Γλώσσα χωρίς όνομα; – Τρεις Έλληνες Πανεπιστημιακοί απαντάνε στον κ. Μπαμπινιώτη!

Comentaristas

Γλώσσα χωρίς όνομα; – Τρεις Έλληνες Πανεπιστημιακοί απαντάνε στον κ. Μπαμπινιώτη!

Μπαμπινιώτης: Η διδασκαλία «Μακεδονικής Γλώσσας» έμμεση αποδοχή μειονότητας. «Δεν είναι δυνατόν μια σλαβική, βουλγαροσέρβικη γλώσσα με κυριλλικό αλφάβητο,ψευδώνυμη μακεδονική να έρθουμε εμείς να την εισάγουμε και να την διδάσκουμε στα πανεπιστήμια μας.» λέει ο κος Μπαμπινιώτης. – Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν τα «Μακεδονικά» αποτελούν γλώσσα ή διάλεκτο και το δεύτερο γιατί να ονομάζονται έτσι και όχι αλλιώς. Κατά συντριπτική πλειοψηφία, οι απαντήσεις που δίνονται δεν βασίζονται σε γλωσσολογικά επιχειρήματα και φανερώνουν μια σύγχυση σχετικά με τους όρους ‘γλώσσα’ και ‘διάλεκτος’. Και επειδή η παραπληροφόρηση από μη ειδικούς περισσεύει – γέμισε η Βουλή γλωσσολόγους θα έλεγε κανείς – θεωρήσαμε κρίσιμο να δώσουμε κάποιες απαντήσεις που βασίζονται σε γλωσσολογικά επιστημονικά επιχειρήματα, παρακάμπτοντας μη επιστημονικές προσεγγίσεις, ιδεολογικού ή βιωματικού χαρακτήρα.
Γ. Μπαμπινιώτης: Καίριο λάθος ενδεχόμενη διδασκαλία «μακεδονικής» γλώσσας
Καίριο λάθος χαρακτηρίζει μια ενδεχόμενη απόφαση διδασκαλίας στην Ελλάδα της «μακεδονικής» γλώσσας ο καθηγητής Γλωσσολογίας και πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Μπαμπινιώτης, τονίζοντας ότι λανθασμένη ήταν και η επιλογή της αναγνώρισης της γλώσσας των Σκοπίων ως «μακεδονική».
Το θέμα προέκυψε από αίτημα του σλαβόφωνου  κόμματος «Ουράνιο Τόξο» στη διοίκηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για εισαγωγή «μακεδονικών» στο πρόγραμμα σπουδών του. Ο πρύτανης του ΠΑΜΑΚ απάντησε αρνητικά, ωστόσο ο αρμόδιος υπουργός δεν έχει πάρει οριστική απόφαση.
«Δεν είναι δυνατόν μια σλαβική, βουλγαροσέρβικη γλώσσα με κυριλλικό αλφάβητο, ψευδώνυμη μακεδονική να έρθουμε εμείς να την εισάγουμε και να τη διδάσκουμε στα πανεπιστήμιά μας» δήλωσε ο κ. Μπαμπινιώτης μιλώντας στον ΣΚΑΪ, υπογραμμίζοντας πως μια τέτοια ενέργεια θα ήταν παράλληλα έμμεση αναγνώριση «μακεδονικής μειονότητας».
Ο πρώην πρύτανης, επισημαίνοντας πως ένας μικρός αριθμός κατοίκων στα σύνορα, οι οποίοι είναι Έλληνες πολίτες, κατά βάση μεγαλύτεροι σε ηλικία, και μιλούν ελληνικά, επιλέγουν να χρησιμοποιούν και τα λεγόμενα «σλαβομακεδονικά» δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση πως αποτελούν ή θα μπορούσαν να λογιστούν ως μειονότητα.
«Έχουμε Έλληνες που μιλάνε αρβανίτικα, τσιγγάνικα» είναι μειονότητα; διερωτάται.
Και ο κ. Μπαμπινιώτης προσθέτει: «Στη Συμφωνία των Πρεσπών προβλέπεται ότι δεν υπάρχει μειονότητα, άλλο όμως το τι γράφεται άλλο το τι συμβαίνει», κάνοντας λόγο για επικίνδυνα ψεύδη και για προσοχή που χρειάζεται να δοθεί στο θέμα, εκφράζοντας και την απορία του σχετικά με τη στάση του υπουργού Παιδείας.*
 Γλώσσα χωρίς όνομα;
 
 
Το ονοματολογικό ζήτημα της ΠΓΔΜ στο πλαίσιο της συζήτησης για την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, συμπαρασύρει και το ζήτημα της γλώσσας. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν τα «Μακεδονικά» αποτελούν γλώσσα ή διάλεκτο και το δεύτερο γιατί να ονομάζονται έτσι και όχι αλλιώς. Κατά συντριπτική πλειοψηφία, οι απαντήσεις που δίνονται δεν βασίζονται σε γλωσσολογικά επιχειρήματα και φανερώνουν μια σύγχυση σχετικά με τους όρους ‘γλώσσα’ και ‘διάλεκτος’. Και επειδή η παραπληροφόρηση από μη ειδικούς περισσεύει – γέμισε η Βουλή γλωσσολόγους θα έλεγε κανείς – θεωρήσαμε κρίσιμο να δώσουμε κάποιες απαντήσεις που βασίζονται σε γλωσσολογικά επιστημονικά επιχειρήματα, παρακάμπτοντας μη επιστημονικές προσεγγίσεις, ιδεολογικού ή βιωματικού χαρακτήρα. Καθώς το όνομα της γλώσσας της γειτονικής χώρας είναι ζητούμενο του δημόσιου διαλόγου, στο κείμενο που ακολουθεί το αναφέρουμε ουδέτερα ως Γλώσσα.
1. Η καταγωγή της Γλώσσας
Ανοίγοντας την Εγκυκλοπαίδεια των γλωσσών του Elsevier, διαβάζουμε μεταξύ άλλων τα εξής στο λήμμα/γλώσσα Macedonian (όρο που μεταφράζουμε ως Μακεδονική στο σχετικό χωρίο, Friedman 2006: 356): «Η σύγχρονη μακεδονική γραμματειακή δραστηριότητα θεωρείται ότι άρχισε στις αρχές του 19ου αιώνα, μεταξύ διανοούμενων που ήθελαν να γράφουν στη δική τους σλαβική δημώδη γλώσσα, αντί για την Παλαιοσλαβική (ή Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβική). Προέκυψαν δύο κέντρα Βαλκανικής σλαβικής γραμματείας, ένα εκεί που είναι σήμερα η βορειανατολική Βουλγαρία, κι ένα άλλο στη σημερινή Νοτιοδυτική Μακεδονία [(= ΠΓΔΜ)]. Καθώς και οι δύο πλευρές αποκαλούσαν τη γλωσσική ποικιλία που μιλούσαν βουλγαρική, η διαμάχη που προέκυψε αφορούσε ποια από τις δύο θα αποτελούσε την κοινή (πρότυπη) γλώσσα» (σημειώνουμε ότι ο όρος ‘γλωσσική ποικιλία’ αναφέρεται σε διαφορετικούς τρόπους ομιλίας, χωρίς να παίρνει κανείς θέση για το αν πρόκειται για διαφορετικές γλώσσες ή διαλέκτους). «Έτσι η κοινή (επίσημη) βουλγαρική στηρίχτηκε στη βορειοανατολική ποικιλία. Οι προσπάθειες για τη διαμόρφωση μιας ξεχωριστής λόγιας γλώσσας στην περιοχή της ΠΓΔΜ («Νοτιοδυτική Μακεδονία» στο σχετικό λήμμα) συνεχίστηκαν, με πρώτη αναφορά «μιας ξεχωριστής μακεδονικής γλωσσικής ταυτότητας» από τον Gjorgji Pulevski το 1875. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ο ίδιος ονόμαζε την γλώσσα του γενικά (αλλά όχι αποκλειστικά) «Μακεδονικά», και βασιζόμενος στην ποικιλία από τον τόπο καταγωγής του, την διαφοροποίησε τόσο από την βουλγαρική όσο και από την σερβική, μολονότι ο ίδιος φαίνεται να θεωρούσε τον εαυτό του άλλοτε Μακεδόνα, άλλοτε Σέρβο και άλλοτε Βούλγαρο.
Συνεχίζοντας από το λήμμα του Friedman (2006: 357) στην Εγκυκλοπαίδεια: «Το πρώτο συγκροτημένο σχέδιο για μια επίσημη μακεδονική γλώσσα δημοσιεύτηκε από τον Krste Misirkov το 1903» (στο βιβλίο Μακεδονικά Θέματα). «Μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, η μακεδονική αντιμετωπίστηκε ως διάλεκτος της σερβικής στη Σερβία και της βουλγαρικής στη Βουλγαρία, ενώ καταπιέστηκε ανελέητα στην Ελλάδα …. Στις 2 Αυγούστου του 1944 η Μακεδονική έγινε η επίσημη γλώσσα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Η Βουλγαρία αναγνώρισε τη μακεδονική γλώσσα και τη δική της μακεδονική μειονότητα από το 1946 έως το 1948, ενώ από το 1948 έως το 1960 κάποιοι Βούλγαροι γλωσσολόγοι συνέχισαν να την αναγνωρίζουν ως ξεχωριστή σλαβική γλώσσα». Η αναγνώριση της ως γλώσσας από τη Βουλγαρία έγινε μόλις το 1999, ενώ είχε ήδη αναγνωρισθεί η χώρα από το 1991. Ας σημειωθεί ότι σε ολόκληρη τη διεθνή γλωσσολογική βιβλιογραφία, ο όρος ‘Macedonian’ αποτελεί τον μοναδικό τρόπο αναφοράς στην γλώσσα της ΠΓΔΜ.
2. Είναι η Γλώσσα διάλεκτος της βουλγαρικής;
Από τα παραπάνω προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η Γλώσσα είναι πολύ κοντινή με τη βουλγαρική. Αυτό όμως δεν την κάνει βουλγαρική γιατί, αν και είναι κοντινή, σε καμία περίπτωση δεν είναι ίδια. Άρα, η Γλώσσα σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με την βουλγαρική, όπως επίσης ακούστηκε αυτές τις ημέρες στη Βουλή. Μοιραία έχει δεχτεί ισχυρές επιρροές και από τη σερβική, και γενικότερα υπάρχει μία συνέχεια μεταξύ των τριών γλωσσών, γεγονός καθόλου ασυνήθιστο για γλώσσες με κοινή καταγωγή και γεωγραφική γειτνίαση (όπως συμβαίνει λ.χ., στην περίπτωση των Σκανδιναβικών γλωσσών, όπου η δανέζικη, η σουηδική και η νορβηγική αποτελούν στην πραγματικότητα τους τρεις πόλους ενός γλωσσικού συνεχούς). Είναι ενδεικτικό ότι στην απογραφή του Ελληνικού κράτους το 1928 υπήρχε σαφής διαφοροποίηση ανάμεσα στους πληθυσμούς που μιλούσαν την ‘βουλγαρική’ και σε αυτούς που μιλούσαν την ‘μακεδονοσλαβική’, με τους πρώτους να περιορίζονται κυρίως στους Πομάκους της Θράκης και τους δεύτερους στους Σλαβόφωνους της Μακεδονίας.
Μήπως όμως η Γλώσσα είναι διάλεκτος της βουλγαρικής; Πρώτα απ’ όλα, σύμφωνα με την ιστορία της, έτσι όπως παρουσιάστηκε πιο πάνω, βλέπουμε ότι δεν προέρχεται από τη βουλγαρική: τόσο η Γλώσσα, όσο και η βουλγαρική είναι σύγχρονες εκδοχές της Παλαιάς Εκκλησιαστικής Σλαβικής, όπως αυτή μιλήθηκε σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές (με τον ίδιο τρόπο που η σύγχρονη ιταλική, η ισπανική, η γαλλική ή η ρουμανική είναι διαφοροποιημένες εκδοχές της Λατινικής όπως αυτή μιλήθηκε σε διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης).
Πέρα από τα ιστορικά / διαχρονικά κριτήρια, σπουδαιότερα από γλωσσολογική άποψη για την επισήμανση των διαλέκτων είναι τα συγχρονικά κριτήρια. Ένα απλό εργαλείο για να διαπιστώσουμε κατά πόσο δύο γλωσσικές ποικιλίες αποτελούν διαλέκτους της ίδιας γλώσσας ή δύο διαφορετικές γλώσσες είναι η αμοιβαία κατανοησιμότητα: δηλαδή, αν οι ομιλητές των δύο ποικιλιών μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ανάμεσα στην βουλγαρική και την Γλώσσα υπάρχει μερική κατανοησιμότητα, χωρίς να είναι σαφές σε ποιο βαθμό φτάνει.
Ωστόσο, αυτό δεν είναι το κρισιμότερο θέμα, καθώς, όπως διδάσκεται ακόμη και σε εισαγωγικά μαθήματα γλωσσολογίας, το επικοινωνιακό κριτήριο είναι τελικά δευτερεύον σε σύγκριση με το κοινωνικο-πολιτικό. Έτσι, παρότι τα σουηδικά και τα νορβηγικά είναι αμοιβαία κατανοητά λόγω της πολιτικής τους ένωσης για έναν αιώνα αλλά και της γειτνίασης και επαφής μεταξύ των ομιλητών τους, θεωρούνται διαφορετικές γλώσσες και όχι διάλεκτοι, επειδή αποτελούν τις επίσημες γλωσσικές ποικιλίες που αντιστοιχούν σε διαφορετικές κρατικές οντότητες (βλ. για παράδειγμα, VikØr 2000). Υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα στον κόσμο αμοιβαία κατανοητών γλωσσικών ποικιλιών που θεωρούνται διαφορετικές γλώσσες, επειδή ακριβώς μιλιούνται σε διαφορετικά εθνικά κράτη, αλλά και το αντίθετο, δηλαδή μη κατανοητές ποικιλίες που θεωρούνται διάλεκτοι μίας γλώσσας (βλ. διαλέκτους της Κίνας αλλά ενδεχομένως και τις διαλέκτους της Νότιας Ιταλίας σε αντιδιαστολή με αυτές της Βόρειας). Αυτό μας δείχνει ότι η διάκριση γλώσσας/διαλέκτου είναι ουσιαστικά πολιτικοκοινωνική, και η απόφαση σχετικά με το ποια γλωσσική ποικιλία θεωρείται γλώσσα και ποια διάλεκτος είναι τελικά πολιτική. Μην ξεχνάμε και το διάσημο γλωσσολογικό ρητό «Γλώσσα είναι μία διάλεκτος με στρατό και ναυτικό».
Το αν λοιπόν η Γλώσσα είναι διάλεκτος της βουλγαρικής είναι ουσιαστικά ψευτοδίλημμα που δεν βοηθάει σε τίποτα και δεν εδραιώνει τίποτα. Αλλά ακόμη κι έτσι να μην ήταν, προκύπτει από τα προηγούμενα ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να θεωρούμε τη Γλώσσα ως διάλεκτο της βουλγαρικής και όχι τη βουλγαρική ως διάλεκτο της Γλώσσας.
3. Πώς πρέπει να λέγεται η Γλώσσα;
Το κύριο ερώτημα που απασχολεί τον δημόσιο διάλογο είναι πώς πρέπει να ονομάζεται η Γλώσσα παρότι, όπως έχουμε δει πιο πριν, εδώ και δεκαετίες τώρα, το όνομά της είναι Macedonian/македонски, που στα Ελληνικά μεταφράζεται ως ‘Μακεδονική’. Έχουν ακουστεί και προταθεί διάφορες ονομασίες από την ελληνική πλευρά, όπως:
Α) Σερβοβουλγαρική: Με την ίδια λογική θα έπρεπε η καταλανική να αποκαλείται ισπανογαλλική (μιας κι έχει στοιχεία από αυτές τις δύο γλώσσες) – αλλά ακόμη και η πορτογαλική, για τους ίδιους λόγους.
Β) Σλάβικη: Αν ναι, θα έπρεπε να λέγεται έτσι και η ρωσική, η πολωνική, και η σερβική, η κροατική και η Βουλγάρικη – αφού όλες είναι σλάβικες γλώσσες. Αλλά τότε πώς θα τις ξεχωρίζαμε;
Γ) Σλαβομακεδονική: Θα μπορούσε, αν θέλαμε να την διακρίνουμε από μία άλλη ελληνομακεδονική γλώσσα ή διάλεκτο, που μιλήθηκε ή μιλιέται στην Ελλάδα (είναι ενδεικτικό ότι ως Σλαβομακεδονική έχει αποδοθεί στα Ελληνικά ο όρος Macedonian στο ευρέως χρησιμοποιούμενο πανεπιστημιακό βιβλίο: Fromkin, V., R. Rodman & N. Hyams. Εισαγωγή στη μελέτη της Γλώσσας. 2005. Πατάκης. Επιμέλεια Γ. Ξυδόπουλος. (Πρωτότυπος τίτλος: An Introduction to language, 7th edition). Υπάρχει όμως τέτοια γλώσσα ή διάλεκτος; Είναι γνωστό ότι δεν αναφέρεται από τους διαλεκτολόγους της ελληνικής ‘μακεδονική’ διάλεκτος. Στη σχετική βιβλιογραφία θα βρει κανείς ενότητες για την Κυπριακή διάλεκτο, την Κρητική διάλεκτο, την Δωδεκανησιακή, της Χίου, των Κυκλάδων, των Επτανήσων, της Πελοποννήσου, αλλά όχι για Μακεδονική, καθώς οι περισσότερες ποικιλίες αυτής της περιοχής εντάσσονται στην κατηγορία ‘Διάλεκτοι της βόρειας Ελλάδας’ γιατί οι επιμέρους διαφορές τους δεν δικαιολογούν την περαιτέρω διαφοροποίησή τους, τουλάχιστον σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα.
Ως προς την ιστορική διάσταση του όρου, τα τελευταία 30 χρόνια υποστηρίχτηκε με αρκετή επιτυχία από τους ιστορικούς γλωσσολόγους ότι, παρότι ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος χρησιμοποιούσαν την Αττική διάλεκτο στις επίσημες σχέσεις τους και στις σχέσεις τους με την υπόλοιπη Ελλάδα, υπάρχει μικρός αριθμός επιγραφών σε μία δωρική διάλεκτο της περιοχής (π.χ., ο εντυπωσιακός κατάδεσμος της Πέλλας), αλλά και πιθανό ‘υπόστρωμα’ αυτής της δωρικής διαλέκτου σε κάποιες επιγραφές (Γιαννάκης 2012). Αν και λιγοστά λοιπόν, υπάρχουν ιστορικά στοιχεία για αρχαία μακεδονική ως μία ακόμη διάλεκτο της αρχαίας ελληνικής. Όμως, όπως είναι ευρύτατα γνωστό, όλες οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι εξαφανίστηκαν με εξαίρεση την εξέλιξη της αττικής διαλέκτου, δηλαδή την Ελληνιστική Κοινή, από την οποία προήλθαν όλες οι μεσαιωνικές και νεοελληνικές διάλεκτοι (με πιθανή εξαίρεση την Τσακωνική). Προκύπτει λοιπόν ότι, αποκαλώντας ‘μακεδονική’ τη γειτονική γλώσσα, είναι πολύ μικρές οι πιθανότητες να την μπερδέψει κάποιος με κάποια ζωντανή ή νεκρή ελληνική διάλεκτο – και βέβαια σε καμία περίπτωση ο γλωσσολόγος.
Επιπλέον, οι γεωγραφικοί προσδιορισμοί (π.χ. ‘βόρεια μακεδονική’) συνήθως χρησιμοποιούνται για την διαφοροποίηση μεταξύ διαλέκτων της ίδιας γλώσσας. Μία τέτοια ονομασία θα υπονοούσε ότι υπάρχει και νότια μακεδονική ως ξεχωριστή διάλεκτος της μακεδονικής, γεγονός που θα δημιουργούσε θέμα ξεχωριστής σλαβικής διαλέκτου στην Ελλάδα. Αυτό ακριβώς όμως δεν προσπάθησε το ελληνικό κράτος με ακραίες και ιδιαίτερα οδυνηρές μεθόδους (και σε μεγάλο βαθμό πέτυχε) να εξαλείψει;
Υπάρχουν πολλές πτυχές σε αυτό το ζήτημα που δεν μπορούν να καλυφθούν εδώ. Ένα όμως είναι βέβαιο: αν θέλουμε να χρησιμοποιούμε γλωσσολογικά επιχειρήματα, θα πρέπει να γνωρίζουμε και γλωσσολογικές έννοιες. Και η γλωσσολογία, ως επιστήμη, αγαπάει περισσότερο και από την πολιτική τα πραγματικά δεδομένα: την αλήθεια.**
Θοδωρής Μαρκόπουλος, Πανεπιστήμιο Πατρών
 
Άννα Ρούσσου, Πανεπιστήμιο Πατρών
 
Αρχόντω Τερζή, ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας
Βιβλιογραφικές αναφορές
Γιαννάκης, Γ. 2012. (επιμ.). Αρχαία Μακεδονία: Γλώσσα, Ιστορία και Πολιτισμός. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Friedman, V. A. 2006. Macedonian. Στο K. Brown (Editor-in-Chief) Encyclopedia of Language & Linguistics, Second Edition, volume 7: 356-358. Oxford: Elsevier.
VikØr, L. 2000. Northern Europe: Languages as prime markers of ethnic and national identity. Στο S. Barbour & C. Carmichael (επιμ.) Language and Nationalism in Europe. Oxford: Oxford University Press.
Πηγές : 

Η διεθνώς αναγνωρισμένη μακεδονική μειονότητα της Ελλάδας

Έκθεση της Ανεξάρτητης Εμπειρογνώμονα για Μειονοτικά Θέματα στον ΟΗΕ Gay McDougall

[σε μετάφραση ΕΠΣΕ απόσπασμα από την περίληψη:]

18 Φεβρουαρίου 2009

«Η Ανεξάρτητη Εμπειρογνώμονας καλεί επειγόντως την Κυβέρνηση της Ελλάδας να αποσυρθεί από τη διαμάχη αν υπάρχει μακεδονική ή τουρκική μειονότητα στην Ελλάδα και να εστιασθεί στην προστασία των δικαιωμάτων του αυτοπροσδιορισμού, της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι αυτών των κοινοτήτων. Τα δικαιώματά τους σε μειονοτική προστασία πρέπει να γίνουν σεβαστά σύμφωνα με τη Διακήρυξη για τις Μειονότητες και τις βασικές διεθνείς συνθήκες ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η Ελλάδα πρέπει να συμμορφωθεί πλήρως με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ειδικότερα με εκείνες τις αποφάσεις ότι πρέπει να επιτραπεί σε συλλόγους να χρησιμοποιήσουν τις λέξεις «μακεδονικός» και «τουρκικός» στα ονόματά τους και να εκφράζουν ελεύθερα τις εθνοτικές ταυτότητές τους.»



Καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής του ΟΗΕ 
για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων: Ελλάδα

[μετάφραση του ΕΠΣΕ στα ελληνικά από το αγγλικό πρωτότυπο]

28 Αυγούστου 2009

(…) 15. Η Επιτροπή ανησυχεί για τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν ορισμένες εθνοτικές ομάδες ως προς την άσκηση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και σχετικά με αυτό το θέμα σημειώνει τις πληροφορίες για την αναγκαστική διάλυση και άρνηση εγγραφής μερικών συλλόγων που περιλαμβάνουν στον τίτλο τους λέξεις όπως «μειονότητα», «τουρκικός/ή» ή «μακεδονικός/ή», καθώς και την εξήγηση μιας τέτοιας απόρριψης.

Η Επιτροπή απευθύνει σύσταση στο Κράτος μέλος να θεσπίσει μέτρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής απόλαυσης από πρόσωπα που ανήκουν σε κάθε κοινότητα ή ομάδα, του δικαιώματος στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι καθώς και στα πολιτισμικά τους δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος χρήσης των μητρικών γλωσσών.



Ιστότοπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους – επίσημη μετάφραση της απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση «Ουράνιο Τόξο κατά Ελλάδας»

20 Οκτωβρίου 2005

«Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το κόμμα Ουράνιο Τόξο είναι κόμμα που έχει συσταθεί νόμιμα και ένας από τους σκοπούς του είναι η υπεράσπιση της μακεδονικής μειονότητας που κατοικεί στην Ελλάδα. Το γεγονός της ανάρτησης στην πρόσοψη της έδρας του μιας επιγραφής με το όνομα του κόμματος στην μακεδονική γλώσσα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αξιόποινη πράξη ούτε να αποτελέσει αφ’ εαυτής υπαρκτό και επικείμενο κίνδυνο για την δημόσια τάξη.»



Ιστότοπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους – επίσημη μετάφραση της απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση “Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού κατά Ελλάδας”

9 Ιουλίου 2015

“Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι σκοποί του προσφεύγοντος σωματείου, που αναφέρονται, γενικά, στο καταστατικό του, δύσκολα μπορούσαν από μόνοι τους να επιφέρουν παραβίαση της δημόσιας τάξης. Συναφώς σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι στην προαναφερθείσα απόφασή του Σιδηρόπουλος και λοιποί το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι «ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι ιδρυτές σωματείου, όπως αυτό της υπό κρίση υπόθεσης, επικαλούνται μειονοτική συνείδηση, το Έγγραφο της Διάσκεψης της Κοπεγχάγης για την ανθρώπινη διάσταση της ΔΑΣΕ (Κεφάλαιο IV) της 29ης Ιουνίου 1990 και ο Χάρτης του Παρισιού για μια Νέα Ευρώπη της 21ης Νοεμβρίου 1990 – που η Ελλάδα επιπλέον υπέγραψε – τους επιτρέπουν να ιδρύουν σωματεία για να προστατεύσουν την πολιτιστική και πνευματική τους κληρονομιά» (προαναφερθείσα Σιδηρόπουλος και λοιποί, , § 44)…. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η άρνηση εγγραφής του επίμαχου σωματείου ήταν δυσανάλογη προς τους νόμιμους σκοπούς που έκαναν δεκτούς τα εθνικά δικαστήρια. Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11 της Σύμβασης.”



Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας- ECRI


ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ECRI ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
(τέταρτος κύκλος επιτήρησης)

15 Σεπτεμβρίου 2009

Μακεδόνες και άλλες μειονοτικές ομάδες

  1. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI ενθάρρυνε τις ελληνικές αρχές να λάβουν περαιτέρω μέτρα προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της ελευθερίας της έκφρασης των μελών των Μακεδονικών και Τουρκικών κοινοτήτων που ζουν στην Ελλάδα. Χαιρέτισε την χειρονομία συμφιλίωσης στην οποία προέβησαν οι Ελληνικές αρχές προς τους Μακεδονικής εθνικής ταυτότητας πρόσφυγες από τον εμφύλιο πόλεμο, ενώ τις ενθάρρυνε έντονα να πραγματοποιήσουν μεγαλύτερη πρόοδο στην κατεύθυνση αυτή με τρόπο που δεν θα προβαίνει σε διακρίσεις. Η ECRI επίσης συνέστησε στις ελληνικές αρχές να εξετάσουν προσεχτικά τους ισχυρισμούς για διακρίσεις και πράξεις μισαλλοδοξίας κατά των Μακεδόνων, Τούρκων και άλλων, και να λάβουν μέτρα για την δέουσα τιμωρία τέτοιων ενεργειών.
  1. Η κατάσταση της αναγνώρισης του δικαιώματος της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι αναφορικά με κάποιες ομάδες που ζουν στην Ελλάδα (Μακεδόνες και Τούρκους ) παραμένει.  Για το σκοπό αυτό, από την τρίτη έκθεση της ECRI, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέδωσε τρεις αποφάσεις κατά της Ελλάδας για παραβίαση του Άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι) αναφορικά με μέλη της κοινότητας ατόμων εθνοτικής τουρκικής καταγωγής.  Αναφορικά με τα άτομα Μακεδονικής εθνικής ταυτότητας και την απόφαση της υπόθεσης Σιδηρόπουλος και λοιποί κατά Ελλάδος  που αναφέρθηκε στην τρίτη της έκθεση, η ECRI ενημερώθηκε ότι το ζήτημα της αναγνώρισης του εν λόγω σωματίου (Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού) εκκρεμεί ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου καθώς δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί.  Φαίνεται ακόμη ότι ούτε τα σωματεία εθνοτικής τουρκικής καταγωγής, που αποτελούσαν το θέμα των παραπάνω αποφάσεων, έχουν αναγνωριστεί ακόμη.  Η ECRI επιθυμεί για το σκοπό αυτό να επιστήσει την προσοχή των ελληνικών αρχών τη διαπίστωση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι οι σύλλογοι που αναζητούν εθνική ταυτότητα ήταν επίσης σημαντικοί για τη σωστή λειτουργία της δημοκρατίας. Θεωρείται ότι ο πλουραλισμός βασίστηκε επίσης στη γνήσια αναγνώριση και το σεβασμό για τη διαφορετικότητα και τις δυναμικές των πολιτιστικών παραδόσεων, των εθνοτικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων και των θρησκευτικών πεποιθήσεων.
  1. Η ECRI σημειώνει ότι θα πρέπει να υπάρξει ακόμη πρόοδος για την αναγνώριση του δικαιώματος των μελών των μειονοτικών ομάδων για ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και επίσης για την ελευθερία της έκφρασης.
  1. Οι παράγοντες της κοινωνίας των πολιτών και οι αντιπρόσωποι της μακεδονικής κοινότητας έχουν υποδείξει στην ECRI ότι η εφαρμογή συμβιβαστικών μέτρων που ελήφθησαν για εκείνους που διέφυγαν στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο αναφορικά με την αποκατάσταση της ιθαγένειάς τους και την επιστροφή της περιουσίας τους που είχε κατασχεθεί, εξακολουθεί να ισχύει μόνο για τους αυτόχθονες Έλληνες.  Αντιπρόσωποι της Μακεδονικής κοινότητας έχουν εκφράσει ακόμη τα αισθήματα διάκρισης, μεταξύ άλλων, αναφορικά με τη χρήση των ονομάτων τους στη δική τους γλώσσα και την αδυναμία να παραπεμφθούν στο δικαστήριο υποθέσεις ομιλιών μίσους στα μέσα ενημέρωσης κατά των Μακεδόνων . Αντιπρόσωποι της τουρκικής κοινότητας της δυτικής Θράκης έχουν επίσης δηλώσει ότι η αναγνώριση της ταυτότητάς τους είναι ανάμεσα στα πιο σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν μαζί με την παιδεία και το δικαίωμα για θρησκευτική ελευθερία, ποτ έχουν συζητηθεί σε άλλα σημεία αυτής της έκθεσης .
  1. Η ECRI συνιστά έντονα στις ελληνικές αρχές να λάβουν μέτρα για την αναγνώριση των δικαιωμάτων των μελών διαφορετικών ομάδων που ζουν στην Ελλάδα, περιλαμβανομένης και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
  1. Η ECRI συνιστά ξανά στις ελληνικές αρχές να κάνουν ενέργειες για την εφαρμογή, με τρόπο που δεν θα προωθεί τις διακρίσεις, των συμβιβαστικών μέτρων που λαμβάνονται για όλους εκείνους που διέφυγαν στον εμφύλιο πόλεμο.
  2. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές να ερευνήσουν τους ισχυρισμούς για διακρίσεις κατά μελών της μακεδονικής και της τουρκικής κοινότητας και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να τις αντιμετωπίσουν, περιλαμβανομένης και της διασφάλισης της εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας όπου είναι απαραίτητο. Η ECRI συνιστά επίσης έντονα στις ελληνικές αρχές να κάνουν ενέργειες για την αναγνώριση του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού των ομάδων αυτών.
  1. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI συνέστησε έντονα στις ελληνικές αρχές να ανοίξουν διάλογο με τους εκπροσώπους των Μακεδόνων, προκειμένου να εξευρεθεί λύση στις εντάσεις που σημειώνονται μεταξύ αυτής της ομάδας και των αρχών, καθώς και μεταξύ της ομάδας και του γενικότερου πληθυσμού, ώστε να μπορέσει να επιτευχθεί η συνύπαρξη με αμοιβαίο σεβασμό προς το συμφέρον όλων.
  2. Αντιπρόσωποι της μακεδονικής κοινότητας έχουν αναφέρει ότι οι προσπάθειές τους για συμμετοχή σε διάλογο με τις ελληνικές αρχές, για ζητήματα όπως η γλώσσα και η χρήση της μακεδονικής γλώσσας στην τηλεόραση δεν έχουν αποδώσει. Η ECRI ελπίζει έτσι ότι οι αρχές θα συμμετέχουν σε έναν ανοιχτό και εποικοδομητικό διάλογο με τους αντιπροσώπους της μακεδονικής κοινότητας για ζητήματα που απασχολούν τα μέλη αυτής της ομάδας.
  3. Η ECRI συνιστά ξανά στις ελληνικές αρχές να ορίσουν ένα διάλογο με τους αντιπροσώπους των Μακεδόνων για να βρεθεί μια λύση στα ζητήματα που επηρεάζουν τα μέλη αυτής της ομάδας.

 

08/07/2018: Μικροί φιλελεύθεροι (του Γιώργου Σιακαντάρη)

[Σχόλιο Παναγιώτη Δημητρά: “Τάγραψε όλα και τόσο ωραία για αυτή την κατηγορία “φιλελεύθερων” που έχουν κίνητρο το μίσος κάθε αντιπάλου και την υποστήριξη κάθε φίλου ιδίως “φιλελεύθερου” (πχ. όταν υποστήριξαν την ισλαμοφοβία της Σώτης Τριανταφύλλου)]

ΤΟ ΒΗΜΑ

Στην κατακλείδα του βιβλίου του «Περί Ελευθερίας» ο Τζον Στιούαρτ Μιλ υποστήριζε ότι «ένα κράτος που μικραίνει τους ανθρώπους του, για να είναι πιο πειθήνια όργανα στα χέρια του, ακόμη και για αγαθούς σκοπούς, θα διαπιστώσει ότι με μικρούς ανθρώπους δεν γίνονται μεγάλα πράγματα». Το ελληνικό πολιτικό σύστημα τόσα χρόνια παρήγε μικρούς ανθρώπους από τους οποίους τώρα ζητεί μεγάλα πράγματα. Οι ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ με την αντιπολίτευσή τους απελευθέρωσαν τα αποθέματα μίσους ενός μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο κατασκήνωνε στην άνω και κάτω πλατεία. Με τη διακυβέρνησή τους εισπράττουν πίσω το μίσος, τον φανατισμό και τον εθνικολαϊκισμό που καλλιέργησαν. Τώρα πλέον σχεδόν τα 4/5 της κοινωνίας τούς επιστρέφουν το ίδιο και περισσότερο μίσος απ’ αυτό που οι ίδιοι καλλιέργησαν. Τι φταίει;
Φαίνεται πως το μεγάλο κενό του συνολικού πολιτικού μας συστήματος είναι η απουσία ενός ισχυρού μεταρρυθμιστικού κεντρώου ή ενός φιλελεύθερου κόμματος. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι η απουσία ενός φιλελεύθερου πνεύματος που θα διαπερνούσε την Κεντροαριστερά και την Κεντροδεξιά και θα τις οδηγούσε σε πολιτικές που θα εφήρμοζαν στα κέντρα των κοινωνιών. Αυτή η απουσία δημιούργησε μικρούς κεντροδεξιούς, κεντροαριστερούς, αριστερούς, ακόμη και μικρούς αναρχικούς. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα είναι ότι δημιούργησε μικρούς φιλελεύθερους. Οι τελευταίοι αποστρέφονται κάθε διαφορετική από τη δική τους γνώμη, αδιαφορούν για τα ατομικά δικαιώματα και συμμετέχουν σε εθνικιστικά παιχνίδια. Αυτοί βλέπουν τη σκιά τους το πρωί και το ηλιοβασίλεμα και πιστεύουν ότι αυτό είναι το πραγματικό μέγεθός τους. Οι μικροί φιλελεύθεροι παρήχθησαν όχι από την αγάπη προς την ελευθερία, αλλά από το μίσος προς τον κ. Τσίπρα.
Φιλελεύθερους των «ανταποδοτικών» ατομικών δικαιωμάτων πρώτη φορά συναντώ. Γι’ αυτούς τα ατομικά δικαιώματα εξαρτώνται από το αν οι εγκληματίες αναγνωρίζουν ή όχι τα εγκλήματά τους. Φιλελεύθεροι που νομίζουν ότι τα δικαιώματα είναι ανταποδοτικά – μου δίνεις και σου δίνω – και όχι αναπαλλοτρίωτα, με βάση πάντοτε την ισχύουσα νομοθεσία, δεν υπάρχουν. Επίσης φιλελεύθερους που δεν ενδιαφέρονται για νόμους που προασπίζουν δικαιώματα μειονοτήτων – επειδή τους προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ – ελπίζω πως δεν θα ξαναδώ.
Το Βατερλό όμως των μικρών φιλελεύθερων είναι το Μακεδονικό. Ο κλασικός φιλελευθερισμός ισχυρίζεται πως ενώ για θέματα υπηκοότητας και ιθαγένειας τίθεται ζήτημα ονομασίας erga omnes, για τον προσδιορισμό των εθνοτικών ταυτοτήτων (ethnicity) ισχύει η αρχή του αυτοπροσδιορισμού. Στον φιλελευθερισμό ανήκει πρωτίστως αυτή η αρχή, όχι στην Αριστερά. Οι μικροί φιλελεύθεροι δεν το αντιλαμβάνονται. Ο φιλελευθερισμός είναι δύσκολη υπόθεση. Θέλει λογική, όχι ένστικτα. Θέλει περισσότερο βιβλία και εφημερίδες και  λιγότερο μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ας μην τους βάζουμε, όμως, τόσο δύσκολα. Ας τους δούμε στα πιο εύκολα.
Αντίθετα από τους «πατριώτες» που ανακαλύπτουν πως πωλούμε την ψυχή μας δίνοντας στους «Σκοπιανούς» το όνομά μας, λες και οι άλλοι δεν έχουν όνομα και ψυχή, οι μικροί φιλελεύθεροι σέβονται τους «Σκοπιανούς». Δεν μιλούν για γυφτοσκοπιανούς, μόνο για «Σλαβοσκοπιανούς». Είναι ευγενικοί. Δεν προσβάλλουν. Μόνο κάτι ευγενέστατα περί κρατιδίων τους ξεφεύγουν. Και βεβαίως σέβονται τη γνώμη των άλλων, αρκεί να είναι σωστή. Τι φταίνε αυτοί τώρα που η ελευθερία του κρατιδίου των «Σκοπιανών» δημιουργεί πάντα προβλήματα στη δική τους; Αφήνω κατά μέρος ότι για τους μικρότερους εκ των μικρών φιλελεύθερων το Μακεδονικό είναι δημιούργημα της Αριστεράς. Γιατί όχι και η πιτυρίδα;
Εδώ, για να είμαι δίκαιος, υπάρχει και μια πιο σοβαρή υποκατηγορία, όχι τόσο μικρών φιλελεύθερων. Αυτή, ενώ παρατηρεί τα κενά και τα αρνητικά της συμφωνίας, επισημαίνει ότι η συμφωνία λύνει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα δημιουργεί. Συνεχίζει όμως με την έκκληση να το αφήσουμε τώρα το ζήτημα, για να το λύσει αργότερα η νέα κυβέρνηση, η οποία σήμερα ως αξιωματική αντιπολίτευση απορρίπτει τη συμφωνία.
Είναι όμως φιλελεύθερος αυτός που δεν αναγνωρίζει ότι πρέπει πάντοτε να προσπαθεί να θέτει τον εαυτό, όπως ο Ανταμ Σμιθ, στη θέση του «αμερόληπτου παρατηρητή»; Αυτός που δεν κατανοεί, όπως ο Μιλ, ότι η αμεροληψία είναι η ικανότητα να στέκεσαι μεταξύ των δύο πλευρών ενός ζητήματος και να επιχειρείς ψύχραιμα να διακρίνεις το ορθό; Είναι φιλελεύθερος αυτός που πιστεύει ότι «η αναζήτηση της αλήθειας, του λογικά σωστού κ.λπ. είναι δουλειά της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της κοινωνιολογίας… Αλλά πάντως δεν είναι της δημοκρατίας»; Ο Μιλ, αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι το να διακρίνεις το λογικά σωστό είναι πρωτίστως δημοκρατία και μετά φιλοσοφία.
Φιλελεύθερος, πάλι κατά τον Μιλ, είναι όποιος αναγνωρίζει, πρώτον, πως η απαγόρευση της «αντίθετης γνώμης» αποκλείει την πιθανότητα να αποδειχτεί πως και η γνώμη των μειοψηφιών μπορεί να είναι αληθινή. Δεύτερον, πως ακόμη και αν η γνώμη των μειοψηφιών δεν είναι αληθινή, η απαξίωσή της δεν βοηθάει να φανεί η αλήθεια της πλειοψηφίας. Και τρίτον και σημαντικότερο, ακόμη και αν η πλειοψηφική γνώμη είναι σωστή, αν δεν έχει αντίπαλο, μετατρέπεται σε στερεότυπο και σε δόγμα. Οπου ο Μιλ αναφέρεται στην «αντίθετη γνώμη», τοποθετήστε σήμερα την «ταυτότητα του άλλου» και θα γίνει κατανοητό σε τι αναφέρομαι.
Δεν υπάρχουν όμως μόνο οι μικροί φιλελεύθεροι. Υπάρχουν και οι μικροί αριστεροί «εθνικοσυνεννοησάκηδες». Αυτούς πάλι δεν τους αφήνουν να κοιμηθούν τα τρόπαια του κ. Τσίπρα.
Συνεχίζεται με αυτούς…
ΥΓ.: Για να λέμε όμως όλη την αλήθεια, όπως φάνηκε στην υπόθεση Ηριάννας – Περικλή, υπάρχει και μια μειοψηφία πραγματικών φιλελεύθερων που, τιμώντας τις αξίες τους, προτάσσουν τα ατομικά δικαιώματα και την αλήθεια από την προκατάληψη και το μίσος. Αυτοί διεκδίκησαν από την αρχή ως το τέλος το προφανές της δικαστικής απόφασης «οι κοινωνικές συναναστροφές δεν ποινικοποιούνται». Εύγε τους.
Ο κ. Γιώργος Σιακαντάρης είναι δρ Κοινωνιολογίας.

Τα βαφτίσια της «μη Μακεδονίας»

Η Εφημερίδα των Συντακτών

Τα βαφτίσια της «μη Μακεδονίας»

Οι τρεις Μακεδονίες στο βιβλίο του Ευάγγελου Κωφού (1964), εμπειρογνώμονα του ελληνικού ΥΠΕΞ επί τρεις δεκαετίες (1963-1995)
Οι τρεις Μακεδονίες στο βιβλίο του Ευάγγελου Κωφού (1964), εμπειρογνώμονα του ελληνικού ΥΠΕΞ επί τρεις δεκαετίες (1963-1995) | E. KOFOS, «NATIONALISM AND COMMUNISM IN MACEDONIA» (Θεσ/νίκη 1964)

«Επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν»

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (3/1/1885)

Mια απρόσμενη έκπληξη περιμένει τον καλοπροαίρετο πατριώτη που θ’ ανατρέξει στον πατέρα της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας για να ελέγξει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των τελευταίων ημερών περί Βορείου Μακεδονίας.

Αναφερόμαστε φυσικά στην «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, το πολύτομο έργο που κυκλοφόρησε μεταξύ 1860 και 1874 διαμορφώνοντας την εικόνα που οι κατοπινοί Ελληνες έχουμε -κυρίως μέσω του σχολείου- για το συλλογικό ιστορικό μας παρελθόν.

Στην πρώτη παράγραφο περί Μακεδονίας πληροφορούμαστε πως υπήρξαν δυο διαδοχικές οριοθετήσεις της αρχαίας εκείνης χώρας.

Η αρχική περιλάμβανε μόνο την ενδοχώρα της σημερινής ελληνικής Δυτικής Μακεδονίας και τη νοτιοδυτική ΠΓΔΜ, δίχως να φτάνει καν μέχρι τη θάλασσα.

Η δεύτερη οριοθέτηση, μετά τις κατακτήσεις του Φιλίππου, είναι αυτή που καθιερώθηκε στη συνέχεια παγκοσμίως ως «Μακεδονία» −και προς βορράν έφτανε μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), τα σύνορα δηλαδή ΠΓΔΜ και Κοσσυφοπεδίου.

Επί λέξει:

«Επί Φιλίππου η Μακεδονία έλαβεν έκτασιν μεγάλην, η δε αρχαιοτέρα Μακεδονία ήτο πολύ μικροτέρα. Η αρχαία μικρά αύτη Μακεδονία δεν έφθανεν, ως βραδύτερον, μέχρι του Θερμαϊκού κόλπου, αλλά περιωρίζετο εις τας περί τον άνω Αλιάκμονα και τον άνω Εριγώνα χώρας […]. Και ούτος μεν ήτο ο πυρήν της Μακεδονίας. Η δε ευρυτέρα χώρα εις ην μετεδόθη βραδύτερον το όνομα εκείνο, καίτοι ορεινή ούσα και διατεμνομένη υπό πολλών πλαγίων κλάδων του Σκάρδου όρους, περιλαμβάνει τρία μεσόγεια πεδία. Εκ τούτων το βορειότατον είναι το πεδίον το σήμερον καλούμενον Τέτοβο ή Καλκάνδερε» (εκδ. Γαλαξία, τ.6ος, Αθήνα 1969, σ.7).

Πώς ταιριάζουν όλα αυτά με το εθνικό δόγμα των τελευταίων δυόμισι δεκαετιών, που κυριάρχησε στη χώρα μας μετά το 1992 και σύμφωνα με το οποίο οι βόρειοι γείτονές μας «δεν δικαιούνται» να θεωρούν τη χώρα τους τμήμα -έστω- της Μακεδονίας;

Η απάντηση είναι πολύ απλή: δεν ταιριάζουν! Οπως θα δούμε στο σημερινό αφιέρωμα, το θεώρημα που θέλει την επικράτεια της νυν ΠΓΔΜ (και οσονούπω Βόρειας Μακεδονίας) εκτός μακεδονικού χώρου δεν υπήρξε κάποια επιστημονική αλήθεια αλλά μια αυθαίρετη κατασκευή του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών εν έτει 1884, με καθαρά πρακτικό σκοπό: τη νοερή αποκοπή των βορειότερων (ουδόλως ελληνικών) μακεδονικών εδαφών από τα νοτιότερα, όπου υπήρχε αξιόλογη ελληνική παρουσία ή επιρροή, προκειμένου ν’ αποφευχθεί η κοινή πολιτική εξέλιξή τους προς ανεπιθύμητες κατευθύνσεις.

Το ιδεολόγημα αυτό δεν έγινε τότε καθολικά δεκτό από τους ελληνικούς κύκλους που διαχειρίζονταν το Μακεδονικό, απορρίφθηκε δε κατηγορηματικά από τον ίδιο τον Παπαρρηγόπουλο, με τη διττή ιδιότητά του ως εθνικού ιστορικού και προέδρου του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» (της τότε ελληνικής μυστικής υπηρεσίας στον οθωμανικό χώρο).

Ανασύρθηκε όμως από τη ναφθαλίνη επί Σαμαρά για να επιβληθεί σε μια παραζαλισμένη κοινή γνώμη, μέσα στο κλίμα εθνικιστικής υστερίας του 1992-1994, σαν εξ αποκαλύψεως αλήθεια.

Αρχαίοι και νεότεροι

Η οριοθέτηση που επικαλείται στην «Ιστορία» του ο Παπαρρηγόπουλος δεν ήταν καινούργια.

Πηγή του ίδιου και των συγχρόνων του αποτελούσαν οι μεγάλοι γεωγράφοι της αρχαιότητας:

  • Ο Στράβων (1ος αι. μ.Χ.) περιγράφει ως βόρειο σύνορο της Μακεδονίας τη νοητή γραμμή Σκάρδου – Ορβήλου [σημ. Πιρίν] – Ροδόπης (Strabonis Geographica, Βερολίνο 1852, τ.Α΄, σ.376-7).
  • Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.) ως όριο Μακεδονίας – Ιλλυρίδας – Ανω Μοισίας αναφέρει κι αυτός τον Σκάρδο (Claudii Ptolemaei Geographia, Λειψία 1843, τ.Α΄, σ.192-3, 132-3 & 180-1).
  • Ο Παυσανίας, επίσης του 2ου αιώνα, δεν ασχολήθηκε πάλι καθόλου με τη Μακεδονία. Το δεκάτομο έργο του «Ελλάδος περιήγησις» αφορά μόνο την Πελοπόννησο και τη σημερινή Στερεά.

Οπως ήταν αναμενόμενο, η παράδοση αυτή καθόρισε την οριοθέτηση της Μακεδονίας και στα νεότερα χρόνια, όταν η ευρωπαϊκή διανόηση ανακάλυψε ξανά την αρχαιότητα και τις ιστορικές ονομασίες των περιοχών της «Ευρωπαϊκής Τουρκίας».

Υπενθυμίζουμε πως ο γεωγραφικός όρος «Μακεδονία» στα βυζαντινά χρόνια είχε μετακομίσει στην Ανατολική Θράκη (πατρίδα, μεταξύ άλλων, των Αρμενίων αυτοκρατόρων της «Μακεδονικής δυναστείας»), ενώ στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαφανίστηκε εντελώς από το επίσημο λεξιλόγιο.

Το εθνολογικό μωσαϊκό της οθωμανικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο σχολικό επιθεωρητή Βασίλ Κάντσοφ (1900): όλοι οι σλαβόφωνοι απεικονίζονται (με πράσινο) ως «Βούλγαροι»· με ροζ οι Τούρκοι, πορτοκαλί οι Αλβανοί, μπλε οι Ελληνες και μοβ οι Βλάχοι. DOTATION CARNEGIE, «ENQUÊTE DANS LES BALKANS» (Παρίσι 1914)
↳ Το εθνολογικό μωσαϊκό της οθωμανικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο σχολικό επιθεωρητή Βασίλ Κάντσοφ (1900). Κριτήριο ταξινόμησης αποτελεί η μητρική γλώσσα: όλοι οι σλαβόφωνοι απεικονίζονται (με πράσινο) ως «Βούλγαροι»· με ροζ οι Τούρκοι, πορτοκαλί οι Αλβανοί, μπλε οι Ελληνες και μοβ οι Βλάχοι. Η εδαφοποιημένη απεικόνιση υποτιμά σαφώς τους πληθυσμούς των αστικών κέντρων (κυρίως μουσουλμανικούς και δευτερευόντως ελληνικούς) προς όφελος της υπαίθρου, η γεωγραφική όμως έκταση της ελληνοφωνίας αποτυπώνεται με αξιοσημείωτη ακρίβεια

«Με το όνομα Μακεδονία», διαβάζουμε έτσι στη γαλλική Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του ΙΘ΄ αι., «αντιλαμβανόμαστε σήμερα το κεντρικό τμήμα της Ευρωπαϊκής Τουρκίας που ορίζεται προς βορράν από το Σαρ-Νταγ [=τον Σκάρδο] και το Καρά-Νταγ, προς ανατολάς από τον Νέστο, προς νότον από το Αιγαίο πέλαγος και προς δυσμάς από μιαν ασαφή γραμμή που, υπερβαίνοντας τις λίμνες Πρέσπα και Οχρίδα, τη διαχωρίζει από την Αλβανία» (La Grande Encyclopédie, τ.22, σ.864).

Την ίδια ακριβώς οριοθέτηση ακολουθούν επίσης οι Ελληνες γεωγράφοι και ιστορικοί μέχρι τα τέλη του ΙΘ΄ αιώνα.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

● Ο Μελέτιος Μήτρου (1661-1714) θεωρεί «άπασα την Μακεδονίαν» τμήμα της Ελλάδας, με όριο προς βορράν «τα Σαρδικά όρη» («Γεωγραφία παλαιά και νέα», Εν Βενετία 1807, σ.250 και 248). Ως μακεδονικές πόλεις μνημονεύει επίσης τα κυριότερα αστικά κέντρα της σημερινής ΠΓΔΜ: το Βέλες, το Στιπ, τον Περλεπέ, το Τίκφες [σημ. Καβαντάρτσι], την Παλάνκα, το Κουμάνοβο (σ.467 και 471).

● Κατά τον Αθανάσιο Ψαλλίδα (1764-1829), η Μακεδονία «ξεχωρίζεται από την Θράκη με το βουνό Ροδόπη, από την Βουλγαρίαν και Σερβίαν με το βουνό Σκάρδος» κ.ο.κ. («Ηπειρωτικά Χρονικά», τχ. 6, 1931, σ.55).

● Τον Σκάρδο, τη Ρίλα και τον Ορβηλο περιγράφει ως «φυσικό σύνορο» της Μακεδονίας και ο στρατιωτικός χαρτογράφος Βασίλειος Νικολαΐδης («Les Turcs et la Turquie contemporaine», Παρίσι 1859, τ.Α΄, σ.17, και «Στρατιωτική γεωγραφία», Αθήνα 2018, σ.111).

● Ο Μαργαρίτης Δήμιτσας εξηγεί πως «από Φιλίππου και επί των διαδόχων βασιλέων, καθώς και επί των Ρωμαίων», η Μακεδονία «φυσικά όρια έσχε προς βορράν τον Σκάρδον, τον Ορβηλον, το Σκόμιον ή Σκόμβρον [σημ. Ρίλα] και εν μέρει τον Αίμον» («Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας. Μέρος Α΄. Χωρογραφία», Αθήνησι 1870, σ.5).

● Ο Ιωάννης Καλοστύπης ξεκαθαρίζει -κι αυτός- πως «η Μακεδονία ορίζεται προς βορράν υπό του Σκάρδου, του βορείου Ορβήλου και του Σκομίου» («Μακεδονία», Εν Αθήναις 1886, σ.9).

● Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινούνται και οι ελληνικές σχολικές γεωγραφίες του ΙΘ΄ αι. Τον Σκάρδο αναφέρουν ρητά ως βουνό της Μακεδονίας η «Γεωγραφία Στοιχειώδης» του Ιωάννη Κοκκώνη (Εν Αθήναις 1839, σ.137, και 1861, σ.103-4) και η «Γεωγραφία Αρχαίας Ελλάδος» της Πολυτίμης Κούσκουρη (Αθήνησιν 1854, σ.91), ως φυσικό δε σύνορό της προς βορράν η «Ιστορική Γεωγραφία» του Γεωργίου Κρέμμου (Αθήνησι 1878, σ.24), τα «Στοιχεία Γεωγραφίας» του Π. Παπαρρούση (Εν Κων/πόλει 1884, σ.281), η «Στοιχειώδης Γεωγραφία» των Κωνσταντίνου Ζαχαριάδη και Ανδρέα Σπάθαρη (Εν Κων/πόλει 1888, έκδοση Πατριαρχικού Τυπογραφείου, σ.80), το «Εγχειρίδιον Γεωγραφίας» του Δημ. Ολυμπίου (Εν Αθήναις 1892, σ.456), το «Γεωγραφικόν Εγχειρίδιον» του Β.Α. Μυστακίδη (Εν Κων/πόλει 1893, σ.133) κ.ά. Τα Σκόπια περιγράφονται ρητά ως πόλη της Μακεδονίας και στα σχολικά «Γεωγραφικά» του Αναστασίου Πολυζωίδη −του δικαστή που αρνήθηκε να καταδικάσει τον Κολοκοτρώνη, γεννημένου στο Μελένικο της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας (Εν Αθήναις 1859, τ.Β΄, σ.136).

Ενα υπαρκτό πρόβλημα

Για τους εθνικιστές μας, «Βόρεια Μακεδονία» υπάρχει μόνο όταν πρόκειται να διεκδικηθεί Για τους εθνικιστές μας, «Βόρεια Μακεδονία» υπάρχει μόνο όταν πρόκειται να διεκδικηθεί |

Αυτά όσον αφορά την αρχαία οριοθέτηση της Μακεδονίας και τη λόγια αναβίωσή της τους τελευταίους αιώνες.

Η πραγματικότητα όμως αυτή δεν αναιρούσε το βασικό πολιτικό πρόβλημα του ελληνικού εθνικισμού, από τα μέσα του ΙΘ΄ αι. και μετά. Το γεγονός δηλαδή ότι, ανεξαρτήτως της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων, οι ενδιάμεσες πληθυσμιακές μεταβολές από την εποχή των σλαβικών εγκαταστάσεων του 6ου αι. μ.Χ. δεν ευνοούσαν ιδιαίτερα τις ελληνικές βλέψεις στην περιοχή.

Το διαπιστώνουμε, μεταξύ άλλων, από τις παρατηρήσεις των Ευρωπαίων περιηγητών που επισκέπτονται τη Μακεδονία με τα εγχειρίδια των αρχαίων γεωγράφων ανά χείρας, αναζητώντας τα κατάλοιπα της αρχαιότητας, και καταλήγουν σε αναπόφευκτες συγκρίσεις με το εθνολογικό τοπίο που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια τους.

Το πιο εύγλωττο παράδειγμα τέτοιων συγκρίσεων πρόσφερε το σλαβόφωνο τσιφλίκι Αγιοι Απόστολοι (Ποστόλ ή Αλά Κλισέ), η σημερινή δηλαδή Πέλλα, ως η κατεξοχήν ενσάρκωση αυτής της μεταβολής.

«Εξήντα καλύβια κατοικούμενα από Βουλγάρους, ένας πυργίσκος που περικλείει μια φρουρά δώδεκα Αλβανών κάτω από τη διοίκηση ενός σούμπαση: ιδού τι απέμεινε από την Πέλλα, από τη δόξα της· ιδού ο πληθυσμός και οι στρατιωτικές δυνάμεις που έχουν διαδεχθεί τους Μακεδόνες!», θρηνεί έτσι χαρακτηριστικά ο Πουκεβίλ («Voyage dans la Grèce», Παρίσι 1820, τ.Β΄, σ.451-2).

Η μεταβολή αυτή θ’ αναγνωριστεί, και μάλιστα στο επισημότερο δυνατό επίπεδο, από τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Απαντώντας στο επίσημο ερώτημα των Μεγάλων Δυνάμεων (9/10/1828), «ποια οριοθέτηση θα εξυπηρετούσε περισσότερο την Ελλάδα, χορηγώντας της ευδιάκριτα χερσαία σύνορα, εύκολα υπερασπίσιμα, και θα επέφερε τον καλύτερο δυνατό πληθυσμιακό διαχωρισμό», ο πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους υπέδειξε στις 10/23 Νοεμβρίου 1828 ως «φύσει οριστική» ελληνοτουρκική μεθόριο τη γραμμή Ολυμπος-Αλιάκμονας-Μέτσοβο, με το εξής σκεπτικό:

«Τούτο το όριον διεχώριζε και το πάλαι την Ελλάδα από τα βόρεια γειτονικά μέρη. Κατά τον μεσαιώνα, και ακόμη κατά τους νεωτέρους χρόνους, η Θεσσαλία εφυλάχθη πάντοτε ελληνική, ενώ η Μακεδονία εκυριεύθη από τους Σλάβους και από πολλάς άλλας φυλάς» («Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, τ.Δ΄, Αθήναι 1973, σ.275).

Οταν το παραπάνω κείμενο γνωστοποιήθηκε στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση (16/7/1829), οι πέντε πληρεξούσιοι των Μακεδόνων προσφύγων κατέθεσαν υπόμνημα (4/8/1929) με το οποίο ζητούσαν, εν ονόματι της συμμετοχής της «μεσημβρινής» (= Νότιας) Μακεδονίας στην εθνεγερσία και των θυσιών που είχαν υποστεί οι πρόσφυγές της στη Νότια Ελλάδα, την «αδιαχώριστον ένωσιν» των πατρίδων τους με το νεοσύστατο κράτος.

Ως «μακεδονική Ελλάς», που μετείχε στην επανάσταση κι εκπροσωπούνταν στην εθνοσυνέλευση, κατονομάζονται εκεί ρητά δυο μόνο περιοχές: η «ανατολικομεσημβρινή Μακεδονία» (Χαλκιδική) και η «δυτικομεσημβρινή Μακεδονία» (Εδεσσα-Νάουσα) (ό.π., σ.641-3).

Η έκκληση διαβιβάστηκε στον Καποδίστρια, δίχως ορατό αποτέλεσμα («Πρακτικά της εν Αργει τετάρτης Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως», Εν Αιγίνη 1829, σ.99-100).

Μερικές δεκαετίες αργότερα, το πολιτικό πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας, για την οικοδόμηση μιας «ελληνικής αυτοκρατορίας» εκατέρωθεν του Αιγαίου με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, θ’ ανατρέψει εκ βάθρων αυτές τις εκτιμήσεις.

Ανεξαρτήτως πληθυσμιακής σύνθεσης, η Μακεδονία εκλαμβάνεται πια ως ο απαραίτητος διάδρομος που συνδέει τον Ολυμπο με τους πυκνούς ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολικής Θράκης και την περιπόθητη Πόλη −κι επιπλέον, ως η μόνη γεωπολιτική διέξοδος του μικροσκοπικού βασιλείου:

«Αν ποτέ το Ελληνικόν βασίλειον μέλλη να λάβη έκτασιν χωρογραφικήν κατά τας υποδούλους ελληνικάς χώρας», διαβάζουμε σε έκθεση του Παπαρρηγόπουλου προς τον Υπ.Εξ. Αλέξανδρο Κοντόσταυλο (11/3/1884), «η έκτασις αύτη δεν ωφελεί να επέλθη διά της προσλήψεως μόνον των μη αμφισβητουμένων ελληνικών νήσων. Απαραίτητον είναι να προσλάβωμεν ήπειρον χώραν προ πάντων, ήτοι χώραν ικανήν να αποτελέση τον κορμόν κράτους αξίου να λαμβάνηται υπ’ όψιν εν τη Ανατολή, αξίου να διεκδική και τα περαιτέρω εύλογα του Ελληνισμού εθνικά δικαιώματα. […] Μόνον ηπειρωτικός όγκος αξιόλογος δύναται να αποκαταστήση την Ελλάδα κράτος ικανόν να ωφεληθή και εκ των θαλασσίων και νησιωτικών αυτής πλεονεκτημάτων. Τον όγκον αυτόν δεν δύναται να εύρη άλλοθι ή εν Μακεδονία» (Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, φ.214, εγγρ.7).

Σκοπός της ίδιας έκθεσης, που συνυπογράφεται από τον γραμματέα του ΣΔΕΓ Ι. Ζολώτα και συντάχθηκε μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργείου, ήταν η χάραξη «των εν Μακεδονία ορίων, εντός των οποίων δύνανται να υποστηριχθώσιν αποτελεσματικώς αι ημέτεραι αξιώσεις».

Ο Παπαρρηγόπουλος χώρισε επί χάρτου την τότε Μακεδονία σε τρεις ζώνες:

(α) μια «αναμφισβήτως ελληνικήν», ίση με το νοτιότερο μισό της νυν ελληνικής Μακεδονίας,
(β) μια βορειότερη, «αναμφισβήτως αλλοτρίαν του Ελληνισμού», η οποία περιλάμβανε τα 2/3 της ΠΓΔΜ και της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας, και
(γ) μια ενδιάμεση λωρίδα «αμφισβητουμένη υπό Ελλήνων και Βουλγάρων καθ’ όλον αυτής το πλάτος», οι κάτοικοι της οποίας «είναι εν γένει ειπείν Βουλγαρόφωνοι κατά το πλείστον αυτής μήκος, από Ροδόπης μέχρι των λιμνών Πρέσπης και Αχρίδος».

Επισημαίνει δε ότι, παρά την ύπαρξη τουρκικών, βλαχόφωνων ή αλβανόφωνων νησίδων στη μεσαία ζώνη, «τα στοιχεία ταύτα ουδαμού διακόπτουσι σπουδαίως την συνέχειαν των Βουλγαροφώνων» και πως «ουδαμού ομιλείται η Ελληνική γλώσσα ως μητρική, πλην του Μελενίκου και εν μέρει του Νευροκόπου».

Ο έλεγχος αυτής της μεσαίας ζώνης (κι ενός τμήματος της νότιας) θ’ αποτελέσει την ελληνοβουλγαρική πτυχή του Μακεδονικού κατά τις επόμενες δεκαετίες, ενώ της βόρειας το διακύβευμα της αντίστοιχης βουλγαροσερβικής διαμάχης.

Μια φαεινή ιδέα

Ενας παράγοντας που ανησυχούσε τους σχεδιαστές της ελληνικής πολιτικής ήταν η ενδεχόμενη επιβολή των αυτοδιοικητικών μεταρρυθμίσεων που πρόβλεπε το άρθρο 23 της συνθήκης του Βερολίνου (1878) και δεν εφαρμόστηκαν τελικά ποτέ.

Φοβούμενος ότι μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε επικράτηση των Βουλγάρων, ο Ελληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη Νικόλαος Γεννάδης θα εισηγηθεί τον Δεκέμβριο του 1884 την επανοριοθέτηση της επίμαχης περιοχής σύμφωνα με τις ελληνικές βλέψεις: ενώ «οι Πανσλαυισταί μίαν και αδιαίρετον θέλουσι την Μακεδονίαν», γράφει, «συμφέρον μέγα είχομεν και έχωμεν να πλάσωμεν νέον γεωγραφικόν όρον εν Μακεδονία, ήτοι να διαιρέσωμεν την Μακεδονίαν εις βόρειον και νότιον, και την τελευταίαν ταύτην να διεκδικήσωμεν ως ελληνικήν χώραν» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Ν. Γεννάδης προς Υπ.Εξ., Εν Φιλιππουπόλει 3/12/1884, αρ.933).

Η ιδέα υιοθετήθηκε ταχύτατα από τον παραλήπτη υπουργό, που με επιστολή του ζήτησε από τον Παπαρρηγόπουλο να συνδράμει την υλοποίησή της: «Παρακαλούμεν υμάς να υποβάλητε εις το Υπουργείον ιδίαν όσον οίον τε σαφή και εύληπτον μελέτην, δι’ ής ως ιστορικός να υποστηρίξητε ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι τα της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή οπωσδήποτε επικρατών» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Αλ. Κοντόσταυλος προς ΣΔΕΓ, Εν Αθήναις 12.12.1884, αρ.1854 εμπ.).

Η απάντηση του εθνικού μας ιστορικού δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον «Ιό» πριν από χρόνια («Ελευθεροτυπία» 24/2/2011) κι αναπαράγεται αυτούσια εδώ, καθώς το περιεχόμενό της αποδεικνύεται επίκαιρο όσο ποτέ.

Εν συντομία, ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα μετονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας, εξηγώντας ότι «τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον» κάτι τέτοιο και πως η ενοχλητική οριοθέτηση δεν «είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας», καθολικά αποδεκτά από τους πάντες: «Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι; Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι».

Ενδεχόμενη επινόηση νέου όρου, κατέληγε, δεν θα γινόταν πιστευτή από κανέναν.

Παρά τη σθεναρή αντίθεση του Παπαρρηγόπουλου, η όλη ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε. Στο γύρισμα του αιώνα, οι περισσότεροι μακεδονολογούντες και μακεδονομάχοι θα υιοθετήσουν τελικά το όλο θεώρημα −κατηγορούμενοι, πάντως, σαν «μειοδότες» από ουκ ολίγους επίσης ομόφρονές τους, που οραματίζονται την προσάρτηση όλου του μακεδονικού χώρου.

«Ουδείς ήθελε αποδεχθή νέον γεωγραφικόν όρον…»
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και η απάντησή του στο αίτημα του υπουργού Εξωτερικών να μεταβαπτίσει τη Βόρεια Μακεδονία Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και η απάντησή του στο αίτημα του υπουργού Εξωτερικών να μεταβαπτίσει τη Βόρεια Μακεδονία | Κ.Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ» (Αθήνα 1986) / ΙΑΥΕ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Εν Αθήναις 3 Ιανουαρίου 1885
Αρ. πρωτ. 1738

Κύριε Υπουργέ

Διά της από 12 παρελθόντος μηνός υπ’ αριθ. 1854 εμπ[ιστευτικής] υμών επιστολής παρακαλέσατε τον Σύλλογον «να υποστηρίξη ιστορικώς ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή επικρατών».

Τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον την απόδειξιν του θέματος τούτου, ως δηλούται εκ των συνημμένων υπό στοιχ. Α σημειώσεων. Η κατά πρώτον γνωστή γενομένη Μακεδονία περιωρίζετο εις τα περί Βιτώλια και Γρεβενά πεδία, μη αφικνουμένη μέχρι της θαλάσσης. Η δ’ επί Φιλίππου ηπλώθη διά μιας από του Ολύμπου μέχρι της Μοισίας (ήτοι της Σερβίας και της Βουλγαρίας) και της Ιλλυρίας και Ηπείρου μέχρι της Θράκης και του Αιγαίου Πελάγους.
Επειτα, επί της ρωμαϊκής κυριαρχίας, η επαρχία του Ιλλυρικού περιέλαβε την Μακεδονίαν του Φιλίππου και την Θεσσαλίαν.
Βραδύτερον δε, εν τη ακμή του μεσαιωνικού ημών κράτους, το όνομα Μακεδονία μετηνάστευσεν από της πατρίδος αυτού εις την Θράκην, περιλαβόν μάλιστα εφ’ ικανόν χρόνον και αυτήν την Βουλγαρίαν.
Τελευταίον επί Τουρκοκρατίας το όνομα της Μακεδονίας όλως εξέλιπεν από της διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους.

Τα όρια λοιπόν τα οποία οι Βούλγαροι αποδίδουν εις την Μακεδονίαν είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας. Αλλά η αναβίωσις των ορίων τούτων δεν είναι έργον των Βουλγάρων.
Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι; Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι.
Οσασδήποτε διοικητικάς μετωνυμίας και αν έλαβε η χώρα αύτη εν διαστήματι δισχιλίων περίπου ετών, το όνομα αυτής και η δοθείσα αυτώ επί Φιλίππου έκτασις περιεσώθη, μετά τινος μικράς μόνον τροπολογίας, εν τη συνειδήσει του Ελληνισμού. Περί τούτων έχομεν απόδειξιν ανατρέχουσαν μέχρι της δεκάτης εβδόμης εκατονταετηρίδος.
Ο ημέτερος Μελέτιος, εν τη Γεωγραφία αυτού, λέγει την Μακεδονίαν οριζομένην προς βορράν υπό της Δαλματίας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Θράκης, προς ανατολάς υπό του Αιγαίου Πελάγους, προς μεσημβρίαν υπό της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, προς δυσμάς δε υπό του Ιονίου Πελάγους· ο έστιν περιλαμβάνει εν τη Μακεδονία, εκτός των σήμερον αποδιδομένων αυτή χωρών, και την Αλβανίαν, διότι λέγει αυτήν οριζομένην προς τοις άλλοις υπό της Δαλματίας προς βορράν, υπό της Ηπείρου προς νότον και υπό του Ιονίου Πελάγους προς δυσμάς.

Εκ των ιστορικών τούτων γεγονότων και της σημασίας καθ’ ην υφ’ ημών αυτών γίνεται χρήσις του ονόματος Μακεδονία, καθίσταται πρόδηλον ότι ουδένα έχομεν τρόπον να αποδείξωμεν ως πλάσμα των Βουλγάρων τα υπ’ αυτών εις την χώραν ταύτην αποδιδόμενα όρια και επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν επί τω υφ’ υμών υποδεικνυομένω σκοπώ.
Εάν γράφοντες προς το Υπουργείον διηρέσαμεν την Μακεδονίαν εις τρία τμήματα, επράξαμεν τούτο διά να ορίσωμεν πού αυτής ουδεμίαν έχομεν ελπίδα επιτυχίας, πού αναμφισβήτως πλεονεκτούμεν και πού ανταγωνιζόμεθα προς τους Βουλγάρους μετά τινος πιθανότητος ότι θέλομεν κατισχύση, αν όχι καθ’ ολοκληρίαν, τουλάχιστον εφ’ ικανόν μέρος.
Νέον όμως γεωγραφικόν όρον, οίον προτείνει ο κύριος Γεννάδης, ούτε ότε συνετάσσομεν τον Πίνακα των Ελληνικών χωρών, εδημιουργήσαμεν, ούτε νυν ηθέλομεν συμβουλεύση πλασθή, διά τον απλούστατον λόγον ότι ουδείς ήθελε αποδεχθή αυτόν· ούτε οι Βούλγαροι, οις και δεν συμφέρει, ούτε οι Οθωμανοί, οίτινες κανενός είδους Μακεδονίαν δεν γνωρίζουσιν ή τουλάχιστον δεν αναγνωρίζουσιν· ούτε ίσως αυτοί οι φίλα ημίν φρονούντες, αφού είναι βέβαιον ότι και ημείς αυτοί ελέγομεν άχρι τούδε Μακεδονίαν ό,τι και οι Βούλγαροι.

Πολύ σπουδαιότερον και πρακτικώτερον δυνάμεθα να ωφεληθώμεν εκ των υπό στοιχ. Β συνημμένων σημειώσεων αίτινες συνετάχθησαν επί τη βάσει της προφορικής ημών διαλέξεως ότε επ’ εσχάτων έλαβον την τιμήν να σας ίδω εν τω υπουργείω.

Μετά βαθέος σεβασμού

Ο Πρόεδρος
Κ. Παπαρρηγόπουλος

Από τον Δραγούμη στο ΙΜΧΑ

Αυτά όσο η Μακεδονία, ως τμήμα ακόμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε μήλον της Εριδος των αντίζηλων βαλκανικών αλυτρωτισμών.

Ακολούθησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 και η μοιρασιά της περιοχής μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας (μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας), οι ανταλλαγές πληθυσμών και η δραστική μεταβολή του εθνολογικού τοπίου.

Στη νότια (ελληνική) Μακεδονία, όπου το 1912 οι «ελληνόφρονες» δεν ξεπερνούσαν κατά τους επίσημους ελληνικούς υπολογισμούς το 42% του πληθυσμού (οι δε ελληνόφωνοι κυμαίνονταν γύρω στο 30%), η προσφυγική εγκατάσταση Μικρασιατών και Ποντίων εξελλήνισε μετά το 1922 τη χώρα σε ποσοστό 89%.

Εξελληνισμός που ολοκληρώθηκε στα επόμενα χρόνια με το ναζιστικό Ολοκαύτωμα, τον Εμφύλιο, τις μεταπολεμικές διώξεις και τα αφομοιωτικά προγράμματα του ελληνικού κράτους.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, η Αθήνα δεν είχε πλέον λόγο (ούτε δυνατότητα) ν’ αρνείται την ύπαρξη τριών Μακεδονιών, ενσωματωμένων σε ισάριθμα κράτη.

Ακόμη και η συνταγματική ονομασία «Σ.Δ. Μακεδονίας» εμφιλοχώρησε έτσι μεταπολεμικά σε ελληνικά ΦΕΚ και σχολικά βιβλία.

Η παλιά γραμμή διατηρήθηκε ωστόσο παράλληλα εν υπνώσει, με τη διακριτική αντιδιαστολή «γεωγραφικής» και «ιστορικής» Μακεδονίας −όπου η μεν πρώτη περιλάμβανε το σύνολο του μακεδονικού χώρου, ενώ η δεύτερη μόνο την ελληνική Μακεδονία και μια στενή λωρίδα βορείως των ελληνικών συνόρων.

Από τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (1930) μέχρι τη ναυαρχίδα της ημιεπίσημης εθνικόφρονος μεταπολιτευτικής μακεδονονολογίας, το συλλογικό έργο «Μακεδονία. 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού» (1982), η αντιδιαστολή αυτή θα εμπεδωθεί με δραστική αναθεώρηση της αφήγησης του Παπαρρηγόπουλου, δίχως φυσικά αυτό να δηλωθεί πουθενά.

Ο καθηγητής του ΑΠΘ και σημερινός πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιος Καραθανάσης ως κεντρικός ομιλητής του πρόσφατου συλλαλητηρίου κατά της σύνθετης ονομασίας στον Βόλο (6/6/2018)
↳ Ο καθηγητής του ΑΠΘ και σημερινός πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιος Καραθανάσης, ανακάλυψε εν έτει 1991 ότι το όρος Σκάρδος ή Σαρ Πλάνινα -το βόρειο δηλαδή σύνορο της Μακεδονίας- βρίσκεται νοτίως της πόλης των Σκοπίων. Κάτω, ο ίδιος καθηγητής ως κεντρικός ομιλητής του πρόσφατου συλλαλητηρίου κατά της σύνθετης ονομασίας στον Βόλο (6/6/2018)

Σε «Βόρειο Μακεδονία» και «Βορειομακεδόνες» συνέχισαν πάντως ν’ αναφέρονται διάφορες προσφυγικές συλλογικότητες από το Μοναστήρι, τη Στρώμνιτσα κ.λπ., οι οποίες σε κάθε όξυνση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων έσπευδαν να προβάλουν τον δικό τους αλυτρωτισμό.

Ωσπου, το 1991-1992, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε στα ομόσπονδα κράτη από τα οποία είχε ανασυσταθεί το 1944.

Αντιμέτωπη με τα δικά της εσωτερικά προβλήματα, τις πρώτες ήττες της στο πεζοδρόμιο και τις πρώτες νικηφόρες εργατικές αντιστάσεις στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε να παίξει το εθνικιστικό χαρτί για ν’ αντιστρέψει το πολιτικό κλίμα και να στριμώξει την αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΝ) που «βαρυνόταν» με οράματα βαλκανικής συνεργασίας και συντροφικές σχέσεις με τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές.

Για τη διαφώτιση του εγχώριου κοινού, η συντριπτική πλειοψηφία του οποίου ίσαμε τότε αγνοούσε το όλο ζήτημα, επιστρατεύθηκαν κάθε λογής εθνικόφρονες «ειδήμονες» παλαιάς κοπής, παροπλισμένοι μετά τη Μεταπολίτευση: χουντικοί προπαγανδιστές και υπουργοί, κατοχικοί νομάρχες, ακόμη κι ο Πλεύρης πατήρ −που από τη φιλελεύθερη «Καθημερινή» διαφημίστηκε (16/2/1992) σαν «ιστορικός», «καθηγητής», «σπουδαίος πνευματικός άνθρωπος» και «διαπρεπής αναλυτής»!

Στο πλαίσιο αυτό, κρατική και ιδιωτική προπαγάνδα θ’ αναγορεύσουν τα μισοξεχασμένα ιδεολογήματα περί «ιστορικών» ορίων της Μακεδονίας σε μοναδική, εξ αποκαλύψεως αλήθεια για τη γεωγραφία της περιοχής.

Αναβίωση που θα σημαδευτεί, όπως όλη η τότε καμπάνια, από τη συνήθη ρωμέικη προχειρότητα.

«Οσον αφορά τη Μακεδονία», διαβάζουμε έτσι σε αγγλόγλωσσο άρθρο του πανεπιστημιακού και σημερινού προέδρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιου Καραθανάση, «ενδιαφέρει να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με τους χαρτογράφους εκτεινόταν μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), το οποίο βρίσκεται νοτίως των Σκοπίων. Αυτό σημαίνει ότι τα Σκόπια ήταν εκτός των ορίων της ιστορικής Μακεδονίας» (Athanassios Karathanassis, «Some οbservations on the European Cartographers with Regard to 15th-18th century Macedonia», περ. Balkan Studies, 32/1, 1991, σ.9).

Να υποθέσουμε ότι κοτζάμ καθηγητής δεν είχε κοιτάξει ποτέ τον χάρτη; Ή μήπως θεωρούσε πως οι Κουτόφραγκοι θα έπαιρναν τα γραφόμενά του τοις μετρητοίς, δίχως παρόμοια διασταύρωση;

Το μόνο βέβαιο είναι ότι παρέμεινε μέχρι σήμερα στις επάλξεις: στις 6 Ιουνίου ήταν ο κεντρικός ομιλητής στο συλλαλητήριο του Βόλου κατά της σύνθετης ονομασίας.

Παρόμοιες επιδόσεις έχει επιδείξει και η εθνικά ευαίσθητη δικαστική ηγεσία. Η απόφαση 1448/2009 του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε για πολλοστή φορά η ίδρυση του σωματείου «Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού», δεν περιορίστηκε σε νομικοπολιτικές εκτιμήσεις αλλά επεκτάθηκε και στην ιστορική γεωγραφία: «η αρχαία (κλασική) Μακεδονία, η επονομαζόμενη από γεωγραφική άποψη “Μείζων Μακεδονία”», διαβάζουμε, έφτανε προς βορράν (όχι στον Σκάρδο αλλά) μέχρι τα όρη Μπαμπούνα, στη μέση περίπου της ΠΓΔΜ!

Προφανώς, ούτε κι αυτοί μπήκαν στον κόπο να ξεφυλλίσουν τον Παπαρρηγόπουλο.

Μάλλον βολεύτηκαν με τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου…

Εδαφικές βλέψεις «διά λόγους αισθηματικούς»

Στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, ο στρατηγός Φραγκούλης Φράγκος ενθουσιάστηκε με την έμπνευση των χρυσαυγιτών να μετονομαστεί η γειτονική μας χώρα σε «Monkey Macedonia» κι έσπευσε να την υιοθετήσει πανηγυρικά από μικροφώνου.

Κάποιοι απέδωσαν τότε αυτό το «χιούμορ» σε προβληματική Εθνική Ηθική Διαπαιδαγώγηση του ομιλητή κατά το πέρασμά του από τη Σχολή Ευελπίδων στα χρόνια της χούντας. Είναι ωστόσο προφανές ότι κάνουν λάθος.

Αν μη τι άλλο, το εγχειρίδιο «Στρατιωτικής Γεωγραφίας» του επίλαρχου Αγγελου Λάζαρη που διδασκόταν τότε εκεί (Αθήναι 1972, έκδ. ΣΣΕ / Διεύθυνσις Σπουδών) αναφέρεται ρητά στη «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία» ως μια από τις ομόσπονδες δημοκρατίες που απάρτιζαν τη Γιουγκοσλαβία (σ.5), με πληθυσμό 1.500.000 κ. και πρωτεύουσα τα Σκόπια (σ.54), υπενθυμίζει δε πως η Μακεδονία «διενεμήθη μεταξύ Ελλάδος, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας» (σ.55).Ακόμη πιο εύγλωττη είναι η επισήμανση (σ.52) ότι, αν και «τα φυσικά όρια της Μακεδονίας ουδέποτε έτυχον, ούτε και σήμερον, κοινής γενικής παραδοχής», «η έκτασις της Μακεδονίας είναι συνολικώς 72.500 τ.χιλ., κατανεμομένη ως κάτωθι:

(α) Ελλάς 34.200 τ.χιλ.
(β) Γιουγκοσλαβία 25.800 τ.χιλ.
(γ) Βουλγαρία 12.000 τ.χιλ.
(δ) Αλβανία 500 τ.χιλ.».

Ενας απλός υπολογισμός αποδεικνύει ότι, σύμφωνα πάντα με το εγχειρίδιο, η Ελλάδα κατέχει μόλις 47,17% του μακεδονικού χώρου (κι όχι πάνω από 50%, όπως υποστηρίζεται συνήθως), η νυν ΠΓΔΜ το 35,59%, η Βουλγαρία ένα 16,55% και η Αλβανία 0,69%.

Η απορρόφηση της διδαχθείσας ύλης από τους μαθητές είναι, βέβαια, καθαρά υποκειμενική υπόθεση.

Ο εύελπις Φράγκος μπορεί να ξέχασε τις παραπάνω λεπτομέρειες, πιθανότατα όμως κράτησε στο μυαλό του το δεύτερο σκέλος του μαθήματος: «τας ανεπισήμους διεκδικήσεις» των τριών βαλκανικών κρατών πάνω στις Μακεδονίες των γειτόνων τους (σ.54-56). Και, πάνω απ’ όλα, τις δικές μας: «Η Ελλάς», διαβάζουμε, «διεκδικεί ολόκληρον την Μακεδονίαν εν ονόματι ιστορικών, οικονομικών, στρατιωτικών και τέλος αισθηματικών λόγων».

Ακατανόητοι εκ πρώτης όψεως, οι τελευταίοι αναλύονται ως εξής: «Τα καθαγιασμένα μακεδονικά εδάφη από το αίμα χιλιάδων σφαγιασθέντων υπό των σλάβων Ελλήνων μαρτύρων, οι Βυζαντινοί θρύλοι και οι σταυροί των πεσόντων Ελλήνων μαχητών εις τα στενά της Κρέσνας και Τζουμαγιάς, αποτελούν κληρονομίαν του ελληνικού έθνους» (σ.55).

Η Βόρεια Μακεδονία δεν ήταν, άλλωστε, το μόνο ξένο έδαφος που εποφθαλμιούσαν οι χουντικοί εκπαιδευτές. Το ίδιο εγχειρίδιο μας πληροφορεί ότι, μολονότι «η Ελλάς διεκδικεί επισήμως [μονάχα] την Β. Ηπειρον εκ της Αλβανίας», «τα φυσικά της σύνορα ευρίσκονται επί της γραμμής Σκούμπης ποτ[αμος] – όρη Μοισίας – Αίμος, ίνα περιληφθούν εντός της μητρός πατρίδος αι Ελληνικαί περιοχαί Β. Ηπείρου, Μακεδονίας, Ανατολ. Ρωμυλίας και Θράκης. Ωσαύτως διεκδικεί το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως διά τον Ελληνικόν λαόν της Κύπρου» (σ.7-8).

Γι’ αυτό το τελευταίο φρόντισε, ως γνωστόν, λίγο αργότερα ο Ιωαννίδης…