08/07/2018: Μικροί φιλελεύθεροι (του Γιώργου Σιακαντάρη)

[Σχόλιο Παναγιώτη Δημητρά: “Τάγραψε όλα και τόσο ωραία για αυτή την κατηγορία “φιλελεύθερων” που έχουν κίνητρο το μίσος κάθε αντιπάλου και την υποστήριξη κάθε φίλου ιδίως “φιλελεύθερου” (πχ. όταν υποστήριξαν την ισλαμοφοβία της Σώτης Τριανταφύλλου)]

ΤΟ ΒΗΜΑ

Στην κατακλείδα του βιβλίου του «Περί Ελευθερίας» ο Τζον Στιούαρτ Μιλ υποστήριζε ότι «ένα κράτος που μικραίνει τους ανθρώπους του, για να είναι πιο πειθήνια όργανα στα χέρια του, ακόμη και για αγαθούς σκοπούς, θα διαπιστώσει ότι με μικρούς ανθρώπους δεν γίνονται μεγάλα πράγματα». Το ελληνικό πολιτικό σύστημα τόσα χρόνια παρήγε μικρούς ανθρώπους από τους οποίους τώρα ζητεί μεγάλα πράγματα. Οι ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ με την αντιπολίτευσή τους απελευθέρωσαν τα αποθέματα μίσους ενός μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο κατασκήνωνε στην άνω και κάτω πλατεία. Με τη διακυβέρνησή τους εισπράττουν πίσω το μίσος, τον φανατισμό και τον εθνικολαϊκισμό που καλλιέργησαν. Τώρα πλέον σχεδόν τα 4/5 της κοινωνίας τούς επιστρέφουν το ίδιο και περισσότερο μίσος απ’ αυτό που οι ίδιοι καλλιέργησαν. Τι φταίει;
Φαίνεται πως το μεγάλο κενό του συνολικού πολιτικού μας συστήματος είναι η απουσία ενός ισχυρού μεταρρυθμιστικού κεντρώου ή ενός φιλελεύθερου κόμματος. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι η απουσία ενός φιλελεύθερου πνεύματος που θα διαπερνούσε την Κεντροαριστερά και την Κεντροδεξιά και θα τις οδηγούσε σε πολιτικές που θα εφήρμοζαν στα κέντρα των κοινωνιών. Αυτή η απουσία δημιούργησε μικρούς κεντροδεξιούς, κεντροαριστερούς, αριστερούς, ακόμη και μικρούς αναρχικούς. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα είναι ότι δημιούργησε μικρούς φιλελεύθερους. Οι τελευταίοι αποστρέφονται κάθε διαφορετική από τη δική τους γνώμη, αδιαφορούν για τα ατομικά δικαιώματα και συμμετέχουν σε εθνικιστικά παιχνίδια. Αυτοί βλέπουν τη σκιά τους το πρωί και το ηλιοβασίλεμα και πιστεύουν ότι αυτό είναι το πραγματικό μέγεθός τους. Οι μικροί φιλελεύθεροι παρήχθησαν όχι από την αγάπη προς την ελευθερία, αλλά από το μίσος προς τον κ. Τσίπρα.
Φιλελεύθερους των «ανταποδοτικών» ατομικών δικαιωμάτων πρώτη φορά συναντώ. Γι’ αυτούς τα ατομικά δικαιώματα εξαρτώνται από το αν οι εγκληματίες αναγνωρίζουν ή όχι τα εγκλήματά τους. Φιλελεύθεροι που νομίζουν ότι τα δικαιώματα είναι ανταποδοτικά – μου δίνεις και σου δίνω – και όχι αναπαλλοτρίωτα, με βάση πάντοτε την ισχύουσα νομοθεσία, δεν υπάρχουν. Επίσης φιλελεύθερους που δεν ενδιαφέρονται για νόμους που προασπίζουν δικαιώματα μειονοτήτων – επειδή τους προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ – ελπίζω πως δεν θα ξαναδώ.
Το Βατερλό όμως των μικρών φιλελεύθερων είναι το Μακεδονικό. Ο κλασικός φιλελευθερισμός ισχυρίζεται πως ενώ για θέματα υπηκοότητας και ιθαγένειας τίθεται ζήτημα ονομασίας erga omnes, για τον προσδιορισμό των εθνοτικών ταυτοτήτων (ethnicity) ισχύει η αρχή του αυτοπροσδιορισμού. Στον φιλελευθερισμό ανήκει πρωτίστως αυτή η αρχή, όχι στην Αριστερά. Οι μικροί φιλελεύθεροι δεν το αντιλαμβάνονται. Ο φιλελευθερισμός είναι δύσκολη υπόθεση. Θέλει λογική, όχι ένστικτα. Θέλει περισσότερο βιβλία και εφημερίδες και  λιγότερο μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ας μην τους βάζουμε, όμως, τόσο δύσκολα. Ας τους δούμε στα πιο εύκολα.
Αντίθετα από τους «πατριώτες» που ανακαλύπτουν πως πωλούμε την ψυχή μας δίνοντας στους «Σκοπιανούς» το όνομά μας, λες και οι άλλοι δεν έχουν όνομα και ψυχή, οι μικροί φιλελεύθεροι σέβονται τους «Σκοπιανούς». Δεν μιλούν για γυφτοσκοπιανούς, μόνο για «Σλαβοσκοπιανούς». Είναι ευγενικοί. Δεν προσβάλλουν. Μόνο κάτι ευγενέστατα περί κρατιδίων τους ξεφεύγουν. Και βεβαίως σέβονται τη γνώμη των άλλων, αρκεί να είναι σωστή. Τι φταίνε αυτοί τώρα που η ελευθερία του κρατιδίου των «Σκοπιανών» δημιουργεί πάντα προβλήματα στη δική τους; Αφήνω κατά μέρος ότι για τους μικρότερους εκ των μικρών φιλελεύθερων το Μακεδονικό είναι δημιούργημα της Αριστεράς. Γιατί όχι και η πιτυρίδα;
Εδώ, για να είμαι δίκαιος, υπάρχει και μια πιο σοβαρή υποκατηγορία, όχι τόσο μικρών φιλελεύθερων. Αυτή, ενώ παρατηρεί τα κενά και τα αρνητικά της συμφωνίας, επισημαίνει ότι η συμφωνία λύνει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα δημιουργεί. Συνεχίζει όμως με την έκκληση να το αφήσουμε τώρα το ζήτημα, για να το λύσει αργότερα η νέα κυβέρνηση, η οποία σήμερα ως αξιωματική αντιπολίτευση απορρίπτει τη συμφωνία.
Είναι όμως φιλελεύθερος αυτός που δεν αναγνωρίζει ότι πρέπει πάντοτε να προσπαθεί να θέτει τον εαυτό, όπως ο Ανταμ Σμιθ, στη θέση του «αμερόληπτου παρατηρητή»; Αυτός που δεν κατανοεί, όπως ο Μιλ, ότι η αμεροληψία είναι η ικανότητα να στέκεσαι μεταξύ των δύο πλευρών ενός ζητήματος και να επιχειρείς ψύχραιμα να διακρίνεις το ορθό; Είναι φιλελεύθερος αυτός που πιστεύει ότι «η αναζήτηση της αλήθειας, του λογικά σωστού κ.λπ. είναι δουλειά της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της κοινωνιολογίας… Αλλά πάντως δεν είναι της δημοκρατίας»; Ο Μιλ, αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι το να διακρίνεις το λογικά σωστό είναι πρωτίστως δημοκρατία και μετά φιλοσοφία.
Φιλελεύθερος, πάλι κατά τον Μιλ, είναι όποιος αναγνωρίζει, πρώτον, πως η απαγόρευση της «αντίθετης γνώμης» αποκλείει την πιθανότητα να αποδειχτεί πως και η γνώμη των μειοψηφιών μπορεί να είναι αληθινή. Δεύτερον, πως ακόμη και αν η γνώμη των μειοψηφιών δεν είναι αληθινή, η απαξίωσή της δεν βοηθάει να φανεί η αλήθεια της πλειοψηφίας. Και τρίτον και σημαντικότερο, ακόμη και αν η πλειοψηφική γνώμη είναι σωστή, αν δεν έχει αντίπαλο, μετατρέπεται σε στερεότυπο και σε δόγμα. Οπου ο Μιλ αναφέρεται στην «αντίθετη γνώμη», τοποθετήστε σήμερα την «ταυτότητα του άλλου» και θα γίνει κατανοητό σε τι αναφέρομαι.
Δεν υπάρχουν όμως μόνο οι μικροί φιλελεύθεροι. Υπάρχουν και οι μικροί αριστεροί «εθνικοσυνεννοησάκηδες». Αυτούς πάλι δεν τους αφήνουν να κοιμηθούν τα τρόπαια του κ. Τσίπρα.
Συνεχίζεται με αυτούς…
ΥΓ.: Για να λέμε όμως όλη την αλήθεια, όπως φάνηκε στην υπόθεση Ηριάννας – Περικλή, υπάρχει και μια μειοψηφία πραγματικών φιλελεύθερων που, τιμώντας τις αξίες τους, προτάσσουν τα ατομικά δικαιώματα και την αλήθεια από την προκατάληψη και το μίσος. Αυτοί διεκδίκησαν από την αρχή ως το τέλος το προφανές της δικαστικής απόφασης «οι κοινωνικές συναναστροφές δεν ποινικοποιούνται». Εύγε τους.
Ο κ. Γιώργος Σιακαντάρης είναι δρ Κοινωνιολογίας.
Advertisements

Τα βαφτίσια της «μη Μακεδονίας»

Η Εφημερίδα των Συντακτών

Τα βαφτίσια της «μη Μακεδονίας»

Οι τρεις Μακεδονίες στο βιβλίο του Ευάγγελου Κωφού (1964), εμπειρογνώμονα του ελληνικού ΥΠΕΞ επί τρεις δεκαετίες (1963-1995)
Οι τρεις Μακεδονίες στο βιβλίο του Ευάγγελου Κωφού (1964), εμπειρογνώμονα του ελληνικού ΥΠΕΞ επί τρεις δεκαετίες (1963-1995) | E. KOFOS, «NATIONALISM AND COMMUNISM IN MACEDONIA» (Θεσ/νίκη 1964)

«Επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν»

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (3/1/1885)

Mια απρόσμενη έκπληξη περιμένει τον καλοπροαίρετο πατριώτη που θ’ ανατρέξει στον πατέρα της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας για να ελέγξει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των τελευταίων ημερών περί Βορείου Μακεδονίας.

Αναφερόμαστε φυσικά στην «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, το πολύτομο έργο που κυκλοφόρησε μεταξύ 1860 και 1874 διαμορφώνοντας την εικόνα που οι κατοπινοί Ελληνες έχουμε -κυρίως μέσω του σχολείου- για το συλλογικό ιστορικό μας παρελθόν.

Στην πρώτη παράγραφο περί Μακεδονίας πληροφορούμαστε πως υπήρξαν δυο διαδοχικές οριοθετήσεις της αρχαίας εκείνης χώρας.

Η αρχική περιλάμβανε μόνο την ενδοχώρα της σημερινής ελληνικής Δυτικής Μακεδονίας και τη νοτιοδυτική ΠΓΔΜ, δίχως να φτάνει καν μέχρι τη θάλασσα.

Η δεύτερη οριοθέτηση, μετά τις κατακτήσεις του Φιλίππου, είναι αυτή που καθιερώθηκε στη συνέχεια παγκοσμίως ως «Μακεδονία» −και προς βορράν έφτανε μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), τα σύνορα δηλαδή ΠΓΔΜ και Κοσσυφοπεδίου.

Επί λέξει:

«Επί Φιλίππου η Μακεδονία έλαβεν έκτασιν μεγάλην, η δε αρχαιοτέρα Μακεδονία ήτο πολύ μικροτέρα. Η αρχαία μικρά αύτη Μακεδονία δεν έφθανεν, ως βραδύτερον, μέχρι του Θερμαϊκού κόλπου, αλλά περιωρίζετο εις τας περί τον άνω Αλιάκμονα και τον άνω Εριγώνα χώρας […]. Και ούτος μεν ήτο ο πυρήν της Μακεδονίας. Η δε ευρυτέρα χώρα εις ην μετεδόθη βραδύτερον το όνομα εκείνο, καίτοι ορεινή ούσα και διατεμνομένη υπό πολλών πλαγίων κλάδων του Σκάρδου όρους, περιλαμβάνει τρία μεσόγεια πεδία. Εκ τούτων το βορειότατον είναι το πεδίον το σήμερον καλούμενον Τέτοβο ή Καλκάνδερε» (εκδ. Γαλαξία, τ.6ος, Αθήνα 1969, σ.7).

Πώς ταιριάζουν όλα αυτά με το εθνικό δόγμα των τελευταίων δυόμισι δεκαετιών, που κυριάρχησε στη χώρα μας μετά το 1992 και σύμφωνα με το οποίο οι βόρειοι γείτονές μας «δεν δικαιούνται» να θεωρούν τη χώρα τους τμήμα -έστω- της Μακεδονίας;

Η απάντηση είναι πολύ απλή: δεν ταιριάζουν! Οπως θα δούμε στο σημερινό αφιέρωμα, το θεώρημα που θέλει την επικράτεια της νυν ΠΓΔΜ (και οσονούπω Βόρειας Μακεδονίας) εκτός μακεδονικού χώρου δεν υπήρξε κάποια επιστημονική αλήθεια αλλά μια αυθαίρετη κατασκευή του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών εν έτει 1884, με καθαρά πρακτικό σκοπό: τη νοερή αποκοπή των βορειότερων (ουδόλως ελληνικών) μακεδονικών εδαφών από τα νοτιότερα, όπου υπήρχε αξιόλογη ελληνική παρουσία ή επιρροή, προκειμένου ν’ αποφευχθεί η κοινή πολιτική εξέλιξή τους προς ανεπιθύμητες κατευθύνσεις.

Το ιδεολόγημα αυτό δεν έγινε τότε καθολικά δεκτό από τους ελληνικούς κύκλους που διαχειρίζονταν το Μακεδονικό, απορρίφθηκε δε κατηγορηματικά από τον ίδιο τον Παπαρρηγόπουλο, με τη διττή ιδιότητά του ως εθνικού ιστορικού και προέδρου του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» (της τότε ελληνικής μυστικής υπηρεσίας στον οθωμανικό χώρο).

Ανασύρθηκε όμως από τη ναφθαλίνη επί Σαμαρά για να επιβληθεί σε μια παραζαλισμένη κοινή γνώμη, μέσα στο κλίμα εθνικιστικής υστερίας του 1992-1994, σαν εξ αποκαλύψεως αλήθεια.

Αρχαίοι και νεότεροι

Η οριοθέτηση που επικαλείται στην «Ιστορία» του ο Παπαρρηγόπουλος δεν ήταν καινούργια.

Πηγή του ίδιου και των συγχρόνων του αποτελούσαν οι μεγάλοι γεωγράφοι της αρχαιότητας:

  • Ο Στράβων (1ος αι. μ.Χ.) περιγράφει ως βόρειο σύνορο της Μακεδονίας τη νοητή γραμμή Σκάρδου – Ορβήλου [σημ. Πιρίν] – Ροδόπης (Strabonis Geographica, Βερολίνο 1852, τ.Α΄, σ.376-7).
  • Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.) ως όριο Μακεδονίας – Ιλλυρίδας – Ανω Μοισίας αναφέρει κι αυτός τον Σκάρδο (Claudii Ptolemaei Geographia, Λειψία 1843, τ.Α΄, σ.192-3, 132-3 & 180-1).
  • Ο Παυσανίας, επίσης του 2ου αιώνα, δεν ασχολήθηκε πάλι καθόλου με τη Μακεδονία. Το δεκάτομο έργο του «Ελλάδος περιήγησις» αφορά μόνο την Πελοπόννησο και τη σημερινή Στερεά.

Οπως ήταν αναμενόμενο, η παράδοση αυτή καθόρισε την οριοθέτηση της Μακεδονίας και στα νεότερα χρόνια, όταν η ευρωπαϊκή διανόηση ανακάλυψε ξανά την αρχαιότητα και τις ιστορικές ονομασίες των περιοχών της «Ευρωπαϊκής Τουρκίας».

Υπενθυμίζουμε πως ο γεωγραφικός όρος «Μακεδονία» στα βυζαντινά χρόνια είχε μετακομίσει στην Ανατολική Θράκη (πατρίδα, μεταξύ άλλων, των Αρμενίων αυτοκρατόρων της «Μακεδονικής δυναστείας»), ενώ στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαφανίστηκε εντελώς από το επίσημο λεξιλόγιο.

Το εθνολογικό μωσαϊκό της οθωμανικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο σχολικό επιθεωρητή Βασίλ Κάντσοφ (1900): όλοι οι σλαβόφωνοι απεικονίζονται (με πράσινο) ως «Βούλγαροι»· με ροζ οι Τούρκοι, πορτοκαλί οι Αλβανοί, μπλε οι Ελληνες και μοβ οι Βλάχοι. DOTATION CARNEGIE, «ENQUÊTE DANS LES BALKANS» (Παρίσι 1914)
↳ Το εθνολογικό μωσαϊκό της οθωμανικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο σχολικό επιθεωρητή Βασίλ Κάντσοφ (1900). Κριτήριο ταξινόμησης αποτελεί η μητρική γλώσσα: όλοι οι σλαβόφωνοι απεικονίζονται (με πράσινο) ως «Βούλγαροι»· με ροζ οι Τούρκοι, πορτοκαλί οι Αλβανοί, μπλε οι Ελληνες και μοβ οι Βλάχοι. Η εδαφοποιημένη απεικόνιση υποτιμά σαφώς τους πληθυσμούς των αστικών κέντρων (κυρίως μουσουλμανικούς και δευτερευόντως ελληνικούς) προς όφελος της υπαίθρου, η γεωγραφική όμως έκταση της ελληνοφωνίας αποτυπώνεται με αξιοσημείωτη ακρίβεια

«Με το όνομα Μακεδονία», διαβάζουμε έτσι στη γαλλική Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του ΙΘ΄ αι., «αντιλαμβανόμαστε σήμερα το κεντρικό τμήμα της Ευρωπαϊκής Τουρκίας που ορίζεται προς βορράν από το Σαρ-Νταγ [=τον Σκάρδο] και το Καρά-Νταγ, προς ανατολάς από τον Νέστο, προς νότον από το Αιγαίο πέλαγος και προς δυσμάς από μιαν ασαφή γραμμή που, υπερβαίνοντας τις λίμνες Πρέσπα και Οχρίδα, τη διαχωρίζει από την Αλβανία» (La Grande Encyclopédie, τ.22, σ.864).

Την ίδια ακριβώς οριοθέτηση ακολουθούν επίσης οι Ελληνες γεωγράφοι και ιστορικοί μέχρι τα τέλη του ΙΘ΄ αιώνα.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

● Ο Μελέτιος Μήτρου (1661-1714) θεωρεί «άπασα την Μακεδονίαν» τμήμα της Ελλάδας, με όριο προς βορράν «τα Σαρδικά όρη» («Γεωγραφία παλαιά και νέα», Εν Βενετία 1807, σ.250 και 248). Ως μακεδονικές πόλεις μνημονεύει επίσης τα κυριότερα αστικά κέντρα της σημερινής ΠΓΔΜ: το Βέλες, το Στιπ, τον Περλεπέ, το Τίκφες [σημ. Καβαντάρτσι], την Παλάνκα, το Κουμάνοβο (σ.467 και 471).

● Κατά τον Αθανάσιο Ψαλλίδα (1764-1829), η Μακεδονία «ξεχωρίζεται από την Θράκη με το βουνό Ροδόπη, από την Βουλγαρίαν και Σερβίαν με το βουνό Σκάρδος» κ.ο.κ. («Ηπειρωτικά Χρονικά», τχ. 6, 1931, σ.55).

● Τον Σκάρδο, τη Ρίλα και τον Ορβηλο περιγράφει ως «φυσικό σύνορο» της Μακεδονίας και ο στρατιωτικός χαρτογράφος Βασίλειος Νικολαΐδης («Les Turcs et la Turquie contemporaine», Παρίσι 1859, τ.Α΄, σ.17, και «Στρατιωτική γεωγραφία», Αθήνα 2018, σ.111).

● Ο Μαργαρίτης Δήμιτσας εξηγεί πως «από Φιλίππου και επί των διαδόχων βασιλέων, καθώς και επί των Ρωμαίων», η Μακεδονία «φυσικά όρια έσχε προς βορράν τον Σκάρδον, τον Ορβηλον, το Σκόμιον ή Σκόμβρον [σημ. Ρίλα] και εν μέρει τον Αίμον» («Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας. Μέρος Α΄. Χωρογραφία», Αθήνησι 1870, σ.5).

● Ο Ιωάννης Καλοστύπης ξεκαθαρίζει -κι αυτός- πως «η Μακεδονία ορίζεται προς βορράν υπό του Σκάρδου, του βορείου Ορβήλου και του Σκομίου» («Μακεδονία», Εν Αθήναις 1886, σ.9).

● Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινούνται και οι ελληνικές σχολικές γεωγραφίες του ΙΘ΄ αι. Τον Σκάρδο αναφέρουν ρητά ως βουνό της Μακεδονίας η «Γεωγραφία Στοιχειώδης» του Ιωάννη Κοκκώνη (Εν Αθήναις 1839, σ.137, και 1861, σ.103-4) και η «Γεωγραφία Αρχαίας Ελλάδος» της Πολυτίμης Κούσκουρη (Αθήνησιν 1854, σ.91), ως φυσικό δε σύνορό της προς βορράν η «Ιστορική Γεωγραφία» του Γεωργίου Κρέμμου (Αθήνησι 1878, σ.24), τα «Στοιχεία Γεωγραφίας» του Π. Παπαρρούση (Εν Κων/πόλει 1884, σ.281), η «Στοιχειώδης Γεωγραφία» των Κωνσταντίνου Ζαχαριάδη και Ανδρέα Σπάθαρη (Εν Κων/πόλει 1888, έκδοση Πατριαρχικού Τυπογραφείου, σ.80), το «Εγχειρίδιον Γεωγραφίας» του Δημ. Ολυμπίου (Εν Αθήναις 1892, σ.456), το «Γεωγραφικόν Εγχειρίδιον» του Β.Α. Μυστακίδη (Εν Κων/πόλει 1893, σ.133) κ.ά. Τα Σκόπια περιγράφονται ρητά ως πόλη της Μακεδονίας και στα σχολικά «Γεωγραφικά» του Αναστασίου Πολυζωίδη −του δικαστή που αρνήθηκε να καταδικάσει τον Κολοκοτρώνη, γεννημένου στο Μελένικο της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας (Εν Αθήναις 1859, τ.Β΄, σ.136).

Ενα υπαρκτό πρόβλημα

Για τους εθνικιστές μας, «Βόρεια Μακεδονία» υπάρχει μόνο όταν πρόκειται να διεκδικηθεί Για τους εθνικιστές μας, «Βόρεια Μακεδονία» υπάρχει μόνο όταν πρόκειται να διεκδικηθεί |

Αυτά όσον αφορά την αρχαία οριοθέτηση της Μακεδονίας και τη λόγια αναβίωσή της τους τελευταίους αιώνες.

Η πραγματικότητα όμως αυτή δεν αναιρούσε το βασικό πολιτικό πρόβλημα του ελληνικού εθνικισμού, από τα μέσα του ΙΘ΄ αι. και μετά. Το γεγονός δηλαδή ότι, ανεξαρτήτως της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων, οι ενδιάμεσες πληθυσμιακές μεταβολές από την εποχή των σλαβικών εγκαταστάσεων του 6ου αι. μ.Χ. δεν ευνοούσαν ιδιαίτερα τις ελληνικές βλέψεις στην περιοχή.

Το διαπιστώνουμε, μεταξύ άλλων, από τις παρατηρήσεις των Ευρωπαίων περιηγητών που επισκέπτονται τη Μακεδονία με τα εγχειρίδια των αρχαίων γεωγράφων ανά χείρας, αναζητώντας τα κατάλοιπα της αρχαιότητας, και καταλήγουν σε αναπόφευκτες συγκρίσεις με το εθνολογικό τοπίο που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια τους.

Το πιο εύγλωττο παράδειγμα τέτοιων συγκρίσεων πρόσφερε το σλαβόφωνο τσιφλίκι Αγιοι Απόστολοι (Ποστόλ ή Αλά Κλισέ), η σημερινή δηλαδή Πέλλα, ως η κατεξοχήν ενσάρκωση αυτής της μεταβολής.

«Εξήντα καλύβια κατοικούμενα από Βουλγάρους, ένας πυργίσκος που περικλείει μια φρουρά δώδεκα Αλβανών κάτω από τη διοίκηση ενός σούμπαση: ιδού τι απέμεινε από την Πέλλα, από τη δόξα της· ιδού ο πληθυσμός και οι στρατιωτικές δυνάμεις που έχουν διαδεχθεί τους Μακεδόνες!», θρηνεί έτσι χαρακτηριστικά ο Πουκεβίλ («Voyage dans la Grèce», Παρίσι 1820, τ.Β΄, σ.451-2).

Η μεταβολή αυτή θ’ αναγνωριστεί, και μάλιστα στο επισημότερο δυνατό επίπεδο, από τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Απαντώντας στο επίσημο ερώτημα των Μεγάλων Δυνάμεων (9/10/1828), «ποια οριοθέτηση θα εξυπηρετούσε περισσότερο την Ελλάδα, χορηγώντας της ευδιάκριτα χερσαία σύνορα, εύκολα υπερασπίσιμα, και θα επέφερε τον καλύτερο δυνατό πληθυσμιακό διαχωρισμό», ο πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους υπέδειξε στις 10/23 Νοεμβρίου 1828 ως «φύσει οριστική» ελληνοτουρκική μεθόριο τη γραμμή Ολυμπος-Αλιάκμονας-Μέτσοβο, με το εξής σκεπτικό:

«Τούτο το όριον διεχώριζε και το πάλαι την Ελλάδα από τα βόρεια γειτονικά μέρη. Κατά τον μεσαιώνα, και ακόμη κατά τους νεωτέρους χρόνους, η Θεσσαλία εφυλάχθη πάντοτε ελληνική, ενώ η Μακεδονία εκυριεύθη από τους Σλάβους και από πολλάς άλλας φυλάς» («Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, τ.Δ΄, Αθήναι 1973, σ.275).

Οταν το παραπάνω κείμενο γνωστοποιήθηκε στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση (16/7/1829), οι πέντε πληρεξούσιοι των Μακεδόνων προσφύγων κατέθεσαν υπόμνημα (4/8/1929) με το οποίο ζητούσαν, εν ονόματι της συμμετοχής της «μεσημβρινής» (= Νότιας) Μακεδονίας στην εθνεγερσία και των θυσιών που είχαν υποστεί οι πρόσφυγές της στη Νότια Ελλάδα, την «αδιαχώριστον ένωσιν» των πατρίδων τους με το νεοσύστατο κράτος.

Ως «μακεδονική Ελλάς», που μετείχε στην επανάσταση κι εκπροσωπούνταν στην εθνοσυνέλευση, κατονομάζονται εκεί ρητά δυο μόνο περιοχές: η «ανατολικομεσημβρινή Μακεδονία» (Χαλκιδική) και η «δυτικομεσημβρινή Μακεδονία» (Εδεσσα-Νάουσα) (ό.π., σ.641-3).

Η έκκληση διαβιβάστηκε στον Καποδίστρια, δίχως ορατό αποτέλεσμα («Πρακτικά της εν Αργει τετάρτης Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως», Εν Αιγίνη 1829, σ.99-100).

Μερικές δεκαετίες αργότερα, το πολιτικό πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας, για την οικοδόμηση μιας «ελληνικής αυτοκρατορίας» εκατέρωθεν του Αιγαίου με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, θ’ ανατρέψει εκ βάθρων αυτές τις εκτιμήσεις.

Ανεξαρτήτως πληθυσμιακής σύνθεσης, η Μακεδονία εκλαμβάνεται πια ως ο απαραίτητος διάδρομος που συνδέει τον Ολυμπο με τους πυκνούς ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολικής Θράκης και την περιπόθητη Πόλη −κι επιπλέον, ως η μόνη γεωπολιτική διέξοδος του μικροσκοπικού βασιλείου:

«Αν ποτέ το Ελληνικόν βασίλειον μέλλη να λάβη έκτασιν χωρογραφικήν κατά τας υποδούλους ελληνικάς χώρας», διαβάζουμε σε έκθεση του Παπαρρηγόπουλου προς τον Υπ.Εξ. Αλέξανδρο Κοντόσταυλο (11/3/1884), «η έκτασις αύτη δεν ωφελεί να επέλθη διά της προσλήψεως μόνον των μη αμφισβητουμένων ελληνικών νήσων. Απαραίτητον είναι να προσλάβωμεν ήπειρον χώραν προ πάντων, ήτοι χώραν ικανήν να αποτελέση τον κορμόν κράτους αξίου να λαμβάνηται υπ’ όψιν εν τη Ανατολή, αξίου να διεκδική και τα περαιτέρω εύλογα του Ελληνισμού εθνικά δικαιώματα. […] Μόνον ηπειρωτικός όγκος αξιόλογος δύναται να αποκαταστήση την Ελλάδα κράτος ικανόν να ωφεληθή και εκ των θαλασσίων και νησιωτικών αυτής πλεονεκτημάτων. Τον όγκον αυτόν δεν δύναται να εύρη άλλοθι ή εν Μακεδονία» (Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, φ.214, εγγρ.7).

Σκοπός της ίδιας έκθεσης, που συνυπογράφεται από τον γραμματέα του ΣΔΕΓ Ι. Ζολώτα και συντάχθηκε μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργείου, ήταν η χάραξη «των εν Μακεδονία ορίων, εντός των οποίων δύνανται να υποστηριχθώσιν αποτελεσματικώς αι ημέτεραι αξιώσεις».

Ο Παπαρρηγόπουλος χώρισε επί χάρτου την τότε Μακεδονία σε τρεις ζώνες:

(α) μια «αναμφισβήτως ελληνικήν», ίση με το νοτιότερο μισό της νυν ελληνικής Μακεδονίας,
(β) μια βορειότερη, «αναμφισβήτως αλλοτρίαν του Ελληνισμού», η οποία περιλάμβανε τα 2/3 της ΠΓΔΜ και της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας, και
(γ) μια ενδιάμεση λωρίδα «αμφισβητουμένη υπό Ελλήνων και Βουλγάρων καθ’ όλον αυτής το πλάτος», οι κάτοικοι της οποίας «είναι εν γένει ειπείν Βουλγαρόφωνοι κατά το πλείστον αυτής μήκος, από Ροδόπης μέχρι των λιμνών Πρέσπης και Αχρίδος».

Επισημαίνει δε ότι, παρά την ύπαρξη τουρκικών, βλαχόφωνων ή αλβανόφωνων νησίδων στη μεσαία ζώνη, «τα στοιχεία ταύτα ουδαμού διακόπτουσι σπουδαίως την συνέχειαν των Βουλγαροφώνων» και πως «ουδαμού ομιλείται η Ελληνική γλώσσα ως μητρική, πλην του Μελενίκου και εν μέρει του Νευροκόπου».

Ο έλεγχος αυτής της μεσαίας ζώνης (κι ενός τμήματος της νότιας) θ’ αποτελέσει την ελληνοβουλγαρική πτυχή του Μακεδονικού κατά τις επόμενες δεκαετίες, ενώ της βόρειας το διακύβευμα της αντίστοιχης βουλγαροσερβικής διαμάχης.

Μια φαεινή ιδέα

Ενας παράγοντας που ανησυχούσε τους σχεδιαστές της ελληνικής πολιτικής ήταν η ενδεχόμενη επιβολή των αυτοδιοικητικών μεταρρυθμίσεων που πρόβλεπε το άρθρο 23 της συνθήκης του Βερολίνου (1878) και δεν εφαρμόστηκαν τελικά ποτέ.

Φοβούμενος ότι μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε επικράτηση των Βουλγάρων, ο Ελληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη Νικόλαος Γεννάδης θα εισηγηθεί τον Δεκέμβριο του 1884 την επανοριοθέτηση της επίμαχης περιοχής σύμφωνα με τις ελληνικές βλέψεις: ενώ «οι Πανσλαυισταί μίαν και αδιαίρετον θέλουσι την Μακεδονίαν», γράφει, «συμφέρον μέγα είχομεν και έχωμεν να πλάσωμεν νέον γεωγραφικόν όρον εν Μακεδονία, ήτοι να διαιρέσωμεν την Μακεδονίαν εις βόρειον και νότιον, και την τελευταίαν ταύτην να διεκδικήσωμεν ως ελληνικήν χώραν» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Ν. Γεννάδης προς Υπ.Εξ., Εν Φιλιππουπόλει 3/12/1884, αρ.933).

Η ιδέα υιοθετήθηκε ταχύτατα από τον παραλήπτη υπουργό, που με επιστολή του ζήτησε από τον Παπαρρηγόπουλο να συνδράμει την υλοποίησή της: «Παρακαλούμεν υμάς να υποβάλητε εις το Υπουργείον ιδίαν όσον οίον τε σαφή και εύληπτον μελέτην, δι’ ής ως ιστορικός να υποστηρίξητε ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι τα της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή οπωσδήποτε επικρατών» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Αλ. Κοντόσταυλος προς ΣΔΕΓ, Εν Αθήναις 12.12.1884, αρ.1854 εμπ.).

Η απάντηση του εθνικού μας ιστορικού δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον «Ιό» πριν από χρόνια («Ελευθεροτυπία» 24/2/2011) κι αναπαράγεται αυτούσια εδώ, καθώς το περιεχόμενό της αποδεικνύεται επίκαιρο όσο ποτέ.

Εν συντομία, ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα μετονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας, εξηγώντας ότι «τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον» κάτι τέτοιο και πως η ενοχλητική οριοθέτηση δεν «είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας», καθολικά αποδεκτά από τους πάντες: «Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι; Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι».

Ενδεχόμενη επινόηση νέου όρου, κατέληγε, δεν θα γινόταν πιστευτή από κανέναν.

Παρά τη σθεναρή αντίθεση του Παπαρρηγόπουλου, η όλη ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε. Στο γύρισμα του αιώνα, οι περισσότεροι μακεδονολογούντες και μακεδονομάχοι θα υιοθετήσουν τελικά το όλο θεώρημα −κατηγορούμενοι, πάντως, σαν «μειοδότες» από ουκ ολίγους επίσης ομόφρονές τους, που οραματίζονται την προσάρτηση όλου του μακεδονικού χώρου.

«Ουδείς ήθελε αποδεχθή νέον γεωγραφικόν όρον…»
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και η απάντησή του στο αίτημα του υπουργού Εξωτερικών να μεταβαπτίσει τη Βόρεια Μακεδονία Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και η απάντησή του στο αίτημα του υπουργού Εξωτερικών να μεταβαπτίσει τη Βόρεια Μακεδονία | Κ.Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ» (Αθήνα 1986) / ΙΑΥΕ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Εν Αθήναις 3 Ιανουαρίου 1885
Αρ. πρωτ. 1738

Κύριε Υπουργέ

Διά της από 12 παρελθόντος μηνός υπ’ αριθ. 1854 εμπ[ιστευτικής] υμών επιστολής παρακαλέσατε τον Σύλλογον «να υποστηρίξη ιστορικώς ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή επικρατών».

Τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον την απόδειξιν του θέματος τούτου, ως δηλούται εκ των συνημμένων υπό στοιχ. Α σημειώσεων. Η κατά πρώτον γνωστή γενομένη Μακεδονία περιωρίζετο εις τα περί Βιτώλια και Γρεβενά πεδία, μη αφικνουμένη μέχρι της θαλάσσης. Η δ’ επί Φιλίππου ηπλώθη διά μιας από του Ολύμπου μέχρι της Μοισίας (ήτοι της Σερβίας και της Βουλγαρίας) και της Ιλλυρίας και Ηπείρου μέχρι της Θράκης και του Αιγαίου Πελάγους.
Επειτα, επί της ρωμαϊκής κυριαρχίας, η επαρχία του Ιλλυρικού περιέλαβε την Μακεδονίαν του Φιλίππου και την Θεσσαλίαν.
Βραδύτερον δε, εν τη ακμή του μεσαιωνικού ημών κράτους, το όνομα Μακεδονία μετηνάστευσεν από της πατρίδος αυτού εις την Θράκην, περιλαβόν μάλιστα εφ’ ικανόν χρόνον και αυτήν την Βουλγαρίαν.
Τελευταίον επί Τουρκοκρατίας το όνομα της Μακεδονίας όλως εξέλιπεν από της διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους.

Τα όρια λοιπόν τα οποία οι Βούλγαροι αποδίδουν εις την Μακεδονίαν είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας. Αλλά η αναβίωσις των ορίων τούτων δεν είναι έργον των Βουλγάρων.
Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι; Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι.
Οσασδήποτε διοικητικάς μετωνυμίας και αν έλαβε η χώρα αύτη εν διαστήματι δισχιλίων περίπου ετών, το όνομα αυτής και η δοθείσα αυτώ επί Φιλίππου έκτασις περιεσώθη, μετά τινος μικράς μόνον τροπολογίας, εν τη συνειδήσει του Ελληνισμού. Περί τούτων έχομεν απόδειξιν ανατρέχουσαν μέχρι της δεκάτης εβδόμης εκατονταετηρίδος.
Ο ημέτερος Μελέτιος, εν τη Γεωγραφία αυτού, λέγει την Μακεδονίαν οριζομένην προς βορράν υπό της Δαλματίας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Θράκης, προς ανατολάς υπό του Αιγαίου Πελάγους, προς μεσημβρίαν υπό της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, προς δυσμάς δε υπό του Ιονίου Πελάγους· ο έστιν περιλαμβάνει εν τη Μακεδονία, εκτός των σήμερον αποδιδομένων αυτή χωρών, και την Αλβανίαν, διότι λέγει αυτήν οριζομένην προς τοις άλλοις υπό της Δαλματίας προς βορράν, υπό της Ηπείρου προς νότον και υπό του Ιονίου Πελάγους προς δυσμάς.

Εκ των ιστορικών τούτων γεγονότων και της σημασίας καθ’ ην υφ’ ημών αυτών γίνεται χρήσις του ονόματος Μακεδονία, καθίσταται πρόδηλον ότι ουδένα έχομεν τρόπον να αποδείξωμεν ως πλάσμα των Βουλγάρων τα υπ’ αυτών εις την χώραν ταύτην αποδιδόμενα όρια και επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν επί τω υφ’ υμών υποδεικνυομένω σκοπώ.
Εάν γράφοντες προς το Υπουργείον διηρέσαμεν την Μακεδονίαν εις τρία τμήματα, επράξαμεν τούτο διά να ορίσωμεν πού αυτής ουδεμίαν έχομεν ελπίδα επιτυχίας, πού αναμφισβήτως πλεονεκτούμεν και πού ανταγωνιζόμεθα προς τους Βουλγάρους μετά τινος πιθανότητος ότι θέλομεν κατισχύση, αν όχι καθ’ ολοκληρίαν, τουλάχιστον εφ’ ικανόν μέρος.
Νέον όμως γεωγραφικόν όρον, οίον προτείνει ο κύριος Γεννάδης, ούτε ότε συνετάσσομεν τον Πίνακα των Ελληνικών χωρών, εδημιουργήσαμεν, ούτε νυν ηθέλομεν συμβουλεύση πλασθή, διά τον απλούστατον λόγον ότι ουδείς ήθελε αποδεχθή αυτόν· ούτε οι Βούλγαροι, οις και δεν συμφέρει, ούτε οι Οθωμανοί, οίτινες κανενός είδους Μακεδονίαν δεν γνωρίζουσιν ή τουλάχιστον δεν αναγνωρίζουσιν· ούτε ίσως αυτοί οι φίλα ημίν φρονούντες, αφού είναι βέβαιον ότι και ημείς αυτοί ελέγομεν άχρι τούδε Μακεδονίαν ό,τι και οι Βούλγαροι.

Πολύ σπουδαιότερον και πρακτικώτερον δυνάμεθα να ωφεληθώμεν εκ των υπό στοιχ. Β συνημμένων σημειώσεων αίτινες συνετάχθησαν επί τη βάσει της προφορικής ημών διαλέξεως ότε επ’ εσχάτων έλαβον την τιμήν να σας ίδω εν τω υπουργείω.

Μετά βαθέος σεβασμού

Ο Πρόεδρος
Κ. Παπαρρηγόπουλος

Από τον Δραγούμη στο ΙΜΧΑ

Αυτά όσο η Μακεδονία, ως τμήμα ακόμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε μήλον της Εριδος των αντίζηλων βαλκανικών αλυτρωτισμών.

Ακολούθησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 και η μοιρασιά της περιοχής μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας (μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας), οι ανταλλαγές πληθυσμών και η δραστική μεταβολή του εθνολογικού τοπίου.

Στη νότια (ελληνική) Μακεδονία, όπου το 1912 οι «ελληνόφρονες» δεν ξεπερνούσαν κατά τους επίσημους ελληνικούς υπολογισμούς το 42% του πληθυσμού (οι δε ελληνόφωνοι κυμαίνονταν γύρω στο 30%), η προσφυγική εγκατάσταση Μικρασιατών και Ποντίων εξελλήνισε μετά το 1922 τη χώρα σε ποσοστό 89%.

Εξελληνισμός που ολοκληρώθηκε στα επόμενα χρόνια με το ναζιστικό Ολοκαύτωμα, τον Εμφύλιο, τις μεταπολεμικές διώξεις και τα αφομοιωτικά προγράμματα του ελληνικού κράτους.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, η Αθήνα δεν είχε πλέον λόγο (ούτε δυνατότητα) ν’ αρνείται την ύπαρξη τριών Μακεδονιών, ενσωματωμένων σε ισάριθμα κράτη.

Ακόμη και η συνταγματική ονομασία «Σ.Δ. Μακεδονίας» εμφιλοχώρησε έτσι μεταπολεμικά σε ελληνικά ΦΕΚ και σχολικά βιβλία.

Η παλιά γραμμή διατηρήθηκε ωστόσο παράλληλα εν υπνώσει, με τη διακριτική αντιδιαστολή «γεωγραφικής» και «ιστορικής» Μακεδονίας −όπου η μεν πρώτη περιλάμβανε το σύνολο του μακεδονικού χώρου, ενώ η δεύτερη μόνο την ελληνική Μακεδονία και μια στενή λωρίδα βορείως των ελληνικών συνόρων.

Από τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (1930) μέχρι τη ναυαρχίδα της ημιεπίσημης εθνικόφρονος μεταπολιτευτικής μακεδονονολογίας, το συλλογικό έργο «Μακεδονία. 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού» (1982), η αντιδιαστολή αυτή θα εμπεδωθεί με δραστική αναθεώρηση της αφήγησης του Παπαρρηγόπουλου, δίχως φυσικά αυτό να δηλωθεί πουθενά.

Ο καθηγητής του ΑΠΘ και σημερινός πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιος Καραθανάσης ως κεντρικός ομιλητής του πρόσφατου συλλαλητηρίου κατά της σύνθετης ονομασίας στον Βόλο (6/6/2018)
↳ Ο καθηγητής του ΑΠΘ και σημερινός πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιος Καραθανάσης, ανακάλυψε εν έτει 1991 ότι το όρος Σκάρδος ή Σαρ Πλάνινα -το βόρειο δηλαδή σύνορο της Μακεδονίας- βρίσκεται νοτίως της πόλης των Σκοπίων. Κάτω, ο ίδιος καθηγητής ως κεντρικός ομιλητής του πρόσφατου συλλαλητηρίου κατά της σύνθετης ονομασίας στον Βόλο (6/6/2018)

Σε «Βόρειο Μακεδονία» και «Βορειομακεδόνες» συνέχισαν πάντως ν’ αναφέρονται διάφορες προσφυγικές συλλογικότητες από το Μοναστήρι, τη Στρώμνιτσα κ.λπ., οι οποίες σε κάθε όξυνση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων έσπευδαν να προβάλουν τον δικό τους αλυτρωτισμό.

Ωσπου, το 1991-1992, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε στα ομόσπονδα κράτη από τα οποία είχε ανασυσταθεί το 1944.

Αντιμέτωπη με τα δικά της εσωτερικά προβλήματα, τις πρώτες ήττες της στο πεζοδρόμιο και τις πρώτες νικηφόρες εργατικές αντιστάσεις στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε να παίξει το εθνικιστικό χαρτί για ν’ αντιστρέψει το πολιτικό κλίμα και να στριμώξει την αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΝ) που «βαρυνόταν» με οράματα βαλκανικής συνεργασίας και συντροφικές σχέσεις με τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές.

Για τη διαφώτιση του εγχώριου κοινού, η συντριπτική πλειοψηφία του οποίου ίσαμε τότε αγνοούσε το όλο ζήτημα, επιστρατεύθηκαν κάθε λογής εθνικόφρονες «ειδήμονες» παλαιάς κοπής, παροπλισμένοι μετά τη Μεταπολίτευση: χουντικοί προπαγανδιστές και υπουργοί, κατοχικοί νομάρχες, ακόμη κι ο Πλεύρης πατήρ −που από τη φιλελεύθερη «Καθημερινή» διαφημίστηκε (16/2/1992) σαν «ιστορικός», «καθηγητής», «σπουδαίος πνευματικός άνθρωπος» και «διαπρεπής αναλυτής»!

Στο πλαίσιο αυτό, κρατική και ιδιωτική προπαγάνδα θ’ αναγορεύσουν τα μισοξεχασμένα ιδεολογήματα περί «ιστορικών» ορίων της Μακεδονίας σε μοναδική, εξ αποκαλύψεως αλήθεια για τη γεωγραφία της περιοχής.

Αναβίωση που θα σημαδευτεί, όπως όλη η τότε καμπάνια, από τη συνήθη ρωμέικη προχειρότητα.

«Οσον αφορά τη Μακεδονία», διαβάζουμε έτσι σε αγγλόγλωσσο άρθρο του πανεπιστημιακού και σημερινού προέδρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιου Καραθανάση, «ενδιαφέρει να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με τους χαρτογράφους εκτεινόταν μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), το οποίο βρίσκεται νοτίως των Σκοπίων. Αυτό σημαίνει ότι τα Σκόπια ήταν εκτός των ορίων της ιστορικής Μακεδονίας» (Athanassios Karathanassis, «Some οbservations on the European Cartographers with Regard to 15th-18th century Macedonia», περ. Balkan Studies, 32/1, 1991, σ.9).

Να υποθέσουμε ότι κοτζάμ καθηγητής δεν είχε κοιτάξει ποτέ τον χάρτη; Ή μήπως θεωρούσε πως οι Κουτόφραγκοι θα έπαιρναν τα γραφόμενά του τοις μετρητοίς, δίχως παρόμοια διασταύρωση;

Το μόνο βέβαιο είναι ότι παρέμεινε μέχρι σήμερα στις επάλξεις: στις 6 Ιουνίου ήταν ο κεντρικός ομιλητής στο συλλαλητήριο του Βόλου κατά της σύνθετης ονομασίας.

Παρόμοιες επιδόσεις έχει επιδείξει και η εθνικά ευαίσθητη δικαστική ηγεσία. Η απόφαση 1448/2009 του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε για πολλοστή φορά η ίδρυση του σωματείου «Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού», δεν περιορίστηκε σε νομικοπολιτικές εκτιμήσεις αλλά επεκτάθηκε και στην ιστορική γεωγραφία: «η αρχαία (κλασική) Μακεδονία, η επονομαζόμενη από γεωγραφική άποψη “Μείζων Μακεδονία”», διαβάζουμε, έφτανε προς βορράν (όχι στον Σκάρδο αλλά) μέχρι τα όρη Μπαμπούνα, στη μέση περίπου της ΠΓΔΜ!

Προφανώς, ούτε κι αυτοί μπήκαν στον κόπο να ξεφυλλίσουν τον Παπαρρηγόπουλο.

Μάλλον βολεύτηκαν με τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου…

Εδαφικές βλέψεις «διά λόγους αισθηματικούς»

Στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, ο στρατηγός Φραγκούλης Φράγκος ενθουσιάστηκε με την έμπνευση των χρυσαυγιτών να μετονομαστεί η γειτονική μας χώρα σε «Monkey Macedonia» κι έσπευσε να την υιοθετήσει πανηγυρικά από μικροφώνου.

Κάποιοι απέδωσαν τότε αυτό το «χιούμορ» σε προβληματική Εθνική Ηθική Διαπαιδαγώγηση του ομιλητή κατά το πέρασμά του από τη Σχολή Ευελπίδων στα χρόνια της χούντας. Είναι ωστόσο προφανές ότι κάνουν λάθος.

Αν μη τι άλλο, το εγχειρίδιο «Στρατιωτικής Γεωγραφίας» του επίλαρχου Αγγελου Λάζαρη που διδασκόταν τότε εκεί (Αθήναι 1972, έκδ. ΣΣΕ / Διεύθυνσις Σπουδών) αναφέρεται ρητά στη «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία» ως μια από τις ομόσπονδες δημοκρατίες που απάρτιζαν τη Γιουγκοσλαβία (σ.5), με πληθυσμό 1.500.000 κ. και πρωτεύουσα τα Σκόπια (σ.54), υπενθυμίζει δε πως η Μακεδονία «διενεμήθη μεταξύ Ελλάδος, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας» (σ.55).Ακόμη πιο εύγλωττη είναι η επισήμανση (σ.52) ότι, αν και «τα φυσικά όρια της Μακεδονίας ουδέποτε έτυχον, ούτε και σήμερον, κοινής γενικής παραδοχής», «η έκτασις της Μακεδονίας είναι συνολικώς 72.500 τ.χιλ., κατανεμομένη ως κάτωθι:

(α) Ελλάς 34.200 τ.χιλ.
(β) Γιουγκοσλαβία 25.800 τ.χιλ.
(γ) Βουλγαρία 12.000 τ.χιλ.
(δ) Αλβανία 500 τ.χιλ.».

Ενας απλός υπολογισμός αποδεικνύει ότι, σύμφωνα πάντα με το εγχειρίδιο, η Ελλάδα κατέχει μόλις 47,17% του μακεδονικού χώρου (κι όχι πάνω από 50%, όπως υποστηρίζεται συνήθως), η νυν ΠΓΔΜ το 35,59%, η Βουλγαρία ένα 16,55% και η Αλβανία 0,69%.

Η απορρόφηση της διδαχθείσας ύλης από τους μαθητές είναι, βέβαια, καθαρά υποκειμενική υπόθεση.

Ο εύελπις Φράγκος μπορεί να ξέχασε τις παραπάνω λεπτομέρειες, πιθανότατα όμως κράτησε στο μυαλό του το δεύτερο σκέλος του μαθήματος: «τας ανεπισήμους διεκδικήσεις» των τριών βαλκανικών κρατών πάνω στις Μακεδονίες των γειτόνων τους (σ.54-56). Και, πάνω απ’ όλα, τις δικές μας: «Η Ελλάς», διαβάζουμε, «διεκδικεί ολόκληρον την Μακεδονίαν εν ονόματι ιστορικών, οικονομικών, στρατιωτικών και τέλος αισθηματικών λόγων».

Ακατανόητοι εκ πρώτης όψεως, οι τελευταίοι αναλύονται ως εξής: «Τα καθαγιασμένα μακεδονικά εδάφη από το αίμα χιλιάδων σφαγιασθέντων υπό των σλάβων Ελλήνων μαρτύρων, οι Βυζαντινοί θρύλοι και οι σταυροί των πεσόντων Ελλήνων μαχητών εις τα στενά της Κρέσνας και Τζουμαγιάς, αποτελούν κληρονομίαν του ελληνικού έθνους» (σ.55).

Η Βόρεια Μακεδονία δεν ήταν, άλλωστε, το μόνο ξένο έδαφος που εποφθαλμιούσαν οι χουντικοί εκπαιδευτές. Το ίδιο εγχειρίδιο μας πληροφορεί ότι, μολονότι «η Ελλάς διεκδικεί επισήμως [μονάχα] την Β. Ηπειρον εκ της Αλβανίας», «τα φυσικά της σύνορα ευρίσκονται επί της γραμμής Σκούμπης ποτ[αμος] – όρη Μοισίας – Αίμος, ίνα περιληφθούν εντός της μητρός πατρίδος αι Ελληνικαί περιοχαί Β. Ηπείρου, Μακεδονίας, Ανατολ. Ρωμυλίας και Θράκης. Ωσαύτως διεκδικεί το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως διά τον Ελληνικόν λαόν της Κύπρου» (σ.7-8).

Γι’ αυτό το τελευταίο φρόντισε, ως γνωστόν, λίγο αργότερα ο Ιωαννίδης…

Mακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα!

Θ’ ανταμώσουμε πάλι στη στάχτη· μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα!” (Μάρκος Μέσκος)

 

Πριν 25 χρόνια, στις αρχές του 1993 και ενώ η αντιμακεδονική υστερία βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, μια δράκα ανθρώπων περάσαμε με τα πόδια τα ελληνομακεδονικά σύνορα. Πήγαμε στην Οχρίδα, σε μια εκδήλωση πολιτών από τις δυο χώρες που είχαν συνδιοργανώσει οι Meto Jovanovski και Νικήτας Λιοναράκης.

Η εκδήλωση πήρε μεγάλη δημοσιότητα στη Μακεδονία και αποσιωπήθηκε στην Ελλάδα.

Εκεί άκουσα για πρώτη φορά τον Παύλο Βοσκόπουλο, ένα νέο Μακεδόνα από τη Φλώρινα, να μιλάει στη μητρική του γλώσσα για τους Εθνικά Μακεδόνες που ζουν στην Ελλάδα. Οι έλληνες πολίτες (χωρίς την παρουσία των μειονοτικών) κουβεντιάσαμε χωριστά και προσπαθήσαμε να καταλήξουμε σε μία κοινή θέση. Στάθηκε αδύνατον. Τσακωθήκαμε μεταξύ μας.

Για την ιστορία, σημειώνω τα ονόματα αυτών που μειοψήφησαν και ζήτησαν να αναγνωρίσει η Ελλάδα την ύπαρξη του μακεδονικού έθνους, της μακεδονικής γλώσσας, της μακεδονικής μειονότητας και τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα. Ήταν οι Νίκος Γιαννόπουλος, Παναγιώτης Δημητράς, Λεωνίδας Εμπειρίκος και Δημήτρης Λιθοξόου.

Για ένα τέταρτο του αιώνα το ελληνικό έθνος χαρακτήριζε, όσους πολιτικά αποδέχτηκαν αυτά τα αιτήματα, σαν Σκοπιανούς. Τους έβριζε σαν προδότες και πράκτορες.

Σήμερα η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει την “μακεδονική ιθαγένεια” και τη “μακεδονική γλώσσα”.

Ξύπνησα αχάραγα, είναι μια όμορφη μέρα.

17.6.2018

Greece’s Macedonian Slavic heritage was wiped out by linguistic oppression – here’s how

800px-Wedding_in_Papli,_Prespes
Macedonian Slavic wedding in the Prespes region in the border between Greece and FYR Macedonia. Unknown via Wikimedia Commons
If you’ve ever been to a traditional Greek celebration, you will have seen people joining hands and dancing in a circle following the same steps to the accompaniment of live music. You will also have heard songs sung in Greek as most traditional tunes go hand in hand with lyrics talking about love, emigration and rural life.

In the northernmost parts of the Greek regions of Western and Central Macedonia, however, all the folk dances are instrumental tunes. Lyrics have been replaced by loud, brass and woodwind instruments like the cornet, the trombone and the clarinet. This is not some peculiar aspect of the local musical heritage. Traditional tunes in these regions had their own words – but they were in a language that the Greek state has tried to wipe out for nearly a century: Macedonian Slavic.

After emerging victorious from two Balkan Wars in 1912 and 1913, Greece’s territory and population expanded dramatically by the addition of the lion’s share of the historic geographical region of Macedonia, the part found on the southern side of the Voras/Nidže and Belles/Belasica mountain ranges.

As is often the case in history, state borders did not coincide with linguistic ones. The so-called “New Lands” were a diverse mosaic of different linguistic groups, including 260,000 people who spoke varieties of a south Slavic language they called tukasni “local”, nashta “ours” or makedonski “Macedonian”.

These varieties, including the standardised version that is today the official language of FYR Macedonia, have similarities with Bulgarian – and many people in Bulgaria view them as Bulgarian dialects. But sociolinguistics has shown that what counts as a language in its own right and what is seen as a dialect of a language are essentially decided by political rather than linguistic criteria.

 Ethnographic map of Macedonia, 1914. Carnegie Endowment for International Peace, 1914.

From an invisible language…

For the Greek government, having people speaking Macedonian Slavic in its territory did not sit well with its national ideology. Signs of discomfort towards Greece’s new multilingual reality showed very early on. In 1920, the Greek statistical authority ran the first census after the country’s territorial expansion. A language question was asked but the data for the Macedonia division were never published. The language data for the Thessaly division, however, record speakers of Macedonian Slavic, probably reported by seasonal workers from Macedonia who were in Thessaly at the time of the census. Greek authorities acknowledged the presence of Macedonian Slavic as a legitimate language but made a conscious effort to conceal the number of people who spoke it.

In the north of the country, authorities launched a massive Hellenising mission. Overnight, Madeconian Slavic names of people, places and dances were rendered into Greek by public servants.

My own paternal grandfather’s family name became Karatsareas from Karachorov. My maternal grandfather’s one became Kantzouris from Kanzurov. The area of Karadzova was renamed Almopia with its main town of Subotsko becoming Aridaia. The dance Puscheno was called Leventikos or Lytos. The aim was to leave no visible trace of Macedonian Slavic in public records.

…to a forbidden one

In the 1930s and in a climate of competing nationalisms in the southern Balkans, the similarities between Macedonian Slavic and the languages of the then Kingdom of Yugoslavia and Kingdom of Bulgaria began to raise suspicions among Greek authorities about the national allegiance and “consciousness” of Macedonian Slavic speakers.


Read more: Who gets to use the name ‘Macedonia’? A decades-old row still to be resolved


In August 1931, Greek journalist and subsequent politician Periklis Iliadis called in his newspaper column for a ban on greeting in “Bulgarian” and publicly singing songs in languages other than Greek – two proposals that Ioannis Metaxas’s fascist regime promptly adopted.

In 1936, the governor-general of Macedonia issued order of prohibition 122770: “On the restoration of the uniform language”, banning the use of Macedonian Slavic in both public and private. People caught speaking Macedonian Slavic – sometimes by police officers eavesdropping through people’s windows – were dragged to military police stations where they were beaten and sometimes tortured. Those who had the money were fined. Teachers beat pupils who spoke Macedonian Slavic in class or in the playground – even when that was the only language they were able to speak. This happened to my maternal grandmother.

A muted heritage

In 1994, Human Rights Watch called for Greece to end harassment of Macedonian Slavic speakers. In 1998, the European Court of Human Rights ruled that Greece violated the right of its citizens to form associations by refusing them permission to establish a Macedonian Slavic cultural association. But these calls came much too late.

A guesthouse in Loutraki (Aridaia, northern Greece) bearing the Slavic name of the village, Pozhar. The letter Ž has been borrowed from the Latinic version of the Macedonian Slavic. Author provided

In the face of the aggressive and violent oppression they suffered in the 1930s, Macedonian Slavic speakers developed a deeply ingrained fear of speaking their language in front of people they did not know and trust. They stopped singing their songs, playing only the traditional tunes of their musical heritage. With time, they started using Greek more to refer to themselves and the places where they were born and live.

Today, only older people speak the language. For younger people, it is more of a passive knowledge – a kind of heritage that will die out with the older generation and the only thing that will remain to remind them of it will be a handful of words and tunes to which young musicians do not know the words.

Banning minority languages

This sort of linguistic oppression is far from unique. Similar stories have been reported by speakers of Irish in Ireland, Scottish Gaelic in Scotland, Welsh in Wales (read Susan Elan Jones’s comments in Column 377), Catalan in Spain, Native American languages in the US and Aboriginal languages in Australia.

It is sad that the efforts of state authorities to make speakers of minority languages assimilate to the majority language were for the most part successful. And alongside the languages, other expressions of culture are being lost, including place names, family names, songs, dances, games and traditions. Linguistic oppression and the consequences it has on speakers of minority languages and their cultural heritage have no place in a modern world where the value of cultural diversity is recognised.


Read more: Multilingualism must be celebrated as a resource, not a problem

04/02/2018: Ειδική έκδοση για το Μακεδονικό

Ειδική έκδοση για το Μακεδονικό

MEΡΟΣ ΠΡΩΤΟ – Ειδική έκδοση των «Ενθεμάτων» σε συνεργασία με την εφημερίδα «Η Εποχή» για το Μακεδονικό
Είκοσι πέντε, σχεδόν, χρόνια από τότε που η ελληνική κοινωνία και οι πολιτικές δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με το μακεδονικό ζήτημα φαίνεται ότι οι ωριμάνσεις για την επίλυσή του είναι μεν αρκετά μεγαλύτερες, ωστόσο χρειάζεται πολλή ακόμη προσπάθεια και διάλογος για να κατανοηθούν όλες οι πτυχές του.
Ένα ικανό τμήμα των πολιτών εξακολουθεί να προσεγγίζει το ζήτημα με συναισθηματικό τρόπο ή ακόμη και με έκδηλη ή υπόρρητη εθνικιστική οπτική. Οι εφημερίδες της Αριστεράς, όπως κι άλλα έντυπα, δεν τσιγκουνεύτηκαν τη συζήτηση για όλα αυτά. Οφείλουμε όμως να τη συνεχίσουμε δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση, ακόμη και με ένα συμβολικό τρόπο. Αυτός είναι ο λόγος που “Αυγή” και “Εποχή” κυκλοφορούν σήμερα με ένα όμοιο ένθετο με ύλη γύρω από το μακεδονικό ζήτημα. Οι αναγνώστες μας, ιδίως οι νεότεροι, θα διαβάσουν εμβληματικά κείμενα που χρωμάτισαν τη συζήτηση της περιόδου 1992, αλλά και συμβολές από νεότερους επιστήμονες που γράφτηκαν ειδικά γι’ αυτή την κοινή έκδοση. Τα άρθρα που με προθυμία έφτασαν στα γραφεία μας είναι περισσότερα από τον χώρο που μπορούσαμε να διαθέσουμε, γι’ αυτό θα επανέλθουμε την επόμενη Κυριακή.
Επιμέλεια: Στάθης Κουτρουβίδης Δημήτρης Παπανικολόπουλος
Να ξεπεράσουμε τη διεθνή απομόνωση και την εθνικιστική αμετροέπεια
Παρέμβαση 358 πολιτών

Το όνομα της Μακεδονίας: εθνικοί μύθοι και ιστορική ή διεθνής πραγματικότητα

Posted by Panayote Dimitras on Sunday, September 28, 2014

 


 

10712561_10152486901417968_5044549534751919864_o

10/05/1997: Μια βραδιά με το “Ουράνιο Τόξο”

Μια βραδιά με το “Ουράνιο Τόξο”

Ιός, Ελευθεροτυπία, 17/5/1997 

“Νέα πρόκληση από φιλοσκοπιανούς! Στο πόδι η Φλώρινα για εκδήλωση του Ουράνιου Τόξου.”    (“Ελεύθερος Τύπος“, 30.4.1997)

Οι αναγνώστες των εφημερίδων της Δεξιάς πρέπει να τα ‘χουν χαμένα. Αφού βομβαρδίστηκαν επί μία βδομάδα με ρεπορτάζ που καλούσαν σε εγρήγορση, ενόψει της εκδήλωσης του “Ουράνιου Τόξου” στη Φλώρινα, δεν έμαθαν τίποτα για την κατάληξή της. Μάταια αναζητούν όλες αυτές τις μέρες έστω και μια λέξη για το περιεχόμενο, τους συμμετέχοντες, τη μορφή της εκδήλωσης. Οι ίδιοι που έκρουαν τον κώδωνα του εθνικού κινδύνου, προτίμησαν να σιωπήσουν. Δεν θεώρησαν υποχρέωσή τους να πληροφορήσουν το κοινό τους ούτε καν αν έγινε τελικά η περιβόητη εκδήλωση.

Ε λοιπόν η εκδήλωση έγινε. Με τη διακριτική παρουσία της Ασφάλειας, το απόγευμα του περασμένου Σαββάτου συγκεντρώθηκαν σε ένα εξοχικό κέντρο, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Φλώρινα, καμιά διακοσαριά κάτοικοι της περιοχής, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση του Ουράνιου Τόξου για μια ημερίδα με θέμα “Οι γλωσσικές, πολιτιστικές και εθνικές ιδιαιτερότητες, σημείο αναφοράς στις χώρες της Ενωμένης Ευρώπης και η ελληνική πραγματικότητα“. Είχε προηγηθεί άρνηση της Νομαρχίας, του Πολιτιστικού Συλλόγου και του Εμπορικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου να παραχωρήσουν τις αίθουσές τους. Οι ομιλητές ήταν τελικά επτά, και πήραν θέση κάτω από ένα πανό με δίγλωσσο τσιτάτο του Γκότσε Ντέλτσεφ: “Αντιλαμβάνομαι τον κόσμο σαν ένα πεδίο για πολιτιστική άμιλλα ανάμεσα στους λαούς.” Μια καρέκλα στο πάνελ έμεινε κενή. Οι ελληνικές αρχές στα σύνορα απαγόρευσαν -για μια ακόμα φορά- την είσοδο του Αλεξάντερ Πόποφσκι, εκπρόσωπου των πολιτικών προσφύγων που έχουν εξαιρεθεί, ως “μη Έλληνες το γένος”, από το νόμο του επαναπατρισμού. Η άρνηση ήταν διπλή: όχι μόνο το διαβατήριό του αναφέρει τον τόπο γέννησής του με τη σλαβική ονομασία, αλλά και το όνομά του βρίσκεται στη μαύρη λίστα των ανεπιθύμητων προσώπων, που θεωρούνται επικίνδυνα για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Πρόλαβε, πάντως, να μας δώσει μια ανοιχτή επιστολή προς τον Γιώργο Παπανδρέου, με την οποία ζητεί την προσωπική παρέμβαση του αναπληρωτή υπουργού εξωτερικών για να λήξει το καθεστώς αυτής της απαγόρευσης.

Την εκδήλωση χαιρέτισαν, χωρίς να παραστούν, εκπρόσωποι του Δικτύου για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα και της ΥRE. Η συμμετοχή -ως παρατηρητή- εκπροσώπου του Συνασπισμού ματαιώθηκε, μετά από διαμαρτυρία της τοπικής οργάνωσης και πρωτοβουλία κάποιων στελεχών της Πολιτικής Γραμματείας. Η ασυνέπεια αυτή οδήγησε σε παραίτηση τον υπεύθυνο του τμήματος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Παύλο Αθανασόπουλο.

Η ιδιαιτερότητα της περιοχής

Την εκδήλωση άνοιξε ο εκπρόσωπος του Ουράνιου Τόξου, Παύλος Βοσκόπουλος, ο οποίος υποστήριξε ότι ο διάλογος είναι ο μόνος τρόπος να αναλυθούν ζητήματα ταμπού για την ελληνική κοινωνία, όπως το μειονοτικό ζήτημα. “Πιστεύουμε ότι το μέτρο της ευαισθησίας απέναντι στη γλωσσική, πολιτιστική και εθνική ιδιαιτερότητα των πολιτών καθορίζει και τον προοδευτικό ή συντηρητικό χαρακτήρα μιας κοινωνίας.” Η εκπρόσωπος της Ελληνικής Ομάδας για τα δικαιώματα των μειονοτήτων Ναυσικά Παπανικολάτου παρατήρησε ότι η προσπάθεια ομογενοποίησης της κοινωνίας οδηγεί σε αντιδημοκρατικά μέτρα. “Υπάρχουν πολλές χώρες που έχουν αναγνωρίσει εθνικές μειονότητες και έχουν παραχωρήσει στα μέλη τους πλήρη δικαιώματα. Στις περισσότερες όμως βαλκανικές χώρες το πρόβλημα παραμένει.” Η ομιλήτρια δήλωσε ότι δεν θα ασχοληθεί με το ζήτημα της ονομασίας της μειονότητας, όλοι όμως οι υπόλοιποι αποδέχθηκαν την ονομασία “Μακεδόνες” (“μακεδονική γλώσσα” κλπ) που χρησιμοποιεί το Ουράνιο Τόξο για να χαρακτηρίσει την πληθυσμιακή ομάδα των γηγενών κατοίκων της περιοχής.

Η δημοσιογράφος Ann-Marie Bostrom, εκπρόσωπος του Σουηδικού Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αναφέρθηκε στο πρόβλημα των περιουσιών των πολιτικών προσφύγων. “Μιλώντας με πολλούς πρόσφυγες στη Δημοκρατία της Μακεδονίας σχηματίσαμε την εντύπωση ότι έχουν πλέον απελπιστεί. Δεν πιστεύουν ότι μπορούν να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους, επειδή δεν υπάρχουν επίσημα έγγραφα. Είχαν άδικο. Η πρόσφατη εμπειρία μας έδειξε ότι αρκετοί έχουν τίτλους ιδιοκτησίας. Υπάρχει αρκετό υλικό για να παρουσιάσουμε την υπόθεση αυτή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και με το προηγούμενο της Κύπρου νομίζουμε ότι υπάρχει έδαφος να γίνει δεκτή η προσφυγή μας.” Πρόκειται για την περίπτωση των Ελληνοκυπρίων που έχουν στραφεί κατά της Τουρκίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για το θέμα της καταπάτησης των περιουσιών τους στα κατεχόμενα.

Ο εκπρόσωπος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, Παναγιώτης Δημητράς, επισήμανε ότι “ο αγώνας για την αναγνώριση του Τούρκου στη Δυτική Θράκη και ο αγώνας για την αναγνώριση του Μακεδόνα στη Μακεδονία είναι ίδιος με τον αγώνα του Χ σαϊεντολόγου και του Ψ βουδιστή, να του αναγνωριστεί η ιδιαιτερότητα.” Ο υπεύθυνος σύνταξης του περιοδικού ‘Τετράδια Μαρξισμού’, Βασίλης Σακελλαρίου, χαρακτήρισε την κρατική πολιτική απέναντι στους γηγενείς ως “ιδιότυπη εθνοκάθαρση” και παρατήρησε ότι “κάθε εθνική μειονότητα στα Βαλκάνια αντιμετωπίζεται με όρους εθνικής ασφάλειας, και γίνεται μια προσπάθεια από όλες τις κυβερνήσεις να χειραγωγούν τις μειονότητες σαν όργανα εξωτερικής πολιτικής.” Ο Ηλίας Ζαφειρόπουλος, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΟΑΚΚΕ (της οργάνωσης που συνεργάστηκε με το Ουράνιο Τόξο στις εκλογές του 1996), υποστήριξε ότι “ο ελληνικός σοβινισμός είναι ο χειρότερος από τους βαλκανικούς σοβινισμούς. Αν το Ουράνιο Τόξο δέχεται σήμερα πίεση και απομόνωση, είναι επειδή επιμένει να υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί τους εθνικά Μακεδόνες.”

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η παρουσία και η ομιλία του δημοσιογράφου Σαλί Χαλίλ, εκδότη της εφημερίδας Ιλερί, της Κομοτηνής. “Όπως φοβόμαστε κι εμείς να πούμε ότι είμαστε Τούρκοι, έτσι κι εσείς λέτε μόνο ότι είσαστε ντόπιοι.” Επελέγη να εκπροσωπήσει τη μειονότητα της Θράκης στην εκδήλωση από τον Πρόεδρο του Συλλόγου Επιστημόνων και τον Πρόεδρο της Ανώτατης Μειονοτικής Επιτροπής. Απαρίθμησε τα προβλήματα των ομοεθνών του (“η παιδεία μας είναι χάλια, έχει γίνει ειδικός αναδασμός εις βάρος μας, δε μας άφηναν να αγοράσουμε κτήματα από τους δικούς μας”), και προχώρησε σε προτάσεις: “Πρέπει να βγάλετε μια εβδομαδιαία εφημερίδα που θα γράφει για τα δίκαια των Μακεδόνων. Αλλιώς η αφομοίωση δεν είναι μακριά. Αν πάτε έτσι, σε 20-30 χρόνια δεν ξέρω πόσοι θα ‘χετε μείνει.” 

Αυτονομιστές ή “αυτοαμυνιστές”;

Με το κλείσιμο των ομιλιών υποβλήθηκαν δεκάδες ερωτήσεις. Για το ζήτημα της διδασκαλίας της τοπικής γλώσσας, ο κ. Βοσκόπουλος εξήγησε ότι το Ουράνιο Τόξο δεν προχωρά σε ιδιωτικά σχολεία, παρά τη σχετική υπόδειξη διεθνών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, επειδή θεωρεί ότι η σχετική υποχρέωση ανήκει στην πολιτεία. Στο κρίσιμο ερώτημα, αν τίθεται θέμα αυτονομίας ή ομοσπονδοποίησης, σε συνδυασμό με την εμπειρία της Ισπανίας και του Βελγίου, όλοι οι ομιλητές ήταν κατηγορηματικοί. “Το σημαντικότερο είναι η συνένωση των λαών και όχι ο διαχωρισμός τους”, είπε ο κ. Ζαφειρόπουλος. Η Ann Marie Bostrom παρατήρησε ότι “στην υπόλοιπη Ευρώπη πέφτουν τα σύνορα, και εδώ, στα Βαλκάνια, χτίζουμε νέα.” Ο κ. Βοσκόπουλος ξεκαθάρισε ότι “από τότε που λειτουργούμε ως πολιτική οργάνωση, είτε ως ΜΑΚΙΒΕ είτε ως Ουράνιο Τόξο, έχουμε δηλώσει ότι δεν δίνει λύση η αυτονομία. Πιστεύουμε στο σεβασμό των συνόρων, ανεξάρτητα από τυχόν αδικίες του παρελθόντος. Ο αγώνας για ισοπολιτεία και κοινωνική δικαιοσύνη πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός των υπαρχόντων συνόρων.” Για να ειρωνευτεί, μάλιστα, όσους κατηγορούν ως “αυτονομιστές” τους ακτιβιστές του Ουράνιου Τόξου, ο κ. Βοσκόπουλος θύμισε στο ακροατήριο την απάντηση ενός κατοίκου της Μελίτης:  “Λάθος μας λέτε, δεν είμαστε αυτονομιστές, αλλά αυτοαμυνιστές.”

Μετά από τρίωρη διαδικασία, ακολούθησε γλέντι με τοπικούς σκοπούς και τραγούδια. Η συμμετοχή δεν ήταν τόσο μεγάλη, όσο στους χορούς που οργανώνουν οι πολιτιστικοί σύλλογοι των κοντινών χωριών (ιδίως της Μελίτης και των Λόφων). Ο Σαλί Χαλίλ είχε έτοιμη την εξήγηση: “Κι εμείς εκεί στη Θράκη, όταν κάνουμε γάμο μαζεύουμε πολύ κόσμο. Όταν όμως κάνουμε πολιτική συγκέντρωση, η συμμετοχή είναι μικρή.”

Ανοιχτή επιστολή στον Γιώργο Α. Παπανδρέου

Κύριε Παπανδρέου,

Την εποχή της χούντας ήρθες με δυο άτομα από τη Φλώρινα και σε φιλοξένησα στο σπίτι μου λίγες ώρες. Τότε συζητήσαμε και μου είπες ότι όταν φύγει η χούντα, και έρθει στην κυβέρνηση ο Ανδρέας Παπανδρέου, θα δοθεί αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς πρόσφυγες και θα έχουν όλα τα δικαιώματα που έχουν οι Έλληνες πολίτες.

Τώρα προσπαθώ να γυρίσω στην Ελλάδα και δεν με αφήνουν. Εγώ δεν έχω τίποτα εναντίον της Ελλάδας. Θέλω μόνο να γυρίσω στον τόπο που γεννήθηκα, χωρίς να αποκηρύξω τη ζωή μου και τον αγώνα που έκανα για την ελευθερία. Στον αγώνα αυτό έχασα το μάτι μου και τραυματίστηκα στο χέρι και το σώμα.

Νομίζω ότι έφτασε η ώρα να γίνει πράξη η υπόσχεση που μου είχες δώσει. Να μπορέσω κι εγώ να επιστρέψω, να δω το χωριό μου, το πατρικό μου σπίτι. Σήμερα, 10 Μαΐου 1997, αν και έχω μια πρόσκληση για να παραβρεθώ στην εκδήλωση του Ουράνιου Τόξου στη Φλώρινα (Λέριν), με εμπόδισαν να περάσω στα σύνορα, χωρίς να μου δίνουν μια αιτιολογία γραπτή που ζήτησα.

Σε όλη μου τη ζωή αγωνίστηκα υπέρ της ειρήνης και της φιλίας των λαών και είμαι αντίθετος στην αλλαγή των συνόρων. Είμαι απλά υπέρ της ισοτιμίας και της δημοκρατίας.

Αλεξάντερ Πόποφσκι 
(“Εκπρόσωπος των Πολιτικών Προσφύγων από τη Μακεδονία του Αιγαίου”).