια ξεχωριστή πολιτική οντότητα και οργάνωση, η οποία από το 2011 εξέφραζε και εκείνη τη στροφή της κοινωνίας στα αριστερά και συντάχθηκε με το ΣΥΡΙΖΑ. 
Η Αδικαιολόγητη απαίτηση του Μαξίμου είναι αντίθετη με τη στάση που κράτησε το ΠΡΑΤΤΩ ως κυβερνητικός εταίρος. Στα 4 προηγούμενα χρόνια όλα τα μέλη του ΠΡΑΤΤΩ στήριξαν την κυβέρνηση σε δύσκολες συνθήκες. Ουδέποτε της έκαναν από θέσεις ευθύνης δημόσια κριτική. Ούτε την άφησαν ακάλυπτη. Ασφαλώς και διατήρησαν τις ιδιαίτερες απόψεις τους ως μέλη ενός πατριωτικού αριστερού κινήματος.

Η μόνη διαφορά που εκδηλώθηκε δημόσια, και όχι με ευθύνη μας, κάθε άλλο, αφορούσε τις σχέσεις της Κυβέρνησης με τον τότε κυβερνητικό εταίρο μετά την έξοδο από τα μνημόνια. Ζήτημα στο οποίο δικαιώθηκε το ΠΡΑΤΤΩ. Δεν είναι τυχαίο, ότι η Συμφωνία των Πρεσπών και η θέση μας για την αλλαγή στη σύνθεση της κυβέρνησης αποτέλεσαν, με μεγάλο κόστος για την κίνησή μας, τον καταλύτη για την στροφή προς την Δημοκρατική Προοδευτική Παράταξη.

Είμαστε αναγκασμένοι για άλλη μια φορά να υπογραμμίσουμε στον κυβερνητικό μηχανισμό να μην εμφανίζει θέματα πολιτικής ως προσωπικά προβλήματα. Ότι η υπόγεια πολεμική που δεχόμαστε, είναι αδικαιολόγητη και συχνά πολιτικά λανθασμένη.
Τους συμμάχους και συνεργαζόμενους πρέπει κανείς να τους σέβεται και να μην αντιμετωπίζει το φιλικά διαφορετικό ως εχθρικό.

Επειδή η θρυαλλίδα του προβλήματος που πρόκυψε στις σχέσεις μας αφορά την πολιτική της Κυβέρνησης και της αριστεράς τους τελευταίους μήνες στη Θράκη, θέλουμε να επαναλάβουμε: είναι θεμελιακή δημοκρατική απαίτηση να υπερασπιζόμαστε τις μειονότητες μέσα στη μειονότητα. Είναι θεμελιακό σε μια δημοκρατική πολιτεία το δικαίωμα των Ελλήνων Πομάκων, Ρομά και Αλεβιτών να μην υποτάσσονται στο τουρκικό προξενείο, στις προσπάθειές του να τους ποδηγετήσει με την παραδοσιακή συμβολή ορισμένων ελληνικών δυνάμεων.

Ως ΠΡΑΤΤΩ υπερασπιστήκαμε με πάθος, και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε, τα δικαιώματα των Ελλήνων μουσουλμάνων και χριστιανών στην περιοχή. Δηλώνουμε για άλλη μια φορά ότι θα υπερασπιστούμε τα νηπιαγωγεία και τις βιβλιοθήκες που φτιάχτηκαν κατά δεκάδες τα τελευταία χρόνια στη Θράκη στα πλαίσια της κοινής πολιτικής μας. Θα υπερασπιστούμε το δικαίωμα των Πομάκων να μην υποχρεώνονται να μαθαίνουν μια ξένη για αυτούς γλώσσα, τα τούρκικα. Θα αντιπαλέψουμε κάθε προσπάθεια να παραδοθούν οι Έλληνες μουσουλμάνοι στα χέρια τρίτων. Θα πολεμήσουμε κάθε επιδίωξη δημιουργίας εκ νέου συνθηκών φόβου στις κοινότητες των Ελλήνων μουσουλμάνων που αντιπαλέψαμε τα τέσσερα τελευταία χρόνια με μεγάλο κόπο και πολλές θετικές ενέργειες. Αυτό αφορά και συγκεκριμένους ελληνικούς θεσμούς. Τέλος, θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε την ένταξη των συλλόγων των Πομάκων στην FUEN ώστε να σπάσει το μονοπώλιο διεθνούς αναγνώρισης των οργανώσεων του Προξενείου.

Το ΠΡΑΤΤΩ αταλάντευτα θα παραμείνει στο μεγάλο μέτωπο για τη δημιουργία μιας Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης. Θα συμμετάσχει σταθερά στη μάχη ενάντια στη δεξιά και στην ακροδεξιά, τον νεοφιλελευθερισμό και τον αυταρχισμό, στην υπεράσπιση της πατρίδας και του λαού».

UN: Greece at the lowest end in gender equality among EU countries

End of mission statement by the UN Working Group on the issue of discrimination against women in law and in practice to its visit to Greece

Athens, 12 April 2019

During its official visit to Greece from 1 to 12 April 2019, the expert delegation, comprised of Elizabeth Broderick and Alda Facio, held meetings in Athens, Thessaloniki, and Lesvos. We also visited a school, a prison and a migrant and refugee camp. The experts shared their preliminary observations in the following statement:

We would like to extend our deep appreciation to the Government of Greece for inviting us to undertake this official visit and for its cooperation during the visit. We would also like to thank all our interlocutors: Government representatives, public officials, civil society organizations, school teachers, prison staff, camp management, individuals, and UN officials for their engagement and valuable insights.  In particular, we wish to thank those women prisoners and migrant and refugee women who shared their stories.

Context: A time of transition and opportunity 

The prolonged period of austerity measures of the past years has impacted profoundly on every aspect of people’s lives in Greece.  Some 600,000 people, mostly young and educated, have emigrated and this, coupled with a low birthrate, has resulted in Greece losing 3% of its population between 2011 and 2016.  The arrival of unprecedented numbers of migrants and refugees since 2015, has added to the stress already imposed on the limited human and material resources.  We recognise that the challenges are many.

Due to deep-rooted stereotypes about the role of women in the family and in society, the austerity measures have disproportionately impacted on women. According to the Gender Equality Index among European Union (EU) countries, Greece is at the lowest end.

Our visit took place at a moment of optimism as the country emerges from this period and embarks on a new path of economic recovery.  We believe Greece now has a unique opportunity to simultaneously drive progress on gender equality and women’s human rights and strengthen its economy. The full and equal participation of women in the country’s recovery is essential and must be a priority. As we heard during our visit, “Gender equality is not a luxury for better times”.

These preliminary observations do not cover all issues of gender inequality but rather focus on the key issues drawn to our attention by the interlocutors we met during the visit.

Legal and institutional frameworks are in place, but a greater focus on implementation and monitoring is needed, along with adequate resourcing

Legal frameworks

Greece has ratified nearly all the core international human rights treaties, including the Convention on the Elimination of all Forms of Discrimination against Women and its Optional Protocol enabling individual complaints. It has still not ratified the International Convention on the Rights of Migrant Workers and their Families. Greece took the important step in June 2018 to ratify the Council of Europe Convention on Preventing and Combating Violence against Women and Domestic Violence (Istanbul Convention), the first legally-binding instrument providing a comprehensive prevention, protection, prosecution and support framework to combating gender-based violence against women.

Greece has strong constitutional guarantees for equality between men and women and the right to equal pay for work of equal value. The Constitution requires the State to undertake positive measures to promote gender equality, including through affirmative actions. Marriage, family, motherhood and childhood are explicitly protected by the Constitution.

Further, an equal treatment legislative framework covering a range of areas has been established transposing and implementing EU Directives. We welcome the adoption on 26 March 2019 of the new Law No. 4604/2019 on the “Enhancement of Substantive Gender Equality, Prevention and Combating of Gender Based Violence”. While the text is not yet available in English for full review, on the basis of discussions with relevant stakeholders, we welcome a comprehensive legal framework on substantive gender equality which goes beyond the concept of equal treatment to focus on equality of outcomes across all spheres of women’s lives.  We are pleased the framework focusses on multiple and intersecting forms of discrimination, including sexual orientation and gender identities. Addressing gender-based violence and mainstreaming gender across the public administration through the establishment of equality bodies at the regional and local levels are integral parts of the law. Importantly, the law also includes combatting gender stereotypes in the education system and in the media. There is also a provision for a quota of 40% of candidates from each political party running for elections, which represents an increase from the current 33% quota.

Although a comprehensive legal framework for the protection and promotion of women’s human rights is in place, implementation lags behind.  This was pointed out by many of our interlocutors throughout the visit with one commenting “Our legislative framework is good, but when it comes to the application of the law we face serious challenges due to the obstacles of the old mindset and the old practices”. The lack of available data and strong monitoring capacity is also a key challenge that impedes progress.

Institutional mechanisms

The General Secretariat of Gender Equality (GSGE), located within the Ministry of Interior, is a governmental body dedicated to gender equality with a broad mandate of designing, implementing and monitoring the implementation of gender equality policies in all areas.  It runs an observatory on gender equality issues, providing a publicly available online platform which tracks and analyzes statistical data from different sources on a broad range of policy areas. The observatory is a useful tool for identifying progress or regression, thus providing a basis for advocacy and policy making. A challenge for the GSGE is its inadequate human and financial resources which limits its influence and capacity to achieve its full potential.

There is no dedicated independent national institution for monitoring and eliminating discrimination against women. Gender equality is included in the mandate of the Ombudsman’s Office, a national body with a dedicated department for equal treatment which includes gender equality, among several other grounds. The Ombudsman’s Office monitors discrimination mostly in the field of employment in both the public and the private sectors. Complaints on gender-based discrimination have increased from 40% in 2017 to 57% in 20181 and represent by far the largest number of all complaints handled by the Ombudsmen. There is limited jurisprudence on discrimination against women.  We believe that the Ombudsman should be able to seek leave to act as amicus curiae before the court on discrimination cases to provide expert opinion. We are pleased to learn that the Ombudsman’s office is working on ways to increase its visibility and raise awareness in the general public. Further investment in outreach is essential to ensure effective access to this important complaints mechanism by the most marginalized women.

The Greek National Commission for Human Rights (GNCHR), a consultative and advisory body to the State, is an important independent voice on human rights, with ‘A-list’ accreditation.  The GNCHR does not have a dedicated focus on monitoring and eliminating discrimination against women embedded in its structure but addresses the issue in a crosscutting manner in different areas of its work. As an independent national human rights institution, GNCHR has a critical role in the monitoring of women’s rights and needs to be adequately resourced and able to function independently and effectively.

Women’s employment outcomes continue to be disproportionately impacted by the economic crisis and austerity measures

Women’s labor force participation

Despite the adoption of Law 3896/2010 concerning equality of opportunity and treatment, the deregulation of the labor market due to the growing financial crisis and the consecutive austerity measures continue to affect women negatively in the labor market, rendering them more vulnerable to poverty. This has been recognised by several international and regional monitoring bodies2.

In recognition of the adverse impact of the austerity measures on women’s employment, the National Action Plan for Gender Equality 2016-2020 sets out a number of targeted initiatives to strengthen efforts to enhance women’s access to economic opportunities and to reduce women’s unemployment and underemployment. Increasing women’s workforce participation will require economic and social policies to build women’s equal access to the labor market and deliver improved pay and conditions at work.

Greece has always had low women’s labor force participation and one of the lowest rates of women’s employment in the EU.  One serious impact of the financial crisis and austerity measures is the high level of women’s unemployment and underemployment. In 2018, 23.7% of women in the active population were unemployed, compared to 14.7% of men. The data shows that the gender gap in unemployment has been prevalent for many years and in the period 2013 – 2018, the largest difference appeared in December 2017 (with 26% of women unemployed vs. 16.7% of men)3. This is a significantly larger gap than the EU average (0.5%)4.

There is limited data on the size of the informal labor market. It is estimated that the magnitude of undeclared work is equivalent of 24% of GDP, which puts Greece among the countries with one of the largest undeclared economies in Europe. Informal forms of work include domestic work, cleaning, care for elderly and children, tutoring for students, employment in the hospitality sector, all sectors which have a higher share of female workers. The informal sector appears to be an under-studied sector requiring further attention by the Government.

Women’s employment in the private sector

We were unable to obtain meaningful sex-disaggregated data about women’s employment and representation in the private sector.  However, discussions held during the country visit reveal that discrimination against women whilst present in the public sector is also evident in the private sector and contributes to a national mindset that women should exit paid work earlier than men. Women’s representation on the top 50 publicly listed company boards has marginally increased from 7% in 2005 to 9% in 2017.  In the same period the EU average has increased from 15% in 2005 to 26.7% 2017.  The new law on substantive gender equality encourages the development of equality plans by both the public and private sector to prevent all forms of discrimination against women and to ensure their promotion to senior roles.  However these plans are voluntary in the private sector,  with the incentive of an “equality medal” to drive progress. Our Expert Group’s research reveals that mandatory and not voluntary interventions are the most effective way to increase the number of women at decision making level5. The requirement to regularly report and publish data on women’s leadership is another effective strategy.

We heard that in recent years, the economic context has meant that women have increasingly been employed in part-time or casual employment with reduced pay, conditions and security, as well as employment in precarious work. In the private sector, the rapid growth of flexible forms of employment as well as the replacement of contracts of indefinite duration by fixed term contracts has led to a reduction in wages and created a context where women are more fearful to report workplace gender-based violence including sexual harassment.

Women’s unequal share of unpaid care and domestic work

In addition to the loss of jobs associated with the crisis, the unemployment and under-employment of women in the labor market is due in part to the unpaid care burden which falls largely on women.

A major issue of concern for gender equality is the severe reduction of state provided care services for children and dependent persons (aged and disability care). This intensifies women’s unpaid care work, limiting their ability to take up even low-paid forms of employment, so they can better balance their caring responsibilities. At the same time, rigid stereotypes perpetuate the idea that caring is largely if not exclusively the domain of women. In Greece, 85% of women do cooking and housework every day for at least 1 hour, compared to only 16% of men. Greece has very low rates of childcare compared with other European countries6.  Men’s time caring for children and grandchildren in Greece is amongst the lowest in the EU.

Childcare is costly in Greece, with 61% of households giving “economic difficulty” as a reason for not using childcare7. School timetables do not correspond to normal working hours, which necessitates parents working less or relying on family members, usually women, to provide care. The Government is partially addressing these concerns though a “Harmonisation of Family and Work Life” funding programme. Additional policy measures and the better implementation of current measures are necessary to encourage higher rates of childcare and pre-school education. This will support parents, particularly women, to better balance paid work and care.

Prioritizing investments in social protection and public services is critical for ensuring that women benefit equally from the economic recovery. This includes investments in accessible, affordable and high-quality child-care, aged and disability care services to reduce the unpaid care workload for women and enable their economic participation. Further, resources are urgently needed to close the gaps in the social protection system, particularly those benefits that lift women and their families out of poverty. A key priority also is the introduction of measures to support more equal sharing of caring responsibilities between women and men, helped by increasing the entitlement of paid leave specifically for fathers which is low by EU and OECD standards.  This will require shifting the stereotype that caring is the domain of women.

Maternity protection

Women’s access to the labor market is also hampered by the lack of protection provided to employees who have been absent from work due to maternity or parental leave. As documented by the Greek Ombudsman, access to maternity leave is not uniform but rather differs based on employment status and employment sector, public and private.  Women who return to work following maternity leave, are legally entitled to return to the same job or an equivalent one, with no less favorable working terms and conditions, while benefitting from any improvement of their working conditions that they would have been entitled to, during their absence. However, in practice, a serious deficiency is observed in the application of the law for these matters, particularly in relation to women in high-rank positions8. Some working women face strict restrictions including the refusal to count the maternity leave period in the total length of service, negatively impacting their career development. In some cases, women are totally excluded from exercising their rights relating to maternity, wrongful dismissals from employment and changes in work terms, such as reduced hours, imposed by employers due to pregnancy and caring responsibilities. There are also gaps in regard to maternity protections for self-employed persons.

One of our interlocutors told us:

“Three times in job interviews I was told you’re a woman, you’re going to get pregnant, this will bring us a difficult situation so we cannot hire you”.

Sexual harassment in the workplace

Sexual harassment in the workplace is prohibited under Greek law but there is no national data collected about its prevalence.  There is complaints data from the independent Ombudsman but it is likely that the number of incidents of sexual harassment that occur is much higher than those reported. Individuals are fearful to report such behaviour because they fear reprisals, stigmatization, losing their jobs or facing judicial counter measures9. We were told:

“Due to the financial crisis, acceptance of sexual harassment has increased.  The women need to keep their jobs”.

Stronger regulatory measures and accountability mechanisms in the public and private sector will be critical to progress change. The administration of a national survey to measure the prevalence of sexual harassment and discrimination related to pregnancy and return to work from parental leave is also recommended.

Education and the media hold potential to shift gender stereotypes

Education

We are pleased to note the high level of educational attainment for girls at all levels, with 53.2% of those finishing secondary education being women and 52.7% of graduates from university female (GSGE). Women dominate in the arts and humanities, and health-related subjects, and are also in the majority in business and law subjects. They are the minority however in science and engineering-related subjects, signaling that more attention is needed in these areas.

Women’s achievement in education does not translate into their progression in the economic sphere or ensure their career advancement. Even in educational institutions women hold a lower percentage of senior leadership roles.  For example, whilst women make up two thirds of educational personnel in public high schools, they hold only 40% of director level positions, although this is improving over time.

In addition to enabling women and girls to achieve their potential, education can be a key site to shift rigid gender norms and stereotypes. Education on gender equality and gender norms starts in the family, continues at school, in the workplace and through society at large.  Many interlocutors considered that an increased focus on gender equality in education was a significant preventative measure to address the deeply held gender stereotypes that were inhibiting the ability of women to enjoy their rights fully.

In relation to gender equality education in the school curriculum, whilst we were pleased to learn from the Ministry for Education that there are three streams of gender equality, sexual orientation and gender identity content within the school curriculum, other interlocutors described the content as limited and on occasions piecemeal. Firstly, gender equality content is included in the “democratic citizenship” subjects which are mainstreamed throughout the school curriculum; secondly, there is a small amount of gender equality content built into religious instruction which involves asking students to reflect on the place of women in religion and finally gender equality and gender identity is included as one subject choice for the thematic week conducted in every school once a year.  However, in the thematic week gender equality is one choice among many and whilst there is no data, we were told it is a theme that is not often selected. Additionally there appears to be a gap in the teaching of comprehensive sexuality education.

When we asked about the effectiveness of school-based education to combat gender based stereotypes we heard “gender equality education is sporadic, is not consistent, not developed and not really part of young people’s lives”.  Given this prevailing narrative we believe it would be valuable for the government to evaluate the effectiveness of the current curriculum with a view to strengthening it so it is delivered in a systematized manner.

Promising practices observed in other countries include a ‘whole school approach’ where gender equality is embedded into the main curriculum throughout all subjects.  Gender equality is prioritized as a core value of the educational institution and guidance is provided to teachers on the mandatory teaching of gender equality issues. The objectives of the course work are to present a realistic picture of the status of women and men in society; demonstrate that gender stereotypes are damaging for everyone; help children critically analyse cultural gender constructs; foster positive norms of respectful and equal relationships; and importantly, raise awareness and encourage action on women’s rights. Gender equality education as part of human rights education, is indispensable for shifting problematic gender stereotypes which hold back both women and men and also for addressing the problem of gender-based violence, including harassment and sexual harassment.

Media

In 2016, the Ministry of Digital Policy, Telecommunications and Information entered into a memorandum of cooperation with the GSGE to identify and eliminate gender stereotypes in the media. Research identified that some 31% of 1,500 print articles reviewed, reproduced gender stereotypes.  In only 9.5% of these articles are women presented as experts. Recognizing this problem, the new law on substantive gender equality requires the mass media (print, electronic and advertising) to promote gender equality by not reinforcing adverse gender stereotypes.  This requirement is implemented through the codes of conduct and self-regulation mechanisms for public communication entities, and data will be collected by the GSGE.  We welcome this positive development given the prevalence of gender stereotyping in the media and the influential role of the media.  The National Radio and Television Council plays an important role in issuing guidelines and monitoring compliance. To be truly effective, the Council should undertake proactive measures and be adequately resourced.

Women remain under-represented in political and public life

Political and Public Life

Women’s participation in the political life of the country lags behind at every level – national, regional, local and European. Although there has been gradual progress over the years, change has been too slow.

At the national level, since the first women entered the Hellenic Parliament in 1952 when women in Greece obtained the right to vote and to stand for elections, women’s representation has increased gradually over the past decades but remains very low. Currently, with 18.7% women parliamentarians, Greece ranks 112 out of 191 globally and stands towards the bottom of all EU countries10. The current Government Cabinet has 13 women (5 ministers, 1 deputy minister, and 7 vice ministers) out of a total of 52 members, which amounts to 25% of the cabinet11.  The rate of women ministers is even lower at 21% (5 out of 24 ministers).

At the regional level, two out of 13 regional governors are women (15.4%), which is an improvement from the 0% in 2010. The representation of women in the regional councils at 19.5% is somewhat better. At the municipal level, merely 4.9% of the majors are women and the municipal councils have 18.1% women12.

There has been regression in Greek women’s representation in the European Parliament from 32% in 2009 to 28% in 2014, despite the introduction of the one-third quota system.

Women are well represented in the justice sector generally. In 2011, the first woman president was appointed to the Supreme Court. There has been a consistent increase of women judges in the Supreme Court from 2% in 2004 to 31% in 2014.

In public administration women are generally well represented including at senior levels. Some areas of the public service remain male dominated. The Foreign Service now has 34.3% female diplomats although the number of women has been increasing over the last decade.  At the level of heads of missions and heads of directorates in the Ministry of Foreign Affairs, the rate is lower, at 27.5% and 30.6% respectively.

The picture of women’s participation in the country’s political and public life calls for further actions, including reviewing the effectiveness of the quota system in the context of the current electoral system (focused on candidate selection rather than elected representatives). Additional measures should be adopted to encourage and support women to run for public office and support women candidates to have a better chance of success.

Non-Government Organisations and the Women’s Movement

We met with members of civil society who are actively engaged in working on issues relevant to women’s rights. Many of them work on the frontline assisting the needs of migrant and refugee women. These individuals and organizations have played an important role in the country’s response to the flow of migrants and refugees. Most are project based and face sustainability challenges. They have developed valuable experience and expertise and should continue to play a role in the current efforts of integration of refugees in the Greek society including through the implementation of the recently developed national integration strategy.

Non-governmental organizations working on broad issues of women’s rights and gender equality rely on committed volunteers and are in need of support and sustainable funding to play a transformative role in society for women’s empowerment and gender equality. They should be able to benefit from public funding aimed at strengthening civil society through a transparent and efficient process. Strategic collaboration and solidarity among women’s organizations will be essential in energizing the women’s movement for equality.

More measures to combat gender-based violence are needed

According to data collated by the EIGE, around 1 in 4 women have experienced physical and/or sexual violence from an intimate partner at least once since the age of 15. Further, 5.8% of women reported physical and/or sexual violence from an intimate partner in the last 12 months. 21 % of women who had experienced physical and/or sexual violence by any perpetrator in the past 12 months had not told anyone (8 percentage points higher than the EU average of 13 %)13. 

Responding to gender-based violence against women

We commend Greece for complying with the Istanbul Convention by including the prevention, prosecution and elimination of gender-based violence in law 4604/2019 and for amending Law No 3500/2006 on domestic violence to expand the scope of its application to cover members of the extended family (such as life partners and their children) and allowing injunctive orders to be issued against the perpetrator.

We are very concerned about the current proposed amendments to provisions in the Greek Criminal Code relating to rape.  They appear to be inconsistent with international legal obligations under the Istanbul Convention as they fail to introduce a consent-based definition and restrict further the circumstances in which the crime of rape can be established. We urge the government to ensure that the amended Criminal Code incorporates a consent-based definition of rape and are encouraged by reassurances from government interlocutors that the government will abide by its obligations under international law. We believe that the proposed reform of the Criminal Code provides an opportunity to have a wider social conversation on the stigma and stereotypes that surround sexual violence in general and rape in particular.

We were informed by government interlocutors that whilst mediation may not be mandatory under Greek law, it is routinely suggested to women victims of domestic and family violence. This is contrary to the Istanbul Convention which explicitly states that mandatory mediation should be prohibited.  The prevailing social norms in Greece related to the importance of the family unit and preservation of family unity, can present a significant barrier for women who wish to leave abusive relationships.

We are also concerned about the lack of gender disaggregated data in relation to crimes which would enable the tracking of femicide and domestic violence as mandated by the Istanbul Convention and General Recommendation 35 of the CEDAW Committee. Sex-disaggregated data on all forms of gender-based violence against women is essential to understanding its prevalence and tailoring response and prevention efforts.

Although we acknowledge that the constrained financial situation in Greece makes it more difficult to ensure a high level of services for victims of violence against women, we are concerned that there is uneven coordination of support services for victims of different forms of gender-based violence as well as programmes for perpetrators. There are currently 21 shelters for victims of gender-based violence across the country.  Demand on shelters has increased dramatically with the flow of migrant and refugee women.  There are insufficient shelters and emergency accommodation and inconsistent coordination of the different services.

We welcome specific training for judges, prosecutors, police officers, health-service providers, journalists and teaching staff to increase awareness of all forms of violence against women and girls and, to ensure these actors are able to provide adequate gender-sensitive support to victims. We welcome the recent decision by the Police to establish dedicated domestic violence units with a view to enhancing their capacity to address gender-based violence sensitively and effectively.  We recommend that these units be established throughout the country as quickly as possible.

Preventing gender-based violence against women

As part of Greece’s efforts to prevent gender-based violence against women, we welcome efforts by the Prosecutor´s office, the GSGE and other state entities, to raise public awareness through the media and educational programmes. However, a more strategic approach to prevention is needed, including targeted and long-term education and awareness-raising on the causes and consequences of gender-based violence, particularly in rural areas.  Prevention efforts must also consider the diversity of women in Greece and their specific needs, especially those facing intersectional forms of discrimination or those in more vulnerable situations, such as minority, migrant and refugee women, women with disabilities, as well as older women and lesbian, transgender and intersex women.

Marginalized groups of women experience greater vulnerability and exclusion 

Migrant and refugee women

The Government, local authorities and people in Greece, as a first line reception country, have faced the challenge of receiving unprecedented numbers of migrants and refugees since 2015. New arrivals are still occurring daily. This has placed additional pressures on government resources, services and infrastructures. In close coordination with UNHCR, other international organisations and with support from civil society institutions, the Government has committed to upholding the principle of universal human rights such as access to education for all children and universal medical care to all including undocumented migrants and asylum seekers, and protection against GBV against women. However, in practice there are serious challenges and gaps.

We spoke with women migrants, asylum seekers and refugees in Athens, Thessaloniki and Lesvos and visited women’s centres run by NGOs and Moria camp in Lesvos. We were struck by their stories of resilience and strength and their hope for a better future. We were impressed with the work of civil society organisations including those which provide space and support for women and their children. These organisations enable women to build confidence, empowerment and agency and we were fortunate to see this first hand at the Melissa centre in Athens and the Bashira centre in Lesvos.

There are a number of positive developments to support refugee women including the 2018 law 45/31 giving “undocumented persons” the right to report GBV without fear of deportation. Despite the law, survivors of GBV continue to lack access to support and safety. In some instances, women are unable to report their cases because of the lack of trained staff at police stations or their unwillingness to take the case considering it a “family matter”. The lack of interpretation at hospitals was systematically reported to us as a key concern directly affecting the ability of women to receive the medical care they need.

We learned that the overwhelming majority of the women in Moria Camp are considered vulnerable, from multiple points of view. Many have been victims of human rights violations in their countries and endured further suffering on their journeys including in the hands of human traffickers and smugglers. Many stakeholders pointed out that the current migration policy of containment of asylum seekers in camps exacerbates women’s vulnerability, as they have no options other than living in the difficult conditions in the camps while waiting for the processing of their asylum applications. We are pleased to learn that the authorities have revised the protocol guidelines for the transfer of vulnerable women.

In Moria camp, we witnessed women’s vulnerable situation, despite the efforts employed by the authorities to provide separate spaces for single women with and without kids. Women we met told us that they do not feel safe and experience harassment, especially during nights and when accessing toilets in common spaces.

We learned of concerns about the poor health conditions of some women in the camp and the difficulty accessing medical care. When it comes to exposure to GBV including domestic violence, within the confines of the camp, the available solutions are not working in practice, often breaching the requirement of confidentiality and making the victim an easily identifiable target to all including the perpetrator. There is limited availability to the shelter, a lack of awareness by police of the need for a gender sensitive response, and a need for more female police. Interpretation capacity at hospitals and police stations needs to be increased.

Women’s health and safety conditions should be regularly monitored and reviewed. Refugee women should be involved in decision making on matters affecting their lives in the camp and must be treated with dignity and respect.  The migrant and refugee women with whom we spoke, expressed a strong desire to have educational opportunities for themselves and their children. They want to become a positive asset to enrich and contribute to the economy and cultural development of the country.

Satisfactory system wide solutions for women refugees can only be found with the improvement of overall institutional procedures, processes and culture.  The reliance on the good will of individuals is insufficient.  A systemic response which holds institutions accountable is what is required.  External donors including the EU should ensure that their support addresses the needs of women migrants and refugees.

Roma women

Despite efforts by the Government to improve outcomes for Roma women and girls including through the 2012-2020 National Strategy for the Social Inclusion of Roma, high levels of discrimination, exclusion and stereotypes persist.

Roma women encounter serious obstacles in gaining access to basic social services, such as housing, employment, education and health care, including the persistence of instances of educational barriers and poor living conditions. They reportedly continue to be disproportionately subjected to arbitrary arrests by the police and other law enforcement officialsRoma women make up one third of the detained female population in Greece despite making up a very small percentage of the Greek population.

Roma women have very limited access to employment and economic opportunities, due to early marriage and high rates of school drop-out for Roma girls.  During our visit we were inspired by individual school principals who were working with families to support Roma girls to stay in school.

We met with Roma women who shared with us their stories and concerns. “We have a lot of problems but there are no ears that can listen to us, can hear us. We have been trying for years to live better lives.”

The lack of statistical data on the enjoyment of human rights by Roma people including women is concerning. In 2016, the Committee on the Elimination of Racial Discrimination (CERD) recommended that Greece diversify its data collection activities, on the basis of anonymity and self-identification of persons and groups, to provide an adequate empirical basis for policies to enhance the equal enjoyment by all of the rights enshrined in the Convention. The Committee noted that reliable, detailed socioeconomic information is necessary for the monitoring and evaluation of policies in favour of minorities and for assessing the implementation of the Convention.  We reiterate this recommendation.

We welcome positive steps taken by the Greek authorities in recent years to improve the situation of Roma women, including the creation of the Special Secretariat for the Inclusion of Roma. A focus on implementation and monitoring will be critical to ensure it delivers on its objectives.

Women in prison

We visited the largest women’s prison in Greece and were pleased by efforts to uphold women’s human rights in detention including through the provision of primary, secondary and higher education and rehabilitation programmes. Childcare is available at the prison, and children can stay with their mothers until the age of 3 years.  In certain circumstances, women with children under the age of 8 years are entitled to alternative forms of detention. However, some inmates we spoke to shared concerns regarding the judicial system and barriers to accessing justice.

Conclusion

Our visit to Greece has revealed a number of key challenges but also, as the State transitions, immense opportunities.

There is a comprehensive legal and policy framework in place but it requires much stronger implementation.  The persistence of discriminatory norms and stereotypes and the lingering impacts of the crisis and austerity measures, means that women in Greece are lagging behind their counterparts in the EU on women’s rights. The situation for marginalized groups of women, such as migrant and Roma women, is even worse.

Greece now has a significant opportunity to ensure that women’s right to equality in all spheres of life is central to the country’s economic and social renewal.

To harness this opportunity, the General Secretariat of Gender Equality will need to play a pivotal and transformative role under the new law 4604/2019 on Substantive Gender Equality ensuring its position as a significantly strengthened centrally placed governmental body on gender equality.

Our conclusions and recommendations will be more fully developed in a report to be presented to the Human Rights Council in June 2020.

Notes:

1. Provided at the meeting during the visit

2. Greece: progress in combating racism, but concerns remain about the impact of austerity (visit to greece) (2016)

3. General Secretariat for Gender Equality “Women’s Unemployment”, Table 3 Unemployment rates by gender 2013-2018.

4. EIGE database EU – 28 for 2017

5. A/HRC/26/39

6. General Secretariat on Gender Equality, Love as Labor, pg 4, Figure 2

7. General Secretariat on Gender Equality, Love as Labor, pg 6, Table 3

8. Equal Treatment, Special Report 2017, Greek Ombudsman’s report pg 30

9. Equal Treatment, Special Report 2017, Greek Ombudsman’s report, pg 36

10. IPU figures as of January 2019.

11. https://eurogender.eige.europa.eu/posts/gender-aspect-greek-government-after-reshuffle-28-8-2018

12. http://old.isotita.gr/var/uploads/ANNOUNCEMENTS/2016/Paratiritirio_Second%20report_eng.pdf

13. 2012 data, EU average is 4.2%


Greece must put gender equality at the heart of economic and social recovery, say UN independent experts

GENEVA / ATHENS (12 April 2019) – Greece has a unique opportunity to simultaneously strengthen its economy and drive progress on women’s human rights by prioritising gender equality in its social and economic recovery, says a group of UN independent experts.

“Greece has established a strong legal and institutional framework for advancing gender equality. We welcome all measures to boost women’s participation in political, social and economic life,” said the UN Working Group on Discrimination Against Women in Law and Practice, presenting a statement after visiting the country.

“The country is now at a critical point of transition after an unprecedented and prolonged period of austerity measures, which have impacted profoundly on every aspect of people’s lives. The loss of jobs and rise in precarious work because of the financial crisis continue to disproportionately affect women, rendering them more vulnerable to poverty.

“As people in Greece highlighted to us, gender equality is a human right. It is not a luxury for better times. It must be placed at the heart of the country’s economic and social recovery.”

The experts said Greece was lagging behind other countries in the European Union on women’s rights despite legal and policy frameworks being in place, because of poor implementation, the persistence of discrimination and the lingering impacts of the crisis and austerity measures.

“Currently, Greece has one of the lowest rates of women’s employment in the European Union and is the lowest ranking country in the Gender Equality Index for EU countries. The situation for marginalised groups, such as migrant and Roma women, is even worse,” the experts said.

The experts also noted that the law in relation to maternity protection was not being implemented uniformly, and expressed concern about ongoing discrimination based on pregnancy and family responsibilities, as well as the persistence of a gender pay gap and the absence of women in leadership roles.

“We have also observed challenges in providing adequate support to women who have suffered violence, and are particularly concerned about the recent retrogressive proposal to amend the Criminal Code concerning the definition of rape,” they said.

“A concerted effort is now needed for implementation, monitoring and accountability of measures to address the issues, as well as the allocation of adequate resources for social protection and other services, particularly steps aimed at reducing women’s unpaid care workload and in efforts to prevent gender-based violence.

“Efforts to change current social norms and gender stereotypes through the education system and the media are also critical. Without strong intervention, the opportunity to accelerate the economic recovery through women’s equal participation in the social and economic recovery of Greece will not be realised.”

The experts called for Greece to prioritise the strengthening of its institutional mechanisms such as the General Secretariat for Gender Equality to support the new substantive gender equality law, the Gender Equality National Action Plan and the Ombudsman. They also proposed the use of targets and data collection.

The experts added: “We commend the government for its commitment to upholding the human rights of the unprecedented number of migrants and refugees who have arrived since 2015. However, we are concerned about the serious challenges and gaps in practice. We witnessed the particular vulnerability of women and were concerned about their safety and access to health services. ”

The Working Group delegation visited Athens, Thessaloniki and Lesvos and met national and local Government officials, as well as representatives of State institutions and civil society organisations and individuals. They also visited a school, a prison and a camp for migrants and refugees.

The experts will submit their full report to the UN Human Rights Council in June 2020. Their findings will inform national and international efforts to advance gender equality and the protection of human rights for women and girls across the world.

ENDS

The UN Working Group on the issue of discrimination against women in law and in practice was created by the Human Rights Council in 2011 to identify, promote and exchange views, in consultation with States and other actors, on good practices related to the elimination of laws that discriminate against women. The Group is also tasked with developing a dialogue with States and other actors on laws that have a discriminatory impact where women are concerned.

The Working Group is composed of five independent experts: Ms Ivana Radačić (Croatia) Chairperson; Ms Alda Facio (Costa Rica), Ms Elizabeth Broderick (Australia); Ms Meskerem Geset Techane (Ethiopia) and Ms Melissa Upreti (Nepal).

This year marks the 40th anniversary of the Convention on the Elimination of All Forms of Discrimination against Women, adopted by the UN General Assembly on 18 December 1979.

UN Human Rights, Country Page – Greece

 



For the Greek version, click here.

ΟΗΕ: Ελλάδα τελευταία σε ισότητα φύλων μεταξύ χωρών Ευρωπαϊκής Ένωσης

Αθήνα (12 Απριλίου 2019)

Κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψής τους στην Ελλάδα, από την 1η έως τη 12η Απριλίου 2019, οι εμπειρογνώμονες Elizabeth Broderick και Alda Faccio, διεξήγαγαν συναντήσεις στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη Λέσβο. Μεταξύ άλλων, επισκέφθηκαν ένα σχολείο, ένα σωφρονιστικό κατάστημα και μια δομή φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων. Οι εμπειρογνώμονες με την ακόλουθη δήλωση θέλουν να μοιραστούν τις αρχικές τους παρατηρήσεις:

 

Θα θέλαμε να εκφράσουμε τη βαθύτατη εκτίμησή μας για την Κυβέρνηση της Ελλάδας που μας προσκάλεσε επισήμως να επισκεφθούμε τη χώρα και για τη συνεργασία της κατά τη διάρκειά της επίσκεψης αυτής. Θα θέλαμε επίσης να ευχαριστήσουμε όλους τους συνομιλητές μας: κυβερνητικούς αξιωματούχους, δημόσιους λειτουργούς, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, δασκάλους, σωφρονιστικούς υπαλλήλους, τη διοίκηση της δομής φιλοξενίας και τους αξιωματούχους των ΗΕ για τη συμβολή τους και τις πολύτιμες πληροφορίες που μας έδωσαν. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε ιδιαιτέρως τις κρατούμενες και τις μετανάστριες και πρόσφυγες που μοιράστηκαν τις ιστορίες τους.
Πλαίσιο: Εποχή μετάβασης και ευκαιριών
Η παρατεταμένη περίοδος λιτότητας τα τελευταία χρόνια έχει επηρεάσει βαθύτατα κάθε πτυχή της ζωής των ανθρώπων της Ελλάδας. Περίπου 600.000 άτομα, κυρίως μορφωμένοι νέοι, μετανάστευσαν στο εξωτερικό και αυτό, σε συνδυασμό με το χαμηλό ποσοστό γεννήσεων, είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί το 3% του πληθυσμού της Ελλάδας μεταξύ του 2011 και του 2016. Η άφιξη πρωτοφανούς αριθμού μεταναστών και προσφύγων από το 2015 επιβάρυνε την πίεση που ήδη ασκείτο στο περιορισμένο ανθρώπινο δυναμικό και τους περιορισμένους υλικούς πόρους. Αναγνωρίζουμε ότι οι προκλήσεις είναι πολλές.
Εξαιτίας των βαθιά ριζωμένων στερεοτύπων για τον ρόλο των γυναικών στην οικογένεια και την κοινωνία, τα μέτρα λιτότητας έχουν επηρεάσει δυσανάλογα τις γυναίκες. Σύμφωνα με τον Δείκτη Ισότητας των Φύλων, η Ελλάδα είναι στην τελευταία θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η επίσκεψή μας έλαβε χώρα σε μια στιγμή αισιοδοξίας καθώς η χώρα βγαίνει σιγά σιγά από την περίοδο αυτή και ξεκινάει να ανακάμπτει οικονομικά. Πιστεύουμε πως η Ελλάδα έχει μια μοναδική ευκαιρία να ενδυναμώσει την οικονομία της και παράλληλα να σημειώσει πρόοδο σε ζητήματα ισότητας φύλων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών. Η πλήρης και ίση συμμετοχή των γυναικών στην ανάκαμψη της χώρας είναι απαραίτητη και θα πρέπει να καταστεί προτεραιότητα. Όπως ακούσαμε κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μας, «η ισότητα των φύλων δεν αποτελεί πολυτέλεια που μας ενδιαφέρει μόνο σε καιρούς παχιών αγελάδων».
Οι αρχικές αυτές παρατηρήσεις δεν καλύπτουν όλα τα ζητήματα της ανισότητας των φύλων αλλά αντίθετα εστιάζουν στα βασικά ζητήματα που υπέπεσαν στην αντίληψή μας κατά τη διάρκεια των συνομιλιών μας.
Υπάρχει το νομικό και το θεσμικό πλαίσιο αλλά πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην εφαρμογή και την παρακολούθησή του, παράλληλα με τους απαραίτητους πόρους.
Νομικό πλαίσιο
Η Ελλάδα έχει κυρώσει σχεδόν όλες τις βασικές διεθνείς συνθήκες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης για την εξάλειψη όλων των μορφών των διακρίσεων κατά των γυναικών και του προαιρετικού πρωτοκόλλου της. Δεν έχει κυρώσει ακόμη τη Διεθνή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων των διακινούμενων εργαζομένων και των οικογένειών τους. Η Ελλάδα τον Ιούνιο του 2018 έκανε ένα σημαντικό βήμα με την κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης), το πρώτο νομικά δεσμευτικό εργαλείο που παρέχει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο πρόληψης, προστασίας, δίωξης και υποστήριξης για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας κατά των γυναικών.
Η Ελλάδα έχει ισχυρές συνταγματικές εγγυήσεις για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών και για το δικαίωμα σε ίση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας. Το Σύνταγμα απαιτεί από την Πολιτεία να παίρνει μέτρα για την προώθηση της ισότητας των φύλων, μεταξύ άλλων και μέσω θετικών δράσεων. Ο έγγαμος βίος, η οικογένεια, η μητρότητα και η παιδική ηλικία προστατεύονται ρητά από το Σύνταγμα.
Επιπλέον, έχει θεσπιστεί ένα νομοθετικό πλαίσιο για την ίση μεταχείριση που καλύπτει μια σειρά τομέων, μέσω της ενσωμάτωσης στο ελληνικό δίκαιο και της εφαρμογής των Οδηγιών της Ε.Ε. Χαιρετίζουμε την ψήφιση στις 26 Μαρτίου 2019 του νέου Νόμου 4604/2019 για την «Προώθησης της ουσιαστικής ισότητας των φύλων, πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας». Το κείμενο δεν είναι ακόμη διαθέσιμο στα αγγλικά για πλήρη επισκόπηση, με βάση όμως τις συζητήσεις που είχαμε με τους σχετικούς φορείς, χαιρετίζουμε το ολοκληρωμένο αυτό νομικό πλαίσιο για την ουσιαστική ισότητα των φύλων που δεν μένει στη γενική έννοια της ίσης μεταχείρισης αλλά εστιάζει στην ισότητα σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής των γυναικών. Μας ικανοποιεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι εστιάζει σε πολλές και διασταυρούμενες μορφές διακρίσεων, συμπεριλαμβανομένου του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου. Η καταπολέμηση της έμφυλης βίας και η ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων σε όλες τις πτυχές της δημόσιας διοίκησης μέσω της δημιουργίας φορέων ισότητας σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο αποτελούν βασικά σημεία του νόμου. Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο Νόμος περιέχει αναφορές στην καταπολέμηση των έμφυλων στερεοτύπων στο εκπαιδευτικό σύστημα και στα ΜΜΕ. Συμπεριλαμβάνεται, επίσης, διάταξη για την αύξηση της υποχρεωτικής ποσόστωσης των υποψηφίων γυναικών στο ψηφοδέλτιο κάθε πολιτικού κόμματος από το 33% στο 40%.
Αν και υπάρχει λοιπόν ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο για την προστασία και την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών, η εφαρμογή του χωλαίνει. Αυτό μας επισημάνθηκε από διάφορους συνομιλητές μας κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μας, με έναν να σχολιάζει: «Το νομοθετικό μας πλαίσιο είναι καλό αλλά αντιμετωπίζουμε σοβαρές προκλήσεις στην εφαρμογή των νόμων εξαιτίας παλαιάς νοοτροπίας και παλαιότερων πρακτικών». Η έλλειψη διαθέσιμων δεδομένων και δυνατότητας σωστής παρακολούθησης αποτελούν επίσης τροχοπέδη στην πρόοδο.
Θεσμικοί φορείς
Η Γενική Γραμματεία Ισότητας Φύλων (ΓΓΙΦ), η οποία υπάγεται στο Υπουργείο Εσωτερικών, είναι ο κυβερνητικός φορέας που είναι επιφορτισμένος με τα ζητήματα της ισότητας φύλων και με μια ευρεία εντολή για τον σχεδιασμό, την εφαρμογή και την παρακολούθηση των πολιτικών που άπτονται της ισότητας φύλων σε όλους τους τομείς. Λειτουργεί παρατηρητήριο σε θέματα ισότητας φύλων, παρέχοντας μια δημόσια online πλατφόρμα η οποία παρακολουθεί και αναλύει στατιστικά στοιχεία από διαφορετικές πηγές για ένα ευρύ φάσμα πολιτικών. Το παρατηρητήριο αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την ταυτοποίηση της προόδου ή της οπισθοδρόμησης, στην ουσία μια βάση για τη συνηγορία και τη χάραξη πολιτικής. Μια από τις δυσκολίες της ΓΓΙΦ είναι η έλλειψη ανθρώπινων και οικονομικών πόρων που περιορίζουν την επιρροή της και την ικανότητά της να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της.
Δεν υπάρχει ανεξάρτητος εθνικός φορέας που να εξειδικεύεται στην παρακολούθηση και την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών. Η ισότητα των φύλων περιλαμβάνεται στην εντολή της Υπηρεσίας του Συνηγόρου του Πολίτη, ενός εθνικού φορέα με ένα ξεχωριστό τμήμα που ασχολείται αποκλειστικά με την ίση μεταχείριση και στις αρμοδιότητές του συμπεριλαμβάνεται μεταξύ άλλων και η ισότητα των φύλων. Ο Συνήγορος του Πολίτη παρακολουθεί τις διακρίσεις κυρίως στον τομέα της εργασίας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Οι καταγγελίες για έμφυλες διακρίσεις αυξήθηκαν από 40% το 2017 σε 57% το 2018 και αποτελούν τον μεγαλύτερο αριθμό καταγγελιών που χειρίζεται ο Συνήγορος του Πολίτη. Υπάρχει περιορισμένη νομολογία σχετικά με τις διακρίσεις κατά των γυναικών. Κατά τη γνώμη μας, ο Συνήγορος του Πολίτη θα έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να ενεργεί ως amicus curiae σε υποθέσεις διακρίσεων για να παρέχει τη γνώμη του ως εμπειρογνώμονας. Μας ικανοποίησε το γεγονός ότι το γραφείο του Συνηγόρου εργάζεται προς την κατεύθυνση εξεύρεσης τρόπων αύξησης της προβολής τους και της ενημέρωσης του κοινού. Η περαιτέρω επένδυση για την προβολή του είναι απαραίτητη έτσι ώστε να έχουν πρόσβαση και οι περιθωριοποιημένες γυναίκες σε αυτό τον εξαιρετικά σημαντικό μηχανισμό καταγγελιών.
Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) αποτελεί συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας. Είναι ένας σημαντικός ανεξάρτητος φορέας προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η δομή της ΕΕΔΑ δεν προβλέπει κάποιο μηχανισμό που να εστιάζει αποκλειστικά στην παρακολούθηση και την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών αλλά αντιμετωπίζει το ζήτημα οριζόντια σε διαφορετικές πτυχές των εργασιών της. Ως ανεξάρτητος εθνικός φορέας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ΕΕΔΑ παίζει ουσιαστικό ρόλο στην παρακολούθηση των δικαιωμάτων των γυναικών και πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους και να μπορεί να ενεργεί ανεξάρτητα και αποτελεσματικά.
Η απασχόληση των γυναικών συνεχίζει να επηρεάζεται ασύμμετρα από την οικονομική κρίση και τα μέτρα λιτότητας.
Η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας
Παρά την ψήφιση του Νόμου 3896/2010 για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας εξαιτίας της αυξανόμενης οικονομικής κρίσης και τα συνεχιζόμενα μέτρα λιτότητας συνεχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας κάνοντάς τις πιο ευάλωτες στη φτώχεια. Αυτό έχει αναγνωριστεί από αρκετούς διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς παρακολούθησης.
Αναγνωρίζοντας τις δυσανάλογες επιπτώσεις των μέτρων λιτότητας στην απασχόληση των γυναικών, το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ισότητα των Φύλων της περιόδου 2016-2020 περιγράφει έναν αριθμό στοχευμένων πρωτοβουλιών για την ενίσχυση της πρόσβασης των γυναικών σε οικονομικές ευκαιρίες και τη μείωση της ανεργίας των γυναικών καθώς και της υποαπασχόλησης. Για την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό απαιτούνται οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές που θα εξασφαλίσουν την ίση πρόσβαση των γυναικών στην αγορά εργασίας και θα έχουν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση των αμοιβών και των συνθηκών εργασίας.
Η Ελλάδα είχε πάντα χαμηλή συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης των γυναικών στην Ε.Ε. Μια από τις βασικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και των μέτρων λιτότητας είναι το υψηλό ποσοστό ανεργίας και υποαπασχόλησης των γυναικών. Το 2018, το 23,7% των γυναικών του ενεργού πληθυσμού ήταν άνεργες σε σύγκριση με το 14,7% των ανδρών. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων στην ανεργία κυριαρχεί πολλά χρόνια και, στην περίοδο 2013-2018, η μεγαλύτερη διαφορά εμφανίζεται το Δεκέμβριο του 2017 (με το 26% των γυναικών να είναι άνεργες σε σύγκριση με το 16,7% των ανδρών). Η διαφορά αυτή είναι πολύ μεγαλύτερη από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. (0,5%).
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για το μέγεθος της μαύρης εργασίας . Σύμφωνα με υπολογισμούς, η αξία της αδήλωτης εργασίας ισούται με το 24% του ΑΕΠ, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με τις μεγαλύτερες αδήλωτες οικονομίες στην Ευρώπη. Οι άτυπες μορφές εργασίας συμπεριλαμβάνουν την οικιακή βοήθεια, την καθαριότητα, τη φροντίδα των ηλικιωμένων και των παιδιών, τα ιδιαίτερα μαθήματα, την απασχόληση στον τομέα του τουρισμού, σε όλους τους τομείς που έχουν υψηλότερο μερίδιο γυναικών εργαζομένων. Η κυβέρνηση θα έπρεπε να δώσει περισσότερη προσοχή στον τομέα της μαύρης εργασίας καθώς δεν φαίνεται να έχει μελετηθεί αρκετά.
Οι εργαζόμενες στον ιδιωτικό τομέα
Δεν μπορέσαμε να συγκεντρώσουμε χρήσιμα δεδομένα με βάση το φύλο σχετικά με τον αριθμό των γυναικών που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα. Παρ΄ όλα αυτά, οι συζητήσεις που διεξήγαμε στην επίσκεψή μας μάς οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, αν και υπάρχουν και στον δημόσιο τομέα, είναι εμφανείς και στον ιδιωτικό και συντηρούν τη νοοτροπία ότι οι γυναίκες θα πρέπει να συνταξιοδοτούνται από την αμειβόμενη εργασία νωρίτερα από τους άνδρες. Η συμμετοχή των γυναικών στα Δ.Σ. 50 κορυφαίων εισηγμένων εταιρειών έχει αυξηθεί ελάχιστα, από 7% το 2005 στο 9% το 2017. Την ίδια χρονική περίοδο, ο μέσος όρος της Ε.Ε. έχει αυξηθεί από 15% το 2005 σε 26,7% το 2017. Ο νέος νόμος για την ουσιαστική ισότητα των φύλων ενθαρρύνει τη δημιουργία σχεδίων ισότητας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα για την πρόληψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών και τη διασφάλιση της προαγωγής τους σε ανώτερες θέσεις. Παρ’ όλα αυτά, το σχέδιο παραμένει προαιρετικό για τον ιδιωτικό τομέα, δίνεται όμως το κίνητρο ενός «βραβείου ισότητας» ως μοχλός προόδου. Η έρευνα της Ομάδας των Εμπειρογνωμόνων έχει καταδείξει ότι τα υποχρεωτικά και όχι τα προαιρετικά μέτρα είναι εκείνα που είναι περισσότερο αποτελεσματικά για την αύξηση του αριθμού των γυναικών σε θέσεις λήψης αποφάσεων. Μια άλλη αποτελεσματική στρατηγική είναι η υποχρέωση τακτικής υποβολής έκθεσης και η δημοσιοποίηση των δεδομένων σχετικά με τις γυναίκες σε θέσεις ηγεσίας.
Ακούσαμε ότι τα τελευταία χρόνια, οι οικονομικές συνθήκες ανάγκαζαν τις γυναίκες να δουλεύουν σε θέσεις μερικής ή περιστασιακής απασχόλησης με μειωμένες αμοιβές, άσχημες συνθήκες και μειωμένο επίπεδο ασφάλειας καθώς και σε θέσεις επισφαλούς εργασίας. Στον ιδιωτικό τομέα, η ραγδαία άνοδος των ευέλικτων μορφών εργασίας καθώς και η αντικατάσταση των συμβάσεων αορίστου χρόνου με συμβάσεις ορισμένου οδήγησε σε μείωση μισθών και δημιούργησε ένα περιβάλλον στο οποίο οι γυναίκες διστάζουν να καταγγείλουν έμφυλη βία στην εργασία, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής παρενόχλησης.
Η άνιση επιβάρυνση των γυναικών με την μη αμειβόμενη εργασία και την οικιακή φροντίδα.
Εκτός από την απώλεια θέσεων εργασίας λόγω της κρίσης, η εργασία και η υποαπασχόληση των γυναικών στην αγορά εργασίας οφείλεται εν μέρει και στις ευθύνες της μη αμειβόμενης φροντίδας που επιβαρύνει κυρίως τις γυναίκες των οικογενειών.
Ένα σημαντικό ζήτημα που υπονομεύει την ισότητα των φύλων είναι η μεγάλη μείωση των κοινωνικών υπηρεσιών του κράτους για τη φροντίδα των παιδιών και των εξαρτώμενων ατόμων (όπως οι ηλικιωμένοι και οι ανάπηροι). Η κατάσταση αυτή διογκώνει τη μη αμειβόμενη εργασία στο πλαίσιο της φροντίδας της οικογένειας, μειώνοντας έτσι τη δυνατότητά τους να αναλάβουν έστω και χαμηλά αμειβόμενες θέσεις, για να μπορούν να επιτυγχάνουν καλύτερη ισορροπία με τις ευθύνες της φροντίδας που τους αναλογούν. Ταυτόχρονα, τα άκαμπτα στερεότυπα διαιωνίζουν την ιδέα ότι η φροντίδα αποτελεί κυρίως – αν όχι αποκλειστικά – ευθύνη των γυναικών. Στην Ελλάδα, το 85% των γυναικών μαγειρεύουν και ασχολούνται με το σπίτι κάθε μέρα τουλάχιστον για μια ώρα σε σύγκριση με το 16% των ανδρών. Η Ελλάδα έχει πολύ χαμηλά ποσοστά παιδικής φροντίδας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο χρόνος που οι άνδρες φροντίζουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους στην Ελλάδα είναι μεταξύ των χαμηλότερων στις χώρες της Ε.Ε.
Η παιδική φροντίδα είναι ακριβή στην Ελλάδα με το 61% των νοικοκυριών να λένε ότι οι οικονομικές δυσκολίες είναι ο λόγος για τον οποίο δεν καταφεύγουν σε λύσεις παιδικής φροντίδας . Το πρόγραμμα των σχολείων δεν αντιστοιχεί στις συνήθεις ώρες εργασίας, που απαιτεί ή οι γονείς να δουλεύουν λιγότερο ή να βασίζονται σε μέλη της οικογένειάς τους, κυρίως γυναίκες, για να φροντίζουν τα παιδιά. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει εν μέρει αυτό το ζήτημα μέσω ενός προγράμματος χρηματοδότησης «Εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής». Χρειάζονται επιπρόσθετα μέτρα πολιτικών και καλύτερη εφαρμογή των υπαρχόντων μέτρων για να έχουμε μεγαλύτερη συμμετοχή στην προσχολική εκπαίδευση και τις δομές παιδικής φροντίδας. Αυτό θα υποστηρίξει τους γονείς, ιδιαίτερα τις γυναίκες, ώστε να επιτύχουν καλύτερη ισορροπία αμειβόμενης εργασίας και φροντίδας.
Η προτεραιοποίηση των επενδύσεων στην κοινωνική προστασία και τις δημόσιες υπηρεσίες είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι οι γυναίκες θα ωφεληθούν εξίσου από την οικονομική ανάκαμψη. Κάτι τέτοιο περιλαμβάνει επενδύσεις σε υψηλής ποιότητας προσιτή φροντίδα των παιδιών και υπηρεσίες φροντίδας για τους ηλικιωμένους και τους ανάπηρους για να μειωθεί το βάρος της μη αμειβόμενης φροντίδας που έχουν επωμιστεί οι γυναίκες και να τους επιτραπεί η οικονομική συμμετοχή. Επιπλέον, απαιτούνται άμεσα πόροι για να γεφυρωθεί το χάσμα στο σύστημα κοινωνικής προστασίας, ειδικότερα τα επιδόματα εκείνα που θα βοηθήσουν τις γυναίκες και τις οικογένειές τους να ξεφύγουν από την ανέχεια. Βασική προτεραιότητα αποτελούν επίσης τα μέτρα για το διαμοιρασμό των ευθυνών φροντίδας μεταξύ ανδρών και γυναικών, που θα βοηθηθούν με την αύξηση της αμειβόμενης γονικής άδειας ειδικά για πατεράδες, η οποία είναι χαμηλή σύμφωνα με τα πρότυπα της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ. Για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να αλλάξουν τα στερεότυπα σύμφωνα με τα οποία η φροντίδα αποτελεί ευθύνη των γυναικών.
Προστασία της μητρότητας
Η πρόσβαση των γυναικών στην αγορά εργασίας παρεμποδίζεται επίσης από την ελλιπή προστασία που παρέχεται σε εργαζόμενες που απουσίαζαν από την εργασία τους λόγω άδειας μητρότητας ή γονικής άδειας. Όπως καταγράφει ο Συνήγορος του Πολίτη, η πρόσβαση στην άδεια μητρότητας δεν είναι ενιαία αλλά μάλλον διαφέρει ανάλογα με το κύρος της θέσης εργασίας και με το αν πρόκειται για θέση στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα. Οι γυναίκες που επιστρέφουν στην εργασία τους μετά την άδεια μητρότητας δικαιούνται βάσει νομοθεσίας να επιστρέψουν στην ίδια θέση εργασίας ή σε αντίστοιχη θέση με εξίσου ευνοϊκούς εργασιακούς όρους και συνθήκες, ενώ ταυτόχρονα να επωφεληθούν από οποιαδήποτε βελτίωση στις εργασιακές συνθήκες την οποία θα δικαιούντο κατά την απουσία τους. Ωστόσο, στην πράξη παρατηρούνται σημαντικά ελλείμματα στην εφαρμογή της νομοθεσίας, ειδικά όσον αφορά τις γυναίκες που βρίσκονται υψηλά στην ιεραρχία . Ορισμένες εργαζόμενες αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς, μεταξύ των οποίων και η άρνηση να προσμετρηθεί η άδεια μητρότητας στα χρόνια υπηρεσίας τους, πράγμα που επιφέρει αρνητικές συνέπειες ως προς την επαγγελματική τους εξέλιξη. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι γυναίκες αποκλείονται εντελώς από την άσκηση των δικαιωμάτων που σχετίζονται με τη μητρότητα, απολύονται καταχρηστικά ή τους επιβάλλονται από τους εργοδότες αλλαγές στους εργασιακούς όρους, όπως π.χ. μειωμένο ωράριο, λόγω της εγκυμοσύνης και των ευθυνών γονικής φροντίδας. Επιπλέον, υπάρχουν κενά στις διατάξεις προστασίας της μητρότητας που ισχύουν για τις αυτοαπασχολούμενες.
Μία από τις συνομιλήτριές μας είπε:
«Τρεις φορές σε συνέντευξη για θέση εργασίας μου είπαν: Είσαι γυναίκα, θα μείνεις έγκυος, θα βρεθούμε σε δύσκολη θέση, οπότε δεν μπορούμε να σε προσλάβουμε».
Σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας
Η σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας απαγορεύεται από την ελληνική νομοθεσία. Ωστόσο, δεν συλλέγονται δεδομένα για τη συχνότητά της σε εθνικό επίπεδο. Υπάρχουν στοιχεία από τις καταγγελίες που γίνονται στην ανεξάρτητη αρχή του Συνηγόρου του Πολίτη, αλλά πιθανόν να είναι πολύ υψηλότερος ο αριθμός των περιστατικών σε σχέση με αυτά που καταγγέλλονται. Οι γυναίκες διστάζουν να καταγγείλουν τέτοιες συμπεριφορές επειδή φοβούνται τα αντίποινα, τον στιγματισμό, την απόλυση ή την πιθανότητα νομικών αντιμέτρων. Μας είπαν:
«Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η αποδοχή της σεξουαλικής παρενόχλησης αυξήθηκε. Οι γυναίκες δεν μπορούν να χάσουν τη δουλειά τους».
Για να αλλάξει η κατάσταση προς το καλύτερο, είναι κρίσιμης σημασίας η λήψη πιο ισχυρών κανονιστικών μέτρων και η δημιουργία μηχανισμών λογοδοσίας. Επιπλέον, προτείνεται η διεξαγωγή έρευνας σε εθνικό επίπεδο ώστε να καταγραφεί η συχνότητα της σεξουαλικής παρενόχλησης και των διακρίσεων που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη και την επιστροφή στην εργασία μετά από γονική άδεια.
Η εκπαίδευση και τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να αλλάξουν τα έμφυλα στερεότυπα
Εκπαίδευση
Με χαρά επισημαίνουμε το υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο των κοριτσιών σε όλα τα επίπεδα, με το 53,2% των αποφοίτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να είναι γυναίκες, όπως επίσης και το 52,7% των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΓΓΙΦ). Οι γυναίκες κυριαρχούν στις τέχνες, τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις επιστήμες υγείας, ενώ αποτελούν την πλειοψηφία και στις νομικές σχολές και τις σχολές διοίκησης. Ωστόσο, αποτελούν τη μειονότητα στις θετικές επιστήμες και στις σχολές μηχανικών. Άρα, περισσότερη προσοχή πρέπει να δοθεί σε αυτούς τους τομείς.
Τα εκπαιδευτικά επιτεύγματα των γυναικών δεν οδηγούν στην περαιτέρω οικονομική τους εξέλιξη ούτε διασφαλίζουν την επαγγελματική τους άνοδο. Ακόμα και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, το ποσοστό των γυναικών σε ανώτερες θέσεις ηγεσίας είναι μικρότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών. Για παράδειγμα, ενώ οι γυναίκες αποτελούν τα δύο τρίτα του εκπαιδευτικού προσωπικού στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μόνο το 40% είναι διευθύντριες, αν και το ποσοστό αυτό βελτιώνεται με την πάροδο του χρόνου.
Η εκπαίδευση δίνει στις γυναίκες και στα κορίτσια τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους. Πέρα από αυτό, τα σχολεία μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή των αυστηρών έμφυλων στερεοτύπων και νορμών. Η εκπαίδευση για την ισότητα των φύλων και για τις έμφυλες νόρμες ξεκινάει από την οικογένεια, συνεχίζεται στο σχολείο, στον εργασιακό χώρο και στην κοινωνία γενικότερα. Πολλοί συνομιλητές μας επεσήμαναν ότι η αυξημένη εστίαση στην ισότητα των φύλων στην εκπαίδευση είναι ένα σημαντικό προληπτικό μέτρο για την αντιμετώπιση των βαθιά ριζωμένων στερεοτύπων που εμποδίζουν τις γυναίκες από την πλήρη απόλαυση των δικαιωμάτων τους.
Όσον αφορά την ενσωμάτωση της εκπαίδευσης για την ισότητα των φύλων στο πρόγραμμα σπουδών των σχολείων, ενώ μας ικανοποίησε η ενημέρωση από το Υπουργείο Παιδείας ότι στο πρόγραμμα σπουδών συμπεριλαμβάνονται τα ζητήματα ισότητας των φύλων, σεξουαλικού προσανατολισμού και έμφυλης ταυτότητας, άλλοι συνομιλητές μας περιέγραψαν το περιεχόμενο ως περιορισμένο και σε κάποιες περιπτώσεις αποσπασματικό. Πρώτον, γίνεται αναφορά στα ζητήματα αυτά στο μάθημα της «αγωγής του πολίτη», σε διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Δεύτερον, περιεχόμενο που αφορά την ισότητα των φύλων συναντάται σε μικρό βαθμό και στο μάθημα των θρησκευτικών, όπου ζητάται από τους μαθητές να αναλογιστούν τη θέση της γυναίκας στη θρησκεία και, τέλος, η ισότητα των φύλων και η έμφυλη ταυτότητα αποτελεί μία από τις επιλογές για τη θεματική εβδομάδα που διοργανώνει κάθε σχολείο μία φορά τον χρόνο. Ωστόσο, στη θεματική εβδομάδα, η ισότητα των φύλων είναι μόνο μία από τις πολλές διαθέσιμες επιλογές ενώ, παρόλο που δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία, ακούσαμε ότι δεν επιλέγεται συχνά η θεματική αυτή. Επιπλέον, φαίνεται να υπάρχει κενό στην ολοκληρωμένη διδασκαλία της σεξουαλικής αγωγής.
Όταν ρωτήσαμε για την αποτελεσματικότητα της σχολικής εκπαίδευσης στην καταπολέμηση των έμφυλων στερεοτύπων, ακούσαμε ότι η «εκπαίδευση για την ισότητα των φύλων είναι αποσπασματική, χωρίς συνέχεια και δεν αποτελεί πραγματικά μέρος της ζωής των νεαρών μαθητών». Δεδομένης της κυριαρχίας τέτοιων αφηγήσεων, θεωρούμε ότι θα ήταν πολύτιμο η Κυβέρνηση να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα του τρέχοντος προγράμματος σπουδών και να την ενισχύσει ώστε να υπάρχει συστηματικότητα.
Ελπιδοφόρες πρακτικές που έχουν παρατηρηθεί σε άλλες χώρες συμπεριλαμβάνουν μια «ολιστική» προσέγγιση, όπου η ισότητα των φύλων ενσωματώνεται στο πρόγραμμα σπουδών σε όλα τα επιμέρους μαθήματα. Η ισότητα των φύλων αποτελεί προτεραιότητα και βασική αξία του εκπαιδευτικού συστήματος, ενώ δίνονται και στους εκπαιδευτικούς οδηγίες για την υποχρεωτική διδασκαλία θεμάτων που άπτονται της ισότητας των φύλων. Στόχος είναι να παρουσιάζεται μια ρεαλιστική εικόνα της κατάστασης των γυναικών και των ανδρών στην κοινωνία, να καταδεικνύεται η επιβλαβής επίδραση των έμφυλων στερεοτύπων, να βοηθιούνται τα παιδιά στην κριτική ανάλυση των πολιτισμικών έμφυλων αφηγημάτων, να προωθούνται θετικά πρότυπα σχέσεων που βασίζονται στον σεβασμό και στην ισότητα και, κυρίως, να υπάρχει ευαισθητοποίηση και ενίσχυση των δράσεων για τα δικαιώματα των γυναικών. Η εκπαίδευση για την ισότητα των φύλων ως κομμάτι της εκπαίδευσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι απαραίτητη για την κατάργηση των προβληματικών έμφυλων στερεοτύπων που κρατούν πίσω τόσο τις γυναίκες όσο και τους άντρες και για την αντιμετώπιση του προβλήματος της έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της παρενόχλησης και της σεξουαλικής παρενόχλησης.
Μέσα Ενημέρωσης
Το 2016, το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης σύναψε μνημόνιο συνεργασίας με την ΓΓΙΦ για τον εντοπισμό και την εξάλειψη των έμφυλων στερεοτύπων στα μέσα ενημέρωσης. Σύμφωνα με έρευνα που έχει διεξαχθεί, το 31% από 1.500 έντυπα άρθρα που εξετάστηκαν, αναπαρήγαγε έμφυλα στερεότυπα. Μόνο στο 9,5% αυτών των άρθρων, οι γυναίκες εμφανίζονταν ως ειδικοί. Αναγνωρίζοντας το πρόβλημα αυτό, ο νέος νόμος περί ουσιαστικής ισότητας των φύλων απαιτεί από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (έντυπα, ηλεκτρονικά, διαφημίσεις) μεριμνούν για την προώθηση της ισότητας των φύλων με την προβολή μιας εικόνας απαλλαγμένης από έμφυλα στερεότυπα. Η απαίτηση αυτή εφαρμόζεται μέσα από Κώδικες Δεοντολογίας και μηχανισμούς αυτορρύθμισης για τoυς παράγοντες δημόσιας επικοινωνίας, ενώ σχετικά στοιχεία θα συλλέγονται από τη ΓΓΙΦ. Καλωσορίζουμε αυτή τη θετική εξέλιξη δεδομένης της κυριαρχίας των έμφυλων στερεοτύπων στα μέσα ενημέρωσης και της επίδρασης των μέσων αυτών στην κοινωνία. Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης παίζει σημαντικό ρόλο στην έκδοση οδηγιών και στην παρακολούθηση της συμμόρφωσης. Για να είναι αποτελεσματικό στον ρόλο του, το Συμβούλιο θα πρέπει να λαμβάνει και μέτρα πρόληψης και να διαθέτει επαρκείς πόρους.
Οι γυναίκες συνεχίζουν να υποεκπροσωπούνται στον πολιτικό και δημόσιο βίο
Πολιτικός και δημόσιος βίος
Η συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική ζωή της χώρας υστερεί σε όλα τα επίπεδα – εθνικό, περιφερειακό, τοπικό και ευρωπαϊκό. Παρόλο που έχει σημειωθεί σταδιακή πρόοδος με την πάροδο των ετών, η αλλαγή είναι αργή.
Σε εθνικό επίπεδο, από την είσοδο της πρώτης γυναίκας βουλευτή στο Ελληνικό Κοινοβούλιο το 1952, όταν οι γυναίκες απέκτησαν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, η εκπροσώπηση των γυναικών έχει σταδιακά αυξηθεί αλλά παραμένει πολύ χαμηλή. Με 18,7% των βουλευτών αυτή τη στιγμή να είναι γυναίκες, η Ελλάδα βρίσκεται στην 112η θέση ανάμεσα σε 191 χώρες παγκοσμίως και αρκετά χαμηλά μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Στην τρέχουσα Κυβέρνηση συμμετέχουν 13 γυναίκες (5 Υπουργοί, 1 Αναπληρώτρια Υπουργός και 7 Υφυπουργοί) σε σύνολο 52 μελών, αριθμός που αντιστοιχεί στο 25% του κυβερνητικού επιτελείου. Το ποσοστό που αντιστοιχεί στις γυναίκες Υπουργούς είναι ακόμα χαμηλότερο, στο 21% (5 σε σύνολο 24 Υπουργών).
Σε επίπεδο περιφερειών, δύο εκ των 13 Περιφερειαρχών είναι γυναίκες (15,4%), ποσοστό μεγαλύτερο από το 0% του 2010. Η εκπροσώπηση των γυναικών στα περιφερειακά συμβούλια είναι κάπως υψηλότερη, στο 19,5%. Στο επίπεδο των δήμων, μόλις το 4,9% των Δημάρχων είναι γυναίκες ενώ συμμετέχουν στα Δημοτικά Συμβούλια με ποσοστό 18,1%.
Η εκπροσώπηση των Ελληνίδων στο Ευρωκοινοβούλιο σημείωσε πτώση από 32% το 2009 σε 28% το 2014, παρά τη θέσπιση της ποσόστωσης του ενός τρίτου.
Οι γυναίκες έχουν σε γενικές γραμμές καλή εκπροσώπηση στη Δικαιοσύνη. Το 2011, διορίστηκε η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Σημειώνεται συνεχής αύξηση του αριθμού των γυναικών δικαστών στον Άρειο Πάγο από 2% το 2004 σε 31% το 2014.
Στη Δημόσια Διοίκηση, οι γυναίκες έχουν σε γενικές γραμμές καλή εκπροσώπηση και στα ανώτερα διοικητικά κλιμάκια. Κάποιοι κλάδοι των δημόσιων υπηρεσιών παραμένουν ανδροκρατούμενοι. Αυτή τη στιγμή, το 34,3% του Διπλωματικού Σώματος είναι γυναίκες, αν και ο αριθμός των γυναικών αυξάνεται κατά την τελευταία δεκαετία. Στο επίπεδο των επικεφαλής διπλωματικών αποστολών και Προϊσταμένων Διευθύνσεων στο Υπουργείο Εξωτερικών, το ποσοστό είναι χαμηλότερο, δηλαδή 27,5% και 30,6% αντιστοίχως.
Με βάση την τρέχουσα εικόνα της συμμετοχής των γυναικών στον πολιτικό και δημόσιο βίο της χώρας, απαιτούνται περισσότερες ενέργειες, όπως είναι η εξέταση της αποτελεσματικότητας του συστήματος ποσοστώσεων στο ισχύον εκλογικό σύστημα (που εστιάζει στην επιλογή των υποψηφίων αντί στους εκλεγμένους αντιπροσώπους). Επιπλέον μέτρα θα πρέπει να υιοθετηθούν για να ενθαρρυνθούν και να υποστηριχτούν οι γυναίκες ώστε να θέσουν υποψηφιότητα για δημόσια αξιώματα και να δοθεί στήριξη στις υποψήφιες ώστε να έχουν περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας.
Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και το γυναικείο κίνημα
Συναντηθήκαμε μέλη της κοινωνίας των πολιτών που ασχολούνται ενεργά με τα ζητήματα των δικαιωμάτων των γυναικών. Πολλά από αυτά δουλεύουν στην πρώτη γραμμή, παρέχοντας βοήθεια για την κάλυψη των αναγκών των μεταναστριών και των προσφύγων. Αυτά τα άτομα και οι οργανώσεις έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην ανταπόκριση της χώρας στις μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές. Οι περισσότερες οργανώσεις λειτουργούν με βάση τα τρέχοντα project και αντιμετωπίζουν θέματα βιωσιμότητας. Έχουν συγκεντρώσει πολύτιμη εμπειρία και τεχνογνωσία και θα πρέπει να συνεχίζουν να διαδραματίζουν ρόλο στις τρέχουσες προσπάθειες ενσωμάτωσης των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία, όπως για παράδειγμα στην εφαρμογή της πρόσφατης εθνικής στρατηγικής ενσωμάτωσης.
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που εργάζονται για την αντιμετώπιση των ζητημάτων των δικαιωμάτων των γυναικών και της ισότητας των φύλων στηρίζονται σε αφοσιωμένους εθελοντές και χρειάζονται υποστήριξη και βιώσιμη χρηματοδότηση ώστε να διαδραματίσουν έναν ρόλο υπέρ της ενδυνάμωσης των γυναικών και της ισότητας των φύλων που θα μεταμορφώσει την κοινωνία. Θα πρέπει να μπορούν να επωφεληθούν από τη δημόσια χρηματοδότηση, με στόχο την ενδυνάμωση της κοινωνίας των πολιτών μέσα από διαφανείς και αποδοτικές διαδικασίες. Η στρατηγική συνεργασία και η αλληλεγγύη μεταξύ των γυναικείων οργανώσεων θα είναι καθοριστικής σημασίας για την κινητοποίηση του γυναικείου κινήματος ισότητας.
Χρειάζονται περισσότερα μέτρα για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας
Σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), περίπου 1 στις 4 γυναίκες έχει βιώσει σωματική ή/και λεκτική βία από σύντροφό της τουλάχιστον μία φορά μετά την ηλικία των 15 ετών. Επιπλέον, το 5,8% των γυναικών κατήγγειλαν περιστατικά σωματικής ή/και σεξουαλικής βίας από τον σύντροφό τους μέσα στους τελευταίους 12 μήνες. Το 21% των γυναικών που υπέστησαν σωματική ή/αι σεξουαλική βία από οποιαδήποτε δράστη τους τελευταίους 12 μήνες δεν το είπε σε κανέναν (ποσοστό υψηλότερο κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο του 13% της ΕΕ).
Αντιμετώπιση της έμφυλης βίας κατά των γυναικών
Συγχαίρουμε την Ελλάδα για τη συμμόρφωσή της προς τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης συμπεριλαμβάνοντας την πρόληψη, τη δίωξη και την εξάλειψη της έμφυλης βίας στον Ν.4604/2019 και για την τροποποίηση του Ν.3500/2006 περί ενδοοικογενειακής βίας ώστε να περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής του και μέλη της ευρύτερης οικογένειας (όπως σύντροφοι και τα παιδιά τους) και να επιτρέπεται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του δράστη.
Μας προβληματίζουν ιδιαίτερα οι προτεινόμενες αυτή τη στιγμή τροποποιήσεις των διατάξεων περί βιασμού στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα. Μοιάζουν να μην συμβαδίζουν με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις σύμφωνα με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, καθώς ο βιασμός δεν ορίζεται βάσει της συναίνεσης και περιορίζει ακόμα περισσότερο τις συνθήκες που πρέπει να συντρέχουν για να στοιχειοθετηθεί το ποινικό αδίκημα του βιασμού. Προτρέπουμε την Κυβέρνηση να διασφαλίζει ότι ο τροποποιημένος Ποινικός Κώδικας περιλαμβάνει τον ορισμό του βιασμού βάσει της συναίνεσης. Οι συνομιλητές μας στην Κυβέρνηση μας διαβεβαίωσαν ότι η Κυβέρνηση θα τηρήσει τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από τη διεθνή νομοθεσία. Πιστεύουμε ότι η προτεινόμενη αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα προσφέρει ευκαιρία για να γίνει ένας ευρύτερος κοινωνικός διάλογος για το στίγμα και τα στερεότυπα γύρω από τη σεξουαλική βία εν γένει και τον βιασμό πιο συγκεκριμένα.
Ενημερωθήκαμε από την Κυβέρνηση ότι ενώ η διαμεσολάβηση δεν είναι υποχρεωτική βάσει της ελληνικής νομοθεσίας, προτείνεται συνήθως στις γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Αυτό αντίκειται στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης όπου ρητά αναφέρεται ότι θα πρέπει να απαγορεύεται η υποχρεωτική διαμεσολάβηση. Οι κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες στην Ελλάδα σε σχέση με τη σημασία της οικογένειας και τη διατήρηση της οικογενειακής ενότητας μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό εμπόδιο για τις γυναίκες που επιθυμούν να φύγουν από κακοποιητικές σχέσεις.
Μας προβληματίζει επίσης η έλλειψη ομαδοποιημένων ανά φύλο στοιχείων για τα εγκλήματα, πράγμα που θα επέτρεπε τον εντοπισμό των γυναικοκτονιών και της ενδοοικογενειακής βίας, όπως προτάσσει η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και η Γενική Σύσταση 35 της Επιτροπής CEDAW (Επιτροπή για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών). Τα ομαδοποιημένα βάσει φύλου δεδομένα για όλες τις μορφές έμφυλης βίας κατά των γυναικών είναι απαραίτητα ώστε να κατανοήσουμε τη συχνότητά της και να προσαρμόσουμε αναλόγως της προσπάθειες αντιμετώπισής και πρόληψής της.
Αν και αναγνωρίζουμε ότι η δύσκολη οικονομική κατάσταση της Ελλάδας καθιστά πιο δύσκολη την παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου για τις γυναίκες-θύματα βίας, μας προβληματίζει ο άνισος συντονισμός των υποστηρικτικών υπηρεσιών για τα θύματα διαφορετικών μορφών έμφυλης βίας, καθώς και των προγραμμάτων που απευθύνονται στους δράστες. Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν 21 ξενώνες για τα θύματα έμφυλης βίας σε ολόκληρη τη χώρα. Η ζήτηση για θέσεις στους ξενώνες αυξήθηκε δραματικά με την έλευση των μεταναστριών και των γυναικών προσφύγων. Ο αριθμός των ξενώνων είναι ανεπαρκής, όπως και η άμεση στέγαση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, ενώ δεν υπάρχει συνέπεια στον συντονισμό των διαφορετικών υπηρεσιών.
Χαιρετίζουμε την ειδική εκπαίδευση σε δικαστές, εισαγγελείς, αστυνομικούς, παρόχους υπηρεσιών υγείας, δημοσιογράφους και εκπαιδευτικό προσωπικό, ώστε να υπάρξει ευαισθητοποίηση και ενημέρωση για όλες τις μορφές βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών και να διασφαλιστεί ότι όλοι αυτοί οι φορείς μπορούν να παρέχουν υποστήριξη προς τα θύματα, επιδεικνύοντας την αρμόζουσα ευαισθησία. Χαιρετίζουμε την πρόσφατη απόφαση της Αστυνομίας να συστήσει ειδικές μονάδες ενδοοικογενειακής βίας, με σκοπό να βελτιώσει την ικανότητά της να αντιμετωπίσει την έμφυλη βία με ευαισθησία και αποτελεσματικότητα. Προτείνουμε οι μονάδες αυτές να συστηθούν σε ολόκληρη τη χώρα το συντομότερο δυνατόν.
Πρόληψη της έμφυλης βίας κατά των γυναικών
Στο πλαίσιο των προσπαθειών της Ελλάδας για την πρόληψη της έμφυλης βίας κατά των γυναικών, χαιρετίζουμε τις προσπάθειες της Εισαγγελίας, της ΓΓΙΦ και άλλων κρατικών φορέων να ενημερώσουν και να ευαισθητοποιήσουν μέσω των μέσων ενημέρωσης και μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Ωστόσο, απαιτείται πιο στρατηγική προσέγγιση στην πρόληψη, συμπεριλαμβανομένης της στοχευμένης και μακροπρόθεσμης εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης πάνω στα αίτια και τις συνέπειες της έμφυλης βίας, ιδίως σε αγροτικές περιοχές. Οι προσπάθειες πρόληψης πρέπει επίσης να λάβουν υπόψη τη διαφορετικότητα μεταξύ των γυναικών στην Ελλάδα, ειδικά όσων βιώνουν πολλαπλές διακρίσεις ή είναι ακόμα πιο ευάλωτες, όπως οι μειονότητες, οι μετανάστριες και οι πρόσφυγες, οι γυναίκες με αναπηρία, καθώς και οι γυναίκες τρίτης ηλικίας και οι λεσβίες, οι τρανς και οι ίντερσεξ γυναίκες.
Οι περιθωριοποιημένες ομάδες γυναικών είναι πιο ευάλωτες και βιώνουν μεγαλύτερο αποκλεισμό
Γυναίκες μετανάστριες και πρόσφυγες
Από το 2015, η Κυβέρνηση, οι τοπικές αρχές και ο λαός της Ελλάδος, ως χώρα υποδοχής πρώτης γραμμής, έχουν κληθεί να αντιμετωπίσουν την υποδοχή ενός άνευ προηγουμένου μεγάλου αριθμού μεταναστών και προσφύγων. Ακόμα και σήμερα σημειώνονται νέες αφίξεις καθημερινά. Το γεγονός αυτό ασκεί πρόσθετες πιέσεις στους κυβερνητικούς πόρους, τις υπηρεσίες και τις υποδομές. Σε στενή συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, άλλους διεθνείς οργανισμούς και με την υποστήριξη θεσμών της κοινωνίας των πολιτών, η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να προστατεύσει την αρχή της οικουμενικότητας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως η πρόσβαση στην εκπαίδευση για όλα τα παιδιά και την καθολική ιατρική περίθαλψη προς όλους, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών και των αιτούντων άσυλο και την προστασία από έμφυλη βία κατά των γυναικών. Στην πράξη ωστόσο υπάρχουν σοβαρές προκλήσεις και κενά.
Μιλήσαμε με γυναίκες μετανάστριες, αιτούσες άσυλο και πρόσφυγες στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη Λέσβο και επισκεφθήκαμε κέντρα γυναικών υπό την διαχείριση ΜΚΟ καθώς και τη δομή φιλοξενίας στη Μόρια της Λέσβου. Μείναμε άφωνοι από τις ιστορίες τους που δείχνουν την αντοχή, τη δύναμη και την ελπίδα τους για ένα καλύτερο μέλλον. Μας εντυπωσίασε το έργο των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων όσων παρέχουν χώρο και στήριξη σε γυναίκες και τα παιδιά τους. Οι οργανώσεις αυτές επιτρέπουν στις γυναίκες να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση, ενδυνάμωση και ικανότητα αυτενέργειας και είχαμε την τύχη να το διαπιστώσουμε από πρώτο χέρι στο κέντρο Μέλισσα στην Αθήνα και στο κέντρο Μπασίρα στη Λέσβο.
Υπάρχουν κάποιες θετικές εξελίξεις όσον αφορά την υποστήριξη των γυναικών προσφύγων, συμπεριλαμβανομένου του Νόμου 45/31 του 2018, που επιτρέπει στα «πρόσωπα χωρίς έγγραφα ταυτοποίησης» να καταγγέλλουν περιστατικά έμφυλης βίας χωρίς το φόβο απέλασης. Παρά την ύπαρξη σχετικής νομοθεσίας, οι επιζήσασες περιστατικών έμφυλης βίας συνεχίζουν να μην έχουν επαρκή πρόσβαση σε υπηρεσίες στήριξης και ασφάλειας. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι γυναίκες δεν έχουν τη δυνατότητα καταγγελίας λόγω της απουσίας εκπαιδευμένου προσωπικού στα αστυνομικά τμήματα ή λόγω της απροθυμίας τους να καταγράψουν το περιστατικό θεωρώντας το «οικογενειακό ζήτημα». Η απουσία διερμηνέων στα νοσοκομεία μας αναφέρθηκε σταθερά ως βασικός προβληματισμός που επηρεάζει άμεσα την ικανότητα των γυναικών να λαμβάνουν την ιατρική φροντίδα που χρειάζονται.
Μάθαμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία γυναικών στη δομή φιλοξενίας στη Μόρια θεωρείται ευάλωτη από πολλές απόψεις. Πολλές γυναίκες έχουν πέσει θύματα παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις χώρες τους και έχουν υποστεί και άλλα δεινά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων από εμπόρους και διακινητές ανθρώπων. Πολλοί ενδιαφερόμενοι ανέφεραν ότι η τρέχουσα μεταναστευτική πολιτική της συγκράτησης του αριθμού των αιτούντων άσυλο στις δομές φιλοξενίας καθιστά ακόμα πιο ευάλωτες τις γυναίκες καθώς δεν έχουν άλλη επιλογή πέρα από το να ζουν στις δύσκολες συνθήκες των δομών φιλοξενίας περιμένοντας να ολοκληρωθεί η επεξεργασία των αιτήσεων ασύλου τους. Ακούσαμε με χαρά ότι οι αρχές έχουν επανεξετάσει τις κατευθυντήριες οδηγίες του πρωτοκόλλου για τη μεταφορά των ευάλωτων γυναικών.
Στη δομή φιλοξενίας της Μόρια είδαμε με τα μάτια μας πόσο ευάλωτες είναι οι γυναίκες, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι αρχές να έχουν ξεχωριστούς χώρους για τις ανύπαντρες γυναίκες, με ή χωρίς παιδιά. Οι γυναίκες που συναντήσαμε μας είπαν ότι δεν αισθάνονται ασφαλείς και βιώνουν παρενοχλήσεις, ειδικά κατά τη διάρκεια της νύχτας όταν πηγαίνουν στις τουαλέτες στους κοινόχρηστους χώρους.
Ακούσαμε προβληματισμούς σχετικά με τα προβλήματα υγείας ορισμένων γυναικών που διαμένουν στη δομή φιλοξενίας και τη δυσκολία πρόσβασης σε ιατρική φροντίδα. Όσον αφορά την έκθεση σε περιστατικά έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της οικογενειακής βίας εντός της δομής φιλοξενίας, οι τρέχουσες λύσεις δεν λειτουργούν στην πράξη, παραβιάζουν συχνά την απαίτηση εμπιστευτικότητας και καθιστώντας το θύμα εύκολα αναγνωρίσιμο στόχο για όλους, συμπεριλαμβανομένου του θύτη. Ο αριθμός των διαθέσιμων θέσεων σε ξενώνες είναι περιορισμένος. Ταυτόχρονα η αστυνομία δεν έχει αντιληφθεί την ανάγκη ύπαρξης τρόπων αντιμετώπισης που λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των φύλων, ενώ υπάρχει και ανάγκη για περισσότερες γυναίκες αστυνομικούς. Θα πρέπει να αυξηθεί η δυνατότητα παροχής υπηρεσιών διερμηνείας στα νοσοκομεία και τα αστυνομικά τμήματα.
Οι συνθήκες υγείας και ασφάλειας των γυναικών θα πρέπει να παρακολουθούνται και να επανεξετάζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Οι γυναίκες πρόσφυγες θα πρέπει να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων για θέματα που επηρεάζουν τη ζωή τους στη δομή φιλοξενίας και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αξιοπρέπεια και σεβασμό. Οι γυναίκες μετανάστριες και πρόσφυγες με τις οποίες μιλήσαμε εξέφρασαν την έντονη επιθυμία τους να έχουν ευκαιρίες εκπαίδευσης για τις ίδιες και τα παιδιά τους. Θέλουν να αποτελέσουν θετικές συνιστώσες που θα εμπλουτίσουν και θα συμβάλλουν στην οικονομία και την πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας.
Η ανεύρεση ικανοποιητικών, ολιστικών λύσεων για τις γυναίκες πρόσφυγες προϋποθέτει βελτίωση του συνόλου των θεσμικών διαδικασιών και κουλτούρας. Δεν αρκεί η καλή θέληση των μεμονωμένων ατόμων. Απαιτείται συστημική ανταπόκριση με λογοδοσία των θεσμών. Οι εξωτερικοί δωρητές, συμπεριλαμβανομένης της Ε.Ε., θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η στήριξη που παρέχουν, αντιμετωπίζει τις ανάγκες των γυναικών μεταναστριών και προσφύγων.
Γυναίκες Ρομά
Παρά τις προσπάθειες της Κυβέρνησης να βελτιώσει την έκβαση για τις γυναίκες και τα κορίτσια Ρομά μέσω της Εθνικής Στρατηγικής για την Κοινωνική Ένταξη των Ρομά 2012-2020, εξακολουθούν να υπάρχουν υψηλά επίπεδα διακρίσεων, αποκλεισμού και στερεοτύπων.
Οι γυναίκες Ρομά αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια όσον αφορά την πρόσβαση τους σε βασικές κοινωνικές υπηρεσίες όπως στέγαση, απασχόληση, εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων εκπαιδευτικών φραγμών και κακών συνθηκών διαβίωσης. Αναφέρουν ότι εξακολουθούν να υπόκεινται σε αυθαίρετες συλλήψεις από την αστυνομία και άλλους αξιωματούχους επιβολής του νόμου, σε δυσανάλογα μεγαλύτερο βαθμό. Οι γυναίκες Ρομά αποτελούν το ένα τρίτο των γυναικών κρατουμένων στην Ελλάδα παρά το γεγονός ότι εκπροσωπούν πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού της χώρας.
Οι γυναίκες Ρομά έχουν πολύ περιορισμένη πρόσβαση σε οικονομικές ευκαιρίες και επιλογές απασχόλησης λόγω των γάμων σε μικρή ηλικία και τα υψηλά ποσοστά εγκατάλειψης του σχολείου. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μας, εμπνευστήκαμε από τις ιστορίες των διευθυντών των σχολείων που δουλεύουν με τις οικογένειες προκειμένου να υποστηρίξουν την παραμονή των κοριτσιών Ρομά στο σχολείο.
Συναντήσαμε γυναίκες Ρομά που μοιράστηκαν μαζί μας τις ιστορίες και τους προβληματισμούς τους. «Αντιμετωπίζουμε πολλά προβλήματα αλλά κανείς δεν έχει διάθεση να μας ακούσει. Προσπαθούμε εδώ και χρόνια να βελτιώσουμε τη ζωή μας».
Είναι ανησυχητική η έλλειψη στατιστικών δεδομένων αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα των Ρομά, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών. Το 2016, η Επιτροπή για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων (CERD) διατύπωσε τη σύσταση ότι η Ελλάδα θα πρέπει να αλλάξει τις δραστηριότητες συλλογής δεδομένων της επί της βάσης της ανωνυμίας και του αυτο-προσδιορισμού ατόμων και ομάδων, προκειμένου να δημιουργηθεί μια επαρκής, εμπειρική βάση για πολιτικές που θα ενισχύσουν την ισότιμη άσκηση των δικαιωμάτων που ορίζονται στη Συνθήκη από όλους. Η Επιτροπή σημείωσε ότι οι αξιόπιστες, λεπτομερείς κοινωνικοοικονομικές πληροφορίες είναι απαραίτητες για την παρακολούθηση και αξιολόγηση των πολιτικών προς όφελος των μειονοτήτων για την αξιολόγηση της εφαρμογής της Συνθήκης. Εμείς από πλευράς μας, επαναλαμβάνουμε την εν λόγω σύσταση.
Χαιρετίζουμε τα θετικά βήματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια από τις ελληνικές αρχές για τη βελτίωση της κατάστασης των γυναικών Ρομά, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας της Ειδικής Γραμματείας για την Ένταξη των Ρομά. Η εστίαση στην εφαρμογή και παρακολούθηση είναι καθοριστικής σημασίας προκειμένου να διασφαλισθεί ότι θα εκπληρωθούν όλοι οι σχετικοί στόχοι.
Κρατούμενες
Επισκεφθήκαμε το μεγαλύτερο σωφρονιστικό κατάστημα στην Ελλάδα και μείναμε ικανοποιημένοι από τις προσπάθειες που καταβάλλονται για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των κρατουμένων γυναικών, μεταξύ άλλων μέσω της παροχής πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και ανώτατης εκπαίδευσης καθώς και προγραμμάτων επανένταξης. Προσφέρεται η δυνατότητα φύλαξης παιδιών και τα παιδιά μπορούν να μένουν με τις μητέρες τους μέχρι την ηλικία των 3 ετών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γυναίκες που έχουν παιδιά ηλικίας μέχρι 8 ετών δικαιούνται εναλλακτικές μορφές κράτησης. Ωστόσο, ορισμένες από τις κρατούμενες με τις οποίες μιλήσαμε μοιράστηκαν τις επιφυλάξεις τους απέναντι στο δικαστικό σύστημα και τα εμπόδια στην πρόσβαση σε δικαστικές υπηρεσίες.
Συμπέρασμα
Η επίσκεψή μας στην Ελλάδα ανέδειξε μια σειρά σημαντικών προκλήσεων αλλά τεράστιων ευκαιριών, καθώς το κράτος βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο.
Υπάρχει διεξοδικό νομοθετικό και πολιτικό πλαίσιο αλλά απαιτείται πολύ πιο ουσιαστική εφαρμογή του. Η διαιώνιση των προτύπων και στερεοτύπων διάκρισης καθώς και οι συνέπειες της κρίσης που παρατείνεται και των μέτρων λιτότητας συνεπάγονται ότι η Ελλάδα υστερεί όσον αφορά στη διασφάλιση των δικαιωμάτων των γυναικών σε σχέση με άλλα κράτη-μέλη της Ε.Έ. Η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη όσον αφορά τις περιθωριοποιημένες ομάδες γυναικών, όπως οι μετανάστριες και οι γυναίκες Ρομά.
Η Ελλάδα έχει σήμερα σημαντική ευκαιρία να διασφαλίσει ότι το δικαίωμα των γυναικών για ισότητα σε όλες της σφαίρες της δημόσιας ζωής βρίσκεται στην καρδιά της οικονομικής και κοινωνικής ανανέωσης της χώρας.
Προκειμένου να αξιοποιηθεί η εν λόγω ευκαιρία, η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων θα πρέπει να παίξει κεντρικό και μετασχηματιστικό ρόλο στο πλαίσιο του νέου Νόμου 4604/2019 για την Ουσιαστική Ισότητα των Φύλων, διασφαλίζοντας τη θέση της ως σημαντικά ενδυναμωμένο, κεντρικό κυβερνητικό όργανο για την ισότητα των φύλων.
Τα συμπεράσματα και οι συστάσεις μας θα παρουσιαστούν πιο ενδελεχώς στην έκθεση που θα υποβληθεί στο Συμβούλιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τον Ιούνιο του 2020.
12 Απριλίου 2019

 


ΓΕΝΕΥΗ/ΑΘΗΝΑ (12 Απριλίου 2019) – Η Ελλάδα έχει τη μοναδική ευκαιρία να ενδυναμώσει ταυτόχρονα την οικονομία της και να κάνει βήματα προόδου στον τομέα
των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών, θέτοντας την ισότητα μεταξύ των φύλων ως προτεραιότητα στο πλαίσιο της κοινωνικής και οικονομικής της ανάκαμψης, λέει η ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων των Ηνωμένων Εθνών.

«Η Ελλάδα έχει θεσπίσει ένα ισχυρό νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο για την προώθηση της ισότητας των φύλων. Χαιρετίζουμε όλα τα μέτρα που αποσκοπούν στην ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή», αναφέρει η Ομάδα Εργασίας των Η.Ε. για τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στη νομοθεσία και στην πράξη, στην ανακοίνωσή της μετά την επίσκεψή Οι εμπειρογνώμονες σημείωσαν επίσης ότι η νομοθεσία για την προστασία της μητρότητας δεν έχει καθολική εφαρμογή και εξέφρασαν τους προβληματισμούς τους για τις συνεχιζόμενες διακρίσεις λόγω εγκυμοσύνης και οικογενειακών υποχρεώσεων, καθώς και τις µισθολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων και την απουσία γυναικών σε ηγετικές θέσεις.
«Παρατηρήσαμε επίσης δυσκολίες στην παροχή επαρκούς στήριξης στις γυναίκες που έχουν υποστεί βία και μας προβληματίζει ιδιαίτερα η πρόσφατη αναχρονιστική πρόταση τροποποίησης του Ποινικού Κώδικα αναφορικά με τον ορισμό του βιασμού», είπαν.
«Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι συντονισμένη προσπάθεια για την υλοποίηση, την παρακολούθηση και τη λογοδοσία αναφορικά με μέτρα που θα αντιμετωπίσουν τα προβλήματα, καθώς και η δέσμευση των απαραίτητων πόρων για κοινωνική προστασία και λοιπές υπηρεσίες, ιδιαίτερα για δράσεις που αποσκοπούν στη μείωση του όγκου της μη αμειβόμενης εργασίας των γυναικών ως φροντιστών και στις προσπάθειες πρόληψης της έμφυλης βίας.
Εξίσου σημαντικές είναι οι προσπάθειες να αλλάξουν οι ισχύουσες κοινωνικές νόρμες και τα έμφυλα στερεότυπα μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και των μέσων ενημέρωσης. Χωρίς ισχυρή παρέμβαση, δεν θα αξιοποιηθεί η ευκαιρία επιτάχυνσης της οικονομικής ανάκαμψης μέσω της ισότιμης συμμετοχής των γυναικών στην κοινωνική και οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας».
Οι εμπειρογνώμονες καλούν την Ελλάδα να δώσει προτεραιότητα στην ενδυνάμωση των θεσμικών της μηχανισμών, όπως η Γενική Γραμματεία για την Ισότητα των Φύλων που θα υποστηρίξει τον νέο νόμο για την ουσιαστική ισότητα των φύλων, το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ισότητα των Φύλων και τον Συνήγορο του Πολίτη. Πρότειναν επίσης τη στοχοθεσία και τη συλλογή δεδομένων.
Οι εμπειρογνώμονες πρόσθεσαν τα εξής: «Συγχαίρουμε την Κυβέρνηση για τη δέσμευσή της για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του πρωτοφανούς μεγάλου αριθμού μεταναστών και προσφύγων που έφτασαν στη χώρα από το 2015.
Ωστόσο, μας προβληματίζουν τα σοβαρά προβλήματα και τα κενά στην πράξη. Είδαμε με τα μάτια μας την ιδιαίτερη ευαλωτότητα των γυναικών και μας ανησυχεί η ασφάλειά τους και η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης».
Η αποστολή της Ομάδας Εργασίας επισκέφθηκε την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη Λέσβο και συνάντησε εθνικούς και τοπικούς κυβερνητικούς αξιωματούχους καθώς και εκπροσώπους κρατικών θεσμών και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και ιδιώτες. Επισκέφθηκε επίσης ένα σχολείο, ένα σωφρονιστικό κατάστημα και μια δομή
φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων.
Οι εμπειρογνώμονες θα υποβάλουν την πλήρη έκθεση τους στο Συμβούλιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών τον Ιούνιο του 2020. Τα ευρήματά τους θα βοηθήσουν στη δρομολόγηση των εθνικών και διεθνών προσπαθειών προώθησης της ισότητας των φύλων και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γυναικών και κοριτσιών σε όλο τον κόσμο.
Η Ομάδα Εργασίας των ΗΕ για τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στη νομοθεσία και στην πράξη δημιουργήθηκε από το Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών το 2011 για να προσδιορίσει, να προωθήσει και να ανταλλάξει απόψεις σε διαβούλευση με τα κράτη και άλλους φορείς για καλές πρακτικές που σχετίζονται με την εξάλειψη των νόμων που προωθούν τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών. Η Ομάδα έχει επιφορτιστεί επίσης με το άνοιγμα διαλόγου με τα κράτη καθώς και με άλλους φορείς σχετικά με νόμους που επιδρούν αρνητικά σε βάρος των γυναικών και προωθούν τις διακρίσεις.

Η Ομάδα Εργασίας αποτελείται από πέντε ανεξάρτητες εμπειρογνώμονες: την κα Ivana Radačić (Κροατία) Πρόεδρο, την κα Alda Facio (Κόστα Ρίκα), την κα Elizabeth Broderick (Αυστραλία), την κα Meskerem Geset Techane (Αιθιοπία) και την κα Melissa Upreti (Νεπάλ).

Φέτος γιορτάζουμε την 40η επέτειο από την υιοθέτηση της Σύμβασης για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών από τη Γενική Συνέλευση των Η.Ε. στις 18 Δεκεμβρίου 1979.

Ανθρώπινα Δικαιώματα ΟΗΕ, Σελίδα χώρας – Ελλάδα


Για το αγγλικό πρωτότυπο κάνετε κλικ εδώ

OMCT: Greece: Ongoing arbitrary restriction to freedom of movement of minority rights defender Slavko Mangovski

omct

omct_logo_text_en

Greece: Ongoing arbitrary restriction to freedom of movement of minority rights defender Slavko Mangovski

 CASE GRE 181116.1
HUMAN RIGHTS DEFENDERS


Restrictions to freedom of movement /

Entry ban / Arbitrary detention

The International Secretariat of the World Organisation Against Torture (OMCT) requests your urgent intervention in the following situation in Greece.

 

New information:

 

The International Secretariat of OMCT has been informed by the Greek Helsinki Monitor (GHM) about the ongoing arbitrary restriction to freedom of movement of Mr. Slavko Mangovski, Macedonian minority activist who has been for years cooperating also with GHM.

 

According to the information received, on March 2, 2019, Mr. Mangovski was denied entry into Greece under the argument that an alert refusing entry in the country has been issued against him in the national register. Mr. Mangovski’s attempt to enter Greece followed the reception of a letter from the Greek Ombudsman, dated October 15, 2018 but received only in mid February 2019, in which the Ombudsman informed him that he was not listed into the list of undesirable third country nationals kept at the Greek Police Headquarters in Athens. The involvement of the Greek Ombudsman follows a complaint filed in May 2018 by the GHM on behalf of Mr. Mangovski as well as Ms. Trendafilka Sandeva, a lawyer with long-term cooperation with GHM on human rights issues who’s also facing an entry ban, as well as a second complaint filed by Mr. Mangovski in October 2018.

 

OMCT recalls that this is not the first attack against Mr. Slavko Mangovski (see background information) and highlights that the situation of human rights defenders and solidarity actors in Greece has been critical for years. Human rights defenders working on migrants’ and minority rights are consistently targeted for their legitimate work and face different types of attacks, including surveillance, arbitrary arrests, detentions, ill-treatment, entry bans and expulsion[1]. At the same time, several complaints related to racism and minority’s rights have not been investigated and/or have been sent to the “archive of unknown perpetrators[2]. OMCT is particularly concerned by the continued increasing of violent attacks and threats against minority rights defenders in Greece[3].

 

OMCT condemns the use of entry bans against defenders and journalists working on the rights of minorities on the ground of posing threats to national security, which appears only to be aimed at sanctioning their legitimate human rights activities. OMCT urges the Greek authorities including the Greek Ombudsman to promptly and efficiently investigate the allegations as well as to ensure a due process including by providing all relevant documents that would allegedly justify an entry ban against Mr. Mangovski and Ms. Sandeva. Finally, we urge the Greek authorities to immediately and unconditionally lift such bans and more generally to put an end to all acts of harassment against all migrants and minority rights defenders in Greece.

 

Background information:

 

On August 11, 2000, a ban preventing him from entering Greece was issued against Mr. Mangovski. Such decision was lifted two days after GHM intervened before the Greek authorities on his behalf.

 

On October 24, 2016, Mr. Mangovski was travelling from Macedonia to Greece in order to meet with Macedonian minority activists. At the Niki/Medzitlija Macedonian-Greek border crossing, he was denied entrance to Greece and informed that he was, since June 4, 2013, listed on the national registry of persons not allowed entering the Greek territory. The authorities provided him with a copy of the official document pronouncing his ban; it was the first time Mr. Mangovski learned about the existence of such ban against him, which prevented him from being able to use in a timely manner the available legal remedy to contest such measure soon after it was imposed. Moreover, he was given no explanation either about the grounds of the ban or the length of the measure.

 

The International Secretariat of OMCT is concerned that the ongoing ban could be linked to Mr. Mangovski’s participation as a speaker to the joint Macedonian Human Rights Movement International (MHRMI) and Association of Refugee Children from Aegean Macedonia (ARCAM) Gala Banquet on June 1, 2013, in Toronto, commemorating the 65th anniversary of the plight of the Detsa Begaltsi (Macedonian minority Children Refugees from the Greek Civil War).

 

Actions requested:

 

Please write to the authorities in Greece, urging them to:

 

  1. Guarantee the freedom of movement of Mr. Slavko Mangovski and Ms. Trandaflika Sandeva, by immediately and unconditionally lifting the prohibition to enter the country which was issued against them, as it seems to only aim at sanctioning their legitimate human rights activities;

 

  1. Promptly and efficiently investigate these acts of harassment against including any potential individual responsibilities within the Greek administration, as well as to ensure a due process including by providing all relevant documents that would allegedly justify an entry ban against them;

 

  • Put an end to all acts of harassment against Mr. Mangovski and Ms. Sandeva, as well as against all minority rights defenders in Greece, so that they are able to carry out their work without hindrance or fear of reprisals;

 

  • Conform with the provisions of the UN Declaration on Human Rights Defenders, adopted by the General Assembly of the United Nations on December 9, 1998, especially Articles 1 and 12.2; and

 

  1. More generally, ensure in all circumstances the respect for human rights and fundamental freedoms in accordance with the Universal Declaration of Human Rights and with international and regional human rights instruments ratified by Greece.

 

 

Addresses:

 

  • Prime Minister of Greece, Mr. Alexis Tsipras, Email: mail@primeminister.gr
  • Minister of Foreign Affairs, Professor George Katrougkalos, grypex@mfa.gr dgypex@mfa.gr
  • Minister of Justice Mr. Michalis Kalogirou Email: grammateia@justice.gov.gr
  • Minister for Citizens Protection of Greece, Ms. Olga Gerovasili, Email: minister@mopocp.gov.gr
  • General Secretary for Transparency and Human Rights, Ms. Maria Yannakaki, Fax: Email: ggdad@justice.gov.gr
  • Permanent Representative of Greece, Ms. Anna Korka, Permanent Mission of Greece to the United Nations in Geneva, Switzerland, Email: gva@mfa.gr
  • Ambassador of Greece, H.E. Eleftheria Galathianaki, Embassy of Greece in Brussels, Belgium,  Email: bru@mfa.gr
  • Permanent Representative of Greece, H.E. Papastavrou Andreas, Permanent Representation to the European Union (EU),  Email: bruxelles@rp-greece.be

 

Please also write to the diplomatic mission or embassy of Greece in your respective country.

 

***

 

Geneva-Brussels, March 6, 2019

 

Kindly inform us of any action undertaken quoting the code of this appeal in your reply.

 

 

Created in 1985, the World Organisation Against Torture (OMCT) is the main coalition of non-governmental organisations (NGO) fighting against torture, summary executions, enforced disappearances and all other cruel, inhuman or degrading treatment, as well as for the protection of human rights defenders. With more than 200 affiliated organisations in its SOS-Torture Network, OMCT aims at accompanying, reinforcing and protecting anti-torture organisations in particular in erosive environments and provides a comprehensive system of support and protection for human rights defenders around the world.

 

[1]           See OMCT’s “Written Submission to the 35th Session of the United Nations Human Rights Council on the situation of minority rights defenders”, issued on February 21, 2018.

[2]           See OMCT’s Urgent appeal “Greece: Impunity regarding the attacks perpetrated in December 2016 against minority rights defenders“, issued on February 21, 2018

[3]           See the Observatory (OMCT-FIDH), Urgent Appeal on the break-in and arson attack of the Afghan Community Centre’s premises in Athens and the threats targeting the Hellenic League for Human Rights (HLHR), GRE 001 / 0318 / OBS 036, published on March 30, 2018.

Αυτοί που δε γύρισαν. Οι (Σλαβο)Μακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου

Popaganda  – 26/01/2019

ΤΟ-ΜΕΤΕΩΡΟ-ΒΗΜΑ-9.jpg

Αυτοί που δε γύρισαν. Οι (Σλαβο)Μακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου

Η Συμφωνία των Πρεσπών εγκρίθηκε. Ίσως ήρθε η ώρα να λυθεί και μια μεγάλη ιστορική αδικία που μας βαραίνει εδώ και δεκάδες χρόνια. Ένα ρεπορτάζ της Μαρίας Λούκα.

Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει «δικό μου είναι»
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έγραψε αυτό το ποίημα το 1982. Στη συνέχεια το ενέταξε στο φιλμικό κείμενο της ταινίας «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» (φωτογραφία εξωφύλλου). Γιατί μάλλον για εκεί ήταν γραμμένο, για μια εικονοποιητική ελεγεία του προσφυγικού πόνου, για τις χαραγμένες γραμμές στο χάρτη που βάζουν όρια στην ύπαρξη, για τα ανεκπλήρωτα τάματα που κουβαλάνε τα ποτάμια, για τις ρίζες που τραβήχτηκαν μανιασμένα από το χώμα, για τις ιστορίες που σβήστηκαν με μια μικρόψυχη σφραγίδα,  για τους ανθρώπους που πέρασαν όλη τους τη ζωή σε τόπους – αίθουσες αναμονής και ποτέ δε φτάσανε στον προορισμό τους.

Από παλιά διωγμένοι, μόνιμα επισκέπτες, παντού ξένοι και εμφατικά ανεπιθύμητοι. Αυτοί που, σε καιρό ειρήνης, δε μπόρεσαν να επιστρέψουν στα χωριά που γεννήθηκαν και πέθαναν μ’ αυτό το μαράζι.

Σκηνή από το «Μετέωρο βήμα του πελαργού».


Σ
τη Φλώρινα, στην Καστοριά, στις Πρέσπες υπάρχουν σημεία σημαδεμένα από την απουσία, την ερήμωση και τον βίαιο εξανδραποδισμό της μνήμης. Οικογένειες ολόκληρες που χωρίστηκαν σε ζόρικους καιρούς και δεν αντάμωσαν ξανά, σχέσεις ζωής που έμειναν μετέωρες να ξεροσταλιάζουν σε αντικριστές πόλεις αλλά θωρακισμένες με αόρατα τείχη αποκλεισμού, λίγα χιλιόμετρα που πήραν την απόσταση της αβύσσου.

Αυτή είναι η – άβολη για το ελληνικό κράτος και τραγική για τους πρωταγωνιστές της –  ιστορία των πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου που δε γύρισαν ποτέ. Όχι επειδή το επέλεξαν αλλά επειδή τους το απαγόρευσαν, καθώς χαρακτηρίστηκαν ως «μη Έλληνες το γένος».

alexandros_katsis_pop_prespes_17_-960x640.jpgΠρέσπες βράδυ στο χωριό Άγιος Γερμανός. Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής

Ξετυλίγοντας αυτό το ένοχο κουβάρι, γυρίζουμε προς τα πίσω στην ταραγμένη δεκαετία του ’40 που διαδραματίστηκε μια από τις τελευταίες και πλέον σαρωτικές πράξεις διώξεων και πειθάρχησις των σλαβόφωνων πληθυσμών της Βόρειας Ελλάδας.

Ούτως ή άλλως το ελληνικό κράτος ήδη από την εποχή της μεταξικής δικτατορίας είχε εντείνει μια στρατηγική σκληρής αφομοίωσης και καταστολής των συγκεκριμένων πληθυσμών απαγορεύοντας την έκφραση γλωσσικών και πολιτισμικών στοιχείων, ενώ είχε εισάγει την έννοια του «αλλογενούς» ως μεταβλητή στις πολιτικές ιθαγένειας. Με το προεδρικό διάταγμα του 1927 προβλεπόταν η στέρηση ιθαγένειας για «αλλογενείς έλληνες υπηκόους , εγκαταλίποντες το ελληνικόν έδαφος άνευ προθέσεως επανόδου».

Την περίοδο της ναζιστικής κατοχής αρκετοί Σλαβομακεδόνες*– όπως αυτοπροσδιορίζονταν – συμμετείχαν ενεργά στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ. Η προσέγγιση του ΚΚΕ, που αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά των αντιστασιακών οργανώσεων, κινούνταν στον αντίποδα του επίσημου ελληνικού κράτος και προέκρινε το σεβασμό και την ισότητα των μειονοτήτων. Πτυχή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στη Φλώρινα ήταν η λειτουργία των σχολείων , όπου τα παιδιά μάθαιναν και την απαγορευμένη μητρική τους γλώσσα.

Η ανάσα ελευθερίας που πήραν ήταν φευγαλέα. Μετά την απελευθέρωση της χώρας βίωσαν κι οι ίδιοι, όπως και οι περισσότεροι αγωνιστές της Αντίστασης την απόλυτη αντιστροφή της πραγματικότητας. Αυτοί που πολέμησαν τους Ναζί  βρέθηκαν ξανά διωκόμενοι από τους συνεργάτες των Ναζί που είχαν αναλάβει ρυθμιστικό ρόλο στη νέα συνθήκη. Η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ελλάδα για πολιτικούς λόγους, ήταν μια (Σλαβο)μακεδόνισσα αγωνίστρια της ΕΠΟΝ και στη συνέχεια του Αντιφασιστικού Μετώπου Γυναικών, η δασκάλα Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα). Την συνέλαβαν στις 6 Ιουλίου του 1946 άνδρες των ΜΑΥ (Μονάδες Αστυνόμευσης Υπαίθρου). Υποβλήθηκε σε άγρια βασανιστήρια όπως θάψιμο στο έδαφος και εικονική εκτέλεση, βελόνες στα νύχια, δημόσια διαπόμπευση στην πόλη. Στο δικαστήριο παρωδία που έγινε , όταν τη ρώτησαν «Τί είσαι εσύ;» απάντησε:

mirka_ginova
Η δασκάλα Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα).

 

«Είμαι (Σλαβο)μακεδόνισσα και πιστεύω στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας, επειδή μόνο αυτό το κόμμα εκπροσωπεί όλους τους λαούς της Ελλάδας και εγγυάται στους Μακεδόνες ίσα δικαιώματα με όλους τους άλλους. Πολέμησα στην Κατοχή εναντίον του Ναζί κατακτητή. Με ιδιαίτερο μίσος πολέμησα εναντίον των Βουλγάρων φασιστών, οι οποίοι προσπαθούσαν να ρίξουν τον μακεδονικό λαό στα νύχια των Ταγμάτων Ασφαλείας». Στην αναγγελία της θανατικής της καταδίκης, αντέτεινε με ψυχραιμία: «Δε φοβάμαι ότι θα με σκοτώσετε. Πίσω μου στέκουν χιλιάδες Μακεδόνισσες και Ελληνίδες γυναίκες που θα συνεχίσουν τον αγώνα. Είμαι περήφανη που πεθαίνω αγωνιζόμενη για την ελευθερία του λαού».

Εκτελέστηκε στις 26 Ιουλίου αλλά η ελληνική ακροδεξιά τη φοβάται και νεκρή, αφού πρόταση του ΚΚΕ να δοθεί το όνομα της σε δρόμο της Έδεσσας απορρίφτηκε με βδελυγμία.

Την περίοδο του Εμφυλίου το 20-25% της δύναμης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος (ΔΣΕ) αποτελούνταν από Σλαβομακεδόνες μαχητές και μαχήτριες. Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας στο σχετικό κεφάλαιο αναφέρουν: «Οι Σλαβομακεδόνες κινητοποιήθηκαν ξανά στα χρόνια του Εμφυλίου στο πλευρό του ΔΣΕ , συγκροτώντας τα δικά τους στρατιωτικά τμήματα (ΝΟΦ)… Στις περιοχές που έλεγχε ο Δημοκρατικός Στρατός λειτούργησαν σχολεία στη σλαβομακεδονική γλώσσα , τα σλαβομακεδονικά χωριά εφοδίαζαν τους μαχητές με τρόφιμα κι εργάζονταν στην κατασκευή οχυρωματικών έργων , εκδίδονταν έντυπα στη σλαβομακεδονική γλώσσα , επιμορφώνονταν δάσκαλοί κοκ». Με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού πήραν τον αγκαθωτό δρόμο της προσφυγιάς  με τελικό προορισμό τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Για τους ίδιους η διαμονή τους εκεί είχε πάντα μια έννοια προσωρινότητας. Αυτό που διακαώς επιθυμούσαν ήταν να επιστρέψουν στους τόπους, τις οικογένειες και τα σπίτια που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, η ελληνική Βουλή είχε προλάβει να ρίξει τα νομοθετικά θεμέλια για τη συλλογική αδικία που ακολούθησε, θεσπίζοντας το 1947 ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο: «Έλληνες υπήκοοι διαμένοντες προσωρινώς ή μονίμως εις το εξωτερικόν, οίτινες διαρκούσης της παρούσης ανταρσίας δρουν αποδεδειγμένως αντεθνικώς ή ενισχύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον κατά του κράτους διεξαγόμενον συμμοριακόν αγώνα, δύνανται να αποστερηθούν της Ελληνικής Ιθαγένειας».

alexandros_katsis_pop_prespes_05_-960x640.jpgΕμφυλιοπολεμικό σύμβολο κρεμασμένο σε ξενοδοχείο της περιοχής.

Σύμφωνα με μια συγκεντρωτική καταγραφή των υπηρεσιών ασφαλείας 102.754 πολίτες έφυγαν από τη χώρα τη δεκαετία του ’40 για πολιτικούς λόγους, από τους οποίους οι 75.886 στερήθηκαν την ιθαγένεια.  Κάπως έτσι  – αυθαίρετα και αυταρχικά – αφαιρέθηκε η ιθαγένεια στους ηττημένους του Εμφυλίου. Το κράτος που άρθρωσε τη ρητορική των «εαμοβούλγαρων» και των «κομμουνιστοσυμμοριτών» μετατράπηκε σε μια καταστατική συμμορία που έκλεψε από χιλιάδες ανθρώπους την ιθαγένεια τους, τα σπίτια τους (καθώς οι περισσότερες ιδιοκτησίες δημεύτηκαν) και τη μνημονική τους υπόσταση. Αξιοποίησε με πνεύμα ωμού ρεβανσισμού την έκβαση του Εμφυλίου αφενός για να καταστείλει τον «εσωτερικό εχθρό» που ήταν το κίνημα χειραφέτησης που γεννήθηκε στην Αντίσταση και αφετέρου για να προχωρήσει σε μια νομιμοφανή εκκαθάριση των μειονοτικών υπολειμμάτων που θεωρούνται επικίνδυνα για τον εθνική αφήγηση. Η ίδια πολιτική συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες στη βάση του άρθρου 19 του Κώδικα Ιθαγένειας που θεσπίστηκε το 1955 και καταργήθηκε μόλις το 1998.

Ένα από τα βασικά αιτήματα του δημοκρατικού κινήματος μετά την πτώση της χούντας ήταν η επιστροφή των πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου. Τα Χριστούγεννα του 1982 ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοίνωσε την εκπλήρωση της επιθυμίας του κόσμου και η αποτύπωση της ήρθε με την υπουργική απόφαση των Γεννηματά και Σκουλαρίκη. Η απόφαση όριζε πως «μπορούν να επιστρέψουν ελεύθερα στην Ελλάδα όλοι οι Έλληνες το γένος που κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και λόγω αυτού κατέφυγαν στην αλλοδαπή ως πολιτικοί πρόσφυγες , έστω και αν απεστερήθησαν της Ελληνικής Ιθαγένειας». Η πολυπόθητη επανόρθωση είχε αστερίσκο και εσώκλειε μια εξαίρεση ρατσιστικού χαρακτήρα.

Σύμφωνα με μια συγκεντρωτική καταγραφή των υπηρεσιών ασφαλείας 102.754 πολίτες έφυγαν από τη χώρα τη δεκαετία του ’40 για πολιτικούς λόγους, από τους οποίους οι 75.886 στερήθηκαν την ιθαγένεια. 

Οι «μη Έλληνες το γένος», επί της ουσίας δηλαδή οι σλαβόφωνοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού και τα παιδιά τους δε χωρούσαν ούτε σ’ αυτήν την προσπάθεια ιστορικής αποκατάστασης. Για πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους που υπήρξαν ηγετικές μορφές της Αντίστασης στη Βόρεια Ελλάδα, ήταν αδιανόητος όχι μόνο ο επαναπατρισμός αλλά και η απλή επίσκεψη στη χώρα κι εκεί συντελέστηκαν πολλά ασήκωτα υπαρξιακά δράματα με ανθρώπους που έμεναν στη Μπίτολα – για παράδειγμα – και δεν πήραν άδεια να επισκεφτούν το χωριό τους ούτε για την κηδεία ενός αγαπημένου προσώπου.

Οι αρχές για να μη δώσουν άδεια εισόδου μερικών ωρών ή ημερών σε Σλαβομακεδόνες πολιτικούς πρόσφυγες, εφεύρισκαν διάφορα προσκόμματα όπως το ότι μπορεί στο διαβατήριο τους να αναγράφονταν ο τόπος γέννησης με το σλαβόφωνο τοπωνύμιο αλλά η συνηθέστερη αιτία ήταν ότι επρόκειτο για ανθρώπους φακελωμένους στις «μαύρες λίστες» της κρατικής ασφάλειας.

hqdefault
Ο Βάσκο Καρατζά, στιγμιότυπο από youtube.

Ο Βάσκο Καρατζά (Βασίλης Καρατζάς) γεννήθηκε στο Δενδροχώρι Καστοριάς το 1926. Ο μεγαλύτερος αδερφός του , ο Τάσο Καρατζά ήταν εξόριστος στην Ακροναυπλιά όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Πήρε μέρος στην Αντίσταση, συνελήφθη, φυλακίστηκε και εκτελέστηκε στο Γεντί Κουλέ. Ο Βάσκο ήταν γραμματέας της ΕΠΟΝ Κορεστείων την περίοδο της ναζιστικής κατοχής. Στο Εμφύλιο ήταν ασυρματιστής στο επιτελείο του Μάρκου Βαφειάδη. Μετά την ήττα βρέθηκε στην Τασκένδη και ήταν μέλος της επιτροπής για τον Έντιμο Επαναπατρισμό. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στα Σκόπια, όπου δούλευε ως εργοδηγός στη βιομηχανία αντλιών και ταυτόχρονα έγραφε στίχους και μετέφραζε από τα ελληνικά στα μακεδονικά έργα κορυφαίων ελλήνων ποιητών.

Για το ελληνικό κράτος ήταν στιγματισμένος ως κομμουνιστής και Σλαβομακεδόνας. Μιλώντας στην Κυριακή Μάλαμα στο πλαίσιο της σειράς ντοκιμαντέρ «Εκτός Ιστορίας» περιέγραψε τη μια φορά που τον άφησαν να επισκεφτεί την Ελλάδα μετά από 36 χρόνια: «Πρώτη φορά το Νοέμβρη του 1985 πήρα άδεια να δω το χωριό μου. Όταν ανέβηκα στον πλατύδρομο κι αντίκρισα το βουνό, τις σειρές με τα δάση και τα άλλα, άνοιξα τα χέρια μου. Ήθελα να τα’ αγκαλιάσω όλα… Δεν έχω συνηθίσει να κλαίω, ανοίγω τα χέρια μου σα να καταπραΰνω τον πόνο μου. Πήρα ξανά βίζα στις 30 Μαΐου. Έφτασα στους Ευζώνους. Η υπηρεσία στα σύνορα μου είπε ότι πρέπει να γυρίσω πίσω. Μου έδωσαν κι ένα χαρτί με το οποίο μου ανακοίνωναν ότι είμαι ανεπιθύμητος στην Ελλάδα».

Κι έτσι , όπως η έσβηνε η λέξη στα χείλη του, κοκαλωμένα , χωρίς φωναχτό συναίσθημα, σαν αθόρυβος πνιγμός συνειδητοποιούσες ότι αυτό είναι η ακηδία, η θλίψη που είναι τετελεσμένη , ακαταμέτρητη και βουβή. Ο Βάσκο Καρατζά δεν πήρε άδεια ούτε για να παραβρεθεί σε συνέδριο συγγραφέων μετά από επίσημη πρόσκληση του ΕΚΕΒΙ. Ακόμα και το 2000 που η ελληνίδα πρόξενος στα Σκόπια είχε υπογράψει τη βίζα του, οι συνοριοφύλακες εφάρμοσαν τους δικούς τους κανονισμούς. «Πρέπει να είναι φοβερά επικίνδυνο πρόσωπο αυτός ο κύριος Καρατζάς . Κάτι σαν Σκοπιανός Τζέιμς Μποντ που θα μπορούσε μόνος του να εξουδετερώσει όλο τον ελληνικό στρατό. Αλλιώς δεν καταλαβαίνω γιατί το ελληνικό κράτος ανακάλεσε την ίδια του τη βίζα! Λίγη ανθρωπιά δε θα έβλαπτε. Και λίγη εξυπνάδα επίσης. Οι περιπτώσεις αυτές μαθαίνονται διεθνώς και διασύρουν τη χώρα», έγραφε τότε ο Νίκος Δήμου. Πέθανε το Φλεβάρη του 2005. Το ελληνικό κράτος δεν του αναγνώρισε το διαχρονικά ιεροποιημένο δικαίωμα στον ανθρώπινο πολιτισμό να πεθάνεις στον τόπο που γεννήθηκες.

Η περίπτωση του Βάσκο Καρατζά είναι πολύ εμβληματική και συνάμα αντιπροσωπευτική, καθώς συμπυκνώνει τη συλλογική αδικία που υπέστησαν και δυστυχώς υφίστανται ακόμα οι «μη Έλληνες το γένος» πολιτικοί πρόσφυγες. Το 1993 ο Παύλος Κουφής, τιμημένος ανθυπολοχαγός το 1940-41, Εαμίτης, δάσκαλος στα σλαβόφωνα σχολεία της απελευθερωμένης Ελλάδας, μαχητής του ΔΣΕ έγραψε στην τοπική εφημερίδα της Φλώρινας ένα συγκινητικό στιγμιότυπο που έζησε για να υπενθυμίσει την εκκρεμότητα των «ανιθαγενών» συντρόφων του: «Το 1987 ταξίδεψα από την Αθήνα για να παραβρεθώ σε χαρά γάμου συγγενών μου στα Σκόπια. Την ώρα της επιστροφής ήρθε να με χαιρετίσει ο παιδικός μου φίλος Αναστάσης Ναουμ Γιουρούκης, ογδόντα χρονών τότε. Με βουρκωμένα μάτια με σφιχταγκάλιασε. Πάρε με μαζί σου αγαπητέ – έλεγε – , βάλε με στη βαλίτσα σου. Σαν πας στο χωριό , όλους να τους χαιρετήσεις. Να γλυκοφιλήσεις το ρημαγμένο μας σπίτι, τα αγριόχορτα της αυλής»

popaganda_balkans_2-960x640.jpgO Χάρτης που αλλάζει κάθε λίγο και λιγάκι.

Στο τέλος της δεκαετίας του 80 το ΚΚΕ έκανε επίσημο διάβημα ζητώντας τον «επαναπατρισμό των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων σλαβικής καταγωγής». Την περίοδο της Οικουμενικής κυβέρνησης του Ζολώτα, ο Χαρίλαος Φλωράκης σε μια ιστορία συζήτηση των τριών αρχηγών (Φλωράκη, Παπανδρέου, Μητσοτάκη) στο Πάντειο Πανεπιστήμιο επανέφερε το θέμα «Για φανταστείτε! Υπάρχουν πολιτικοί πρόσφυγες που γεννήθηκαν στην περιοχή αυτή. Εκεί μεγάλωσαν, εκεί έχουν τους συγγενείς τους και να μη τους επιτρέπουν να επαναπατριστούν γιατί είναι σλάβικης καταγωγής».

Το 2003 ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης έθεσε το ζήτημα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Είτε ατομικά, είτε μέσω φορέων ανθρωπίνων δικαιωμάτων οι πολιτικοί πρόσφυγες που δεν έχουν αποκατασταθεί έχουν προσφύγει στους διεθνείς οργανισμούς.

Το 2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας του Συμβουλίου της Ευρώπης συνέστησε για ακόμη μια φορά στις ελληνικές αρχές «να λάβουν μέτρα για να εφαρμόσουν με μη μεροληπτικό τρόπο τα μέτρα συμφιλίωσης που έλαβαν για όλους εκείνους που τράπηκαν σε φυγή λόγω του εμφύλιου πολέμου». Το 2010 έξι βουλευτές του Σύριζα κατέθεσαν ερώτηση στη Βουλή στηλιτεύοντας τα «μετεμφυλιακά σύνδρομα» και ρωτώντας τα αρμόδια υπουργεία «πότε σκοπεύουν να αφαιρέσουν από τους νόμους τη μεροληπτική, ρατσιστική και μισαλλόδοξη διάκριση Έλληνες το γένος». Τότε ήταν αντιπολίτευση. Σήμερα είναι κυβέρνηση και μάλλον αυτή η ερώτηση αντανακλάται στο δικό τους καθρέφτη.

Ο Παναγιώτης Δημητράς, εκπρόσωπος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου Συμφωνιών του Ελσίνκι έχει χειριστεί πολλές υποθέσεις μη επαναπατρισθέντων πολιτικών προσφύγων και σχολιάζει τις πρακτικές των ελληνικών αρχών: «Υπήρχαν οι μαύρες λίστες στις οποίες έβαζαν όποιους ήθελαν και συνεχίζουν να το κάνουν. Έχουμε χειριστεί υποθέσεις ακτιβιστών που δεν τους επιτρέπεται καν η είσοδος στη χώρα. Η Ελλάδα έχει απαγορεύσει την είσοδο ακόμα και σε δικηγόρο – συνεργάτιδα του ΕΠΣΕ από τα Σκόπια. Η Ελλάδα θα όφειλε, όπως έπραξε και με τις υπόλοιπες ομάδες του Εμφυλίου να τα ξεπεράσει όλα αυτά. Η μεγάλη ελπίδα αυτών των ανθρώπων ήταν όταν ήρθε ο Ανδρέας Παπανδρέου στην εξουσία αλλά δεν το κανε, μετά όταν ήρθε η Τσίπρας αλλά ούτε αυτός το έκανε. Το κράτος λέει ότι όποιοι θέλουν μπορούν να κάνουν αίτηση και θα αξιολογηθεί. Το ζήτημα δεν είναι η εξατομίκευση. Το ελληνικό κράτος πρέπει με θάρρος να αποδώσει ιθαγένεια και περιουσία (ή αντίστοιχη αποζημίωση) συλλογικά στους μη Έλληνες το γένος πολιτικούς πρόσφυγες του Εμφυλίου και στους απογόνους τους»

Μια τέτοια περίπτωση που έχει αναλάβει το ΕΠΣΕ και μπορούμε να παραθέσουμε είναι του Κ.Γ. που γεννήθηκε το 1941 στο Χιλιόδεντρο Καστοριάς. Ο πατέρας του συνελήφθη και φυλακίστηκε την περίοδο του Εμφυλίου κι έτσι η μητέρα πήρε τα παιδιά της το 1948 υπό το φόβο διώξεων και μετανάστευσαν στην Ουγγαρία, μετά στην Πολωνία και κατέληξαν το 1973 στη (σημερινή) Βόρεια Μακεδονία. Μόνο μια από τις αδερφές του που παντρεύτηκε Έλληνα πολίτη κατόρθωσε να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1987. «Όλα αυτά τα χρόνια, ενώ επιθυμούσα να επιστρέψω και να ζήσω μόνιμα στην Ελλάδα, το κλίμα που επικρατούσε για δεκαετίες δε μου το επέτρεπε. Μάλιστα δε μας επιτράπηκε ποτέ να επισκεφτούμε το φυλακισμένο πατέρα μας ακόμα κι όταν εκείνος ψυχορραγούσε και τελικά πέθανε το 1963. Πρόσφατα, αφού πληροφορήθηκα από την αδερφή μου πως το κλίμα έχει βελτιωθεί σημαντικά αποφάσισα να επιστρέψω στη χώρα καταγωγής μου, την Ελλάδα , όπου επιθυμώ να ζήσω για το υπόλοιπο της ζωής μου». Όταν , λοιπόν, το 2010 ξεκίνησε τη διαδικασία επαναπατρισμού η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείο Εσωτερικών του έστειλε ένα χαρτί του 1958 που με μια μονοκοντυλιά είχε αφαιρέσει την ιθαγένεια 256 ανθρώπων , μεταξύ των οποίων και ο ίδιος.

Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της αυθαιρεσίας που ασκήθηκε εις βάρος αυτών των ανθρώπων, ακόμα και πολλά χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, το 1975 μια απόρρητη εγκύκλιος του Υπουργείου Εσωτερικών προς 10 από τις 52 νομαρχίες τότε της χώρας διέταζε τους ληξίαρχους να μην εκδίδουν πιστοποιητικά σε άτομα που ζουν στις χώρες του ανατολικού μπλοκ και αλλού χωρίς προηγούμενη έγκριση των κεντρικών υπηρεσιών και μάλιστα σε περίπτωση «μη εγκρίσεως της χορήγησης πιστοποιητικού τίνος να μη γνωστοποιούν εγγράφως εις των αιτούντα την άρνηση».

51Παιδιά κάνουν ποδήλατο στο χωριό Μπελογιάννης στην Ουγγαρία.

Η επίσημη πολιτική του κράτους ήταν η ανυπαρξία.  Μέσα από μια σειρά μεθοδεύσεων επεδίωκαν να εξαφανίσουν οποιοδήποτε μνημονικό ίχνος της ύπαρξης αυτών των ανθρώπων σε περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Για πολίτες που είχαν γεννηθεί στη Βόρεια Ελλάδα και έφυγαν με τη διαδικασία που περιγράφηκε, είχαν το δικαίωμα οι υπηρεσίες να αρνηθούν να τους χορηγήσουν έστω και ένα πιστοποιητικό και μάλιστα προφορικά, για να μην έχουν οι πλήττοντες στα χέρια τους αποδείξεις αυτής της παρανοϊκής συμπεριφοράς, ώστε να προσφύγουν στα δικαστήρια και να δικαιωθούν. Αυτή η εγκύκλιος καταργήθηκε μερικώς μόνο το 2001 και παρέμεινε σε ισχύ για άλλα 16 χρόνια (μέχρι το 2017) για τους πρόσφυγες και τους απογόνους τους που ζούσαν στη Βόρεια Μακεδονία. Γιατί, βλέπεις, τις τελευταίες δεκαετίες εκεί γεωφραφικοποιήθηκε για τον ελληνικό κρατικό μηχανισμό ο «εθνικός κίνδυνος».

Απευθύνθηκα με αυτά τα ερωτήματα στον επικεφαλής της Ειδικής Γραμματείας Ιθαγένειας Λάμπρο Μπαλτσιώτη: «Υπάρχει η εξαίρεση που προέβλεπε η υπουργική απόφαση του 1982. Παρόλα αυτά πολλά τέτοια πρόσωπα έχουν γίνει δεκτά και έχουν επαναπατριστεί έκτοτε, ιδίως τη δεκαετία του 1980 και 1990, αλλά και αργότερα με εξατομικευμένες αιτήσεις. Τα τελευταία χρόνια αυτές οι αιτήσεις ανάκτησης ιθαγένειας κρίνονται από ένα συλλογικό όργανο με συμμετοχή δικαστών και καθηγητών νομικής, το Συμβούλιο Ιθαγένειας, κάποιες απορρίπτονται και κάποιες γίνονται δεκτές. Επίσης, υπάρχουν κάποιοι εξ αυτών ή των απογόνων τους που μπορούν να καθορίσουν την ελληνική τους ιθαγένεια από τον πρόγονο τους (π.χ. τη μητέρα τους) που δεν έχασε την ιθαγένεια. Παλαιότερα η διοίκηση, το Υπουργείο, και αυτό άλλαζε και με τη συγκυρία, είτε ερμήνευε τη νομοθεσία και τη νομολογία κατά το δοκούν, είτε κωλυσιεργούσε επί σειρά ετών, εξαντλώντας τον αιτούντα, ή ακόμη κλείνοντας την αίτηση με το θάνατό του. Σε αυτό τον τομέα υπάρχει κάποια πρόοδος, μικρή αλλά θα ήθελα να πιστεύω ορατή. Άλλωστε να μη ξεχνάνε ότι η ιθαγένεια στην Ελλάδα έχει μόλις οκτώ χρόνια που εισήλθε στο κράτος δικαίου και υπολείμματα της προηγούμενης περιόδου είναι ορατά και αλλού. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τέλη του 2017 με εγκύκλιο καταργήσαμε προηγούμενη απόρρητη εγκύκλιο, πλην όμως δημοσιευμένη τόσο στον αθηναϊκό τύπο όσο και στον τοπικό τύπο της Φλώρινας, που έδινε τη δυνατότητα στο κράτος να μπορεί να μη χορηγεί πιστοποιητικά γέννησης σε πρόσωπα που διαμένουν στην πΓΔΜ. Η μεγαλύτερη κατηγορία προσώπων που δεν έχουν επαναπατριστεί είναι εγκαταστημένοι στην πΓΔΜ. Οι αιτήσεις αυτών των ανθρώπων όταν σπανίως πλέον γίνονται, εξετάζονται, ατομικά προφανώς, και κρίνονται από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου. Επιτρέψτε μου πάντως, να κάνω δύο αναφορές με βάση την επιστημονική μου ενασχόληση με το ζήτημα. Η πρώτη, αφορά το ότι ο γειτονικός εθνικισμός αρνείται να ακούσει το γεγονός ότι πολλά άτομα έχουν επαναπατριστεί, ακόμη και κάποια που στην υπερορία είχαν δηλώσει μακεδονική εθνότητα. Βέβαια το επιχείρημα συντηρείτο και από απαράδεκτες πολιτικές του παρελθόντος, και έρχομαι στη δεύτερη αναφορά: να θυμηθώ την απαγόρευση εισόδου στον παλαίμαχο μαχητή του ΔΣΕ Βάσκο Καρατζά –ενός ανθρώπου εξαιρετικά μετριοπαθούς και με βαθιά αγάπη για την Ελλάδα, ή την επίσκεψη του Κωστή Στεφανόπουλου το 1998 στο χωριό Μπελογιάννης στην Ουγγαρία, όπου έκπληκτος διαπίστωσε, επισκεπτόμενος τους “Έλληνες της Διασποράς” ότι αρκετοί δεν είχαν ιθαγένεια λόγω καταγωγής από συγκεκριμένους οικισμούς της Καστοριάς κάτι που μεταβλήθηκε στη συνέχεια. Τα παραπάνω, και πολλά άλλα, όπως για παράδειγμα, ο επαναπατρισμός του Παύλου Κούφη το 1987, εκ των συγγραφέων των σχολικών εγχειριδίων για τους σλαβόφωνους πολιτικούς πρόσφυγες –να θυμίσω ένα κεφάλαιο από αυτά σε μετάφραση «Ο Φώτης είναι Έλληνας και ο Φιλίπ είναι Μακεδόνας», αυτά που έγραψαν και πίστευαν, δείχνουν ότι αρκετοί εξ αυτών δεν έβλεπαν αντιθετικά την ελληνική και τη μακεδονική ταυτότητα που είχαν αναπτύξει. Θα μπορούσε να πει λοιπόν κανείς ότι το ασαφές και ρευστό όριο του “Έλληνες ή μη Έλληνες το γένος”, όπως εφαρμόστηκε μετά το 1982, αντανακλούσε -και εν μέρει αντανακλά- πραγματικές καταστάσεις».

Στην τοποθέτηση του Ειδικού Γραμματέα σαφώς υπάρχουν κριτικές παραδοχές για τη μεταχείριση που επεφύλαξε η Πολιτεία στη συγκεκριμένη κατηγορία, ενώ αποκρυσταλλώνεται και μια πρόθεση βελτίωσης. Ωστόσο και πάλι ο τρόπος που υποδεικνύεται είναι στη σφαίρα της περιπτωσιολογίας, δηλαδή μπορεί όποιος θέλει να κάνει αίτηση και το Συμβούλιο Ιθαγένειας θα την εξετάσει. Αυτό ισχύει ούτως ή άλλως. Το ζήτημα είναι ότι μιλάμε για ανθρώπους που είχαν την ελληνική ιθαγένεια, γιατί εδώ γεννήθηκαν, εδώ έζησαν την παιδικότητα και την εφηβεία τους, εδώ συγκρότησαν δεσμούς και κοινωνικές σχέσεις, εδώ πολλοί πολέμησαν εναντίον των Ναζί ή/και στον Εμφύλιο.  Τους αφαιρέθηκε η ιθαγένεια και δεν συμπεριλήφθηκαν στα μέτρα επανόρθωσης της δεκαετίας του 80. Πρόκειται ξεκάθαρα για μια ιστορική ασυμμετρία ρατσιστικού περιεχομένου, η οποία οφείλει να αρθεί ως τέτοια και όχι επιλεκτικά. Η εξατομίκευση του ζητήματος λειτουργεί διαιρετικά και αφήνει ένα μεγάλο περιθώριο για φρονηματικού τύπου αξιολογήσεις.

Ο Γιώργος Λιάνης, επί πολλά χρόνια βουλευτής στη Φλώρινα και πρώην Υπουργός, είναι από τους ανθρώπους που θέτουν επιτακτικά την ανάγκη αποκατάστασης με αφορμή και την Συμφωνία των Πρεσπών.  Ο ίδιος ,εξάλλου, έχει βιώσει τη βιτριολική επίδραση του εθνικιστικού λαϊκισμού, όταν τη δεκαετία του ’90 στοχοποιήθηκε επειδή χόρεψε το «ανθελληνικό» – όπως χαρακτηρίστηκε από ακροδεξιούς κύκλους – τραγούδι «Ελενο Μόμε» στο πανηγύρι του προφήτη Ηλία στο Μελίτη της Φλώρινας. «Είναι πολύ σκληρό αυτό που έχει συμβεί. Τους έχω συναντήσει αυτούς τους ανθρώπους. Το 1976 – αν θυμάμαι καλά – πήγα ως δημοσιογράφος στα Σκόπια κι έκανα ορισμένες συνεντεύξεις. Ο λόγος τους έβγαζε καημό. Κατέβαιναν στη γέφυρα του Βαρδάρη για να βλέπουν τα φώτα της Ελλάδας. Θα σας εξομολογηθώ και κάτι ακόμα. Ο Γεννηματάς, ο οποίος υπέγραψε την απόφαση του 1982 που τους εξαιρούσε, κάποια χρόνια αργότερα ήρθε στη Φλώρινα στο πλαίσιο μιας κεντρικής εκδήλωσης του ΠΑΣΟΚ. Γνώρισε τους ανθρώπους. Στη Φλώρινα υπάρχουν πολλές οικογένειες που δε μπόρεσαν να επανασυνδεθούν με τους συγγενείς τους. Κατανόησε το παράπονο τους. Μου είπε , λοιπόν, τότε ότι θα επιδιώξει μια επανόρθωση και μου ζήτησε να τον βοηθήσω να επεξεργαστεί το θέμα μια νομοπαρασκευαστική επιτροπή. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να το κάνει. Εγώ διεκδικώ αυτή την αλλαγή. Το έχω θέσει και στη σημερινή κυβέρνηση. Είναι σαν αρχαία τραγωδία να μην επιτρέπεις σε κάποιον να πεθάνει και να ταφεί στον τόπο του. Οι άνθρωποι αυτοί είναι πολύ μεγάλης ηλικίας πλέον. Αυτό θέλουν, να περάσουν τα χρόνια που τους μένουν στην Ελλάδα. Πρέπει να γίνει για να κλείσει μια ακόμα πληγή του Εμφυλίου», λέει.

Θα μου πεις τι ψάχνεις τώρα; Σε πόσους μπορεί να αφορά αυτή η ιστορία; Δεν ξέρω. Οι περισσότεροι μάλλον πέθαναν ως «ανεπιθύμητοι» κι αυτό ήταν ανάλγητο. Αφορά σε όσους ζουν ακόμα, σε όσους ήταν μικρά παιδιά όταν έφυγαν με τους γονείς τους, σε κάποιους απογόνους. Ακόμα και σε έναν άνθρωπο ,να σου πω την αλήθεια, να αφορούσε, θα έπρεπε και πάλι να γίνει. Πέρα από την πρακτική , έχει και μια βαθιά συμβολική διάσταση. Ένα κομμάτι του πολιτικού συστήματος και του κοινωνικού σώματος με πολλή μεγάλη ευκολία – ενίοτε κιόλας κινδυνολογικά ή αβάσιμα – υπογραμμίζει τους εθνικισμούς των άλλων, τους αλυτρωτισμούς των άλλων, τις καταπιέσεις των άλλων αλλά στυλώνει σχεδόν με εφηβικό πείσμα τα πόδια ,όταν πρόκειται να μιλήσουμε για τα αντίστοιχα ελληνικά κρούσματα και ιδεολογήματα. Αφρίζει όταν καταπιέζονται ελληνικές μειονότητες σε άλλα κράτη αλλά αγνοεί ηθελημένα ότι το ελληνικό κράτος έχει συστηματικά καταπιέσει και παραβιάσει δικαιώματα κοινοτήτων που έχουν γλωσσικές, πολιτισμικές, θρησκευτικές ή ακόμα και εθνοτικές διαφοροποιήσεις από τις κυρίαρχες. Ο ρατσιστικός αποκλεισμός των (Σλαβο)Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων από τη δυνατότητα επαναπατρισμού χωρίς αστερίσκους και δηλώσεις «μεταμέλειας», είναι ένα κραυγαλέο υπόδειγμα κουρελιάσματος της έννοιας του κράτους δικαίου και αντικατάστασης του από το ανενόχλητο σουλάτσο πρακτόρων και εμπόρων εθνικοφροσύνης. Μπορούμε να αποκαθηλώσουμε και τα δικά μας ταμπού, ειδικά όταν αυτά ζέχνουν μίσος και θρέφουν τη βλακώδη νοσηρότητα των κάθε λογής φασιστών και αυτοαναγορευόμενων «καθαρόαιμων» εκπροσώπων της ελληνικότητας. Γυρνώντας 70 χρόνια πίσω για να σκύψεις με τρυφερότητα σ’ ένα ανοιχτό τραύμα, κάνεις ταυτόχρονα ένα βήμα μπροστά. Βάζεις μια σχεδία στο ποτάμι του Αγγελόπουλου.


*Στο κείμενο χρησιμοποιείται όρος Σλαβομακεδόνες, καθώς αυτός ήταν ο προσδιορισμός που είχε επικρατήσει από τον ΕΛΑΣ και ΔΣΕ για τη συγκεκριμένη κατηγορία μαχητών.

Βασικές πηγές άντλησης πληροφοριών για την έρευνα και τη σύνταξη του άρθρου υπήρξαν: Η συστηματική και μακροχρόνια δουλειά της ερευνητικής ομάδας του «Ίου» της Ελευθεροτυπίας http://www.iospress.gr/issues/refugees.htm, η μελέτη του δημοσιογράφου και ιστορικού Τάσου Κωστόπουλου «Αφαιρέσεις Ιθαγένειας: η σκοτεινή πλευρά της νεοελληνικής ιστορίας» που είναι προσβάσιμη στην πλατφόρμα academia.edu, το ντοκιμαντέρ της Κυριακής Μάλαμα «Εκτός Ιστορίας: Βάσκο Καρατζά» https://www.youtube.com/watch?v=v4wW0ZQ28dk ,  οι αναφορές του Ελληνικού Παρατηρητηρίου Συμφωνιών του Ελσίνκι, καθώς και ορισμένες καταγραφές από τη σελίδα https://ourbalkans.wordpress.com/

Η διεθνώς αναγνωρισμένη μακεδονική μειονότητα της Ελλάδας

Έκθεση της Ανεξάρτητης Εμπειρογνώμονα για Μειονοτικά Θέματα στον ΟΗΕ Gay McDougall

[σε μετάφραση ΕΠΣΕ απόσπασμα από την περίληψη:]

18 Φεβρουαρίου 2009

«Η Ανεξάρτητη Εμπειρογνώμονας καλεί επειγόντως την Κυβέρνηση της Ελλάδας να αποσυρθεί από τη διαμάχη αν υπάρχει μακεδονική ή τουρκική μειονότητα στην Ελλάδα και να εστιασθεί στην προστασία των δικαιωμάτων του αυτοπροσδιορισμού, της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι αυτών των κοινοτήτων. Τα δικαιώματά τους σε μειονοτική προστασία πρέπει να γίνουν σεβαστά σύμφωνα με τη Διακήρυξη για τις Μειονότητες και τις βασικές διεθνείς συνθήκες ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η Ελλάδα πρέπει να συμμορφωθεί πλήρως με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ειδικότερα με εκείνες τις αποφάσεις ότι πρέπει να επιτραπεί σε συλλόγους να χρησιμοποιήσουν τις λέξεις «μακεδονικός» και «τουρκικός» στα ονόματά τους και να εκφράζουν ελεύθερα τις εθνοτικές ταυτότητές τους.»



Καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής του ΟΗΕ 
για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων: Ελλάδα

[μετάφραση του ΕΠΣΕ στα ελληνικά από το αγγλικό πρωτότυπο]

28 Αυγούστου 2009

(…) 15. Η Επιτροπή ανησυχεί για τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν ορισμένες εθνοτικές ομάδες ως προς την άσκηση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και σχετικά με αυτό το θέμα σημειώνει τις πληροφορίες για την αναγκαστική διάλυση και άρνηση εγγραφής μερικών συλλόγων που περιλαμβάνουν στον τίτλο τους λέξεις όπως «μειονότητα», «τουρκικός/ή» ή «μακεδονικός/ή», καθώς και την εξήγηση μιας τέτοιας απόρριψης.

Η Επιτροπή απευθύνει σύσταση στο Κράτος μέλος να θεσπίσει μέτρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής απόλαυσης από πρόσωπα που ανήκουν σε κάθε κοινότητα ή ομάδα, του δικαιώματος στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι καθώς και στα πολιτισμικά τους δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος χρήσης των μητρικών γλωσσών.



Ιστότοπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους – επίσημη μετάφραση της απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση «Ουράνιο Τόξο κατά Ελλάδας»

20 Οκτωβρίου 2005

«Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το κόμμα Ουράνιο Τόξο είναι κόμμα που έχει συσταθεί νόμιμα και ένας από τους σκοπούς του είναι η υπεράσπιση της μακεδονικής μειονότητας που κατοικεί στην Ελλάδα. Το γεγονός της ανάρτησης στην πρόσοψη της έδρας του μιας επιγραφής με το όνομα του κόμματος στην μακεδονική γλώσσα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αξιόποινη πράξη ούτε να αποτελέσει αφ’ εαυτής υπαρκτό και επικείμενο κίνδυνο για την δημόσια τάξη.»



Ιστότοπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους – επίσημη μετάφραση της απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση “Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού κατά Ελλάδας”

9 Ιουλίου 2015

“Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι σκοποί του προσφεύγοντος σωματείου, που αναφέρονται, γενικά, στο καταστατικό του, δύσκολα μπορούσαν από μόνοι τους να επιφέρουν παραβίαση της δημόσιας τάξης. Συναφώς σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι στην προαναφερθείσα απόφασή του Σιδηρόπουλος και λοιποί το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι «ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι ιδρυτές σωματείου, όπως αυτό της υπό κρίση υπόθεσης, επικαλούνται μειονοτική συνείδηση, το Έγγραφο της Διάσκεψης της Κοπεγχάγης για την ανθρώπινη διάσταση της ΔΑΣΕ (Κεφάλαιο IV) της 29ης Ιουνίου 1990 και ο Χάρτης του Παρισιού για μια Νέα Ευρώπη της 21ης Νοεμβρίου 1990 – που η Ελλάδα επιπλέον υπέγραψε – τους επιτρέπουν να ιδρύουν σωματεία για να προστατεύσουν την πολιτιστική και πνευματική τους κληρονομιά» (προαναφερθείσα Σιδηρόπουλος και λοιποί, , § 44)…. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η άρνηση εγγραφής του επίμαχου σωματείου ήταν δυσανάλογη προς τους νόμιμους σκοπούς που έκαναν δεκτούς τα εθνικά δικαστήρια. Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11 της Σύμβασης.”



Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας- ECRI


ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ECRI ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
(τέταρτος κύκλος επιτήρησης)

15 Σεπτεμβρίου 2009

Μακεδόνες και άλλες μειονοτικές ομάδες

  1. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI ενθάρρυνε τις ελληνικές αρχές να λάβουν περαιτέρω μέτρα προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της ελευθερίας της έκφρασης των μελών των Μακεδονικών και Τουρκικών κοινοτήτων που ζουν στην Ελλάδα. Χαιρέτισε την χειρονομία συμφιλίωσης στην οποία προέβησαν οι Ελληνικές αρχές προς τους Μακεδονικής εθνικής ταυτότητας πρόσφυγες από τον εμφύλιο πόλεμο, ενώ τις ενθάρρυνε έντονα να πραγματοποιήσουν μεγαλύτερη πρόοδο στην κατεύθυνση αυτή με τρόπο που δεν θα προβαίνει σε διακρίσεις. Η ECRI επίσης συνέστησε στις ελληνικές αρχές να εξετάσουν προσεχτικά τους ισχυρισμούς για διακρίσεις και πράξεις μισαλλοδοξίας κατά των Μακεδόνων, Τούρκων και άλλων, και να λάβουν μέτρα για την δέουσα τιμωρία τέτοιων ενεργειών.
  1. Η κατάσταση της αναγνώρισης του δικαιώματος της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι αναφορικά με κάποιες ομάδες που ζουν στην Ελλάδα (Μακεδόνες και Τούρκους ) παραμένει.  Για το σκοπό αυτό, από την τρίτη έκθεση της ECRI, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέδωσε τρεις αποφάσεις κατά της Ελλάδας για παραβίαση του Άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι) αναφορικά με μέλη της κοινότητας ατόμων εθνοτικής τουρκικής καταγωγής.  Αναφορικά με τα άτομα Μακεδονικής εθνικής ταυτότητας και την απόφαση της υπόθεσης Σιδηρόπουλος και λοιποί κατά Ελλάδος  που αναφέρθηκε στην τρίτη της έκθεση, η ECRI ενημερώθηκε ότι το ζήτημα της αναγνώρισης του εν λόγω σωματίου (Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού) εκκρεμεί ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου καθώς δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί.  Φαίνεται ακόμη ότι ούτε τα σωματεία εθνοτικής τουρκικής καταγωγής, που αποτελούσαν το θέμα των παραπάνω αποφάσεων, έχουν αναγνωριστεί ακόμη.  Η ECRI επιθυμεί για το σκοπό αυτό να επιστήσει την προσοχή των ελληνικών αρχών τη διαπίστωση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι οι σύλλογοι που αναζητούν εθνική ταυτότητα ήταν επίσης σημαντικοί για τη σωστή λειτουργία της δημοκρατίας. Θεωρείται ότι ο πλουραλισμός βασίστηκε επίσης στη γνήσια αναγνώριση και το σεβασμό για τη διαφορετικότητα και τις δυναμικές των πολιτιστικών παραδόσεων, των εθνοτικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων και των θρησκευτικών πεποιθήσεων.
  1. Η ECRI σημειώνει ότι θα πρέπει να υπάρξει ακόμη πρόοδος για την αναγνώριση του δικαιώματος των μελών των μειονοτικών ομάδων για ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και επίσης για την ελευθερία της έκφρασης.
  1. Οι παράγοντες της κοινωνίας των πολιτών και οι αντιπρόσωποι της μακεδονικής κοινότητας έχουν υποδείξει στην ECRI ότι η εφαρμογή συμβιβαστικών μέτρων που ελήφθησαν για εκείνους που διέφυγαν στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο αναφορικά με την αποκατάσταση της ιθαγένειάς τους και την επιστροφή της περιουσίας τους που είχε κατασχεθεί, εξακολουθεί να ισχύει μόνο για τους αυτόχθονες Έλληνες.  Αντιπρόσωποι της Μακεδονικής κοινότητας έχουν εκφράσει ακόμη τα αισθήματα διάκρισης, μεταξύ άλλων, αναφορικά με τη χρήση των ονομάτων τους στη δική τους γλώσσα και την αδυναμία να παραπεμφθούν στο δικαστήριο υποθέσεις ομιλιών μίσους στα μέσα ενημέρωσης κατά των Μακεδόνων . Αντιπρόσωποι της τουρκικής κοινότητας της δυτικής Θράκης έχουν επίσης δηλώσει ότι η αναγνώριση της ταυτότητάς τους είναι ανάμεσα στα πιο σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν μαζί με την παιδεία και το δικαίωμα για θρησκευτική ελευθερία, ποτ έχουν συζητηθεί σε άλλα σημεία αυτής της έκθεσης .
  1. Η ECRI συνιστά έντονα στις ελληνικές αρχές να λάβουν μέτρα για την αναγνώριση των δικαιωμάτων των μελών διαφορετικών ομάδων που ζουν στην Ελλάδα, περιλαμβανομένης και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
  1. Η ECRI συνιστά ξανά στις ελληνικές αρχές να κάνουν ενέργειες για την εφαρμογή, με τρόπο που δεν θα προωθεί τις διακρίσεις, των συμβιβαστικών μέτρων που λαμβάνονται για όλους εκείνους που διέφυγαν στον εμφύλιο πόλεμο.
  2. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές να ερευνήσουν τους ισχυρισμούς για διακρίσεις κατά μελών της μακεδονικής και της τουρκικής κοινότητας και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να τις αντιμετωπίσουν, περιλαμβανομένης και της διασφάλισης της εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας όπου είναι απαραίτητο. Η ECRI συνιστά επίσης έντονα στις ελληνικές αρχές να κάνουν ενέργειες για την αναγνώριση του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού των ομάδων αυτών.
  1. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI συνέστησε έντονα στις ελληνικές αρχές να ανοίξουν διάλογο με τους εκπροσώπους των Μακεδόνων, προκειμένου να εξευρεθεί λύση στις εντάσεις που σημειώνονται μεταξύ αυτής της ομάδας και των αρχών, καθώς και μεταξύ της ομάδας και του γενικότερου πληθυσμού, ώστε να μπορέσει να επιτευχθεί η συνύπαρξη με αμοιβαίο σεβασμό προς το συμφέρον όλων.
  2. Αντιπρόσωποι της μακεδονικής κοινότητας έχουν αναφέρει ότι οι προσπάθειές τους για συμμετοχή σε διάλογο με τις ελληνικές αρχές, για ζητήματα όπως η γλώσσα και η χρήση της μακεδονικής γλώσσας στην τηλεόραση δεν έχουν αποδώσει. Η ECRI ελπίζει έτσι ότι οι αρχές θα συμμετέχουν σε έναν ανοιχτό και εποικοδομητικό διάλογο με τους αντιπροσώπους της μακεδονικής κοινότητας για ζητήματα που απασχολούν τα μέλη αυτής της ομάδας.
  3. Η ECRI συνιστά ξανά στις ελληνικές αρχές να ορίσουν ένα διάλογο με τους αντιπροσώπους των Μακεδόνων για να βρεθεί μια λύση στα ζητήματα που επηρεάζουν τα μέλη αυτής της ομάδας.

 

Blasphemy at the European Court of Human Rights: An argument for reform

Gary McLelland

Blasphemy at the European Court of Human Rights: An argument for reform

This article is based on part of my thesis for my master’s degree in human rights law. I edited the article with up-to-date references for publication in the Cosmopolis Journal. It is reproduced in full here, with their permission.

You can download the full article, as a document, here. Or read it below.



Abstract

The European Convention on Human Rights enshrines the right to freedom of religion or belief through Article 9. However the approach of the European Court of Human Rights in cases dealing with so-called ‘blasphemy laws’ has come to favour a ‘religious freedom’ approach that promotes the feelings of religious believers over the right to criticize and dissent from religious orthodoxy. This has led to a reliance on the defence of freedom of expression, as enshrined in Article 10 of the European Convention, and then further to a scenario of ‘competing’ rights rather than a balanced assessment of the issues in any particular case. The approach of the European Court of Human Rights, so far, has been to grant State parties an almost limitless margin of appreciation, thereby tacitly endorsing the stifling effect of these so-called ‘blasphemy laws’. This interpretive view by the European Court of Human Rights is unsatisfactory and needs to be reviewed to ensure that the full meaning and purpose of Article 9 is not eschewed in favour of a narrow ‘religious freedom’ interpretation. This approach also risks undermining the universal nature of human rights, as well as the founding mission of the Council of Europe[1]. The approach of the United Nations Human Rights Committee and Human Rights Council, however, is much more progressive. Freedom of religion or belief is protected by the International Covenant on Civil and Political Rights (ICCPR) Article 18. The United Nations approach, most notably through General Comment 22 and Resolution 16/18, recognises that the right to freedom of religion or belief is much more wide-ranging than is currently acknowledged by European Court of Human Rights jurisprudence. By adopting a comparative law approach, this paper will conclude that if the European Court of Human Rights was to adopt a similar interpretation in its considerations, the result would be a much more progressive implementation, in particular for those with non-religious beliefs, such as humanists and atheists.

 

Introduction

In this paper I will attempt to examine what the effect would be upon the jurisprudence of the European Court of Human Rights in relation to, so-called, ‘blasphemy’ laws[2], if it was to adopt the more progressive approach of the United Nations. In researching this paper, I had hoped to draw upon the experiences of other regional and international human rights bodies[3], however it became clear during my research that there was insufficient case law or scholarly work to draw upon[4]. Instead I will compare and contrast the approach of the European Court of Human Rights, and the United Nations. This paper will examine the treatment of national ‘blasphemy’ laws, and those accused and convicted of such offenses.

The right to freedom of thought, conscience and religion is enshrined in the Universal Declaration of Human Rights. The European Convention on Human Rights (ECHR) also guarantees the right to freedom of thought conscience and religion under Article 9. Article 9 is often used in legal proceedings in conjunction with Article 10, which guarantees the right to freedom of expression. As we will see in the later analysis, much of the argument in this paper against the current European Court of Human Rights interpretation has to do with the court’s apparent desire desire to see issues of ‘blasphemy’ as a competing claim of Article 9 against Article 10. As a result of this, most cases, and even public opinion now, has come to refer to the debate as one of ‘religious freedom versus freedom of expression’. This is a regrettable development and one that this paper aims to challenge.

The European Court of Human Rights in Strasbourg, France

Whereas freedom of thought, conscience and religion or belief is an unqualified right, freedom of expression is a qualified right under the United Nations International Covenant on Civil and Political Rights. The nature and level of this qualification varies from State to State but it can include the use of laws such as libel and defamation against individuals, hate speech and incitement to violence and discrimination against individuals or groups. Blasphemy laws are different from these other types of general qualification by requiring an absolute and arbitrary ban on the legitimate criticism of religious beliefs. Blasphemy laws therefore represent in practice an attempt to prohibit, problematize or exclude freedom of expression in relation to the legitimate activities of questioning, challenging and criticising religion, not to mention satire or ridicule.

Discussion of issues related to religion and belief should be seen as legitimate and necessary in a democratic society. Therefore laws which seek to arbitrarily protect religion, religious individuals and the feelings of religious people, should be seen as contrary to the principle of free expression. After all, there is no right to be protected from offence.

This formulation of competing rights is a direct consequence of some of the early jurisprudence from the European Convention on Human Rights. It does not – to the same extent – exist within the United Nations’ consideration of the issues at hand. In its consideration of the issue of blasphemy, the United Nations has taken a much broader and holistic view of the competing interests. Through some insightful analysis, the United Nations has arrived at a position much more in-step with a universal approach to human rights. This paper will use a comparative law approach to analyse the different treatments of blasphemy within the European and international systems. There have been some previous examples of scholarly examination of blasphemy laws through a comparative law perspective. Previous works, however, have focussed on a comparison between local State law and general international trends or norms, rather than a direct comparative analysis between different international human rights bodies directly. This paper will conclude that if the European Court of Human Rights was to adopt the same approach as the United Nations on the treatment of blasphemy, then it would have a much stronger set of jurisprudence, as well as a more coherent and thoughtful approach to understanding the delicate balance of rights at stake.

[Top]

Methodology

In this essay I will adopt a comparative law approach. This approach will allow me to compare and contrast different elements of how the European Court of Human Rights and the United Nations approach the issues related to ‘blasphemy laws’, and to look for similarities and differences. The reason for using a comparative law approach is that I wish to advance an argument that the European Court of Human Rights should acknowledge and follow the direction developed by the United Nations bodies in relation to the treatment of ‘blasphemy’ laws. Of course we must acknowledge that the legal basis of both systems are very different, differing from monist and dualist systems across the territorial applicability of the ECHR, to the United Nations system of ‘soft law’ influence and international treaties.

United Nations Human Rights Council in Geneva, Switzerland

One of the purposes of comparative law is to assess and analyse the laws of different States, with a view towards harmonisation, or to draw upon strengths in one domain in order to benefit the another. Despite their local differences, especially related to how they are ratified and brought into domestic legislation at the State level, as a set of legal and ethical principles human rights aspire to be universal, so there should be much to learn from a comparative analysis of both systems. The European Court of Human Rights has been praised in the past for its relative openness to comparative law perspectives, however this has not been the case on the issue of blasphemy.

The European Court of Human Rights and the United Nations are two very different institutions, with two very different purposes. However, there is still a lot that can be learned, not least through an awareness-raising and information sharing process. The two institutions differ greatly in structure and resources: the European Court of Human Rights is a vastly overstretched judicial body with a long backlog of cases, and whilst the United Nations’ system may not be as well-funded as they would like, the sheer size and scope of the various bodies and organs allows for a much fuller engagement with on the ground experience. It is within and between these two perspectives that there will be much to learn.

[Top]

What are ‘blasphemy’ laws, how and where do they apply

Defining blasphemy is tricky, not due to a lack of definitions, but due to a lack of up-to-date ones. A 2008 Venice Commission study used the following formulation from the Merriam-Webster Dictionary:

“1: the act of insulting or showing contempt or lack of reverence for God b: the act of claiming the attributes of deity; 2: irreverence toward something considered sacred or inviolable”.

Across Europe there are 18 countries that have active blasphemy laws, . Blasphemy laws are relics from a time of Christian hegemony across Europe. As late as 1696, a 3rd year University student in Edinburgh, Scotland, Thomas Aikenhead, was executed, with the collusion of state and church, for the crime of blasphemy, . Interestingly Brown et. al. note that a ‘vestige’ of the former law against blasphemy still remains in Scots Law:

“It is the case that the statutory basis of the law of the crime of blasphemy has been repealed two centuries ago, and that what remains is a vestige of the common law, which has not been enforced for more than 170 years. It may be that the common law crime of blasphemy in Scots law could simply be abolished by statute, the common law offences of blasphemy and blasphemous libel having been abolished in England and Wales by the Criminal Justice and Immigration Act 2008 c. 4, s.79.”

Callum G Brown, Thomas Green and Jane Mair, Religion in Scots Law: The Report of an Audit at the University of Glasgow: Sponsored by Humanist Society Scotland (Edinburgh, HSS, 2016)

Of course that situation has changed a lot in the preceding centuries and now prospective blasphemers can merely expect a small fine or short prison sentence, in the minority of European states where it is still proscribed. However as Gatti suggests, we should avoid being overly relaxed about the effects of blasphemy laws. This essay will explore the practical effects, and examine some recent examples of, blasphemy prosecutions, although it is worth noting at this stage that the very principle of a law against blasphemy will be unacceptable to many.

At a speech to the UK Foreign and Commonwealth Office, the President of the International Humanist and Ethical Union, Andrew Copson, said the tendency to use ‘religious freedom’ as shorthand for ‘freedom of religion or belief’ has serious implications:

“I think this has particular relevance at the current time, when many countries are demographically secularizing, and debates about the demands that can be mandated by “religious freedom” frequently make headline news. Indeed the United States is one of the countries where this contrast between F[reedom of religion and belief]-as-human-right and “religious freedom”-as-privilege is most stark. The constitutional protection of religious liberty in the US constitution is largely very clear and very close to the modern F[reedom of religion and belief]-as-human-right. And yet “religious freedom” is widely and mistakenly being used as an excuse to demand privileges, to deny services, or to discriminate – usually against women and sexual minorities, sometimes against children, against the non-religious, against religious minorities, or along racial lines”.

This important speech also built upon previous international work on freedom of religion or belief. In 1993, the UN Human Rights Committee issued a general comment on the subject which said “Article 18 [of the International Covenant on Civil and Political Rights] protects theistic, non-theistic and atheistic beliefs, as well as the right not to profess any religion or belief”.

There are more ‘blasphemy laws’ outside of Europe, and in many cases they carry much harsher punishments. There are five States in which blasphemy is a capital offence, and a further eight in which the closely-related crime of ‘apostasy’ is a capital offence (and acts of ‘blasphemy’ may readily be taken as evidence of ‘apostasy’). These countries are mainly Muslim-majority countries: Afghanistan, Iran, Malaysia, Maldives, Mauritania, Nigeria, Pakistan, Qatar, Saudi Arabia, Somalia, Sudan, United Arab Emirates and Yemen. In 42 States, blasphemy is an imprisonable offence (i.e. excluding the 5 countries where the maximum sentence is death).

[Top]

Case Study: Phillipos Loizos

Phillipos Loizos, accused of blasphemy in 2012

In late September, 2012, a man was arrested in Greece, on charges of posting “malicious blasphemy and religious insult on the known social networking site, Facebook”. The accused, 27-year-old Phillipos Loizos, had created a Facebook page for “Elder Pastitsios the Pastafarian”, playing on a combination of Elder Paisios, the late Greek-Orthodox monk revered as a prophet by some, and the Greek food pastitsio. “Pastafarian” refers to the spoof religion of the Church of the Flying Spaghetti Monster, itself an intentional pun on aspects of Creationism. A manipulated image on the Facebook page depicted Elder Pastitsios with a pastitsio where the monk’s face would normally appear. On January 16, 2014, the creator of the original “Elder Pastitsios” website was found guilty of “repeatedly insulting religion” and was sentenced to ten months in jail, suspended., What might have been a trivial webpage, simply satirizing religious reverence and seen by few, became a major focal point in the blasphemy debate in modern Italy, and moreover the prosecution seriously derailed the life of Phillipos Loizos for several years.

A 2013 Freedom House report on Greece mentions other, previous, cases of blasphemy in the country, and notes:

“The blasphemy laws essentially allow certain elements of society to engage in legal harassment and intimidation of those who offend them, with the blessing of the state. Even if they end in exoneration, blasphemy prosecutions impose financial and other burdens on the defendants, have a chilling effect on the broader creative community and media sector, and curtail the general public’s fundamental right to have access to information and a variety of viewpoints.”

This case study serves to illustrate the non-trivial risks associated with blasphemy laws, even in a relatively progressive country such as Greece, . Loizos eventually had all of the charges of blasphemy against him dropped and was released from pre-trial detention.

[Top]

The approach of the European Court of Human Rights

There have been relatively very few decisions of the European Court of Human Rights in relation to blasphemy, either directly or indirectly. Since the 1990s, the court, and its predecessor – the Commission, have examined only six cases. This small number allows us to explore, in some detail, each of the judgements and analyse the resultant jurisprudence.

[Top]

Case study: Choudhury v UK (1991)

The European Court of Human Rights did not examine any cases involving Article 9 until 1993. The first case involving blasphemy dealt with the publication of The Satanic Verses by Salman Rushdie in 1988. The novel contained many references which some Muslims found offensive about figures in their religion. In response to this a Mr Choudhury sought permission from the Bow Street Magistrate Court to seek a criminal prosecution against Mr Rushdie for blasphemous libel. Permission was refused, and Mr Choudhury appealed. Interestingly, the permission was refused because the magistrate was of the view that whilst the English law of blasphemy proscribed the criticism of religion, it only applied to the religion of Christianity. His appeal was dismissed by the Divisional Court of the High Court on 9 April 1990, and appeal to the House of Lords was refused. Mr Choudhury then applied to the European Commission on Human Rights, who also dismissed his case. In their decision to dismiss the case, the European Commission on Human Rights observed the following: “He does not claim, and it is clearly not the case, that any State authority […] directly interfered in the applicant’s freedom to manifest his religion or belief”.

This may seem a welcome development, especially given the direction which subsequent jurisprudence would take. However, Kearns identifies a fundamental problem with this approach of the Strasbourg Court when he says:

“…the application contending that English law was prejudicial against Islam was declared inadmissible by the Commission as manifestly ill-founded because there was no positive obligation on states, under European Convention on Human Rights law, to protect all religious sensibilities. These cases are interesting because, by using its margin of appreciation, the Strasbourg organs of the Convention have allowed the contracting states to apply their own blasphemy laws without Convention review of a thorough kind, which is arguably a dereliction of duty. Instead of revising unsatisfactory blasphemy law in a proactive way, the Strasbourg organs have been content to give the local states a free rein, and no remedial assistance, even with such an opaque and sometimes arbitrarily applied law.”

This is also particularly unusual since, as Kearns notes, the European Convention is specifically a living instrument.

[Top]

Case Study: Otto Preminger-Intitut v Austria(1994)

This judgement, although it did not deal with the issue of blasphemy per se, did set a strong precedent; that the expression of ideas and views critical to religion does not amount to a prevention of the enjoyment of one’s Article 9 rights. This precedent was partially overturned in the case of Otto Preminger-Institut v Austria. This case concerns the planned screening of a movie based on a theatre play which mocks central figures of the Christian religion. Before a planned screening, the Austrian authorities confiscated the movie upon the request of the Roman Catholic Church, in-line with the local blasphemy laws. The Otto Preminger-Institut applied to the European Court of Human Rights under Article 10, which decided against them, granting a wide margin of appreciation to the state authorities. In the decision the Court said:

“As in the case of “morals” it is not possible to discern throughout Europe a uniform conception of the significance of religion in society; even within a single country such conceptions may vary. For that reason it is not possible to arrive at a comprehensive definition of what constitutes a permissible interference with the exercise of the right to freedom of expression where such expression is directed against the religious feelings of others.” .

This case has had profound implications for the European Court of Human Rights jurisprudence around Article 9. In this case the European Court of Human Rights has essentially read in a right for religious people to not be offended. One could understand an argument that Article 10.2 allows a state to limit free expression in the interests of avoiding public disorder, but by specifically establishing that the feelings of religious people are to be protected, the European Court of Human Rights has created a novel and self-contradictory principle. Gatti observes that one paradoxical outcome of this judgement would be a requirement for all European states to introduce blasphemy laws. Another reason for the European Court of Human Right’s willingness to grant a wide margin of appreciation could be the large population of Roman Catholics in the region. However, we should note of caution from Andrew Copson, who observed in his speech to the UK Foreign and Commonwealth Office that: “For obvious reasons, measures of the non-religious population are notoriously difficult to attain in the countries where the non-religious are most oppressively silenced by this combination of state persecution and social exclusion – they don’t legally exist”. This is a really stark picture, and serves to underline the importance of understanding the chilling effect that blasphemy and religious defamation laws can have on individuals and groups of people.

[Top]

Case Study: Wingrove v UK (1996)

The European Court of Human Rights doubled down on its approach to the wide margin of appreciation in the judgement of Wingrove v UK. The facts of the case involved an experimental filmmaker, Mr Wingrove, who sought to screen a movie which contained erotic scenes between central figures of the Christian religion. Mr Wingrove was refused the necessary permissions to release the movie. The refusal was defended by state authorities who claimed the movie was blasphemous. Mr Wingrove applied to the European Court of Human Rights which decided against him (by seven votes to two), stating in the majority opinion that the censorship of the movie was justified “…as being necessary in a democratic society…”. As Gatti recognises, given the experimental nature of the movie, it was only likely to be seen by a small audience, therefore this case is evidence beyond doubt that the European Court of Human Rights has elevated the feelings of religious believers over even hypothetical considerations of public order. The dissenting opinion of Judge Lohmus illuminates this peculiarity further:

“The interference is based on the opinion of the authorities that they understand correctly the feelings they claim to protect. The actual opinion of believers remains unknown. I think that this is why we cannot conclude that the interference corresponded to a “pressing social need”. 4. The law of blasphemy only protects the Christian religion and, more specifically, the established Church of England. The aim of the interference was therefore to protect the Christian faith alone and not other beliefs. This in itself raises the question whether the interference was “necessary in a democratic society”. 5. As the Court has consistently held, the guarantees enshrined in Article 10 (art. 10) apply not only to information or ideas that are favourably received or regarded as inoffensive, but also to those that shock or disturb. Artistic impressions are often conveyed through images and situations which may shock or disturb the feelings of a person of average sensitivity. In my view, the makers of the film in issue did not exceed the reasonable limit beyond which it can be said that objects of religious veneration have been reviled or ridiculed.”

This decision by the European Court of Human Rights grants a seemingly limitless margin of appreciation to states in the pursuit of protecting the feelings of religious individuals, even if religious individuals themselves don’t object to the blasphemous act. It is difficult to see how the European Court of Human Rights has managed to reason itself into such a contradictory and illogical position, other than to suppose that it has taken an overly sensitive approach on issues which are considered ‘too controversial’, such as public ethics and morality.

[Top]

Case Study: I.A. v Turkey (2005)

The European Court of Human Rights was given yet another opportunity to overturn this precedent in the case of I.A. v Turkey. In this case state authorities had imposed a small fine on the author of a book which criticized central figures in the Islamic religion. In this case the European Court of Human Rights again found in favour of the state’s censorship (although this time with a narrower margin of four to three). In their dissenting opinion Judges Costa, Cabral Barreto and Jungweirt said:

“we do not believe that these undoubtedly insulting and regrettable statements can be taken in isolation as a basis for condemning an entire book and imposing criminal sanctions on its publisher. Moreover, nobody is ever obliged to buy or read a novel […]. But it is quite a different matter for the prosecuting authorities to institute criminal proceedings against a publisher of their own motion in the name of “God, the Religion, the Prophet and the Holy Book” […]; a democratic society is not a theocratic society”.

It has been argued that a justification for the European Court of Human Rights granting of a wide margin of appreciation is a sensitivity to the role that religious belief plays in a state’s culture, and that in some particular cultures where the state is formally secular, adherence to religious belief is seen as a challenge to the state’s supremacy; that in some sense adherence to a religious organisation is tantamount to allegiance to a foreign state. This explanation does not satisfactorily explain the decisions of the European Court of Human Rights in Wingrove and Otto Preminger-Institut, where the European Court of Human Rights was dealing with states with a long tradition and influence of Christian religion.

[Top]

Case Study: Giniewski v France (2007)

The strong dissenting opinions in the I.A. case can be seen to influence the later decisions of the European Court of Human Rights. One particular example being the case of Giniewski v France. In this case Mr Giniewski had written a newspaper article which analysed an encyclical from the Roman Catholic Church, arguing that the encyclical contained links to anti-Semitism and fostered the ideas behind the Holocaust. He was convicted by state authorities on charges amounting to blasphemy, and subsequently applied to the European Court of Human Rights. In this case the European Court of Human Rights found against the state authorities (in a unanimous vote of seven judges). The judgement itself is to be welcomed, insofar as it represents a departure from the previous position. However, the European Court of Human Rights seems to have taken a rather circuitous route to this position, at one point the Court posits “that although the applicant’s article criticises a papal encyclical and hence the Pope’s position, the analysis it contains cannot be extended to Christianity as a whole, which, […] is made up of various strands, several of which reject papal authority”. It should be clear to a layperson that the European Court of Human Rights is not in any way suited to examine the many different theologies that exist in the multitude of religions and beliefs across Europe. In this case the European Court of Human Rights seems to try to have its cake and eat it. On the one hand it seems preoccupied with protecting the feelings of minority religions, unless it considers such a minority to be too small, in which case it is happy to accept a pluralistic position. (And of course, moreover, the logic of this judgement presupposes that to offer a sober intellectual criticism, intended to illuminate arguably anti-Semitic beliefs or statements, is rightly criminalised merely because it contradicts any proposition of the religion as a whole; it’s an assumption which in effect entails that that religion must be immutable, all its adherents agreeing on its tenets, all of which must be true, or at least which are beyond reproach.)

[Top]

Case Study: Klein v Slovakia (2007)

The European Court of Human Rights further developed its jurisprudence on blasphemy in the case of Klein v Slovakia. The facts of this case are similar to that of Giniewski; Mr Klein had written an article which included criticisms of leaders of the Roman Catholic Church in Slovakia. Mr Klein was convicted on charges of blasphemous defamation. Mr Klein eventually applied to the European Court of Human Rights. The European Court of Human Rights found (by seven unanimous votes) against the state authorities. In the judgement the European Court of Human Rights conceded that a state’s duties “may legitimately [include] an obligation to ensure the peaceful enjoyment of the rights guaranteed under art.9 to the holders of such beliefs including a duty to avoid as far as possible an expression that is, in regard to objects of veneration, gratuitously offensive to others and profane” Klein v Slovakia. So, despite the judgement finding against the censorship, they seem to maintain that blasphemy per se is still an offence that states may prosecute. (Also note that while this judgement would appear to delimit legitimacy to what is “gratuitously offensive” or “profane”, this represents is a significantly less all-encompassing definition of blasphemy than that which was implied in Giniewski v France, under which mere “criticism” and “analysis” (of the encyclical) would have been been regarded as blasphemous if it contradicted any part of the religion “as a whole”.)

[Top]

Conclusion

What we can say from an examination of the European Court of Human Rights jurisprudence on blasphemy is that it remains thankfully rare and it is also criticised, . It is clear that the European Court of Human Rights has relied on the doctrine of margin of appreciation in a fashion which Leigh calls ‘institutional modesty’ and ‘judicial diplomacy’. This approach by the European Court of Human Rights leads to a tendency to limit the necessary discussion and critique of religious ideas. Of course, this ignores the potential threat, or ‘chilling effect’, that dead letter blasphemy laws can have on freedom of expression. Even recently we have seen the threat that such laws can have through the public accusation of Stephen Fry under allegations of blasphemy.

Gatti makes a very powerful and authoritative argument that there exists a new common ground on the issue of blasphemy within Europe, an emerging consensus against the existence of such laws (and which would justify the European Court intervening more on the issue):

“The European Court of Human Rights has repeatedly affirmed that blasphemy laws may be compatible with the European Convention on Human Rights, since they protect the right of believers not to be offended in their religion. In the past, the Court acknowledged that such laws interfere with freedom of expression, but argued that there was not sufficient common ground in the legal and social orders of European States to conclude that blasphemy laws are unnecessary in a democratic society… such ‘common ground’ now exists, especially within the European Union. Several EU countries have scrapped blasphemy laws from their penal codes, or have ceased to implement them. What is more, the governments of all EU Member States, as well as the European Parliament, have repeatedly declared that blasphemy laws are incompatible with “universal” human rights standards, since they do not serve any human rights interest, but rather interfere with freedom of expression.”

Throughout the jurisprudence of the European Court of Human Rights on blasphemy, one thing is clear by its omission. That is the recognition that there exists a group of people who adhere to a meaningful, non-religious, worldview. Such people can be described as ‘humanists, atheists, agnostics’ and other terms. Humanism itself is a non-religious worldview, the inspiration for which can be understood as “…an attempt to think about how we should live without religion”. Humanism, as a worldview, draws upon the wealth of Renaissance and Enlightenment thinking (to which the term humanism was applied post hoc in a historical sense), and has a firm footing in the cultural, scientific and historical roots of Europe, . The International Humanist and Ethical Union define humanism as:

“Humanism is a democratic and ethical life stance that affirms that human beings have the right and responsibility to give meaning and shape to their own lives. Humanism stands for the building of a more humane society through an ethics based on human and other natural values in a spirit of reason and free inquiry through human capabilities. Humanism is not theistic, and it does not accept supernatural views of reality.”,

The Lisbon Treaty of the European Union even recognises the “…cultural, religious and humanist inheritance of Europe, from which have developed the universal values of the inviolable and inalienable rights…” . In 2001 the European Humanist Federation complained to the Ombudsman of the European Commission after they were denied permission to organise a dialogue session on the rights of non-religious people, despite the Commission holding regular sessions with religious groups. The Ombudsman upheld the complaint by the European Humanist Federation, finding that the European Commission had committed a ‘maladministration’.

“The Strasbourg Court’s tendency to expand the scope of Article 9 by reference to illusory rights to ‘respect’ or ‘peaceful enjoyment’ of freedom of religion risks unbalancing the Convention scheme and reading-in a right not to be offended where none is present in the text. When freedom of religion is properly understood, it is confined to tangible harm to specific victims. It follows that there is generally no clash between it and freedom of expression in most religious offence cases.”

In the existing literature on blasphemy there exists one key unexamined argument, which if given serious consideration, should prompt a major review of the European Court of Human Right’s approach to such matters. Leigh glances this when he concludes that the European Court of Human Rights jurisprudence often imagines a clashing of competing rights of the Article 9 rights of religious people (and their feelings) and the Article 10 rights of the blasphemers. What Leigh fails to articulate is the legitimate argument that there exist many individuals across Europe who hold a a coherent, non-religious, broadly humanist worldview. Leading Humanist philosopher Peter Cave outlines that “[t]he humanist response [to blasphemy] is that the value of free speech outweighs any offence caused”, and goes on to say that challenging beliefs is “…essential to our humanity’s reasoning…”. These considerations should shift the terms of the debate significantly, especially given the widespread significant decline of religious identification across areas of Western Europe, and there is no doubt that the impact and importance of Humanism in Europe has been overlooked due to a pro-Christian bias, , . It follows from this that some of the activities we have seen criminalised as blasphemy, could be reformulated as an embodiment of the Article 9 rights of Humanists, rather than as an Article 10 defence against them – which as we have seen, the European Court of Human Rights has a very poor track record of dealing with.

This reformulation of the argument could circumvent some of the major stumbling blocks that the European Court of Human Rights encounters when dealing with blasphemy cases. The first being the problem of squaring the interests of groups (religious people, and their feelings) with that of individuals (blasphemers). When we understand that blasphemers are not merely troublesome lone rangers, but members of a large and unappreciated body of fellow Humanists, we avoid the situation whereby blasphemy is treated as a trade-off of rights. Secondly, whereas the European Court of Human Rights has been content to censor expression on the basis of the hypothetical hurt feelings of religious individuals, the suggested approach would surely require it to take account of the hypothetical hurt feelings of Europe’s Humanists when it considers limiting the free and open criticism of religious ideas. This approach can be seen as a ‘levelling-up’ approach; in that is seeks to operationalise Article 9 as a defence for non-religious individuals on the same basis as religious ones. However, this ‘levelling-up’ approach has been criticised for some as being inelegant, on the basis that it seeks to mitigate a problematic inequality by further entrenching it. That is to say that it could be argued that it is wrong, at least on an ethical or moral basis, to argue against a perceived privilege and then seek to have the self same privilege applied to oneself. However, one might argue that the ‘privilege’ ceases to exist if essentially everyone can share in it.

It is clear from an examination of the European Court of Human Rights jurisprudence on the issue of blasphemy that it has erred consistently in favour of granting states a wide margin of appreciation to censor expression which it considers to be blasphemous. In doing so the European Court of Human Rights has read in a right for religious people to be protected from hypothetical offence, at the expense of the legitimate aim of criticising religious ideas. In the few cases that the Court has dealt with pertaining to blasphemy, all have operationalised Article 9 as a guarantee of ‘religious freedom’, despite the Article covering a range of religious and nonreligious beliefs. The European Court of Human Rights has not yet had the opportunity to consider how the Article 9 rights would apply to defend the rights of Humanists, and other non-religious groups, who place a high value – by virtue of their worldview – on rational enquiry, freethought and other activities which could be construed as blasphemous. This essay argues that such a proposal offers a potential solution (albeit an inelegant one) to ‘level-up’ the rights of blasphemers against the privileged rights of religious individuals before the European Court of Human Rights. Such a proposal would avoid a problematic scenario of ‘competing’ rights, by eliminating the need for the articulation of an Article 10 defence against charges of blasphemy.

[Top]

The approach of the United Nations

International Covenant on Civil and Poltical Rights Article 18, like Article 9 of the ECHR, also guarantees freedom of thought, conscience and belief. The issue of blasphemy was a very well debated subject in various United Nations platform in the late 1990s and early 2000s. In particular the Organisation of Islamic Cooperation (OIC) proposed and sponsored several motions which aimed to ban any expression which could be seen as “defamation of religion”. Like the European Convention, the International Covenant on Civil and Political Rights also protects freedom of expression through its article 19. As early as 1999, pressure from the OIC led to Pakistan bringing forward a resolution to the UN Commission on Human Rights which was called ‘Defamation of Islam’. According to the Becket Fund this proposal was brought forward to encourage the UN Commission on Human Rights to take a strong stand against a perceived campaign to malign and defame the Islamic religion. Understandably other delegates were unsatisfied by the sole focus on the Islamic religion and sought to expand the provision of the draft resolution to include all religions.

This process continued for many years, with almost annual attempts by (a member State on behalf of) the Organisation for Islamic Cooperation to pass a resolution on ‘defamation of religion’. These motions were not usually adopted unanimously, and often met stiff opposition, as Temperman notes:

“it would appear that the major problem with these Resolutions is their overall tenor: the protection of religions as a concern of the international community. ‘Combating defamation of religion’ is sensu stricto not a human rights issue as human rights law is not interested in religions. Human rights law is not concerned with their doctrines, their survival or their reputation – human rights law is concerned with people and their rights and freedoms.”

In 2011 the political climate was such that the OIC shifted tactics to focus on a resolution for which they could seek support from Western countries. The result was Resolution 16/19. The resolution is a well written and thorough assessment of freedom of religion or belief. Importantly it also called upon state parties to take proactive action to foster dialogue and discussion, moving away from a polarising focus on competing rights.

Resolution 16/18 has been the focus point of the United Nations approach to dealing with issues of blasphemy, and remains so. There have been other, newer, developments which seek to build on this, as we will discuss below.

[Top]

Case study: The UN Human Rights Council

As mentioned above, the United Nations Human Rights Council, through its Resolution 16/18 has made a significant advancement on the previous understanding of ICCPR Article 18 rights. Resolution 16/18 goes a long way towards reframing the focus of Article 18 away from a narrow ‘religious freedom’ interpretation towards a broader one. It does this in a positive way. Part of the Resolution reads:

Reaffirming further that the International Covenant on Civil and Political Rights

provides, inter alia, that everyone shall have the right to freedom of thought, conscience and religion or belief, which shall include freedom to have or to adopt a religion or belief of his choice, and freedom, either individually or in community with others and in public or private, to manifest his religion or belief in worship, observance, practice and teaching…”

Whilst the Resolution does not mention blasphemy directly, it clearly touches on the issue – albeit in a more positive way.

[Top]

Case Study: Human Rights Committee

In its General Comment 22, adopted at the 28th Session in 1993, the Human Rights Committee expanded upon the ICCPR Article 18 right to ‘freedom of thought conscience and religion’, by saying that right was:

“far-reaching and profound; it encompasses freedom of thought on all matters, personal conviction and the commitment to religion or belief… the freedom of thought and the freedom of conscience are protected equally with the freedom of religion or belief. …Article 18 [of the ICCPR] protects theistic, non-theistic and atheistic beliefs, as well as the right not to profess any religion or belief. …The Committee therefore views with concern any tendency to discriminate against any religion or belief for any reason, including the fact that they are newly established, or represent religious minorities that may be the subject of hostility on the part of a predominantly religious community…”

[Top]

Case study: The UN Special Rapporteur on freedom of religion or belief

The United Nations Special Rapporteur on Freedom of Religion or Belief is an independent expert appointed by the Human Rights Council who is tasked with investigating and reporting on future obstacles which may hamper the enjoyment of these rights, as guaranteed under Article 18 of the International Covenant on Civil and Political Rights.

In his 2017 Annual Report the current UN Special Rapporteur on freedom of religion or belief noted the particular risk facing atheists and humanists:

“According to the International Humanist and Ethical Union, there has been a worrying trend worldwide towards more targeted discrimination and violence against atheists and non-religious persons in recent years. […] While anyone can run afoul of these laws because they effectively criminalize dissent and free-thinking, “nonbelievers”, humanists and atheists are particularly at risk. Apostates and non-believers are particularly at risk from non-State actors or religious vigilantes or ”forces”, which are known to operate with impunity in a number of States.”

This is a hugely progressive approach: specifically acknowledging that humanists, atheists and other non-religious groups and individuals are not only a legitimate partner in this joint venture, but often a specific minority group which is targeted for human rights violations.

Such progressive approaches were also made by previous Special Rapporteurs for Freedom of Religion, such as Shaheed’s immediate predecessor Heiner Bielefeldt, who said:

“States should repeal blasphemy laws, which typically have a stifling effect on open dialogue and public discourse, often particularly affecting persons belonging to religious minorities… States should repeal any criminal law provisions that penalize apostasy, blasphemy and proselytism, as they may prevent persons belonging to religious or belief minorities from fully enjoying their freedom of religion or belief.”

[Top]

Other United Nations developments

In March 2017 the Office of the High Commissioner for Human Rights published a joint declaration from a range of faith and belief leaders aimed at combatting human rights abuses. This joint declaration, called ‘Faith for Rights’, draws upon the work of Resolution 16/18 in being positively framed and focussed in a practical ‘on the ground’ approach to proactively addressing human rights concerns. The Faith for Rights initiative was developed to appeal to individuals within religious communities, especially those with influence, to develop an understanding of the importance of speaking out against human rights abuses. The document also follows on from the progressive approach of the United Nations by specifically using the terms ‘belief’ and also referring to ‘atheism’ as one of the categories of belief to be so protected:

“The Beirut Declaration considers that all believers – whether theistic, non-theistic, atheistic or other – should join hands and hearts in articulating ways in which “Faith” can stand up for “Rights” more effectively so that both enhance each other. Individual and communal expression of religions or beliefs thrive and flourish in environments where human rights are protected.”

The Beirut declaration, and the work of Faith for Rights, also draws on the previous work of the United Nations Office of the High Commissioner for Human Rights-led Rabat Plan of Action on the prohibition of advocacy of national, racial or religious hatred that constitutes incitement to discrimination, hostility or violence.

[Top]

Conclusion

In conclusion, the approach of the United Nations bodies and appointed offices to the question of the treatment of blasphemy laws is much more progressive than that of the European Court of Human Rights. One of the major achievements of the United Nations’ consideration of blasphemy is their willingness to acknowledge the existence of meaningful beliefs other than ‘religious’ ones. The United Nations literature is much more willing to use the term belief, and attribute it equal weight and importance as religious beliefs. This is further underlined by the most recent report of the Special Rapporteur.

The United Nations approach, compared to the European approach, is also proactive and future-focused.

The United Nations has been able to make these progressive approaches due to its focus on consensus building, rather than an oppositional argumentative evaluation of the issues. This methodology could be one of the potential reasons why the United Nations has adopted such a progressive approach regarding the issue of blasphemy laws compared with the approach adopted by the European Court of Human Rights. It is only fair to note however the strong scholarly opinion which exists in support of the view that the European Court of Human Rights is itself a model of progressive consensus building – compared to other national and supranational juridical bodies.

[Top]

Discussion

As we have seen through an analysis of the European Court of Human Rights jurisprudence, there is a strong tendency to grant an over-wide margin of appreciation in cases involving blasphemy laws. This tendency has been seen by some scholars as a dereliction of duty to adjudicate on an important matter of human rights, and dismissed by others as a pragmatic political move. What seems clear however is that the bodies of the United Nations are much more willing to approach the issue of blasphemy or religious defamation with a degree of criticality.

[Top]

Regional versus international perspectives

There are several reasons why this might be the case. The United Nations has a wider perspective on the impact and practice of blasphemy laws, such as in Bangladesh and Pakistan, where they can and do lead to death sentences. In Europe, however, while the threat of imprisonment, censorship or a fine is not trivial, it is obviously not on the same scale of seriousness. This may be a key reason why there is much more of willingness from the international community external to Europe to see the harmful and anti-human-rights element of blasphemy laws as they apply, in particular to atheists and the non-religious.

It could be argued that the more dangerous and deadly risks associated with blasphemy charges, particularly in Asia and the Middle East, create more of an incentive for policy- and lawmakers to reflect on the problem. Accusations of blasphemy in many Asian and Middle Eastern states are matters of life and death.

[Top]

Dealing pro-actively on issues of religious or belief intolerance

Another of the successful elements of the United Nations approach, particularly that of Resolution 16/18, is the focus towards developing an understanding of the causal factors which might give rise to breaches of the human rights of people based on their religion or belief. This is an innovative approach which both acknowledges and deals with the ‘competing rights’ issue identified in the European Court’s jurisprudence.

It could also be that this proactive approach goes some way to ameliorating the concerns that seem to motivate some Strasbourg judges in wanting to grant a wide margin of appreciation when making decisions on cases involving blasphemy. The United Nations approach is much more progressive than the distant and restrained approach taken by the European Court of Human Rights. Of course this may be one area where we have to acknowledge a significant difference, which may make the task of applying comparative law slightly harder, or even impossible.

Whereas the European Court of Human Rights is clearly established as a juridical body, to settle legal disputes, the United Nations is something different. Whilst the United Nations is also charged with overseeing and implementing human rights law it does so in a very different way. Whereas the European Court of Human Rights operates within a given jurisdiction by adjudicating on a set of local rights outlined in the European Convention on Human Rights, the United Nations operates internationally and uses alliance building, persuasion and soft-law powers to achieve its aims. With this in mind, it might be understandable to conclude that a comparison on this matter may not be competent. However, one could turn this argument on its head and ask whether the relative success of the United Nations consensus-based model, over the adversarial approach of the European Court of Human Rights, could ever prompt a serious wide-ranging and fundamental review of how the European Convention implementation is overseen. What if instead of pursuing the model of adversarial litigation we were to see a new model evolve, harnessing the strength of the multilateral ‘soft-law’ approach of the United Nations?

[Top]

Conclusion

In conclusion we must say that blasphemy laws are wrong and endorse the approach of the United Nations in this matter. Blasphemy laws are a fundamental violation of freedom of expression; they insulate and protect dangerous religious practices and beliefs, their institutions and leaders, from the necessary and legitimate criticism needed to generate debate and reform.

As we have seen from the European Court of Human Rights jurisprudence, the decision to treat blasphemy laws as a ‘competing rights’ issue between the right to freedom of expression on the one hand, and religious freedom on the other, is very problematic. The jurisprudence is also weak and underdeveloped due to the European Court of Human Rights’ reliance on awarding member States a wide margin of appreciation in how they interpret their Convention responsibilities. Such an approach is an abandonment of one of the core principles of human rights – universality.

So, coming to the core question at the heart of this paper, what can we say about the likely impact on the jurisprudence of the European Court of Human Rights if it was to adopt the approach of the United Nations?

Well, firstly we can say that the Court would be much more likely to accept the principle argued above: that non-religious worldviews – such as humanism – should be treated with equal weight and respect as religious worldviews. This seems fairly obvious given the clear commitment to parity of esteem running through the heart of the United Nations literature. This formulation would also have the secondary effect of shifting the debate on from a competing rights narrative, to one whereby the weighty issues are discussed and debated, and hopefully in such a way that the European Court of Human Rights would become less comfortable in granting a wide margin of appreciation for States to continue to practice blasphemy laws.

We can secondly say that the Court may even be so minded as to find blasphemy laws incompatible with Articles 9 and 10 of the European Convention on Human Rights. As we have seen above, any serious assessment of the role and function of blasphemy laws by the United Nations has resulted in a call to end them, or at least acknowledge that they are incompatible with universal human rights in a fundamental way.

In summary this paper concludes that if the European Court of Human Rights did follow the example set by the United Nations in its treatment of blasphemy laws, there would likely be a significant strategic change in the way that the arguments and decision are formulated. It may even result in greater pressure being exerted on state parties to abolish their current blasphemy laws.

I will conclude this paper with another short, but stark, quote from the United Nations Special Rapporteur on Freedom of Religion or Belief:

“anti-blasphemy laws, which prohibit or criminalize the alleged “defamation” of religious beliefs and principles, or those which allegedly insult religious figures, have a disproportionate impact on members of minority religious communities and “non-believers”. Blasphemy, which is generally framed as a strict liability offence and based on vague and overly broad criminal statutes, is increasingly used against political opponents for their opposition to the Government.”

[Top]

Footnotes

[1] 

The Council of Europe is the body responsible for overseeing the implementation of the European Convention on Human Rights, and promoting human rights, democracy and the rule of law. Statute of the Council of Europe, 87 U.N.T.S. 103, E.T.S. 1

[2] 

By which I also mean to include laws such as ‘defamation of religion’, apostasy or laws which are de facto blasphemy laws (i.e. not using the term “blasphemy”, but functioning similarly), for example laws which ban “insult to religion”, or “offending religious feelings” or “sentiments”, or “ridiculing religious beliefs” or general “contempt of religion” and similar phrasing.

[3] 

Such as the African Commission on Human and People’s Rights, and the Inter-American Court of Human Rights.

[4] 

Although, sadly, there are a long list of prosecutions and controversial legal cases which would benefit greatly from academic scrutiny.

[5] 

Specifically the Human Rights Committee, Human Rights Council and work of the UN Special Rapporteur on freedom of religion or belief, as well as general look at other initiatives and plans for the future.

[6] 

Article 18:
Everyone has the right to freedom of thought, conscience and religion; this right includes freedom to change his religion or belief, and freedom, either alone or in community with others and in public or private, to manifest his religion or belief in teaching, practice, worship and observance.

[7] 

formally the Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms.

[8] 

Article 9 – Freedom of thought, conscience and religion
1. Everyone has the right to freedom of thought, conscience and religion; this right includes freedom to change his religion or belief and freedom, either alone or in community with others and in public or private, to manifest his religion or belief, in worship, teaching, practice and observance.
2. Freedom to manifest one’s religion or beliefs shall be subject only to such limitations as are prescribed by law and are necessary in a democratic society in the interests of public safety, for the protection of public order, health or morals, or for the protection of the rights and freedoms of others.

[9] 

Article 10 – Freedom of expression
1. Everyone has the right to freedom of expression. This right shall include freedom to hold opinions and to receive and impart information and ideas without interference by public authority and regardless of frontiers. This article shall not prevent States from requiring the licensing of broadcasting, television or cinema enterprises.
2. The exercise of these freedoms, since it carries with it duties and responsibilities, may be subject to such formalities, conditions, restrictions or penalties as are prescribed by law and are necessary in a democratic society, in the interests of national security, territorial integrity or public safety, for the prevention of disorder or crime, for the protection of health or morals, for the protection of the reputation or rights of others, for preventing the disclosure of information received in confidence, or for maintaining the authority and impartiality of the judiciary.

[10] 

ICCPR Art 18

[11] 

By which I also mean to include laws against ‘religious insult’, ‘defamation of religion’ or ‘hurting religious sentiment’.

[12] 

Which includes, but is not limited to, questioning, criticising, satirising, mocking and ridiculing.

[13] 

United Nations Human Rights Council, Report of the Special Rapporteur on freedom of religion or belief (Focus: Perspective and vision for the mandate by new Special Rapporteur), 17 January 2017, A/HRC/34/50.

[14] 

This is despite the best attempts of the European Court of Human Rights to create one, as we will explore below.

[15] 

Jennifer F. Cohen, ‘Islamic Law in Iran: Can It Protect the International Legal Right of freedom of religion or belief?’, 9 CHI. J. INT’L L. 247 (2008), Intisar A. Rabb, ‘“We the Jurists”: Islamic Constitutionalism in Iraq’, 10 U. PA. J. CONST. L. 527 (2008), and Ossama Siddique & Zahra Hayat, Unholy Speech and Holy Laws: Blasphemy Laws in Pakistan–Controversial Origins, Design Defects, and Free Speech Implications, 17 MINN. J. INT’L L. 303 (2008).

[16] 

Even across Europe there are many differing legal approaches to enforcing the European Convention on Human Rights

[17] 

Esin Orucu & David Nelken, ‘Comparative Law: A Handbook’ (Oxford, 2007) pp. 44-65.

[18] 

Carozza PG. Uses and misuses of comparative law in international human rights: some reflections on the jurisprudence of the European Court of Human Rights. Notre Dame L. Rev.. 1997;73:1217.

[19] 

Venice Commission, ‘Report on the relationship between freedom of expression and freedom of religion: The issue of regulation and prosecution of blasphemy, religious insults and incitement to religious hatred’ (2008) Study 406/2006, adopted by the Venice Commission at its 76th Plenary Session, 17-18 October 2008.

[20] 

The Venice Commission report also when on to conclude that “the offence of blasphemy should be abolished (which is already the case in most European States) and should not be reintroduced”

[21] 

Not eight, as the Venice Commission claims.

[22] 

In the sense that they remain on the statute books, or have not been authoritatively overruled by judicial or legal processes.

[23] 

End Blasphemy Laws campaign, ‘Is Europe the land of freedom of expression?’ accessed 20 July 2017.

[24] 

Callum G Brown, Thomas Green and Jane Mair, Religion in Scots Law: The Report of an Audit at the University of Glasgow: Sponsored by Humanist Society Scotland (Edinburgh, HSS, 2016).

[25] 

Mauro Gatti, ‘Blasphemy in European Law’ [2015] in M. Diez Bosch and J. Sanchez Torrents (eds) ‘On Blasphemy’ [2015] Blanquerna 49.

[26] 

Michael F. Graham, The Blasphemies of Thomas Aikenhead: Boundaries of Belief on the Eve of the Enlightenment, Edinburgh University Press: Edinburgh, 2008

[27] 

Callum G Brown, Thomas Green and Jane Mair, Religion in Scots Law: The Report of an Audit at the University of Glasgow: Sponsored by Humanist Society Scotland (Edinburgh, HSS, 2016).

[28] 

Mauro Gatti, ‘Blasphemy in European Law’ [2015] in M. Diez Bosch and J. Sanchez Torrents (eds) ‘On Blasphemy’ [2015] Blanquerna 49.

[29] 

IHEU describes itself as ‘the global representative body of the humanist movement, uniting a diversity of non-religious organisations and individuals.’

[30] 

Copson also acknowledged that ‘freedom of religion or belief is itself a shorthand for the fuller freedom of thought, conscience, religion or belief.

[31] 

Andrew Copson, ‘We must resist “debased” forms of freedom of religion or belief’ (International Humanist and Ethical Union, 19 October 2016) accessed 20 July 2017.

[32] 

UN HRC General Comment 22 [CCPR/C/21/Rev.1/Add.4] adopted at the 48th Session (30 July 1993) available at accessed 20 July 2017.

[33] 

Robert Evans, ‘Atheists face death in 13 countries, global discrimination: study’ Reuters.com (10 December 2013, Geneva) available online at https://www.reuters.com/article/us-religion-atheists-idUSBRE9B900G20131210 [last accessed 20 July 2017].

[34] 

Gordon Fairclough, ‘Greeks Seek Strength in the Powers of a Revered Monk to Predict Events; Elder Paisios Expected Travails; A Skeptical Facebook Page Draws Ire’ Wall Street Journal (New York, N.Y., 03 Dec 2012).

[35] 

Mauro Gatti, ‘Blasphemy in European Law’ [2015] in M. Diez Bosch and J. Sanchez Torrents (eds) ‘On Blasphemy’ [2015] Blanquerna 49.

[36] 

Freedom House (2013) Policing Belief. The Impact of Blasphemy Laws on Human Rights. Greece. A Freedom House Special Report, available at: http://www.freedomhouse.org/sites/default/files/Policing_Belief_Full.pdf (accessed 20 July 2017)

[37] 

By which I mean, they are a democratic member state of the Council of Europe and European Union.

[38] 

Article 198 of the Greek Penal Code states that “1. One who publicly and maliciously and by any means blasphemes God shall be punished by imprisonment for not more than two years; 2. Anyone, except as described in par.1, who displays publicly with blasphemy a lack of respect for things divine, is punished with up to 3 months in prison.”
Article 199 states that “one who publicly and maliciously and by any means blasphemes the Greek Orthodox Church or any other religion tolerable in Greece shall be punished by imprisonment for not more than two years.” Similarly, the country outlaws any speech or acts that “insults public sentiment” or “offends people’s religious sentiments.”

[39] 

Keturah A. Dunne, ‘Addressing religious intolerance in Europe: the limited application of Article 9 of the European Convention of Human Rights and Fundamental Freedoms’ (1999) 1 California Western International Law Journal 117.

[40] 

Paul Kearns, ‘The end of blasphemy law’ (2008) 26 Amicus Curiae.

[41] 

As it was called before the name changed to the European Court of Human Rights.

[42] 

Choudhury v UK, no. 17439/90, Commission decision of 5 March 1991, unreported.

[43] 

Paul Kearns, ‘The end of blasphemy law’ (2008) 26 Amicus Curiae.

[44] 

Otto-Preminger-Institut v. Austria, no. 13470/87, § 26, European Court of Human Rights 1994.

[45] 

Otto-Preminger-Institut v. Austria, no. 13470/87, § 26, European Court of Human Rights 1994.

[46] 

Mauro Gatti, ‘Blasphemy in European Law’ [2015] in M. Diez Bosch and J. Sanchez Torrents (eds) ‘On Blasphemy’ [2015] Blanquerna 49.

[47] 

Ian Leigh, ‘Damned if they do, Damned if they don’t: the European Court of Human Rights and the Protection of Religion from Attack’ (2011) 17 Res Publica 55.

[48] 

Andrew Copson, ‘We must resist “debased” forms of freedom of religion or belief’ (International Humanist and Ethical Union, 19 October 2016) accessed 20 July 2017.

[49] 

Wingrove v. the United Kingdom, no. 525/611, §19, European Court of Human Rights, 1996.

[50] 

Wingrove v. the United Kingdom, no. 525/611, §19, European Court of Human Rights, 1996.

[51] 

Mauro Gatti, ‘Blasphemy in European Law’ [2015] in M. Diez Bosch and J. Sanchez Torrents (eds) ‘On Blasphemy’ [2015] Blanquerna 49.

[52] 

Aernout Nieuwenhuis, ‘The concept of pluralism in the case law of the European Court of Human Rights’ (2007) 3 European Constitutional Law Review 3 367-384.

[53] 

Wingrove v. the United Kingdom, no. 525/611, §19, European Court of Human Rights, 1996.

[54] 

Otto-Preminger-Institut v. Austria, no. 13470/87, § 26, European Court of Human Rights 1994.

[55] 

I.A. v Turkey, no. 42571/98, European Court of Human Rights, 2005.

[56] 

I.A. v Turkey, no. 42571/98, European Court of Human Rights, 2005.

[57] 

Kati Niemen, ‘Disobedient subjects – constructing the subject, the state and religion in the European Court of Human Rights’ (2015) 21 Journal for the Study of Race, Nation and Culture 4.

[58] 

Otto-Preminger-Institut v. Austria, no. 13470/87, § 26, European Court of Human Rights 1994.

[59] 

Giniewski v France, no. 64016/00, § 1, European Court of Human Rights 2006.

[60] 

Giniewski v France, no. 64016/00, § 1, European Court of Human Rights 2006.

[61] 

Kati Niemen, ‘Disobedient subjects – constructing the subject, the state and religion in the European Court of Human Rights’ (2015) 21 Journal for the Study of Race, Nation and Culture 4.

[62] 

Klein v Slovakia, no. 72208/01, § 4, European Court of Human Rights 2007.

[63] 

Klein v Slovakia, no. 72208/01, § 4, European Court of Human Rights 2007.

[64] 

Ian Leigh, ‘Damned if they do, Damned if they don’t: the European Court of Human Rights and the Protection of Religion from Attack’ (2011) 17 Res Publica 55.

[65] 

Mauro Gatti, ‘Blasphemy in European Law’ [2015] in M. Diez Bosch and J. Sanchez Torrents (eds) ‘On Blasphemy’ [2015] Blanquerna 49.

[66] 

Ian Leigh, ‘Damned if they do, Damned if they don’t: the European Court of Human Rights and the Protection of Religion from Attack’ (2011) 17 Res Publica 55.

[67] 

Eric Barendt, ‘Religious Hatred Laws: Protecting Groups or Belief?’ (2011) 17 Res Publica 41.

[68] 

Pádraig Collins, ‘Stephen Fry investigated by Irish police for alleged blasphemy’ The Guardian (London, 7 May 2017).

[69] 

Mauro Gatti, ‘Blasphemy in European Law’ [2015] in M. Diez Bosch and J. Sanchez Torrents (eds) ‘On Blasphemy’ [2015] Blanquerna 49.

[70] 

Andrew Copson, ‘We must resist “debased” forms of freedom of religion or belief’ (International Humanist and Ethical Union, 19 October 2016) accessed 20 July 2017.

[71] 

Richard Norman, On Humanism, Routledge: London, 2012.

[72] 

Richard Norman, On Humanism, Routledge: London, 2012.

[73] 

Kurtz, Paul. What is secular humanism?. New York: Prometheus Books, 2007.

[74] 

International Humanist and Ethical Union, ‘Minimum Statement on Humanism’, available online http://iheu.org/humanism/what-is-humanism/ last accessed 20 July 2017.

[75] 

The fundamentals of modern Humanism are as follows:
1. Humanism is ethical. It affirms the worth, dignity and autonomy of the individual and the right of every human being to the greatest possible freedom compatible with the rights of others. Humanists have a duty of care to all of humanity including future generations. Humanists believe that morality is an intrinsic part of human nature based on understanding and a concern for others, needing no external sanction.
2. Humanism is rational. It seeks to use science creatively, not destructively. Humanists believe that the solutions to the world’s problems lie in human thought and action rather than divine intervention. Humanism advocates the application of the methods of science and free inquiry to the problems of human welfare. But Humanists also believe that the application of science and technology must be tempered by human values. Science gives us the means but human values must propose the ends.
3. Humanism supports democracy and human rights. Humanism aims at the fullest possible development of every human being. It holds that democracy and human development are matters of right. The principles of democracy and human rights can be applied to many human relationships and are not restricted to methods of government.
4. Humanism insists that personal liberty must be combined with social responsibility. Humanism ventures to build a world on the idea of the free person responsible to society, and recognises our dependence on and responsibility for the natural world. Humanism is undogmatic, imposing no creed upon its adherents. It is thus committed to education free from indoctrination.
5. Humanism is a response to the widespread demand for an alternative to dogmatic religion. The world’s major religions claim to be based on revelations fixed for all time, and many seek to impose their world-views on all of humanity. Humanism recognises that reliable knowledge of the world and ourselves arises through a continuing process of observation, evaluation and revision.
6. Humanism values artistic creativity and imagination and recognises the transforming power of art. Humanism affirms the importance of literature, music, and the visual and performing arts for personal development and fulfilment.
7. Humanism is a lifestance aiming at the maximum possible fulfilment through the cultivation of ethical and creative living and offers an ethical and rational means of addressing the challenges of our times. Humanism can be a way of life for everyone everywhere.
Our primary task is to make human beings aware in the simplest terms of what Humanism can mean to them and what it commits them to. By utilising free inquiry, the power of science and creative imagination for the furtherance of peace and in the service of compassion, we have confidence that we have the means to solve the problems that confront us all. We call upon all who share this conviction to associate themselves with us in this endeavour.
IHEU Congress 2002

[76] 

Consolidated Version of the Treaty on European Union preamble, 2010 O.J. C 83/01.

[77] 

The European Humanist Federation “…unites more than 60 humanist and secularist organisations from about 20 European countries. It is the largest umbrella organisation of humanist associations in Europe…” accessed 20 July 2017.

[78] 

Pasquale Annicchino, ‘Religion and EU institutions’ (2013) 15 Ecc. L.J. 3.

[79] 

Ian Leigh, ‘Damned if they do, Damned if they don’t: the European Court of Human Rights and the Protection of Religion from Attack’ (2011) 17 Res Publica 55.

[80] 

Ian Leigh, ‘Damned if they do, Damned if they don’t: the European Court of Human Rights and the Protection of Religion from Attack’ (2011) 17 Res Publica 55.

[81] 

Peter Cave, Humanism, Oneworld: Oxford, 2009.

[82] 

Callum G Brown, Thomas Green and Jane Mair, Religion in Scots Law: The Report of an Audit at the University of Glasgow: Sponsored by Humanist Society Scotland (Edinburgh, HSS, 2016).

[83] 

Ronan McCrea, Religion and the Public Order of the European Union, Oxford University Press: Oxford, 2010.

[84] 

Andrew Copson, ‘We must resist “debased” forms of freedom of religion or belief’ (International Humanist and Ethical Union, 19 October 2016) accessed 20 July 2017.

[85] 

Randall Lesaffer, European Legal History: A Cultural and Political Perspective, Cambridge University Press: Cambridge, 2009.

[86] 

Ian Leigh, ‘Damned if they do, Damned if they don’t: the European Court of Human Rights and the Protection of Religion from Attack’ (2011) 17 Res Publica 55.

[87] 

Aernout Nieuwenhuis, ‘The concept of pluralism in the case law of the European Court of Human Rights’ (2007) 3 European Constitutional Law Review 3 367-384.

[88] 

Ian Leigh, ‘Damned if they do, Damned if they don’t: the European Court of Human Rights and the Protection of Religion from Attack’ (2011) 17 Res Publica 55.

[89] 

Ronan McCrea, Religion and the Public Order of the European Union, OUP: Oxford, 2010.

[90] 

Article 18 of the ICCPR states:
Everyone shall have the right to freedom of thought, conscience and religion. This right shall include freedom to have or to adopt a religion or belief of his choice, and freedom, either individually or in community with others and in public or private, to manifest his religion or belief in worship, observance, practice and teaching. No one shall be subject to coercion which would impair his freedom to have or to adopt a religion or belief of his choice.
Freedom to manifest one’s religion or beliefs may be subject only to such limitations as are prescribed by law and are necessary to protect public safety, order, health or morals or the fundamental rights and freedoms of others.
The States Parties to the present Covenant undertake to have respect for the liberty of parents and, when applicable, legal guardians to ensure the religious and moral education of their children in conformity with their own convictions.

[91] 

Dobras RJ, ‘Is the United Nations Endorsing Human Rights Violations: An Analysis of the United Nations’ Combating Defamation of Religions Resolutions and Pakistan’s Blasphemy Laws.’ (2009) 37(2) Ga J Int’l & Comp L 339.

[92] 

1. Everyone shall have the right to hold opinions without interference.
2. Everyone shall have the right to freedom of expression; this right shall include freedom to seek, receive and impart information and ideas of all kinds, regardless of frontiers, either orally, in writing or in print, in the form of art, or through any other media of his choice.
3. The exercise of the rights provided for in paragraph 2 of this article carries with it special duties and responsibilities. It may therefore be subject to certain restrictions, but these shall only be such as are provided by law and are necessary:
(a) For respect of the rights or reputations of others;
(b) For the protection of national security or of public order (ordre public), or of public health or morals.

[93] 

It is worth noting that Pakistan is one of the major violators of freedom or religion and belief rights. The 2016 annual Freedom of Thought Report from the International Humanist and Ethical Union notes “The legal environment in Pakistan is notably repressive; it has brutal blasphemy laws, systemic and legislative religious discrimination and often allows vigilante violence on religious grounds to occur with impunity.” As cited in International Humanist and Ethical Union, ‘Freedom of Thought Report’ (London, 10 December 2016) acessed online http://freethoughtreport.com/countries/asia-southern-asia/pakistan/ (last accessed 20 July 2017).

[94] 

The predecessor to the United Nations Human Rights Council,in March 2006 it changed to become the Human Rights Committee.

[95] 

The Becket Fund, ‘Defamation of Religions’ (July 2008).

[96] 

It is worth noting that this proposal was brought forward under the agenda item of ‘racism’.

[97] 

Temperman, Jeroen. “Blasphemy, defamation of religions and human rights law.” Netherlands Quarterly of Human Rights 26, no. 4 (2008): 517-545.

[98] 

It was during the time of the Arab Spring, where much emphasis was being placed on freedom of expression.

[99] 

Yvonne Donders, ‘The United Nations and Freedom of Expression’ (2015, Cambridge), p. 397

[100] 

Human Rights Council Res. 16/18, Resolution Adopted by the Human Rights Council: Combating Intolerance, Negative Stereotyping and Stigmatization of, and Discrimination, Incitement to Violence and Violence Against, Persons Based on Religion or Belief, 16th Sess., Feb. 28-Mar. 25, 2011, U.N. Doc. A/HRC/RES/16/18 (April 12, 2011)

[101] 

UN HRC General Comment 22 [CCPR/C/21/Rev.1/Add.4] adopted at the 48th Session (30 July 1993) available at accessed 20 July 2017.

[102] 

United Nations Human Rights Council, Report of the Special Rapporteur on freedom of religion or belief (Focus: Perspective and vision for the mandate by new Special Rapporteur), 17 January 2017, A/HRC/34/50.

[103] 

The Office of the High Commissioner for Human Rights, ‘The Beirut Declaration and its 18 commitments on Faith for Rights’, (Beirut, March 2017).

[104] 

The Rabat Plan of Action includes a very thorough section condemning blasphemy laws:
“At the national level, blasphemy laws are counter-productive, since they may result in the
de facto censure of all inter-religious/belief and intra-religious/belief dialogue, debate, and also
criticism, most of which could be constructive, healthy and needed. In addition, many of these
blasphemy laws afford different levels of protection to different religions and have often proved
to be applied in a discriminatory manner. There are numerous examples of persecution of
religious minorities or dissenters, but also of atheists and non-theists, as a result of legislation on
religious offences or overzealous application of various laws that use a neutral language.
Moreover, the right to freedom of religion or belief, as enshrined in relevant international legal standards, does not include the right to have a religion or a belief that is free from criticism or
ridicule.”

[105] 

It is worth mentioning a very useful piece of guidance given in the UK employment tribunal of Grainger plc v. Nicholson which deals with the tricky idea of what constitutes a ‘belief’ (or at least one which would fall under the scope of Article 18. In the decision the judge says: “(i) The belief must be genuinely held. (ii) It must be a belief and not… an opinion or viewpoint based on the present state of information available. (iii) It must be a belief as to a weighty and substantial aspect of human life and importance. (iv) It must be worthy of respect in a democratic society, be not incompatible with human dignity and not conflict with the fundamental rights of others…”.

[106] 

Dzehtsiarou K and O’Mahony C, ‘Evolutive Interpretation of Rights Provisions: A Comparison of the European Court of Human Rights and the U.S. Supreme Court.’ (2013) 44(2) Colum Hum Rts L Rev 309

[107] 

Staff Writer, ‘You’ll be next: Bangladeshi blogger gets death threat on Facebook’ Times of India (Kolkata, 30 May 2015).

[108] 

Temperman, Jeroen. “Blasphemy, defamation of religions and human rights law.” Netherlands Quarterly of Human Rights 26, no. 4 (2008): 517-545.

[109] 

In this case, international human rights law.

[110] 

At least in the narrow realm of blasphemy laws, defamation of religion and so on.

[111] 

United Nations Human Rights Council, Report of the Special Rapporteur on freedom of religion or belief (Focus: Perspective and vision for the mandate by new Special Rapporteur), 17 January 2017, A/HRC/34/50.

[Top]

Bibliography

Aernout Nieuwenhuis, ‘The concept of pluralism in the case law of the European Court of Human Rights’ (2007) 3 European Constitutional Law Review 3 367-384.

Andrew Copson, ‘We must resist “debased” forms of freedom of religion or belief’ (International Humanist and Ethical Union, 19 October 2016) <http://iheu.org/we-must-resist-debased-forms-of-freedom-of-religion-or-belief/&gt; accessed 20 July 2017.

The Becket Fund, ‘Defamation of Religions’ (July 2008).

Callum G Brown, Thomas Green and Jane Mair, Religion in Scots Law: The Report of an Audit at the University of Glasgow: Sponsored by Humanist Society Scotland (Edinburgh, HSS, 2016).

Callum G Brown, The Death of Christian Britain: Understanding Secularisation 1800-1963 Routledge: London, 2000.

Carozza PG. Uses and misuses of comparative law in international human rights: some reflections on the jurisprudence of the European Court of Human Rights. Notre Dame L. Rev.. 1997;73:1217.

Choudhury v UK, no. 17439/90, Commission decision of 5 March 1991, unreported.

Consolidated Version of the Treaty on European Union preamble, 2010 O.J. C 83/01.

Dzehtsiarou K and O’Mahony C, ‘Evolutive Interpretation of Rights Provisions: A Comparison of the European Court of Human Rights and the U.S. Supreme Court.’ (2013) 44(2) Colum Hum Rts L Rev 309.

Dobras RJ, ‘Is the United Nations Endorsing Human Rights Violations: An Analysis of the United Nations’ Combating Defamation of Religions Resolutions and Pakistan’s Blasphemy Laws.’ (2009) 37(2) Ga J Int’l & Comp L 339

End Blasphemy Laws campaign, ‘Is Europe the land of freedom of expression?’ < http://end-blasphemy-laws.org/countries/europe/&gt; accessed 20 July 2017.

Eric Barendt, ‘Religious Hatred Laws: Protecting Groups or Belief?’ (2011) 17 Res Publica 41.

Esin Orucu & David Nelken, ‘Comparitive Law: A Handbook’ (Oxford, 2007) pp. 44-65.

Freedom House (2013) Policing Belief. The Impact of Blasphemy Laws on Human Rights. Greece. A Freedom House Special Report, available at: http://www.freedomhouse.org/sites/default/files/Policing_Belief_Full.pdf (accessed 20 July 2017)

Giniewski v France, no. 64016/00, § 1, European Court of Human Rights 2006.

Gordon Fairclough, ‘Greeks Seek Strength in the Powers of a Revered Monk to Predict Events; Elder Paisios Expected Travails; A Skeptical Facebook Page Draws Ire’ Wall Street Journal (New York, N.Y., 03 Dec 2012).

Human Rights Council Res. 16/18, Resolution Adopted by the Human Rights Council: Combating Intolerance, Negative Stereotyping and Stigmatization of, and Discrimination, Incitement to Violence and Violence Against, Persons Based on Religion or Belief, 16th Sess., Feb. 28-Mar. 25, 2011, U.N. Doc. A/HRC/RES/16/18 (April 12, 2011)

I.A. v Turkey, no. 42571/98, European Court of Human Rights, 2005.

Ian Leigh, ‘Damned if they do, Damned if they don’t: the European Court of Human Rights and the Protection of Religion from Attack’ (2011) 17 Res Publica 55.

International Humanist and Ethical Union, ‘Freedom of Thought Report’ (London, 10 December 2016) acessed online http://freethoughtreport.com/countries/asia-southern-asia/pakistan/ (last accessed 20 July 2017).

International Humanist and Ethical Union, ‘Minimum Statement on Humanism’, available online http://iheu.org/humanism/what-is-humanism/ last accessed 20 July 2017.

Kati Niemen, ‘Disobedient subjects – constructing the subject, the state and religion in the European Court of Human Rights’ (2015) 21 Journal for the Study of Race, Nation and Culture 4.

Keturah A. Dunne, ‘Addressing religious intolerance in Europe: the limited application of Article 9 of the European Convention of Human Rights and Fundamental Freedoms’ (1999) 1 California Western International Law Journal 117.

Klein v Slovakia, no. 72208/01, § 4, European Court of Human Rights 2007.

Mauro Gatti, ‘Blasphemy in European Law’ [2015] in M. Diez Bosch and J. Sanchez Torrents (eds) ‘On Blasphemy’ [2015] Blanquerna 49.

Michael F. Graham, The Blasphemies of Thomas Aikenhead: Boundaries of Belief on the Eve of the Enlightenment, Edinburgh University Press: Edinburgh, 2008

Otto-Preminger-Institut v. Austria, no. 13470/87, § 26, European Court of Human Rights 1994

Pasquale Annicchino, ‘Religion and EU institutions’ (2013) 15 Ecc. L.J. 3.

Paul Kearns, ‘The end of blasphemy law’ (2008) 26 Amicus Curiae.

Paul Kurtz. What is secular humanism?. New York: Prometheus Books, 2007.

Pádraig Collins, ‘Stephen Fry investigated by Irish police for alleged blasphemy’ The Guardian (London, 7 May 2017).

Peter Cave, Humanism, Oneworld: Oxford, 2009.

Randall Lesaffer, European Legal History: A Cultural and Political Perspective, Cambridge University Press: Cambridge, 2009.

Richard Norman, On Humanism, Routledge: London, 2012.

Robert Evans, ‘Atheists face death in 13 countries, global discrimination: study’ Reuters.com (10 December 2013, Geneva) available online at https://www.reuters.com/article/us-religion-atheists-idUSBRE9B900G20131210 [last accessed 20 July 2017].

Ronan McCrea, Religion and the Public Order of the European Union, OUP: Oxford, 2010.

Staff Writer, ‘You’ll be next: Bangladeshi blogger gets death threat on Facebook’ Times of India (Kolkata, 30 May 2015).

Statute of the Council of Europe, 87 U.N.T.S. 103, E.T.S. 1

Temperman, Jeroen. “Blasphemy, defamation of religions and human rights law.” Netherlands Quarterly of Human Rights 26, no. 4 (2008): 517-545.

The Office of the High Commissioner for Human Rights, ‘The Beirut Declaration and its 18 commitments on Faith for Rights’, (Beirut, March 2017).

UN HRC General Comment 22 [CCPR/C/21/Rev.1/Add.4] adopted at the 48th Session (30 July 1993) available at <http://hrlibrary.umn.edu/gencomm/hrcom22.htm/&gt; accessed 20 July 2017.

United Nations Human Rights Council, Report of the Special Rapporteur on freedom of religion or belief (Focus: Perspective and vision for the mandate by new Special Rapporteur), 17 January 2017, A/HRC/34/50.

UN General Assembly. (1948). Universal declaration of human rights (217 [III] A). Paris.

Wingrove v. the United Kingdom, no. 525/611, §19, European Court of Human Rights, 1996.

Venice Commission, ‘Report on the relationship between freedom of expression and freedom of religion: The issue of regulation and prosecution of blasphemy, religious insults and incitement to religious hatred’ (2008) Study 406/2006, adopted by the Venice Commission at its 76th Plenary Session, 17-18 October 2008.

Yvonne Donders, ‘The United Nations and Freedom of Expression’ (2015, Cambridge).