08/07/2018: Μικροί φιλελεύθεροι (του Γιώργου Σιακαντάρη)

[Σχόλιο Παναγιώτη Δημητρά: “Τάγραψε όλα και τόσο ωραία για αυτή την κατηγορία “φιλελεύθερων” που έχουν κίνητρο το μίσος κάθε αντιπάλου και την υποστήριξη κάθε φίλου ιδίως “φιλελεύθερου” (πχ. όταν υποστήριξαν την ισλαμοφοβία της Σώτης Τριανταφύλλου)]

ΤΟ ΒΗΜΑ

Στην κατακλείδα του βιβλίου του «Περί Ελευθερίας» ο Τζον Στιούαρτ Μιλ υποστήριζε ότι «ένα κράτος που μικραίνει τους ανθρώπους του, για να είναι πιο πειθήνια όργανα στα χέρια του, ακόμη και για αγαθούς σκοπούς, θα διαπιστώσει ότι με μικρούς ανθρώπους δεν γίνονται μεγάλα πράγματα». Το ελληνικό πολιτικό σύστημα τόσα χρόνια παρήγε μικρούς ανθρώπους από τους οποίους τώρα ζητεί μεγάλα πράγματα. Οι ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ με την αντιπολίτευσή τους απελευθέρωσαν τα αποθέματα μίσους ενός μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο κατασκήνωνε στην άνω και κάτω πλατεία. Με τη διακυβέρνησή τους εισπράττουν πίσω το μίσος, τον φανατισμό και τον εθνικολαϊκισμό που καλλιέργησαν. Τώρα πλέον σχεδόν τα 4/5 της κοινωνίας τούς επιστρέφουν το ίδιο και περισσότερο μίσος απ’ αυτό που οι ίδιοι καλλιέργησαν. Τι φταίει;
Φαίνεται πως το μεγάλο κενό του συνολικού πολιτικού μας συστήματος είναι η απουσία ενός ισχυρού μεταρρυθμιστικού κεντρώου ή ενός φιλελεύθερου κόμματος. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι η απουσία ενός φιλελεύθερου πνεύματος που θα διαπερνούσε την Κεντροαριστερά και την Κεντροδεξιά και θα τις οδηγούσε σε πολιτικές που θα εφήρμοζαν στα κέντρα των κοινωνιών. Αυτή η απουσία δημιούργησε μικρούς κεντροδεξιούς, κεντροαριστερούς, αριστερούς, ακόμη και μικρούς αναρχικούς. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα είναι ότι δημιούργησε μικρούς φιλελεύθερους. Οι τελευταίοι αποστρέφονται κάθε διαφορετική από τη δική τους γνώμη, αδιαφορούν για τα ατομικά δικαιώματα και συμμετέχουν σε εθνικιστικά παιχνίδια. Αυτοί βλέπουν τη σκιά τους το πρωί και το ηλιοβασίλεμα και πιστεύουν ότι αυτό είναι το πραγματικό μέγεθός τους. Οι μικροί φιλελεύθεροι παρήχθησαν όχι από την αγάπη προς την ελευθερία, αλλά από το μίσος προς τον κ. Τσίπρα.
Φιλελεύθερους των «ανταποδοτικών» ατομικών δικαιωμάτων πρώτη φορά συναντώ. Γι’ αυτούς τα ατομικά δικαιώματα εξαρτώνται από το αν οι εγκληματίες αναγνωρίζουν ή όχι τα εγκλήματά τους. Φιλελεύθεροι που νομίζουν ότι τα δικαιώματα είναι ανταποδοτικά – μου δίνεις και σου δίνω – και όχι αναπαλλοτρίωτα, με βάση πάντοτε την ισχύουσα νομοθεσία, δεν υπάρχουν. Επίσης φιλελεύθερους που δεν ενδιαφέρονται για νόμους που προασπίζουν δικαιώματα μειονοτήτων – επειδή τους προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ – ελπίζω πως δεν θα ξαναδώ.
Το Βατερλό όμως των μικρών φιλελεύθερων είναι το Μακεδονικό. Ο κλασικός φιλελευθερισμός ισχυρίζεται πως ενώ για θέματα υπηκοότητας και ιθαγένειας τίθεται ζήτημα ονομασίας erga omnes, για τον προσδιορισμό των εθνοτικών ταυτοτήτων (ethnicity) ισχύει η αρχή του αυτοπροσδιορισμού. Στον φιλελευθερισμό ανήκει πρωτίστως αυτή η αρχή, όχι στην Αριστερά. Οι μικροί φιλελεύθεροι δεν το αντιλαμβάνονται. Ο φιλελευθερισμός είναι δύσκολη υπόθεση. Θέλει λογική, όχι ένστικτα. Θέλει περισσότερο βιβλία και εφημερίδες και  λιγότερο μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ας μην τους βάζουμε, όμως, τόσο δύσκολα. Ας τους δούμε στα πιο εύκολα.
Αντίθετα από τους «πατριώτες» που ανακαλύπτουν πως πωλούμε την ψυχή μας δίνοντας στους «Σκοπιανούς» το όνομά μας, λες και οι άλλοι δεν έχουν όνομα και ψυχή, οι μικροί φιλελεύθεροι σέβονται τους «Σκοπιανούς». Δεν μιλούν για γυφτοσκοπιανούς, μόνο για «Σλαβοσκοπιανούς». Είναι ευγενικοί. Δεν προσβάλλουν. Μόνο κάτι ευγενέστατα περί κρατιδίων τους ξεφεύγουν. Και βεβαίως σέβονται τη γνώμη των άλλων, αρκεί να είναι σωστή. Τι φταίνε αυτοί τώρα που η ελευθερία του κρατιδίου των «Σκοπιανών» δημιουργεί πάντα προβλήματα στη δική τους; Αφήνω κατά μέρος ότι για τους μικρότερους εκ των μικρών φιλελεύθερων το Μακεδονικό είναι δημιούργημα της Αριστεράς. Γιατί όχι και η πιτυρίδα;
Εδώ, για να είμαι δίκαιος, υπάρχει και μια πιο σοβαρή υποκατηγορία, όχι τόσο μικρών φιλελεύθερων. Αυτή, ενώ παρατηρεί τα κενά και τα αρνητικά της συμφωνίας, επισημαίνει ότι η συμφωνία λύνει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα δημιουργεί. Συνεχίζει όμως με την έκκληση να το αφήσουμε τώρα το ζήτημα, για να το λύσει αργότερα η νέα κυβέρνηση, η οποία σήμερα ως αξιωματική αντιπολίτευση απορρίπτει τη συμφωνία.
Είναι όμως φιλελεύθερος αυτός που δεν αναγνωρίζει ότι πρέπει πάντοτε να προσπαθεί να θέτει τον εαυτό, όπως ο Ανταμ Σμιθ, στη θέση του «αμερόληπτου παρατηρητή»; Αυτός που δεν κατανοεί, όπως ο Μιλ, ότι η αμεροληψία είναι η ικανότητα να στέκεσαι μεταξύ των δύο πλευρών ενός ζητήματος και να επιχειρείς ψύχραιμα να διακρίνεις το ορθό; Είναι φιλελεύθερος αυτός που πιστεύει ότι «η αναζήτηση της αλήθειας, του λογικά σωστού κ.λπ. είναι δουλειά της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της κοινωνιολογίας… Αλλά πάντως δεν είναι της δημοκρατίας»; Ο Μιλ, αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι το να διακρίνεις το λογικά σωστό είναι πρωτίστως δημοκρατία και μετά φιλοσοφία.
Φιλελεύθερος, πάλι κατά τον Μιλ, είναι όποιος αναγνωρίζει, πρώτον, πως η απαγόρευση της «αντίθετης γνώμης» αποκλείει την πιθανότητα να αποδειχτεί πως και η γνώμη των μειοψηφιών μπορεί να είναι αληθινή. Δεύτερον, πως ακόμη και αν η γνώμη των μειοψηφιών δεν είναι αληθινή, η απαξίωσή της δεν βοηθάει να φανεί η αλήθεια της πλειοψηφίας. Και τρίτον και σημαντικότερο, ακόμη και αν η πλειοψηφική γνώμη είναι σωστή, αν δεν έχει αντίπαλο, μετατρέπεται σε στερεότυπο και σε δόγμα. Οπου ο Μιλ αναφέρεται στην «αντίθετη γνώμη», τοποθετήστε σήμερα την «ταυτότητα του άλλου» και θα γίνει κατανοητό σε τι αναφέρομαι.
Δεν υπάρχουν όμως μόνο οι μικροί φιλελεύθεροι. Υπάρχουν και οι μικροί αριστεροί «εθνικοσυνεννοησάκηδες». Αυτούς πάλι δεν τους αφήνουν να κοιμηθούν τα τρόπαια του κ. Τσίπρα.
Συνεχίζεται με αυτούς…
ΥΓ.: Για να λέμε όμως όλη την αλήθεια, όπως φάνηκε στην υπόθεση Ηριάννας – Περικλή, υπάρχει και μια μειοψηφία πραγματικών φιλελεύθερων που, τιμώντας τις αξίες τους, προτάσσουν τα ατομικά δικαιώματα και την αλήθεια από την προκατάληψη και το μίσος. Αυτοί διεκδίκησαν από την αρχή ως το τέλος το προφανές της δικαστικής απόφασης «οι κοινωνικές συναναστροφές δεν ποινικοποιούνται». Εύγε τους.
Ο κ. Γιώργος Σιακαντάρης είναι δρ Κοινωνιολογίας.
Advertisements

Τα βαφτίσια της «μη Μακεδονίας»

Η Εφημερίδα των Συντακτών

Τα βαφτίσια της «μη Μακεδονίας»

Οι τρεις Μακεδονίες στο βιβλίο του Ευάγγελου Κωφού (1964), εμπειρογνώμονα του ελληνικού ΥΠΕΞ επί τρεις δεκαετίες (1963-1995)
Οι τρεις Μακεδονίες στο βιβλίο του Ευάγγελου Κωφού (1964), εμπειρογνώμονα του ελληνικού ΥΠΕΞ επί τρεις δεκαετίες (1963-1995) | E. KOFOS, «NATIONALISM AND COMMUNISM IN MACEDONIA» (Θεσ/νίκη 1964)

«Επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν»

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (3/1/1885)

Mια απρόσμενη έκπληξη περιμένει τον καλοπροαίρετο πατριώτη που θ’ ανατρέξει στον πατέρα της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας για να ελέγξει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των τελευταίων ημερών περί Βορείου Μακεδονίας.

Αναφερόμαστε φυσικά στην «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, το πολύτομο έργο που κυκλοφόρησε μεταξύ 1860 και 1874 διαμορφώνοντας την εικόνα που οι κατοπινοί Ελληνες έχουμε -κυρίως μέσω του σχολείου- για το συλλογικό ιστορικό μας παρελθόν.

Στην πρώτη παράγραφο περί Μακεδονίας πληροφορούμαστε πως υπήρξαν δυο διαδοχικές οριοθετήσεις της αρχαίας εκείνης χώρας.

Η αρχική περιλάμβανε μόνο την ενδοχώρα της σημερινής ελληνικής Δυτικής Μακεδονίας και τη νοτιοδυτική ΠΓΔΜ, δίχως να φτάνει καν μέχρι τη θάλασσα.

Η δεύτερη οριοθέτηση, μετά τις κατακτήσεις του Φιλίππου, είναι αυτή που καθιερώθηκε στη συνέχεια παγκοσμίως ως «Μακεδονία» −και προς βορράν έφτανε μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), τα σύνορα δηλαδή ΠΓΔΜ και Κοσσυφοπεδίου.

Επί λέξει:

«Επί Φιλίππου η Μακεδονία έλαβεν έκτασιν μεγάλην, η δε αρχαιοτέρα Μακεδονία ήτο πολύ μικροτέρα. Η αρχαία μικρά αύτη Μακεδονία δεν έφθανεν, ως βραδύτερον, μέχρι του Θερμαϊκού κόλπου, αλλά περιωρίζετο εις τας περί τον άνω Αλιάκμονα και τον άνω Εριγώνα χώρας […]. Και ούτος μεν ήτο ο πυρήν της Μακεδονίας. Η δε ευρυτέρα χώρα εις ην μετεδόθη βραδύτερον το όνομα εκείνο, καίτοι ορεινή ούσα και διατεμνομένη υπό πολλών πλαγίων κλάδων του Σκάρδου όρους, περιλαμβάνει τρία μεσόγεια πεδία. Εκ τούτων το βορειότατον είναι το πεδίον το σήμερον καλούμενον Τέτοβο ή Καλκάνδερε» (εκδ. Γαλαξία, τ.6ος, Αθήνα 1969, σ.7).

Πώς ταιριάζουν όλα αυτά με το εθνικό δόγμα των τελευταίων δυόμισι δεκαετιών, που κυριάρχησε στη χώρα μας μετά το 1992 και σύμφωνα με το οποίο οι βόρειοι γείτονές μας «δεν δικαιούνται» να θεωρούν τη χώρα τους τμήμα -έστω- της Μακεδονίας;

Η απάντηση είναι πολύ απλή: δεν ταιριάζουν! Οπως θα δούμε στο σημερινό αφιέρωμα, το θεώρημα που θέλει την επικράτεια της νυν ΠΓΔΜ (και οσονούπω Βόρειας Μακεδονίας) εκτός μακεδονικού χώρου δεν υπήρξε κάποια επιστημονική αλήθεια αλλά μια αυθαίρετη κατασκευή του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών εν έτει 1884, με καθαρά πρακτικό σκοπό: τη νοερή αποκοπή των βορειότερων (ουδόλως ελληνικών) μακεδονικών εδαφών από τα νοτιότερα, όπου υπήρχε αξιόλογη ελληνική παρουσία ή επιρροή, προκειμένου ν’ αποφευχθεί η κοινή πολιτική εξέλιξή τους προς ανεπιθύμητες κατευθύνσεις.

Το ιδεολόγημα αυτό δεν έγινε τότε καθολικά δεκτό από τους ελληνικούς κύκλους που διαχειρίζονταν το Μακεδονικό, απορρίφθηκε δε κατηγορηματικά από τον ίδιο τον Παπαρρηγόπουλο, με τη διττή ιδιότητά του ως εθνικού ιστορικού και προέδρου του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» (της τότε ελληνικής μυστικής υπηρεσίας στον οθωμανικό χώρο).

Ανασύρθηκε όμως από τη ναφθαλίνη επί Σαμαρά για να επιβληθεί σε μια παραζαλισμένη κοινή γνώμη, μέσα στο κλίμα εθνικιστικής υστερίας του 1992-1994, σαν εξ αποκαλύψεως αλήθεια.

Αρχαίοι και νεότεροι

Η οριοθέτηση που επικαλείται στην «Ιστορία» του ο Παπαρρηγόπουλος δεν ήταν καινούργια.

Πηγή του ίδιου και των συγχρόνων του αποτελούσαν οι μεγάλοι γεωγράφοι της αρχαιότητας:

  • Ο Στράβων (1ος αι. μ.Χ.) περιγράφει ως βόρειο σύνορο της Μακεδονίας τη νοητή γραμμή Σκάρδου – Ορβήλου [σημ. Πιρίν] – Ροδόπης (Strabonis Geographica, Βερολίνο 1852, τ.Α΄, σ.376-7).
  • Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.) ως όριο Μακεδονίας – Ιλλυρίδας – Ανω Μοισίας αναφέρει κι αυτός τον Σκάρδο (Claudii Ptolemaei Geographia, Λειψία 1843, τ.Α΄, σ.192-3, 132-3 & 180-1).
  • Ο Παυσανίας, επίσης του 2ου αιώνα, δεν ασχολήθηκε πάλι καθόλου με τη Μακεδονία. Το δεκάτομο έργο του «Ελλάδος περιήγησις» αφορά μόνο την Πελοπόννησο και τη σημερινή Στερεά.

Οπως ήταν αναμενόμενο, η παράδοση αυτή καθόρισε την οριοθέτηση της Μακεδονίας και στα νεότερα χρόνια, όταν η ευρωπαϊκή διανόηση ανακάλυψε ξανά την αρχαιότητα και τις ιστορικές ονομασίες των περιοχών της «Ευρωπαϊκής Τουρκίας».

Υπενθυμίζουμε πως ο γεωγραφικός όρος «Μακεδονία» στα βυζαντινά χρόνια είχε μετακομίσει στην Ανατολική Θράκη (πατρίδα, μεταξύ άλλων, των Αρμενίων αυτοκρατόρων της «Μακεδονικής δυναστείας»), ενώ στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαφανίστηκε εντελώς από το επίσημο λεξιλόγιο.

Το εθνολογικό μωσαϊκό της οθωμανικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο σχολικό επιθεωρητή Βασίλ Κάντσοφ (1900): όλοι οι σλαβόφωνοι απεικονίζονται (με πράσινο) ως «Βούλγαροι»· με ροζ οι Τούρκοι, πορτοκαλί οι Αλβανοί, μπλε οι Ελληνες και μοβ οι Βλάχοι. DOTATION CARNEGIE, «ENQUÊTE DANS LES BALKANS» (Παρίσι 1914)
↳ Το εθνολογικό μωσαϊκό της οθωμανικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο σχολικό επιθεωρητή Βασίλ Κάντσοφ (1900). Κριτήριο ταξινόμησης αποτελεί η μητρική γλώσσα: όλοι οι σλαβόφωνοι απεικονίζονται (με πράσινο) ως «Βούλγαροι»· με ροζ οι Τούρκοι, πορτοκαλί οι Αλβανοί, μπλε οι Ελληνες και μοβ οι Βλάχοι. Η εδαφοποιημένη απεικόνιση υποτιμά σαφώς τους πληθυσμούς των αστικών κέντρων (κυρίως μουσουλμανικούς και δευτερευόντως ελληνικούς) προς όφελος της υπαίθρου, η γεωγραφική όμως έκταση της ελληνοφωνίας αποτυπώνεται με αξιοσημείωτη ακρίβεια

«Με το όνομα Μακεδονία», διαβάζουμε έτσι στη γαλλική Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του ΙΘ΄ αι., «αντιλαμβανόμαστε σήμερα το κεντρικό τμήμα της Ευρωπαϊκής Τουρκίας που ορίζεται προς βορράν από το Σαρ-Νταγ [=τον Σκάρδο] και το Καρά-Νταγ, προς ανατολάς από τον Νέστο, προς νότον από το Αιγαίο πέλαγος και προς δυσμάς από μιαν ασαφή γραμμή που, υπερβαίνοντας τις λίμνες Πρέσπα και Οχρίδα, τη διαχωρίζει από την Αλβανία» (La Grande Encyclopédie, τ.22, σ.864).

Την ίδια ακριβώς οριοθέτηση ακολουθούν επίσης οι Ελληνες γεωγράφοι και ιστορικοί μέχρι τα τέλη του ΙΘ΄ αιώνα.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

● Ο Μελέτιος Μήτρου (1661-1714) θεωρεί «άπασα την Μακεδονίαν» τμήμα της Ελλάδας, με όριο προς βορράν «τα Σαρδικά όρη» («Γεωγραφία παλαιά και νέα», Εν Βενετία 1807, σ.250 και 248). Ως μακεδονικές πόλεις μνημονεύει επίσης τα κυριότερα αστικά κέντρα της σημερινής ΠΓΔΜ: το Βέλες, το Στιπ, τον Περλεπέ, το Τίκφες [σημ. Καβαντάρτσι], την Παλάνκα, το Κουμάνοβο (σ.467 και 471).

● Κατά τον Αθανάσιο Ψαλλίδα (1764-1829), η Μακεδονία «ξεχωρίζεται από την Θράκη με το βουνό Ροδόπη, από την Βουλγαρίαν και Σερβίαν με το βουνό Σκάρδος» κ.ο.κ. («Ηπειρωτικά Χρονικά», τχ. 6, 1931, σ.55).

● Τον Σκάρδο, τη Ρίλα και τον Ορβηλο περιγράφει ως «φυσικό σύνορο» της Μακεδονίας και ο στρατιωτικός χαρτογράφος Βασίλειος Νικολαΐδης («Les Turcs et la Turquie contemporaine», Παρίσι 1859, τ.Α΄, σ.17, και «Στρατιωτική γεωγραφία», Αθήνα 2018, σ.111).

● Ο Μαργαρίτης Δήμιτσας εξηγεί πως «από Φιλίππου και επί των διαδόχων βασιλέων, καθώς και επί των Ρωμαίων», η Μακεδονία «φυσικά όρια έσχε προς βορράν τον Σκάρδον, τον Ορβηλον, το Σκόμιον ή Σκόμβρον [σημ. Ρίλα] και εν μέρει τον Αίμον» («Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας. Μέρος Α΄. Χωρογραφία», Αθήνησι 1870, σ.5).

● Ο Ιωάννης Καλοστύπης ξεκαθαρίζει -κι αυτός- πως «η Μακεδονία ορίζεται προς βορράν υπό του Σκάρδου, του βορείου Ορβήλου και του Σκομίου» («Μακεδονία», Εν Αθήναις 1886, σ.9).

● Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινούνται και οι ελληνικές σχολικές γεωγραφίες του ΙΘ΄ αι. Τον Σκάρδο αναφέρουν ρητά ως βουνό της Μακεδονίας η «Γεωγραφία Στοιχειώδης» του Ιωάννη Κοκκώνη (Εν Αθήναις 1839, σ.137, και 1861, σ.103-4) και η «Γεωγραφία Αρχαίας Ελλάδος» της Πολυτίμης Κούσκουρη (Αθήνησιν 1854, σ.91), ως φυσικό δε σύνορό της προς βορράν η «Ιστορική Γεωγραφία» του Γεωργίου Κρέμμου (Αθήνησι 1878, σ.24), τα «Στοιχεία Γεωγραφίας» του Π. Παπαρρούση (Εν Κων/πόλει 1884, σ.281), η «Στοιχειώδης Γεωγραφία» των Κωνσταντίνου Ζαχαριάδη και Ανδρέα Σπάθαρη (Εν Κων/πόλει 1888, έκδοση Πατριαρχικού Τυπογραφείου, σ.80), το «Εγχειρίδιον Γεωγραφίας» του Δημ. Ολυμπίου (Εν Αθήναις 1892, σ.456), το «Γεωγραφικόν Εγχειρίδιον» του Β.Α. Μυστακίδη (Εν Κων/πόλει 1893, σ.133) κ.ά. Τα Σκόπια περιγράφονται ρητά ως πόλη της Μακεδονίας και στα σχολικά «Γεωγραφικά» του Αναστασίου Πολυζωίδη −του δικαστή που αρνήθηκε να καταδικάσει τον Κολοκοτρώνη, γεννημένου στο Μελένικο της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας (Εν Αθήναις 1859, τ.Β΄, σ.136).

Ενα υπαρκτό πρόβλημα

Για τους εθνικιστές μας, «Βόρεια Μακεδονία» υπάρχει μόνο όταν πρόκειται να διεκδικηθεί Για τους εθνικιστές μας, «Βόρεια Μακεδονία» υπάρχει μόνο όταν πρόκειται να διεκδικηθεί |

Αυτά όσον αφορά την αρχαία οριοθέτηση της Μακεδονίας και τη λόγια αναβίωσή της τους τελευταίους αιώνες.

Η πραγματικότητα όμως αυτή δεν αναιρούσε το βασικό πολιτικό πρόβλημα του ελληνικού εθνικισμού, από τα μέσα του ΙΘ΄ αι. και μετά. Το γεγονός δηλαδή ότι, ανεξαρτήτως της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων, οι ενδιάμεσες πληθυσμιακές μεταβολές από την εποχή των σλαβικών εγκαταστάσεων του 6ου αι. μ.Χ. δεν ευνοούσαν ιδιαίτερα τις ελληνικές βλέψεις στην περιοχή.

Το διαπιστώνουμε, μεταξύ άλλων, από τις παρατηρήσεις των Ευρωπαίων περιηγητών που επισκέπτονται τη Μακεδονία με τα εγχειρίδια των αρχαίων γεωγράφων ανά χείρας, αναζητώντας τα κατάλοιπα της αρχαιότητας, και καταλήγουν σε αναπόφευκτες συγκρίσεις με το εθνολογικό τοπίο που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια τους.

Το πιο εύγλωττο παράδειγμα τέτοιων συγκρίσεων πρόσφερε το σλαβόφωνο τσιφλίκι Αγιοι Απόστολοι (Ποστόλ ή Αλά Κλισέ), η σημερινή δηλαδή Πέλλα, ως η κατεξοχήν ενσάρκωση αυτής της μεταβολής.

«Εξήντα καλύβια κατοικούμενα από Βουλγάρους, ένας πυργίσκος που περικλείει μια φρουρά δώδεκα Αλβανών κάτω από τη διοίκηση ενός σούμπαση: ιδού τι απέμεινε από την Πέλλα, από τη δόξα της· ιδού ο πληθυσμός και οι στρατιωτικές δυνάμεις που έχουν διαδεχθεί τους Μακεδόνες!», θρηνεί έτσι χαρακτηριστικά ο Πουκεβίλ («Voyage dans la Grèce», Παρίσι 1820, τ.Β΄, σ.451-2).

Η μεταβολή αυτή θ’ αναγνωριστεί, και μάλιστα στο επισημότερο δυνατό επίπεδο, από τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Απαντώντας στο επίσημο ερώτημα των Μεγάλων Δυνάμεων (9/10/1828), «ποια οριοθέτηση θα εξυπηρετούσε περισσότερο την Ελλάδα, χορηγώντας της ευδιάκριτα χερσαία σύνορα, εύκολα υπερασπίσιμα, και θα επέφερε τον καλύτερο δυνατό πληθυσμιακό διαχωρισμό», ο πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους υπέδειξε στις 10/23 Νοεμβρίου 1828 ως «φύσει οριστική» ελληνοτουρκική μεθόριο τη γραμμή Ολυμπος-Αλιάκμονας-Μέτσοβο, με το εξής σκεπτικό:

«Τούτο το όριον διεχώριζε και το πάλαι την Ελλάδα από τα βόρεια γειτονικά μέρη. Κατά τον μεσαιώνα, και ακόμη κατά τους νεωτέρους χρόνους, η Θεσσαλία εφυλάχθη πάντοτε ελληνική, ενώ η Μακεδονία εκυριεύθη από τους Σλάβους και από πολλάς άλλας φυλάς» («Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, τ.Δ΄, Αθήναι 1973, σ.275).

Οταν το παραπάνω κείμενο γνωστοποιήθηκε στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση (16/7/1829), οι πέντε πληρεξούσιοι των Μακεδόνων προσφύγων κατέθεσαν υπόμνημα (4/8/1929) με το οποίο ζητούσαν, εν ονόματι της συμμετοχής της «μεσημβρινής» (= Νότιας) Μακεδονίας στην εθνεγερσία και των θυσιών που είχαν υποστεί οι πρόσφυγές της στη Νότια Ελλάδα, την «αδιαχώριστον ένωσιν» των πατρίδων τους με το νεοσύστατο κράτος.

Ως «μακεδονική Ελλάς», που μετείχε στην επανάσταση κι εκπροσωπούνταν στην εθνοσυνέλευση, κατονομάζονται εκεί ρητά δυο μόνο περιοχές: η «ανατολικομεσημβρινή Μακεδονία» (Χαλκιδική) και η «δυτικομεσημβρινή Μακεδονία» (Εδεσσα-Νάουσα) (ό.π., σ.641-3).

Η έκκληση διαβιβάστηκε στον Καποδίστρια, δίχως ορατό αποτέλεσμα («Πρακτικά της εν Αργει τετάρτης Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως», Εν Αιγίνη 1829, σ.99-100).

Μερικές δεκαετίες αργότερα, το πολιτικό πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας, για την οικοδόμηση μιας «ελληνικής αυτοκρατορίας» εκατέρωθεν του Αιγαίου με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, θ’ ανατρέψει εκ βάθρων αυτές τις εκτιμήσεις.

Ανεξαρτήτως πληθυσμιακής σύνθεσης, η Μακεδονία εκλαμβάνεται πια ως ο απαραίτητος διάδρομος που συνδέει τον Ολυμπο με τους πυκνούς ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολικής Θράκης και την περιπόθητη Πόλη −κι επιπλέον, ως η μόνη γεωπολιτική διέξοδος του μικροσκοπικού βασιλείου:

«Αν ποτέ το Ελληνικόν βασίλειον μέλλη να λάβη έκτασιν χωρογραφικήν κατά τας υποδούλους ελληνικάς χώρας», διαβάζουμε σε έκθεση του Παπαρρηγόπουλου προς τον Υπ.Εξ. Αλέξανδρο Κοντόσταυλο (11/3/1884), «η έκτασις αύτη δεν ωφελεί να επέλθη διά της προσλήψεως μόνον των μη αμφισβητουμένων ελληνικών νήσων. Απαραίτητον είναι να προσλάβωμεν ήπειρον χώραν προ πάντων, ήτοι χώραν ικανήν να αποτελέση τον κορμόν κράτους αξίου να λαμβάνηται υπ’ όψιν εν τη Ανατολή, αξίου να διεκδική και τα περαιτέρω εύλογα του Ελληνισμού εθνικά δικαιώματα. […] Μόνον ηπειρωτικός όγκος αξιόλογος δύναται να αποκαταστήση την Ελλάδα κράτος ικανόν να ωφεληθή και εκ των θαλασσίων και νησιωτικών αυτής πλεονεκτημάτων. Τον όγκον αυτόν δεν δύναται να εύρη άλλοθι ή εν Μακεδονία» (Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, φ.214, εγγρ.7).

Σκοπός της ίδιας έκθεσης, που συνυπογράφεται από τον γραμματέα του ΣΔΕΓ Ι. Ζολώτα και συντάχθηκε μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργείου, ήταν η χάραξη «των εν Μακεδονία ορίων, εντός των οποίων δύνανται να υποστηριχθώσιν αποτελεσματικώς αι ημέτεραι αξιώσεις».

Ο Παπαρρηγόπουλος χώρισε επί χάρτου την τότε Μακεδονία σε τρεις ζώνες:

(α) μια «αναμφισβήτως ελληνικήν», ίση με το νοτιότερο μισό της νυν ελληνικής Μακεδονίας,
(β) μια βορειότερη, «αναμφισβήτως αλλοτρίαν του Ελληνισμού», η οποία περιλάμβανε τα 2/3 της ΠΓΔΜ και της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας, και
(γ) μια ενδιάμεση λωρίδα «αμφισβητουμένη υπό Ελλήνων και Βουλγάρων καθ’ όλον αυτής το πλάτος», οι κάτοικοι της οποίας «είναι εν γένει ειπείν Βουλγαρόφωνοι κατά το πλείστον αυτής μήκος, από Ροδόπης μέχρι των λιμνών Πρέσπης και Αχρίδος».

Επισημαίνει δε ότι, παρά την ύπαρξη τουρκικών, βλαχόφωνων ή αλβανόφωνων νησίδων στη μεσαία ζώνη, «τα στοιχεία ταύτα ουδαμού διακόπτουσι σπουδαίως την συνέχειαν των Βουλγαροφώνων» και πως «ουδαμού ομιλείται η Ελληνική γλώσσα ως μητρική, πλην του Μελενίκου και εν μέρει του Νευροκόπου».

Ο έλεγχος αυτής της μεσαίας ζώνης (κι ενός τμήματος της νότιας) θ’ αποτελέσει την ελληνοβουλγαρική πτυχή του Μακεδονικού κατά τις επόμενες δεκαετίες, ενώ της βόρειας το διακύβευμα της αντίστοιχης βουλγαροσερβικής διαμάχης.

Μια φαεινή ιδέα

Ενας παράγοντας που ανησυχούσε τους σχεδιαστές της ελληνικής πολιτικής ήταν η ενδεχόμενη επιβολή των αυτοδιοικητικών μεταρρυθμίσεων που πρόβλεπε το άρθρο 23 της συνθήκης του Βερολίνου (1878) και δεν εφαρμόστηκαν τελικά ποτέ.

Φοβούμενος ότι μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε επικράτηση των Βουλγάρων, ο Ελληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη Νικόλαος Γεννάδης θα εισηγηθεί τον Δεκέμβριο του 1884 την επανοριοθέτηση της επίμαχης περιοχής σύμφωνα με τις ελληνικές βλέψεις: ενώ «οι Πανσλαυισταί μίαν και αδιαίρετον θέλουσι την Μακεδονίαν», γράφει, «συμφέρον μέγα είχομεν και έχωμεν να πλάσωμεν νέον γεωγραφικόν όρον εν Μακεδονία, ήτοι να διαιρέσωμεν την Μακεδονίαν εις βόρειον και νότιον, και την τελευταίαν ταύτην να διεκδικήσωμεν ως ελληνικήν χώραν» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Ν. Γεννάδης προς Υπ.Εξ., Εν Φιλιππουπόλει 3/12/1884, αρ.933).

Η ιδέα υιοθετήθηκε ταχύτατα από τον παραλήπτη υπουργό, που με επιστολή του ζήτησε από τον Παπαρρηγόπουλο να συνδράμει την υλοποίησή της: «Παρακαλούμεν υμάς να υποβάλητε εις το Υπουργείον ιδίαν όσον οίον τε σαφή και εύληπτον μελέτην, δι’ ής ως ιστορικός να υποστηρίξητε ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι τα της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή οπωσδήποτε επικρατών» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Αλ. Κοντόσταυλος προς ΣΔΕΓ, Εν Αθήναις 12.12.1884, αρ.1854 εμπ.).

Η απάντηση του εθνικού μας ιστορικού δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον «Ιό» πριν από χρόνια («Ελευθεροτυπία» 24/2/2011) κι αναπαράγεται αυτούσια εδώ, καθώς το περιεχόμενό της αποδεικνύεται επίκαιρο όσο ποτέ.

Εν συντομία, ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα μετονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας, εξηγώντας ότι «τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον» κάτι τέτοιο και πως η ενοχλητική οριοθέτηση δεν «είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας», καθολικά αποδεκτά από τους πάντες: «Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι; Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι».

Ενδεχόμενη επινόηση νέου όρου, κατέληγε, δεν θα γινόταν πιστευτή από κανέναν.

Παρά τη σθεναρή αντίθεση του Παπαρρηγόπουλου, η όλη ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε. Στο γύρισμα του αιώνα, οι περισσότεροι μακεδονολογούντες και μακεδονομάχοι θα υιοθετήσουν τελικά το όλο θεώρημα −κατηγορούμενοι, πάντως, σαν «μειοδότες» από ουκ ολίγους επίσης ομόφρονές τους, που οραματίζονται την προσάρτηση όλου του μακεδονικού χώρου.

«Ουδείς ήθελε αποδεχθή νέον γεωγραφικόν όρον…»
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και η απάντησή του στο αίτημα του υπουργού Εξωτερικών να μεταβαπτίσει τη Βόρεια Μακεδονία Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και η απάντησή του στο αίτημα του υπουργού Εξωτερικών να μεταβαπτίσει τη Βόρεια Μακεδονία | Κ.Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ» (Αθήνα 1986) / ΙΑΥΕ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Εν Αθήναις 3 Ιανουαρίου 1885
Αρ. πρωτ. 1738

Κύριε Υπουργέ

Διά της από 12 παρελθόντος μηνός υπ’ αριθ. 1854 εμπ[ιστευτικής] υμών επιστολής παρακαλέσατε τον Σύλλογον «να υποστηρίξη ιστορικώς ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή επικρατών».

Τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον την απόδειξιν του θέματος τούτου, ως δηλούται εκ των συνημμένων υπό στοιχ. Α σημειώσεων. Η κατά πρώτον γνωστή γενομένη Μακεδονία περιωρίζετο εις τα περί Βιτώλια και Γρεβενά πεδία, μη αφικνουμένη μέχρι της θαλάσσης. Η δ’ επί Φιλίππου ηπλώθη διά μιας από του Ολύμπου μέχρι της Μοισίας (ήτοι της Σερβίας και της Βουλγαρίας) και της Ιλλυρίας και Ηπείρου μέχρι της Θράκης και του Αιγαίου Πελάγους.
Επειτα, επί της ρωμαϊκής κυριαρχίας, η επαρχία του Ιλλυρικού περιέλαβε την Μακεδονίαν του Φιλίππου και την Θεσσαλίαν.
Βραδύτερον δε, εν τη ακμή του μεσαιωνικού ημών κράτους, το όνομα Μακεδονία μετηνάστευσεν από της πατρίδος αυτού εις την Θράκην, περιλαβόν μάλιστα εφ’ ικανόν χρόνον και αυτήν την Βουλγαρίαν.
Τελευταίον επί Τουρκοκρατίας το όνομα της Μακεδονίας όλως εξέλιπεν από της διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους.

Τα όρια λοιπόν τα οποία οι Βούλγαροι αποδίδουν εις την Μακεδονίαν είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας. Αλλά η αναβίωσις των ορίων τούτων δεν είναι έργον των Βουλγάρων.
Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι; Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι.
Οσασδήποτε διοικητικάς μετωνυμίας και αν έλαβε η χώρα αύτη εν διαστήματι δισχιλίων περίπου ετών, το όνομα αυτής και η δοθείσα αυτώ επί Φιλίππου έκτασις περιεσώθη, μετά τινος μικράς μόνον τροπολογίας, εν τη συνειδήσει του Ελληνισμού. Περί τούτων έχομεν απόδειξιν ανατρέχουσαν μέχρι της δεκάτης εβδόμης εκατονταετηρίδος.
Ο ημέτερος Μελέτιος, εν τη Γεωγραφία αυτού, λέγει την Μακεδονίαν οριζομένην προς βορράν υπό της Δαλματίας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Θράκης, προς ανατολάς υπό του Αιγαίου Πελάγους, προς μεσημβρίαν υπό της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, προς δυσμάς δε υπό του Ιονίου Πελάγους· ο έστιν περιλαμβάνει εν τη Μακεδονία, εκτός των σήμερον αποδιδομένων αυτή χωρών, και την Αλβανίαν, διότι λέγει αυτήν οριζομένην προς τοις άλλοις υπό της Δαλματίας προς βορράν, υπό της Ηπείρου προς νότον και υπό του Ιονίου Πελάγους προς δυσμάς.

Εκ των ιστορικών τούτων γεγονότων και της σημασίας καθ’ ην υφ’ ημών αυτών γίνεται χρήσις του ονόματος Μακεδονία, καθίσταται πρόδηλον ότι ουδένα έχομεν τρόπον να αποδείξωμεν ως πλάσμα των Βουλγάρων τα υπ’ αυτών εις την χώραν ταύτην αποδιδόμενα όρια και επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν επί τω υφ’ υμών υποδεικνυομένω σκοπώ.
Εάν γράφοντες προς το Υπουργείον διηρέσαμεν την Μακεδονίαν εις τρία τμήματα, επράξαμεν τούτο διά να ορίσωμεν πού αυτής ουδεμίαν έχομεν ελπίδα επιτυχίας, πού αναμφισβήτως πλεονεκτούμεν και πού ανταγωνιζόμεθα προς τους Βουλγάρους μετά τινος πιθανότητος ότι θέλομεν κατισχύση, αν όχι καθ’ ολοκληρίαν, τουλάχιστον εφ’ ικανόν μέρος.
Νέον όμως γεωγραφικόν όρον, οίον προτείνει ο κύριος Γεννάδης, ούτε ότε συνετάσσομεν τον Πίνακα των Ελληνικών χωρών, εδημιουργήσαμεν, ούτε νυν ηθέλομεν συμβουλεύση πλασθή, διά τον απλούστατον λόγον ότι ουδείς ήθελε αποδεχθή αυτόν· ούτε οι Βούλγαροι, οις και δεν συμφέρει, ούτε οι Οθωμανοί, οίτινες κανενός είδους Μακεδονίαν δεν γνωρίζουσιν ή τουλάχιστον δεν αναγνωρίζουσιν· ούτε ίσως αυτοί οι φίλα ημίν φρονούντες, αφού είναι βέβαιον ότι και ημείς αυτοί ελέγομεν άχρι τούδε Μακεδονίαν ό,τι και οι Βούλγαροι.

Πολύ σπουδαιότερον και πρακτικώτερον δυνάμεθα να ωφεληθώμεν εκ των υπό στοιχ. Β συνημμένων σημειώσεων αίτινες συνετάχθησαν επί τη βάσει της προφορικής ημών διαλέξεως ότε επ’ εσχάτων έλαβον την τιμήν να σας ίδω εν τω υπουργείω.

Μετά βαθέος σεβασμού

Ο Πρόεδρος
Κ. Παπαρρηγόπουλος

Από τον Δραγούμη στο ΙΜΧΑ

Αυτά όσο η Μακεδονία, ως τμήμα ακόμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε μήλον της Εριδος των αντίζηλων βαλκανικών αλυτρωτισμών.

Ακολούθησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 και η μοιρασιά της περιοχής μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας (μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας), οι ανταλλαγές πληθυσμών και η δραστική μεταβολή του εθνολογικού τοπίου.

Στη νότια (ελληνική) Μακεδονία, όπου το 1912 οι «ελληνόφρονες» δεν ξεπερνούσαν κατά τους επίσημους ελληνικούς υπολογισμούς το 42% του πληθυσμού (οι δε ελληνόφωνοι κυμαίνονταν γύρω στο 30%), η προσφυγική εγκατάσταση Μικρασιατών και Ποντίων εξελλήνισε μετά το 1922 τη χώρα σε ποσοστό 89%.

Εξελληνισμός που ολοκληρώθηκε στα επόμενα χρόνια με το ναζιστικό Ολοκαύτωμα, τον Εμφύλιο, τις μεταπολεμικές διώξεις και τα αφομοιωτικά προγράμματα του ελληνικού κράτους.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, η Αθήνα δεν είχε πλέον λόγο (ούτε δυνατότητα) ν’ αρνείται την ύπαρξη τριών Μακεδονιών, ενσωματωμένων σε ισάριθμα κράτη.

Ακόμη και η συνταγματική ονομασία «Σ.Δ. Μακεδονίας» εμφιλοχώρησε έτσι μεταπολεμικά σε ελληνικά ΦΕΚ και σχολικά βιβλία.

Η παλιά γραμμή διατηρήθηκε ωστόσο παράλληλα εν υπνώσει, με τη διακριτική αντιδιαστολή «γεωγραφικής» και «ιστορικής» Μακεδονίας −όπου η μεν πρώτη περιλάμβανε το σύνολο του μακεδονικού χώρου, ενώ η δεύτερη μόνο την ελληνική Μακεδονία και μια στενή λωρίδα βορείως των ελληνικών συνόρων.

Από τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (1930) μέχρι τη ναυαρχίδα της ημιεπίσημης εθνικόφρονος μεταπολιτευτικής μακεδονονολογίας, το συλλογικό έργο «Μακεδονία. 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού» (1982), η αντιδιαστολή αυτή θα εμπεδωθεί με δραστική αναθεώρηση της αφήγησης του Παπαρρηγόπουλου, δίχως φυσικά αυτό να δηλωθεί πουθενά.

Ο καθηγητής του ΑΠΘ και σημερινός πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιος Καραθανάσης ως κεντρικός ομιλητής του πρόσφατου συλλαλητηρίου κατά της σύνθετης ονομασίας στον Βόλο (6/6/2018)
↳ Ο καθηγητής του ΑΠΘ και σημερινός πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιος Καραθανάσης, ανακάλυψε εν έτει 1991 ότι το όρος Σκάρδος ή Σαρ Πλάνινα -το βόρειο δηλαδή σύνορο της Μακεδονίας- βρίσκεται νοτίως της πόλης των Σκοπίων. Κάτω, ο ίδιος καθηγητής ως κεντρικός ομιλητής του πρόσφατου συλλαλητηρίου κατά της σύνθετης ονομασίας στον Βόλο (6/6/2018)

Σε «Βόρειο Μακεδονία» και «Βορειομακεδόνες» συνέχισαν πάντως ν’ αναφέρονται διάφορες προσφυγικές συλλογικότητες από το Μοναστήρι, τη Στρώμνιτσα κ.λπ., οι οποίες σε κάθε όξυνση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων έσπευδαν να προβάλουν τον δικό τους αλυτρωτισμό.

Ωσπου, το 1991-1992, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε στα ομόσπονδα κράτη από τα οποία είχε ανασυσταθεί το 1944.

Αντιμέτωπη με τα δικά της εσωτερικά προβλήματα, τις πρώτες ήττες της στο πεζοδρόμιο και τις πρώτες νικηφόρες εργατικές αντιστάσεις στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε να παίξει το εθνικιστικό χαρτί για ν’ αντιστρέψει το πολιτικό κλίμα και να στριμώξει την αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΝ) που «βαρυνόταν» με οράματα βαλκανικής συνεργασίας και συντροφικές σχέσεις με τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές.

Για τη διαφώτιση του εγχώριου κοινού, η συντριπτική πλειοψηφία του οποίου ίσαμε τότε αγνοούσε το όλο ζήτημα, επιστρατεύθηκαν κάθε λογής εθνικόφρονες «ειδήμονες» παλαιάς κοπής, παροπλισμένοι μετά τη Μεταπολίτευση: χουντικοί προπαγανδιστές και υπουργοί, κατοχικοί νομάρχες, ακόμη κι ο Πλεύρης πατήρ −που από τη φιλελεύθερη «Καθημερινή» διαφημίστηκε (16/2/1992) σαν «ιστορικός», «καθηγητής», «σπουδαίος πνευματικός άνθρωπος» και «διαπρεπής αναλυτής»!

Στο πλαίσιο αυτό, κρατική και ιδιωτική προπαγάνδα θ’ αναγορεύσουν τα μισοξεχασμένα ιδεολογήματα περί «ιστορικών» ορίων της Μακεδονίας σε μοναδική, εξ αποκαλύψεως αλήθεια για τη γεωγραφία της περιοχής.

Αναβίωση που θα σημαδευτεί, όπως όλη η τότε καμπάνια, από τη συνήθη ρωμέικη προχειρότητα.

«Οσον αφορά τη Μακεδονία», διαβάζουμε έτσι σε αγγλόγλωσσο άρθρο του πανεπιστημιακού και σημερινού προέδρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιου Καραθανάση, «ενδιαφέρει να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με τους χαρτογράφους εκτεινόταν μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), το οποίο βρίσκεται νοτίως των Σκοπίων. Αυτό σημαίνει ότι τα Σκόπια ήταν εκτός των ορίων της ιστορικής Μακεδονίας» (Athanassios Karathanassis, «Some οbservations on the European Cartographers with Regard to 15th-18th century Macedonia», περ. Balkan Studies, 32/1, 1991, σ.9).

Να υποθέσουμε ότι κοτζάμ καθηγητής δεν είχε κοιτάξει ποτέ τον χάρτη; Ή μήπως θεωρούσε πως οι Κουτόφραγκοι θα έπαιρναν τα γραφόμενά του τοις μετρητοίς, δίχως παρόμοια διασταύρωση;

Το μόνο βέβαιο είναι ότι παρέμεινε μέχρι σήμερα στις επάλξεις: στις 6 Ιουνίου ήταν ο κεντρικός ομιλητής στο συλλαλητήριο του Βόλου κατά της σύνθετης ονομασίας.

Παρόμοιες επιδόσεις έχει επιδείξει και η εθνικά ευαίσθητη δικαστική ηγεσία. Η απόφαση 1448/2009 του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε για πολλοστή φορά η ίδρυση του σωματείου «Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού», δεν περιορίστηκε σε νομικοπολιτικές εκτιμήσεις αλλά επεκτάθηκε και στην ιστορική γεωγραφία: «η αρχαία (κλασική) Μακεδονία, η επονομαζόμενη από γεωγραφική άποψη “Μείζων Μακεδονία”», διαβάζουμε, έφτανε προς βορράν (όχι στον Σκάρδο αλλά) μέχρι τα όρη Μπαμπούνα, στη μέση περίπου της ΠΓΔΜ!

Προφανώς, ούτε κι αυτοί μπήκαν στον κόπο να ξεφυλλίσουν τον Παπαρρηγόπουλο.

Μάλλον βολεύτηκαν με τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου…

Εδαφικές βλέψεις «διά λόγους αισθηματικούς»

Στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, ο στρατηγός Φραγκούλης Φράγκος ενθουσιάστηκε με την έμπνευση των χρυσαυγιτών να μετονομαστεί η γειτονική μας χώρα σε «Monkey Macedonia» κι έσπευσε να την υιοθετήσει πανηγυρικά από μικροφώνου.

Κάποιοι απέδωσαν τότε αυτό το «χιούμορ» σε προβληματική Εθνική Ηθική Διαπαιδαγώγηση του ομιλητή κατά το πέρασμά του από τη Σχολή Ευελπίδων στα χρόνια της χούντας. Είναι ωστόσο προφανές ότι κάνουν λάθος.

Αν μη τι άλλο, το εγχειρίδιο «Στρατιωτικής Γεωγραφίας» του επίλαρχου Αγγελου Λάζαρη που διδασκόταν τότε εκεί (Αθήναι 1972, έκδ. ΣΣΕ / Διεύθυνσις Σπουδών) αναφέρεται ρητά στη «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία» ως μια από τις ομόσπονδες δημοκρατίες που απάρτιζαν τη Γιουγκοσλαβία (σ.5), με πληθυσμό 1.500.000 κ. και πρωτεύουσα τα Σκόπια (σ.54), υπενθυμίζει δε πως η Μακεδονία «διενεμήθη μεταξύ Ελλάδος, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας» (σ.55).Ακόμη πιο εύγλωττη είναι η επισήμανση (σ.52) ότι, αν και «τα φυσικά όρια της Μακεδονίας ουδέποτε έτυχον, ούτε και σήμερον, κοινής γενικής παραδοχής», «η έκτασις της Μακεδονίας είναι συνολικώς 72.500 τ.χιλ., κατανεμομένη ως κάτωθι:

(α) Ελλάς 34.200 τ.χιλ.
(β) Γιουγκοσλαβία 25.800 τ.χιλ.
(γ) Βουλγαρία 12.000 τ.χιλ.
(δ) Αλβανία 500 τ.χιλ.».

Ενας απλός υπολογισμός αποδεικνύει ότι, σύμφωνα πάντα με το εγχειρίδιο, η Ελλάδα κατέχει μόλις 47,17% του μακεδονικού χώρου (κι όχι πάνω από 50%, όπως υποστηρίζεται συνήθως), η νυν ΠΓΔΜ το 35,59%, η Βουλγαρία ένα 16,55% και η Αλβανία 0,69%.

Η απορρόφηση της διδαχθείσας ύλης από τους μαθητές είναι, βέβαια, καθαρά υποκειμενική υπόθεση.

Ο εύελπις Φράγκος μπορεί να ξέχασε τις παραπάνω λεπτομέρειες, πιθανότατα όμως κράτησε στο μυαλό του το δεύτερο σκέλος του μαθήματος: «τας ανεπισήμους διεκδικήσεις» των τριών βαλκανικών κρατών πάνω στις Μακεδονίες των γειτόνων τους (σ.54-56). Και, πάνω απ’ όλα, τις δικές μας: «Η Ελλάς», διαβάζουμε, «διεκδικεί ολόκληρον την Μακεδονίαν εν ονόματι ιστορικών, οικονομικών, στρατιωτικών και τέλος αισθηματικών λόγων».

Ακατανόητοι εκ πρώτης όψεως, οι τελευταίοι αναλύονται ως εξής: «Τα καθαγιασμένα μακεδονικά εδάφη από το αίμα χιλιάδων σφαγιασθέντων υπό των σλάβων Ελλήνων μαρτύρων, οι Βυζαντινοί θρύλοι και οι σταυροί των πεσόντων Ελλήνων μαχητών εις τα στενά της Κρέσνας και Τζουμαγιάς, αποτελούν κληρονομίαν του ελληνικού έθνους» (σ.55).

Η Βόρεια Μακεδονία δεν ήταν, άλλωστε, το μόνο ξένο έδαφος που εποφθαλμιούσαν οι χουντικοί εκπαιδευτές. Το ίδιο εγχειρίδιο μας πληροφορεί ότι, μολονότι «η Ελλάς διεκδικεί επισήμως [μονάχα] την Β. Ηπειρον εκ της Αλβανίας», «τα φυσικά της σύνορα ευρίσκονται επί της γραμμής Σκούμπης ποτ[αμος] – όρη Μοισίας – Αίμος, ίνα περιληφθούν εντός της μητρός πατρίδος αι Ελληνικαί περιοχαί Β. Ηπείρου, Μακεδονίας, Ανατολ. Ρωμυλίας και Θράκης. Ωσαύτως διεκδικεί το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως διά τον Ελληνικόν λαόν της Κύπρου» (σ.7-8).

Γι’ αυτό το τελευταίο φρόντισε, ως γνωστόν, λίγο αργότερα ο Ιωαννίδης…

Mακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα!

Θ’ ανταμώσουμε πάλι στη στάχτη· μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα!” (Μάρκος Μέσκος)

 

Πριν 25 χρόνια, στις αρχές του 1993 και ενώ η αντιμακεδονική υστερία βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, μια δράκα ανθρώπων περάσαμε με τα πόδια τα ελληνομακεδονικά σύνορα. Πήγαμε στην Οχρίδα, σε μια εκδήλωση πολιτών από τις δυο χώρες που είχαν συνδιοργανώσει οι Meto Jovanovski και Νικήτας Λιοναράκης.

Η εκδήλωση πήρε μεγάλη δημοσιότητα στη Μακεδονία και αποσιωπήθηκε στην Ελλάδα.

Εκεί άκουσα για πρώτη φορά τον Παύλο Βοσκόπουλο, ένα νέο Μακεδόνα από τη Φλώρινα, να μιλάει στη μητρική του γλώσσα για τους Εθνικά Μακεδόνες που ζουν στην Ελλάδα. Οι έλληνες πολίτες (χωρίς την παρουσία των μειονοτικών) κουβεντιάσαμε χωριστά και προσπαθήσαμε να καταλήξουμε σε μία κοινή θέση. Στάθηκε αδύνατον. Τσακωθήκαμε μεταξύ μας.

Για την ιστορία, σημειώνω τα ονόματα αυτών που μειοψήφησαν και ζήτησαν να αναγνωρίσει η Ελλάδα την ύπαρξη του μακεδονικού έθνους, της μακεδονικής γλώσσας, της μακεδονικής μειονότητας και τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα. Ήταν οι Νίκος Γιαννόπουλος, Παναγιώτης Δημητράς, Λεωνίδας Εμπειρίκος και Δημήτρης Λιθοξόου.

Για ένα τέταρτο του αιώνα το ελληνικό έθνος χαρακτήριζε, όσους πολιτικά αποδέχτηκαν αυτά τα αιτήματα, σαν Σκοπιανούς. Τους έβριζε σαν προδότες και πράκτορες.

Σήμερα η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει την “μακεδονική ιθαγένεια” και τη “μακεδονική γλώσσα”.

Ξύπνησα αχάραγα, είναι μια όμορφη μέρα.

17.6.2018

Greece’s Macedonian Slavic heritage was wiped out by linguistic oppression – here’s how

800px-Wedding_in_Papli,_Prespes
Macedonian Slavic wedding in the Prespes region in the border between Greece and FYR Macedonia. Unknown via Wikimedia Commons
If you’ve ever been to a traditional Greek celebration, you will have seen people joining hands and dancing in a circle following the same steps to the accompaniment of live music. You will also have heard songs sung in Greek as most traditional tunes go hand in hand with lyrics talking about love, emigration and rural life.

In the northernmost parts of the Greek regions of Western and Central Macedonia, however, all the folk dances are instrumental tunes. Lyrics have been replaced by loud, brass and woodwind instruments like the cornet, the trombone and the clarinet. This is not some peculiar aspect of the local musical heritage. Traditional tunes in these regions had their own words – but they were in a language that the Greek state has tried to wipe out for nearly a century: Macedonian Slavic.

After emerging victorious from two Balkan Wars in 1912 and 1913, Greece’s territory and population expanded dramatically by the addition of the lion’s share of the historic geographical region of Macedonia, the part found on the southern side of the Voras/Nidže and Belles/Belasica mountain ranges.

As is often the case in history, state borders did not coincide with linguistic ones. The so-called “New Lands” were a diverse mosaic of different linguistic groups, including 260,000 people who spoke varieties of a south Slavic language they called tukasni “local”, nashta “ours” or makedonski “Macedonian”.

These varieties, including the standardised version that is today the official language of FYR Macedonia, have similarities with Bulgarian – and many people in Bulgaria view them as Bulgarian dialects. But sociolinguistics has shown that what counts as a language in its own right and what is seen as a dialect of a language are essentially decided by political rather than linguistic criteria.

 Ethnographic map of Macedonia, 1914. Carnegie Endowment for International Peace, 1914.

From an invisible language…

For the Greek government, having people speaking Macedonian Slavic in its territory did not sit well with its national ideology. Signs of discomfort towards Greece’s new multilingual reality showed very early on. In 1920, the Greek statistical authority ran the first census after the country’s territorial expansion. A language question was asked but the data for the Macedonia division were never published. The language data for the Thessaly division, however, record speakers of Macedonian Slavic, probably reported by seasonal workers from Macedonia who were in Thessaly at the time of the census. Greek authorities acknowledged the presence of Macedonian Slavic as a legitimate language but made a conscious effort to conceal the number of people who spoke it.

In the north of the country, authorities launched a massive Hellenising mission. Overnight, Madeconian Slavic names of people, places and dances were rendered into Greek by public servants.

My own paternal grandfather’s family name became Karatsareas from Karachorov. My maternal grandfather’s one became Kantzouris from Kanzurov. The area of Karadzova was renamed Almopia with its main town of Subotsko becoming Aridaia. The dance Puscheno was called Leventikos or Lytos. The aim was to leave no visible trace of Macedonian Slavic in public records.

…to a forbidden one

In the 1930s and in a climate of competing nationalisms in the southern Balkans, the similarities between Macedonian Slavic and the languages of the then Kingdom of Yugoslavia and Kingdom of Bulgaria began to raise suspicions among Greek authorities about the national allegiance and “consciousness” of Macedonian Slavic speakers.


Read more: Who gets to use the name ‘Macedonia’? A decades-old row still to be resolved


In August 1931, Greek journalist and subsequent politician Periklis Iliadis called in his newspaper column for a ban on greeting in “Bulgarian” and publicly singing songs in languages other than Greek – two proposals that Ioannis Metaxas’s fascist regime promptly adopted.

In 1936, the governor-general of Macedonia issued order of prohibition 122770: “On the restoration of the uniform language”, banning the use of Macedonian Slavic in both public and private. People caught speaking Macedonian Slavic – sometimes by police officers eavesdropping through people’s windows – were dragged to military police stations where they were beaten and sometimes tortured. Those who had the money were fined. Teachers beat pupils who spoke Macedonian Slavic in class or in the playground – even when that was the only language they were able to speak. This happened to my maternal grandmother.

A muted heritage

In 1994, Human Rights Watch called for Greece to end harassment of Macedonian Slavic speakers. In 1998, the European Court of Human Rights ruled that Greece violated the right of its citizens to form associations by refusing them permission to establish a Macedonian Slavic cultural association. But these calls came much too late.

A guesthouse in Loutraki (Aridaia, northern Greece) bearing the Slavic name of the village, Pozhar. The letter Ž has been borrowed from the Latinic version of the Macedonian Slavic. Author provided

In the face of the aggressive and violent oppression they suffered in the 1930s, Macedonian Slavic speakers developed a deeply ingrained fear of speaking their language in front of people they did not know and trust. They stopped singing their songs, playing only the traditional tunes of their musical heritage. With time, they started using Greek more to refer to themselves and the places where they were born and live.

Today, only older people speak the language. For younger people, it is more of a passive knowledge – a kind of heritage that will die out with the older generation and the only thing that will remain to remind them of it will be a handful of words and tunes to which young musicians do not know the words.

Banning minority languages

This sort of linguistic oppression is far from unique. Similar stories have been reported by speakers of Irish in Ireland, Scottish Gaelic in Scotland, Welsh in Wales (read Susan Elan Jones’s comments in Column 377), Catalan in Spain, Native American languages in the US and Aboriginal languages in Australia.

It is sad that the efforts of state authorities to make speakers of minority languages assimilate to the majority language were for the most part successful. And alongside the languages, other expressions of culture are being lost, including place names, family names, songs, dances, games and traditions. Linguistic oppression and the consequences it has on speakers of minority languages and their cultural heritage have no place in a modern world where the value of cultural diversity is recognised.


Read more: Multilingualism must be celebrated as a resource, not a problem

04/02/2018: Ειδική έκδοση για το Μακεδονικό

Ειδική έκδοση για το Μακεδονικό

MEΡΟΣ ΠΡΩΤΟ – Ειδική έκδοση των «Ενθεμάτων» σε συνεργασία με την εφημερίδα «Η Εποχή» για το Μακεδονικό
Είκοσι πέντε, σχεδόν, χρόνια από τότε που η ελληνική κοινωνία και οι πολιτικές δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με το μακεδονικό ζήτημα φαίνεται ότι οι ωριμάνσεις για την επίλυσή του είναι μεν αρκετά μεγαλύτερες, ωστόσο χρειάζεται πολλή ακόμη προσπάθεια και διάλογος για να κατανοηθούν όλες οι πτυχές του.
Ένα ικανό τμήμα των πολιτών εξακολουθεί να προσεγγίζει το ζήτημα με συναισθηματικό τρόπο ή ακόμη και με έκδηλη ή υπόρρητη εθνικιστική οπτική. Οι εφημερίδες της Αριστεράς, όπως κι άλλα έντυπα, δεν τσιγκουνεύτηκαν τη συζήτηση για όλα αυτά. Οφείλουμε όμως να τη συνεχίσουμε δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση, ακόμη και με ένα συμβολικό τρόπο. Αυτός είναι ο λόγος που “Αυγή” και “Εποχή” κυκλοφορούν σήμερα με ένα όμοιο ένθετο με ύλη γύρω από το μακεδονικό ζήτημα. Οι αναγνώστες μας, ιδίως οι νεότεροι, θα διαβάσουν εμβληματικά κείμενα που χρωμάτισαν τη συζήτηση της περιόδου 1992, αλλά και συμβολές από νεότερους επιστήμονες που γράφτηκαν ειδικά γι’ αυτή την κοινή έκδοση. Τα άρθρα που με προθυμία έφτασαν στα γραφεία μας είναι περισσότερα από τον χώρο που μπορούσαμε να διαθέσουμε, γι’ αυτό θα επανέλθουμε την επόμενη Κυριακή.
Επιμέλεια: Στάθης Κουτρουβίδης Δημήτρης Παπανικολόπουλος
Να ξεπεράσουμε τη διεθνή απομόνωση και την εθνικιστική αμετροέπεια
Παρέμβαση 358 πολιτών

Το όνομα της Μακεδονίας: εθνικοί μύθοι και ιστορική ή διεθνής πραγματικότητα

Posted by Panayote Dimitras on Sunday, September 28, 2014

 


 

10712561_10152486901417968_5044549534751919864_o

Φεβρουάριος 1993: 358 πολίτες ζητούν “Να ξεπεράσουμε τη διεθνή απομόνωση και την εθνικιστική αμετροέπεια”

Να ξεπεράσουμε τη διεθνή απομόνωση και την εθνικιστική αμετροέπεια

Παρέμβαση 358 πολιτών που ζητούν την απαγκίστρωση της Ελλάδας από αναχρονιστικά δόγματα – Φεβρουάριος 1993
Όσοι υπογράφουμε το κείμενο που ακολουθεί, Έλληνες πολίτες διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, αισθανόμαστε την ανάγκη να εκφράσουμε την ανησυχία μας για το αδιέξοδο, στο οποίο έχει περιέλθει ο τόπος, αδιέξοδο οφειλόμενο στις θέσεις με τις οποίες η ελληνική πλευρά χειρίστηκε το ζήτημα της αναγνώρισης του κράτους της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Να εκφράσουμε την ανησυχία μας αλλά και να επιδιώξουμε στο μείζον αυτό θέμα να ακουστούν και διαφορετικές απόψεις από εκείνες που παρουσιάζονται ως έκφραση εθνικής ομοψυχίας και σπιλώνουν κάθε άλλη φωνή ως εθνική μειοδοσία.
Η Ελλάδα εμφανίστηκε στα μάτια της διεθνούς κοινότητας να θέλει να επιβάλει αυτή το όνομα που θα έφερε ένα άλλο κράτος και οι κάτοικοί του. Με την εμμονή στο δόγμα ότι σήμερα η «Μακεδονία είναι ελληνική», όταν είναι γνωστό ότι μόνο η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική, έφθασε να αθετεί τις αρχές του αυτοπροσδιορισμού των λαών που έχει προσυπογράψει (ΔΑΣΕ) και να αγνοεί τις ιστορικές πραγματικότητες που έχουν διαμορφωθεί στα Βαλκάνια. Παράλληλα, έχουν δημιουργηθεί καταστάσεις που δεν είναι σύμφωνες με τις ευαισθησίες και τις παραδόσεις του ελληνικού λαού και υπονομεύουν έτσι τις δημοκρατικές αξίες στις οποίες στηρίζεται η ελληνική πολιτεία. Η πλειοψηφία των ΜΜΕ και του πολιτικού κόσμου συναγωνίστηκαν σε παραπληροφόρηση και καταδημαγώγηση των πολιτών. Όποιος διαφωνούσε με την κρατούσα άποψη κινδύνευε, αν μεν ήταν «άσημος» να πάει φυλακή, αν δε ήταν «επώνυμος» να καταγγελθεί δημόσια ως μειοδότης ή προδότης, σε μιαν έξαρση μισαλλοδοξίας που θυμίζει άλλες εποχές, αν όχι άλλα καθεστώτα. Επίσης, ενισχύθηκε η δράση εθνικιστικών κύκλων, που, με το πρόσχημα της προστασίας των ελληνικών μειονοτήτων στις άλλες χώρες ή της αποτροπής της εισόδου προσφύγων στον τόπο μας, πρότειναν επιθετικές πολεμικές λύσεις.
Η διαφαινόμενη αναγνώριση του νέου κράτους από τη διεθνή κοινότητα με όνομα που θα περιλαμβάνει τη λέξη Μακεδονία ή παράγωγο της τείνει να βιωθεί από τους συμπολίτες μας ως εθνική ήττα και ως εθνική ταπείνωση. Θα είναι βέβαια αποτυχία μιας αδιέξοδης πολιτικής, ωστόσο δεν πρέπει να θεωρηθεί εθνική ταπείνωση με όλα τα πιθανά παραλυτικά και ανεξέλεγκτα φαινόμενα που θα τη συνοδεύσουν. Δεν μπορεί και δεν πρέπει ο ελληνικός λαός να αισθάνεται ότι θα ταπεινωθεί αν το κράτος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αναγνωρισθεί με όνομα που αντιστοιχεί στη βούληση των κατοίκων του. Αντίθετα οι συνθήκες επιβάλλουν μια συνολική αναπροσαρμογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και μια γιγαντιαία προσπάθεια όλων μας να ξεπεράσουμε τη διεθνή απομόνωση και το νοσηρό κλίμα εθνικιστικής αμετροέπειας που έχει δημιουργηθεί.
Δεν θα αποφασίσουμε εμείς για τη συνείδηση των άλλων, όπως δεν επιτρέπουμε σε άλλους να αποφασίζουν για τη δική μας συνείδηση. Οι κάτοικοι της γειτονικής χώρας δικαιούνται να προβάλλουν μια ταυτότητα που διαμόρφωσαν οι ίδιοι, όπως όλοι οι λαοί, στην πορεία της ιστορίας τους.
Οι μονοπωλήσεις απ’ όπου και αν προέρχονται πρέπει να υποχωρήσουν προκειμένου να επικρατήσει πνεύμα αμοιβαίας ανοχής που θα επιτρέψει τη δημιουργική συμβίωση των δύο κρατών. Όπως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική, άλλο τόσο κανείς δεν θα έπρεπε να αμφισβητεί ότι υπάρχει και άλλη Μακεδονία που δεν είναι ελληνική. Μέρος αυτής της άλλης Μακεδονίας που δεν είναι ελληνική, η Μακεδονία με κύρια συνιστώσα σλαβικό πληθυσμό, αποτελεί μια πραγματικότητα που, τουλάχιστον εμείς, δεν επιτρέπεται να την καταργούμε αυθαίρετα με χαρακτηρισμούς όπως «κρατίδιο» και είναι ανεπίτρεπτο να αποεθνοποιούμε τον λαό της αποκαλώντας τον «σκοπιανό». Η πολιτική αυτή συμβάλλει στην αποσταθεροποίηση των Βαλκανίων και ζημιώνει τα πραγματικά εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας. Η χώρα απομονώνεται καθημερινά ολοένα περισσότερο από την ευρωπαϊκή προοπτική, που αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την έξοδό της από τη σημερινή πολύπλευρη κρίση.
Δεν τρέφουμε αυταπάτες. Γνωρίζουμε ότι και από την άλλη πλευρά των συνόρων υπάρχουν εθνικιστικές εξάρσεις, εθνικιστικές προκλήσεις και αλυτρωτισμοί με ιδιοτελείς επεκτατικές βλέψεις. Είναι δυνατό, όμως, οι κίνδυνοι αυτοί να αντιμετωπισθούν με την πλήρη διασφάλιση του απαραβίαστου των συνόρων, τα οποία επιβάλλεται να εξασφαλισθούν με όλες τις δυνατές διεθνείς και διμερείς εγγυήσεις.
Η απαγκίστρωση της Ελλάδας από τα αναχρονιστικά δόγματα που υπαγορεύουν στάσεις μίσους, περιφρόνησης κι επιθετικότητας δεν είναι ήττα. Αποτελεί πράξη γενναιοφροσύνης, σύνεσης, φιλίας, αλληλεγγύης απέναντι σε λαούς με τους οποίους είμαστε υποχρεωμένοι να συζήσουμε.
Η Ελλάδα μπορεί να πρωταγωνιστήσει σε μια βαλκανική πολιτική φιλίας και συνεργασίας ως σταθεροποιητικός παράγοντας στην περιοχή. Να πρωταγωνιστήσει στην αυστηρή εφαρμογή των αρχών της ΔΑΣΕ για το σεβασμό των συνόρων, τον αυτοπροσδιορισμό των λαών καθώς και για το σεβασμό των ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων, συμβάλλοντας έτσι ενεργά στην καταπολέμηση των πάσης φύσεως αλυτρωτισμών.
Η Ελλάδα πρέπει να ασκεί πολιτική δημοκρατικών αρχών. Την ώρα που φλέγονται τα Βαλκάνια και ο πόλεμος μπορεί να αγγίξει τα σύνορά μας, είναι καιρός να εγκαταλείψουμε τη γλώσσα που δημιουργεί εχθρούς και να μιλήσουμε τη γλώσσα που φτιάχνει φίλους. Τίποτε δεν έχει χαθεί. Να μιλήσουμε τώρα!
Αβδελιώδης Δήμος, σκηνοθέτης, Αγγελή Ολυμπία συνδικαλίστρια, Αγγελόπουλος Βένιος, μαθηματικός, ΕΜΠ, Αθανασόπουλος Παύλος, δικηγόρος, Αθανασούλη Αγγελική, πολ. επιστήμων, Αικατερινιάδου Λούκια, βιολόγος, Θεσ/νίκη, Αικατερινιάδου Στέλλα, οικονομολόγος, Θεσ/νίκη, Αλεβίζου Φώφη, δικηγόρος, Αλεβιζάκης Παναγιώτης, οικονομολόγος, Χανιά, Αλιζιβάτος Νίκος, συνταγματολόγος, Παν. Αθηνών, Αλισσανδράκης Κώστας, αστροφυσικός, Παν. Αθηνών, Ανανιάδης Βασίλης, αρχιτέκτων, Ανανιάδης Γρηγόρης, πολιτειολόγος, Παν. Αιγαίου, Αναστασιάδης Τάσος, κοινωνιολόγος, Αναστασίου Γιάννης, καθ. Φιλολογίας, Παν. Ιωαννίνων, Ανδρέικος Γιάννης, χημικός, Ανδρέου Μαρία, Ανδριώτης Νίκος, ιστορικός, Ανηψητάκης Αντώνης, πολιτικός μηχανικός, Σητεία, Αντωνακάκης Δημήτρης, αρχιτέκτων, Αντωνακάκη Σουζάνα, αρχιτέκτων, Αρδίτης Βίκτωρ, σκηνοθέτης, Αρσένη Κίττυ, ηθοποιός, Ασδραχάς Σπύρος, ιστορικός, Παν. Παρισίων / ΚΝΕ-ΕΙΕ, Ασημακόπουλος Διονύσης, φυσικός ΕΜΠ.
Βαγενάς Νάσος, καθ. Φιλολογίας, Παν. Αθηνών, Βαΐου – Χατζημιχάλη Ντίνα, αρχιτέκτων – πολεοδόμος, ΑΠΘ, Βακαλόπουλος Παναγιώτης, δήμαρχος Ταύρου, Βαλλιανάτος Γρηγόρης, δημοσιογράφος, Βαλντέν Σωτήρης, διεθνολόγος, Βαμβουδάκης Γιώργος, ιστορικός, ΕΜΥ, Παν. Κρήτης, Βάρδα Χριστίνα, ιστορικός – αρχειονόμος, Βάρελης Σπύρος, δημ. σύμβουλος Κέρκυρα, Βαρίκα Ελένη, ιστορικός, Παν. Παρισίων, Βέικος Θεόφιλος καθ. Φιλοσοφίας, Παν. Αθηνών, Βελέντζας Σεραφείμ, μεταφραστής, Βενετσάνου Νένα, τραγουδίστρια, Βενιζέλος Βασίλης, Βιδάκης Μιχάλης, πρόεδρος Κοινότητας Πρίνας Λασηθίου, Βλάχος Ξενοφών, αρχιτέκτων – ιστορικός, Κέρκυρα, Βογιατζή Σοφία, εκπαιδευτικός, Βογιατζής Κώστας, γραμματέας ΓΕΛΜΕ Δυτ. Αττικής, Βότσης Γιώργος, δημοσιογράφος, Βούλγαρης Γιάννης, πολ. επιστήμων, Βουλέλης Νικόλας, δημοσιογράφος, Βούτσης Νίκος, δημοσιογράφος, Βρυχέα Άννυ, αρχιτέκτων, ΕΜΠ.
Γαβρόγλου Κώστας, φυσικός, ΕΜΠ, Γαληνού Βούλα, κοινωνιολόγος, Γέρου Κάτια, ηθοποιός, Γεμίτης Παναγιώτης, οικονομολόγος, Πάντειο Παν., Γεωργακόπουλος Θανάσης, δημοσιογράφος, Γεωργίου Ζωή, τοπογράφος, Γεωργόπουλος Αλέξανδρος, χημικός Θεσ/νίκη, Γιάκας Γιώργος, πολ. μηχανικός, Γιανουλόπουλος Γιάννης, ιστορικός, Πάντειο Παν., Γιαννουσά Ντίνα, εκπαιδευτικός, Γιαλκέντζης Θανάσης, Γιατνζόγλου Δημήτρης, πολ. μηχανικός Θεσ/νίκη, Γκαζής Μανώλης, πολ. μηχανικός, Χανιά, Γκάκας Σέργιος σκηνοθέτης, Γκιώνης Νίκος Α., δικηγόρος, Γολέμης Χαράλαμπος, οικονομολόγος, Γουλή Αιμιλία, οδοντίατρος, Κέρκυρα, Γουσέτης Διονύσης, πολιτικός μηχανικός, Γρατσίας Νίκος, πολ. μηχανικός, μέλος Δ.Ε. του TEE.
Δανιανίδη Άννα, δημοσιογράφος, Δανέλλης Σπύρος, αρχιτέκτων, δημ. σύμβουλος Ηρακλείου, Δεδουσόπουλος Απόστολος, οικονομολόγος, Πάντειο Παν., Δελβερούδη Ρέα, γλωσσολόγος, Δεληολάνης Δημήτρης, δημοσιογράφος, Δεμερτζής Νίκος, πολιτικός επιστήμων, Παν. Αθηνών, Δένδιας Ξενοφών, εκπαιδευτικός, Δερμετζόπουλος Χρήστος, κοινωνιολόγος, ΕΜΥ, Πάντειο Παν., Δημητράς Παναγιώτης, πολιτειολόγος, Δήμου Νίκος, συγγραφέας, Δήτσα Μαριάννα, φιλόλογος, ΑΠΘ, Διακουλάκη Δανάη, χημικός ΕΜΠ, Διακουλάκης Νίκος, χημ. μηχανικός – οικονομολόγος, Διαμαντόπουλος Γιώργος, γεν. γραμματέας Κίνησης «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση», Διαμαντόπουλος Θανάσης, πολιτικός επιστήμων, Πάντειο Παν., Δοξιάδης Κύρκος, κοινωνιολόγος, Παν. Αθηνών, Δούκα Μάρω, συγγραφέας.
Ελενόπουλος Γιώργος, δημοσιογράφος, Ελεφάντης Άγγελος, εκδότης περ. «Πολίτης», Εμπειρίκος Λεωνίδας, ιδιωτ. υπάλληλος, Εξερτζόγλου Χάρης, ιστορικός, Παν. Αιγαίου, Ευαγγελάκου Κατερίνα, κινηματογραφίστρια, Ευαγγέλου Αγγελής, Ιατρική Σχολή, Παν. Ιωαννίνων, Ευσταθιάδου Μαρία, μεταφράστρια, Ευσταθίου Τάσος, τεχνικός εκδόσεων.
Ζέη Ελευθερία, ιστορικός ΚΝΕ-ΕΙΕ, Ζερβός Θεοτόκης, ακτινολόγος, Κέρκυρα, Ζερβού Γεωργία, δημ. υπάλληλος, Κέρκυρα, Ζέρη Πέρσα, επικοινωνιολόγος, Πάντειο Παν., Ζουμπουλάκης Σταύρος, φιλόλογος, Ζουναλης Βασίλης, ηλεκτρολόγος – μηχανολόγος.
Ηλιού Μαρία, καθηγήτρια Παιδαγωγικής, Παν. Αθηνών, Ηλιού Φίλιππος, ιστορικός.
Θεοτοκάς Γιάννης οικονομολόγος, ΕΜΥ, Παν. Πειραιώς, Θεοτοκάς Νίκος, κοινωνιολόγος, Παν. Κρήτης, Θεωνάς Γιάννης, γεν. γραμματέας ΓΣΕΕ, Θωμαΐδης Ιωάννης, δημοσιογράφος.
Ιωαννίδης Στάυρος, κοινωνιολόγος, Πάντειο Παν.
Καβουριάρης Μάκης, οικονομολόγος, Παν. Παρισίων, Καγγελάρη Δηώ, κριτικός θεάτρου, Καζανά Κώνστανιία, αρχιτέκτων Θεσ/νίκη, Καϊμάκης Νίκος, συνδικαλιστής ΔΕΗ, Καίρη Μαρία, σύμβουλος εκδόσεων, Κακαλής Παναγιώτης δημοσιογράφος, Καλαϊτζής Γιάννης, σκιτσογράφος, Καλλέργη Μάρω, Καλογήρου Γιάννης, χημικός μηχανικός – οικονομολόγος, ΕΜΠ, Καλφακάκου Βίκυ, Ιατρική Σχολή, Παν. Ιωαννίνων, Καλφόπουλος Κώστας κοινωνιολόγος, Κανέλλης Ηλίας, δημοσιογράφος, Καμπούκος Γιώργος, εκπαιδευτικός, Καρμούκου Φραντζ., εκπαιδευτικός, Καπάκος Σταύρος, δημοσιογράφος, Καπλάνης Νίκος, οδοντίατρος, Καράβας Σπύρος, ιστορικός, Καρδάρας Γιάννης, δικηγόρος, Κάρης Κώστας δημοσιογράφος, Καρούνος Θόδωρος, μηχανικός Η/Υ, Καρρά Ειρήνη, δήμαρχος Δάνης, Καρράς Γιώργος τοπογράφος, ΕΜΠ, Κασσαβέτης Δημοσθένης, πανεπιστημιακός, Κατή Δήμητρα, πανεπιστημιακός, Κατηφόρης Κώστας, δικηγόρος, Κατίντζαρος Τάσος, δημοσιογράφος, Κατζουράκης Κυριάκος, ζωγράφος, Κατσαΐτης Γιώργος, δημοσιογράφος εκδότης εφημ. «Ενημέρωση», Κέρκυρα, Κατσαρός Τάκης, οικονομολόγος, Κατσαρού Βάια, δικηγόρος, Κάτσέλη Λούκα, οικονομολόγος, Παν. Αθηνών, Κατσούλης Ηλίας, πολιτικός επιστήμων, Πάντειο Παν., Καυτατζόγλου Ρωξάνη, κοιν. ανθρωπολόγος, ΕΚΚΕ, Καψάλης Διονύσης, συγγραφέας, Κεφαλληνός Σπύρος, αγρότης, Κέρκυρα, Κιζήλου Βάσω, αρχιτέκτων – πολεοδόμος, Κωυσοπούλου Λούση, δικηγόρος, Κιουσοπούλου Τώνια, ιστορικός, Παν. Κρήτης, Κλαυδιανός Παύλος, οικονομολόγος – δημοσιογράφος, Κλήμης Ιπποκράτης, εκπαιδευτικός, Κλουτσινιώτη Ράνια, αρχιτέκτων – πολεοδόμος, Κοβάνης Μπάμπης, τυπογράφος, Κοιλάκου Καίτη, δικηγόρος, Κονταξής Κωνσταντίνος, γιατρός, Κοντού Τούλα, Κοροβέσης Περικλής, συγγραφέας, Καλλιπολίτου Δώρα, φιλόλογος, Κοροπούλης Γιώργος, συγγραφέας, Κοταρίδης Δημήτρης, εκπαιδευτικός, Κοταρίδης Νίκος, ιστορικός, Πάντιος Παν., Κουκουτσάκη Αφροδίτη, εγκληματολόγος, Πάντειο Παν., Κούλογλου Στέλιος, δημοσιογράφος, Κουλούρης Νίκος, Κουμάνταρος Δημήτρης, δημοσιογράφος, Κουμούλου – Γαλανού Μάγια, φιλόλογος, ΑΠΘ, Κουντούρης Μάνος, οικονομολόγος, Παν. Αθηνών, Κουρκούτης Κώστας, πολ. μηχανικός, τ. δήμαρχος Θήβας, Κουρούδη Ελένη, μηχανολόγος, Κουρουπός Γιώργος, συνθέτης, Κούρτοβικ Γιάννα, δικηγόρος, Κουτελάκης Γιώργος, δημ. σύμβουλος, Νέας Σμύρνης, Κουτζουράδης Γιάννης, δημοσιογράφος, Κουτράκη Μαρία, ιδιωτική υπάλληλος, Κουτσογιωργόπουλος Σπύρος, Κρέμος Παύλος, αρχιτέκτων, Κυράτσας Αντώνης, γιατρός, Κώνστα Αγγελική, Κωνσταντακόπουλος Σταύρος, κοινωνιολόγος, Παν. Κρήτης, Κώσκορος Αλέκος, επιχειρηματίας, Κέρκυρα, Κωστάκου Αρχοντούλα, εκπαιδευτικός, Κωστής Κώστας, ιστορικός, Παν. Αθηνών, Κωστόπουλος Τάσος, δημοσιογράφος, Κωτούλας Βασίλης, οικονομολόγος.
Λαπατσώρας, Σπύρος, μαθηματικός, ΕΜΥ, ΕΜΠ, Λάππας Κώστας, ιστορικός, Λαφαζάνη Δώρα, εθνογεωγράφος, Λεβίδη Ειρήνη, κοινωνιολόγος, Λιβαδάς Σταύρος, ηλεκτρολόγος – μηχανολόγος, ΕΜΠ, Λέκκας Παντελής, κοινωνιολόγος, Λεμπέσης Νότης, οικονομολόγος, σύμβουλος προέδρου Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Λιάπη Μαρία, κοινωνιολόγος, Λιβαδά Άννα, ψυχολόγος, Γιάννενα, Λιβιεράτος Κώστας εκδότης, Λιθοξόου Δημήτρης, ιστορικός, Λινάρδος – Ρυλμόν Πέτρος, οικονομολόγος – δημοσιογράφος, Λιοναράκης Νικήτας, δημοσιογράφος, Λίποβατς Θάνος, πολιτικός επιστήμων, Πάντειο Παν., Λουκάς Άγγελος, νομικός, Γιάννενα, Λουκάς Κώστας, δασολόγος, Γιάννενα, Λούκος Χρήστος, ιστορικός, Παν. Κρήτης, Λυμπεράκη Αντιγόνη, οικονομολόγος, Πάντειο Παν., Λυριτζής Βασίλης, δημοσιογράφος, Λυριτζής Μάνος, τοπογράφος – μηχανικός, Λυριτζής Χρήστος, πολιτικός επιστήμων Παν. Αθηνών.
Μακατσώρης Γιάννης, μηχανολόγος – ηλεκτρολόγος, Μακρινού Δέσποινα, δημοσιογράφος, Μαλανδρενιώτου Λιάνα, παραγωγός μουσικών εκπομπών, Μαλικιώσης Θόδωρος, εκδότης, Μάλλιος Τάκης, συνδικαλιστής ΑΔΕΔΥ, Μανδαράκα Μαρία, αρχιτέκτων, ΕΜΠ, Μάνης Κώστας εκπαιδευτικός, Μαραγκός Γιώργος, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παν. Ιωαννίνων, Μαράτου Ευτυχία, ξεναγός, Κέρκυρα, Μαργαρίτης Γιώργος, ιστορικός, Παν. Κρήτης, Μαργαρίτης Θόδωρος, πολιτικός επιστήμων, Ματθαίου Άννα, ιστορικός, Μαυρουδής Νότης, συνθέτης, Μέσκος Μάρκος ποιητής, Μήλιας Γιώργος, βιβλιοπώλης, Θεσ/νίκη, Μητσός Αχιλέας, γενικός δ/ντής Συντονισμού των Διαρθρωτικών Μέσων της Κομισιόν, Μιχαηλάρης Παναγιώτης, ιστορικός ΚΝΕ-ΕΙΕ, Μίχας Τάκης, δημοσιογράφος, Μιχόπουλος Θόδωρος, δημοσιογράφος, Μουζέλης Νίκος, καθηγητής Κοινωνιολογίας, LSE, Μπαλαούρας Μάκης, οικονομολόγος, συνδικαλιστής ΟΤΟΕ, Μπάλιας Γιώργος, δικηγόρος, Μπαμπάς Στέλιος, δικηγόρος, Μπανιάς Χρήστος, Μπάρλας Τάσος, δημοσιογράφος, Μπασάκος Παντελής, Πάντειο Παν., Μπεΐκου Λούκια, σχεδιάστρια μόδας, Μπελαβίλας Νίκος, αρχιτέκτων, Μπενάκης Θεόδωρος, πολιτικός επιστήμων, Μπερλής Άρης, συγγραφέας, Μπίστης Νίκος, δικηγόρος, Μπότσογλου Χρόνης, ζωγράφος, Μπουκάλας Παντελής, δημοσιογράφος, Μπουκαούρη Ελένη, δημοσιογράφος, Μπουρνάζος Στρατής, φοιτητής Φιλοσοφικής Αθηνών, Μπουφίδης Στέλιος, μαθηματικός, Μπράμος Γιώργος, δημοσιογράφος, Μώρος Νίκος, ψυχίατρος, Κέρκυρα.
Νασιάκου Μαρία, καθ. Παιδαγωγικής, Παν. Αθηνών, Νεράντζης Παύλος, δημοσιογράφος, Νικολαΐδου Βέρα, δήμαρχος Νίκαιας, Νικολακάκος Κωστής, δημοσιογράφος, Ντάλης Δημήτρης, βιολόγος, Νταουντάκη Νανά δημοσιογράφος, γεν. γραμματέας ΕΣΗΕΑ, Ντοκόπουλος Δημήτρης, αρχιτέκτων.
Ξηρουχάκης Αντώνης, εκπαιδευτικός, Ξύδης Αλέξανδος, τεχνοκρίτης.
Οικονομίδης Αλέξης, δημοσιογράφος, Οικονόμου Θανάσης, Γιάννενα.
Παγώνη Λαμπρινή, αρχιτέκτων, Πανδή Νατάσσα, αρχιτέκτων, Πανουσιάδης Σάκης, οικονομολόγος, Πανταζόπουλος Αντρέας, πολιτικός επιστήμων, Παπαγαρουφαλή Ελένη, ανθρωπολόγος, Παν. Αιγαίου, Παπαγεωργίου Στέφανος, ιστορικός, Πάντειο Παν., Παπαγιαννάκης Λευτέρης, φυσικός – οικονομολόγος, ΕΜΠ, Παπαδάκη Αδαμαντία, αρχαιολόγος, Παν. Ιωαννίνων, Παπαδημητρόπουλος Δαμιανός, δημοσιογράφος, Παπαδομιχελάκη Αλίκη, οικονομολόγος, Παπαδόπουλος Χριστόφορος, συνδικαλιστής ΟΤΟΕ, Παπαδοπούλου Τέτα, δημοσιογράφος, Παπαθανασόπουλος Κωνσταντίνος, ιστορικός, Πάντειο Παν., Παπακωνσταντίνου Έλλη, αρχιτέκτων, Παπαμιχαήλ Γιάννης, κοινωνιοψυχολόγος, Παν. Πατρών, Παπανδρόπουλος Αθανάσιος, δημοσιογράφος, Παπανικολάου Νανά, δημοσιογράφος, Παπασαραντόπουλος Πέτρος, εκδότης, Παπασπηλιόπουλος Σπήλιος, οικονομολόγος, Παπασταθόπουλος Νικήτας, γιατρός, Παπαστρατής Προκοπής, ιστορικός, Πάντειο Παν., Παπαχρίστου Θανάσης, νομικός, Παν. Αθηνών, Παπαχρύσης Σπύρος, φυσικός, ΕΜΥ, ΕΜΠ, Παπουτσάκης Χρήστος εκδότης περ. «Αντί», Παππάς Γιώργος, Παρασκευόπουλος Θόδωρος, οικονομολόγος, Παρθενόπουλος Λάκης, χημικός- μηχανικός, Θεσ/νίκη, Πετρολέκκας Σταύρος, σύμβουλος τηλεοπτικών, Πετσόπουλος Σταύρος, εκδότης, Πισκοπάνης Νίκος, λιθογράφος, Πιταριδάκης Αντώνης, μηχανολόγος – ηλεκτρολόγος, Χανιά, Πολέμη Πόπη, ιστορικός, Πολίτης Αλέξης, ιστορικός, Παν. Κρήτης, Πολίτης Νίκος, σκηνογράφος, Πορτάλιου Ελένη, αρχιτέκτων, ΕΜΠ, Πρετεντέρης Γιάννης, δημοσιογράφος, Προβόπουλος Ηλίας, γιατρός, Προκοπάκη Χρύσα, φιλόλογος, Παυλίδου Χριστίνα, δημοσιογράφος, Πουλοπούλου Μαρία, φιλόλογος.
Ραζή Ζηνοβία, ζωγράφος, Ραφαηλίδης Βασίλης, δημοσιογράφος, Ραγόπουλος Λουκάς, εκδότης, Ρήγας Άλκης, πολιτικός επιστήμων, Πάντειο Παν., Ρίζου – Κουρουπού Ματούλα, ιστορικός, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Ριτζούλης Γιώργος, αρχιτέκτων, Ρούσης Γιώργος, οικονομολόγος, Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Σαμαντάς Τέλης, δημοσιογράφος, Σγούρος Κώστας, γιατρός, Κέρκυρα, Σέρβος Δημήτρης, δημοσιογράφος, Σιακαντάρης Γιώργος, κοινωνιολόγος, Σιδέρης Νίκος, ψυχίατρος, Σκλιας Βασίλης, Νομική Υπηρεσία ΕΟΚ, Σκούρτης Σταμάτης, δημοσιογράφος, Σολομών Ιωσήφ, αρχιτέκτων – κοινωνιολόγος, Παν. Πατρών, Σούρλας Αποστόλης, εκπαιδευτικός, Σουρμελή Ρέα, δημοσιογράφος, Σόφρα Όρσια, θεατρολόγος, ΕΜ. Παν. Αθηνών, Σπάθης Δημήτριος, θεατρολόγος, Παν. Αθηνών, Σπανοπούλου Μαρία, δημοσιογράφος, Σπανούδης Χρήστος, Παν. Αθηνών, Σπυλιωτοπούλου Μαρία, ιστορικός, Σπουρδαλάκης Μιχάλης, πολιτικός επιστήμων, Παν. Αθηνών, Στάθης Μανώλης, οικονομολόγος, Χίος, Σταματοπούλου Έμυ, καθηγήτρια, Σταυρίδη – Πατρικίου Ρένα, ιστορικός Πάντειο Παν., Σωμερίτης Ριχάρδος, δημοσιογράφος, Σωτήρχου Ιωάννα, δημοσιογράφος.
Ταγματάρχου Ιωάννα, Τερζής Κώστας, κριτικός κινηματογράφου, Τζαννετάκος Γιάννης, δημοσιογράφος, Τζαρουγκιάν Εδουάρδος, επιχειρηματίας, Κέρκυρα, Τομαρά – Σιδέρη Ματούλα, ιστορικός, Πάντειο Παν., Τρεμόπουλος Μιχάλης, δημοσιογράφος, Τριανταφυλλίδης Μιχάλης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη, Τριλυράκης Μανώλης, Χανιά, Τρίμης Δημήτρης, δημοσιογράφος, Τσεκούρας Θανάσης, δημοσιογράφος, Τσιάκαλος Γιώργος, καθηγητής Παιδαγωγικής, ΑΠΘ, Τσιάλτα Σοφία, φιλόλογος, Τσιγώνιας Νίκος, Τσιλιγκρίδης Γ., μηχανολόγος, Θεσσαλονίκη, Τσιτσιρίγκος Βασίλης, μέλος αντιπροσωπείας ΟΕΕ, Τριλυράκης Μανώλης, Χανιά, Τσινισιζέλης Μιχάλης, διεθνολόγος, Παν. Αθηνών, Τσινόρεμα Βούλα, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παν. Ιωαννίνων, Τσιόδρας Δημήτρης, δημοσιογράφος, Τσοκόπουλος Βάσιας, Ιστορικός, Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, κοινωνιολόγος Παν. Αθηνών, Τσουκνίδας Λάμπρος, δημοσιογράφος.
Φαράκλας Νικόλας, αρχαιολόγος Παν. Κρήτης, Φαφούτης Κώστας, δημοσιογράφος, Φενέκ – Μικελίδης Νίνος, δημοσιογράφος, Φιλίνης Κώστας, Φίλης Νίκης, δημοσιογράφος, Φουρναράκη Ελένη, ιστορικός, Χάρης Γιάννης, επιμελητής εκδόσεων, Χατζή Αλίκη, δημοσιογράφος, Χατζή Έφη, οπερατέρ, Χατζηαργυρού Έρση, ζωγράφος, Χατζημιχάλης Κώστας, αρχιτέκτων – πολεοδόμος, ΑΠΘ, Χατζηπροδρομίδης Λεωνίδας, δημοσιογράφος, Χατζόπουλος Τάκης, σκηνοθέτης, Χησιμέλλου Άννα, γιατρός, Χλωμούδης Κώστας, Παν. Πειραιώς, Χλωράκης Στέφανος, μηχανολόγος – ηλεκτρολόγος, Χανιά, Χονδρορίζου Βέτα, συνδικαλίστρια, ΕΚΑ, Χριστοδούλου Κατερίνα, μεταφράστρια, Χρυσοστομίδης Σοφιανός, δημοσιογράφος, Ψιμούλα Χρυσούλα, εκπαιδευτικός, Ψαριανός Γρηγόρης, παραγωγός ραδιοφώνου.