Secularism is neutrality towards all religion – including atheism [In memoriam David Pollock]

David Pollock, Humanist Union of Greece “godfather” (as the the then President of the European Humanist Federation he encouraged its creation on 2010) and mentor died on 13 May 2023. May he rest in peace! Please read “Humanists UK mourns David Pollock (1942-2023), prolific humanist activist and leader – 13 May 2023”

Secularism is neutrality towards all religion – including atheism

David Pollock

Its opponents have made it out to be a bogeyman, but secularism is the best guarantee of freedom of religion

Thu 7 Jul 2011

The question: What is secularism?

Human rights treaties commit nations to freedom of religion or belief (including freedom of nonbelief and nonreligious beliefs). Any constraints on freedom of religion or belief should be the minimum compatible with the survival of a liberal, tolerant, democratic open society. In addition the European convention on human rights includes a commitment to the principle of nondiscrimination.

From this it appears to follow necessarily that the state, the law and the public institutions we all share must be neutral towards different religions and beliefs. On questions of profound disagreement and deep sensitivity where there is no agreed way to establish the truth or falsehood of the claims made variously by Christians, Muslims, humanists and everyone else, it is quite wrong for the state to throw its weight behind any one particular religion or belief. This neutrality is what is meant by secularism. It is a political principle applicable to states: a secular state may be supported by religious believers and be the home of widespread religious belief. Indeed, secularism is the best guarantee of freedom of religion or belief – but the enemy of religious privilege. It must be distinguished from a secular society, a term that suggests a society that has distanced itself from religion.

Now there is a common riposte to this: that neutrality is impossible, that a secular state in fact imposes liberal, secular values on everyone. In the Italian crucifix case, partisan law professors went so far as to claim: “An empty wall in an Italian classroom is no more neutral – indeed, it is far less so – than is a wall with a crucifix upon it.” But this is playing with words. Laws, government and institutions that do not impose or assume any religion or belief on the part of any individual citizen leave the individual free to hold any religion or belief, or none. Is it dictatorial to remove chains from contented prisoners? They need not leave their cells if they prefer to stay. By contrast, those who reject secularism seek to fit everyone with their own style of shackles. This is not an enhancement of the freedom of the dominant religious group but a curtailment of that of all the minorities. By contrast, secularism is the best possible guarantor of freedom of religion or belief for everyone.

Objectors often allege that humanists and other secularists wish to drive the religious from the public square. Not so. How could we, when atheism or humanism are in law no less “religions or beliefs” than Islam or Christianity? If Christians were banned from the public square, so would be humanists and atheists. (Moreover, the phrase “the public square” needs further analysis: there are different types of public space for which different conventions are appropriate.)

What secularists do say is that in debates on public policy purely religious arguments should carry no weight. In a Voltaire-like defence of freedom of expression, we absolutely do not wish to suppress or forbid such arguments being voiced – but we do say that by convention they should count for nothing in the minds of politicians and decision-makers. By all means let the religious argue, say, against assisted dying with warnings of a slippery slope – an argument we can all understand and assess – but if they argue that life is the gift of God and that it is not for us to take it away, then in the process of public decision-making their words should be ignored. Such arguments cannot be legitimately admitted in a society where there are so many competing beliefs that reject its very premises.

Let the religious draw their motivation from their religion, let them encourage each other by citing its doctrines, but let them in the public square speak in a language everyone can understand. Similarly, no atheist should expect any attention to arguments premised on the nonexistence of God.

Being derived from principles of freedom and human rights, secularism does not entail restrictions on freedom of speech beyond those envisaged in the treaties nor does it require bans on religious clothing unless for good reason, related, for example, to safety or efficiency, to a reasonable requirement for a uniform, or where there is a risk of a role (especially an authority role as a public official or a representative of an employer) being appropriated to make a private statement, which might be about religion or belief or perhaps about politics. Even in France freethinkers opposed the ill-founded burqa ban.

Plainly secularism is opposed to privilege for any or all religions – guaranteed seats in parliament, unnecessary exemptions from anti-discrimination laws, prejudiced arrangements for religious education (which still usually excludes humanism) or requirements for collective worship even where children object. On a Europe-wide view, the most objectionable privilege is that hundreds of millions of taxpayers’ euros are handed over to the churches every year – an EU-sponsored academic project has just produced a report (not yet on its website) referring to the “massive scale [of] public or semi-public funding aimed at majority religions”.

But the working out of how the principles of secularism should be applied in practice has received too little attention, allowing its opponents to create a bogeyman of “militant atheists” and the like.

Ιστορικά μεγάλη αποζημίωση για υπερβολική διάρκεια ποινικής δίκης

Ευχαριστώ το Γραφείο του Vasilis Sotiropoulos για όλο το χειρισμό της υπόθεσής μου για δίκαιη ικανοποίηση που κατέληξε σε ιστορικά πολύ ικανοποιητική αποζημίωση εφάμιλλη των ανάλογων αποφάσεων του ΕΔΔΑ.

Έλεος, όχι πάλι εθνικιστικές υστερίες για το Μακεδονικό!

Σωτήρης Βαλντέν 11:04 | 21 Ιαν. 2023

Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να μαίνεται, τους Τούρκους να απειλούν καθημερινά να εισβάλουν και να βομβαρδίσουν την Αθήνα, τον Μητσοτάκη να παρακολουθεί φίλους και αντιπάλους και τις τιμές να εκτινάσσονται, το μόνο που δεν χρειάζεται σήμερα η χώρα μας είναι η αναβίωση του μακεδονικού και της συνακόλουθης εθνικιστικής υστερίας.

Αυτήν όμως ακριβώς τη συγκυρία φαίνεται να αξιοποιούν οι μακεδονομάχοι μας για να επανακτήσουν μέρος τουλάχιστον του «εδάφους» που νομίζουν πως έχασε η χώρα από τη Συμφωνία των Πρεσπών και την «κωλοτούμπα» Μητσοτάκη ο οποίος, ευτυχώς, εφαρμόζει λίγο-πολύ τη συμφωνία. Ελπίζουν δε πως η προσπάθειά τους θα ευοδωθεί χωρίς πολλές αντιστάσεις, καθώς αντιπολίτευση και κυβέρνηση ασχολούνται αποκλειστικά με τις εκλογές και δεν θέλουν η ατζέντα να μετατοπιστεί σε ζητήματα που μπορεί να τους στοιχίσουν ψήφους.

Ας δούμε όμως αναλυτικά τα σχετικά γεγονότα:

Το πρόσφατο ιστορικό

Το περασμένο καλοκαίρι έκανε την εμφάνισή του ιστότοπος με το όνομα Εκεί αναγγελλόταν η ίδρυση ενός «Κέντρου Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα», με έδρα την Φλώρινα, και ότι είχε υποβληθεί η κατά το νόμο σχετική αίτηση αναγνώρισης στο αρμόδιο δικαστήριο (ειρηνοδικείο).

Στον ίδιο ιστότοπο διαβάζουμε ένα σύντομο σημείωμα για τη μακεδονική γλώσσα και το ιστορικό της στην Ελλάδα, όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων πως η γλώσσα αυτή «ομιλείται (σε διάφορους βαθμούς) σε πολλές πόλεις και σε περίπου 500 χωριά». Αναγγέλλεται δε και η οργάνωση δωρεάν διαδικτυακών μαθημάτων εκμάθησης της γλώσσας.

Σκοπός του Κέντρου, σύμφωνα με το καταστατικό που υποβλήθηκε στο ειρηνοδικείο, είναι η διατήρηση και καλλιέργεια της μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα και η υποστήριξη της εισαγωγής αυτής της γλώσσας ως προαιρετικό μάθημα στα δημόσια σχολεία και πανεπιστήμια, ιδίως στις τρεις περιφέρειες της ελληνικής Μακεδονίας, «όπου ομιλείται η Μακεδονική γλώσσα». Οι στόχοι θα επιτυγχάνονται «με όλα τα νομικά μέσα» [μάλλον εννοεί «νόμιμα»], ιδίως με την παραγωγή διδακτικού υλικού, την οργάνωση της διδασκαλίας της γλώσσας, και τη συνεργασία με άλλους συλλόγους και οργανισμούς.

Τον Νοέμβριο ανακοινώθηκε (στο Δελτίο Δικαστικών Εκδόσεων της 7/11/2022) πως το Ειρηνοδικείο Φλώρινας είχε αναγνωρίσει το σωματείο με την υπ’ αριθ.27/28-07-2022 Διάταξή του, πράγμα ενδιαφέρον αφού ανάλογες αιτήσεις είχαν επανειλημμένα απορριφθεί στο παρελθόν.

Η δημοσιοποίηση της αναγνώρισης του σωματείου έγινε γνωστή και στη γειτονική Βόρεια Μακεδονία και προκάλεσε θετικές αντιδράσεις, μεταξύ άλλων του Ζόραν Ζάεφ και του Νικόλα Ντιμίτροφ (πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών, αντίστοιχα, κατά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών). Ο Ζάεφ  χαρακτήρισε το γεγονός «ιδιαίτερα σημαντικό», «καρπό της Πρέσπας» και «άλλη μια επιβεβαίωση των στενών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες» (Νεζαβίσεν Σκοπίων 29/11).

Στην Ελλάδα, η αναγνώριση αυτού του Κέντρου δεν σχολιάστηκε από την κυβέρνηση ή τα πολιτικά κόμματα, πλην του Κυριάκου Βελόπουλου, ο οποίος επισκέφθηκε τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρο Ντογιάκο και ζήτησε παρέμβαση για ακύρωση της απόφασης. Υπήρξε όμως ένα κύμα αντιδράσεων, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα, με άρθρα «μακεδονολόγων», ψηφίσματα συλλόγων και ιδρυμάτων κλπ. που ζητούν την ανάκληση της αναγνώρισης («εθνικό έγκλημα» την χαρακτηρίζει ο ιστότοπος -Prime, 1/12), αναπτύσσουν τη θέση περί ανυπαρξίας μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα και συνδέουν την υπόθεση αυτή με τη Συμφωνία των Πρεσπών την οποία οι περισσότεροι ζητούν να καταγγελθεί. Λ.χ. η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, με ψήφισμα της 1/12, αναφέρει πως πληροφορήθηκε «με οργή» την ίδρυση του Κέντρου και ζητά από την ελληνική Πολιτεία «να μην επιτρέψει την ίδρυση και τη λειτουργία Οργανώσεων και Σωματείων που καπηλεύονται την ελληνικότητα της μακεδονικής γλώσσας και να προχωρήσει στις απαραίτητες ενέργειες για την ακύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών». Οι διαμαρτυρίες στρέφονται συνήθως κατά του ΣΥΡΙΖΑ που υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών, κυρίως όμως καταγγέλλουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη που εφαρμόζει τη Συμφωνία και δεν απαγορεύει το Κέντρο.

Στις 17/12 αναγράφηκε στον Τύπο πως ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μελετά την άσκηση ανακοπής για την ακύρωση της απόφασης του Ειρηνοδικείου. Προηγουμένως διάφοροι πολίτες είχαν προβεί σε ανάλογη κίνηση. Πράγματι, στις αρχές Ιανουαρίου ανακοινώθηκε πως, ύστερα από παρέμβαση του κ. Ντογιάκου, η εισαγγελέας Πρωτοδικών Φλώρινας άσκησε ανακοπή κατά της απόφασης.

Το σκεπτικό της εισαγγελέως, σύμφωνα με δημοσιεύματα στον Τύπο, αναφέρει πως στην Ελλάδα δεν υπάρχουν “Μακεδόνες” πολίτες, που ομιλούν μακεδονική γλώσσα, αλλά́ Έλληνες πολίτες, που ομιλούν την ελληνική́ γλώσσα. Η απόφαση αναγνώρισης του σωματείου, υποστηρίζει, παραβιάζει τη διεθνή συμφωνία των Πρεσπών, ενώ γίνεται λόγος για προσπάθεια δημιουργίας μειονότητας. Εξάλλου, κατά την εισαγγελέα, υπάρχει αντίθεση του σκοπού́ του σωματείου με την ελληνική τάξη και ασφάλεια. λόγω της σκοπούμενης συστηματικής καλλιέργειας σε βάθος χρόνου στον πληθυσμό́ της Μακεδονίας και της Θράκης μιας άλλης, ξένης γλώσσας που αναγνωρίζεται από́ την ελληνική́ πολιτεία ως γλώσσα ενός ξένου κράτους που συνορεύει με την ελληνική́ επικράτεια.

Η σχετική δίκη ορίσθηκε για τις 2 Φεβρουαρίου 2023.

Εξ όσων τουλάχιστον μπόρεσα να αντιληφθώ (με αναζητήσεις στο διαδίκτυο), καμία δημόσια αντίδραση δεν έχει υπάρξει στην εθνικιστική κινητοποίηση από την πλευρά οργανώσεων και πολιτών που στο πρόσφατο παρελθόν εναντιώθηκαν στην μακεδονική υστερία και στήριξαν τις Πρέσπες πιστεύοντας πως γυρίζαμε σελίδα σε ένα ζήτημα που καταταλαιπώρησε και ζημίωσε τη χώρα επί δεκαετίες. Μόνη εξαίρεση η ανακοίνωση της «Αντιρατσιστικής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης» (23/12/2022 Για το Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας: Στηρίζουμε το δικαίωμα διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας – infolibre).

Στις 18/12/2022, η «Χρυσή Αυγή» οργάνωσε στη Φλώρινα συγκέντρωση «ενάντια στην νομιμοποίηση φιλοσκοπιανών οργανώσεων από την κυβέρνηση της ΝΔ» (όπως γράφει στην ιστοσελίδα της). Αριστερές οργανώσεις της πόλης, ανάμεσά τους η «Αντιρατσιστική Πρωτοβουλία Φλώρινας» και οι τοπικές οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ,  κάλεσαν σε αντιφασιστικές εκδηλώσεις. Στα σχετικά ρεπορτάζ, αναφέρεται πως η φασιστική πρόκληση απέτυχε («η τρομοκρατία δεν πέρασε») και επισημαίνεται πως η ΝΔ και οι τοπικές αρχές εσιώπησαν. Πουθενά όμως, ούτε σε προοδευτικά έντυπα, δεν αναφέρεται πως το αντικείμενο της φασιστικής συγκέντρωσης ήταν το αίτημα για απαγόρευση του Κέντρου Μακεδονικής Γλώσσας.

Η έωλη επιχειρηματολογία της κυρίας Θάνου

Ο όλος θόρυβος και η κινητοποίηση για την απαγόρευση του Κέντρου είναι εξωφρενικά. Το δικαίωμα ομάδας Ελλήνων πολιτών να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα, να την ονομάζουν όπως θέλουν, να είναι ίδια ή διαφορετική με αυτή των γειτόνων μας, να διεκδικούν τη διάδοση και κατοχύρωσή της ως μειονοτική γλώσσα και να αυτοπροσδιορίζονται ως εθνική μειονότητα είναι αυτονόητο και διεθνώς κατοχυρωμένο (και αυτό άσχετα με τη Συμφωνία των Πρεσπών).

Αυτά είναι τόσο αυτονόητα για ένα δημοκρατικό ευρωπαϊκό κράτος, που το ζήτημα της νομιμότητας αυτού του Κέντρου δεν θα έπρεπε καν να εγείρεται. Οι νομικές βυζαντινολογίες στις οποίες επιδίδονται αρμόδιοι και αναρμόδιοι, αλλά δυστυχώς και αποφάσεις και έγγραφα δικαστηρίων στη χώρα μας, έρχονται από τον προηγούμενο αιώνα. Όμως, εν προκειμένω φαίνεται πως οι ελευθερίες μας κρίνονται από τέτοιες βυζαντινολογίες, που, με την κατάλληλη «εθνική» προπαγάνδα και αρκετή ιδεολογική τρομοκρατία, επηρεάζουν σημαντικό τμήμα των πολιτών. Δεν μπορούμε λοιπόν να αγνοήσουμε την επιχειρηματολογία.

Ξεχωριστή θέση στις διαμαρτυρίες και την επιχειρηματολογία κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου έχουν δύο άρθρα της πρώην υπηρεσιακής πρωθυπουργού και προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θάνου [ΒΘ], που δημοσιεύτηκαν, μεταξύ άλλων, στην Ναυτεμπορική 15/12/2022 (με τίτλο «Το λάθος με το ‘Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας’») και 14/1/2023, όπου επικροτεί την ασκηθείσα ανακοπή της εισαγγελέως Φλώρινας ως «νομικά ορθή» και «εθνικά επιβεβλημένη».

Θα εξετάσω κάπως αναλυτικά την επιχειρηματολογία της κυρίας Θάνου, γιατί είναι αρκετά πλήρης και αντιπροσωπευτική των εθνικιστικών θέσεων για το μακεδονικό. Συγκλίνει εξάλλου με το σκεπτικό της εισαγγελέως Φλώρινας, που όμως γνωρίζουμε μόνο από αποσπασματικά δημοσιεύματα του Τύπου και αποτελεί μέρος μιας δικαστικής διαδικασίας εν εξελίξει.

Η πρώην Αρεοπαγίτισσα υποστηρίζει πως «η ακύρωση της απόφασης του Ειρηνοδίκη και η μη αναγνώριση του επίμαχου Σωματείου αποτελεί το επιβαλλόμενο αναγκαίο μέτρο περιορισμού της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και τελεί σε σχέση αναλογίας μεταξύ αφενός της ανωτέρω εξ αρχής παραβιάσεως της αρχής της νομιμότητας με τους Καταστατικούς σκοπούς και αφετέρου του μέτρου της μη αναγνώρισης του Σωματείου, το οποίο (μέτρο) αποβλέπει στη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης, της εθνικής ασφάλειας, της κοινωνικής γαλήνης, την οποία η ευνομούμενη και συντεταγμένη Ελληνική Πολιτεία (και εν προκειμένω η Δικαστική Αρχή) οφείλει να προστατεύσει.  Είναι αναγκαίο μέτρο για την αποφυγή διχασμού, εχθρότητας και αναταραχών εντός της Ελληνικής Επικράτειας».

Η ΒΘ συμπεραίνει πως «ακόμα και ο πλέον καλοπροαίρετος αναγνωρίζει ότι οι περιγραφόμενοι σκοποί [του Κέντρου] συνιστούν προκλητικές προπαγανδιστικές ενέργειες, απροκάλυπτη καλλιέργεια και υποδαύλιση αλυτρωτισμού, αναθεωρητισμού και εχθρότητας σε βάρος των Ελλήνων και ακραίες εθνικιστικές δηλώσεις», που μάλιστα «θέτουν σε κίνδυνο το εθνικό συμφέρον, την δημόσια και κοινωνική ειρήνη και ασφάλεια και προκαλούν διχαστικό κλίμα μεταξύ των πολιτών». Τα ίδια περίπου φέρεται να δηλώνει και η εισαγγελέας, περί «αντίθεσης» των σκοπών του σωματείου με την τάξη και ασφάλεια.

Πόσο όμως ισχύουν πράγματι όλα αυτά και, ειδικότερα, πόσο δικαιολογούν την απαγόρευση της λειτουργίας του Κέντρου;

Ποιοι είναι οι σκοποί του συλλόγου;

Οι σκοποί του συλλόγου, όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα του (, πρόσβαση 15/1/2023) και στο καταστατικό που υπέβαλε στο Ειρηνοδικείο (φωτοτυπία στο, 29/11/2022) παρατίθενται στο συνημμένο παράρτημα.

Σημειώνω προκαταρκτικά πως στο πρώτο άρθρο της, η ΒΘ παραθέτει ένα αισθητά διαφορετικό, πιο αναλυτικό κείμενο καταστατικού που περιλαμβάνει επιπρόσθετους σκοπούς,  την αναγνώριση από την Ελληνική Κυβέρνηση της μακεδονικής ως μειονοτικής γλώσσας, την προστασία των εθνικών μειονοτήτων, την προστασία του δικαιώματος δημόσιας χρήσης της γλώσσας και των παραδοσιακών επωνύμων και τοπωνυμίων και την τεκμηρίωση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ρητορικής μίσους από τις (Ελληνικές) αρχές εναντίον ομιλητών Μακεδόνων και εθνοτικών Μακεδόνων στην Ελλάδα. Στο τελευταίο άρθρο της, το δεύτερο αυτό κείμενο δεν αναφέρεται πια ως μέρος του καταστατικού του σωματείου, αλλά ως ανάρτηση στην ιστοσελίδα του που πραγματοποιήθηκε μετά την έγκριση του Ειρηνοδικείου τον Νοέμβριο. Όμως τέτοια ανάρτηση δεν υπάρχει στον ιστότοπο αυτό, όπως μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει (

Τίθεται το ερώτημα τι είναι αυτό το «απόκρυφο» κείμενο που επικαλείται η ΒΘ. Δύο τινά μπορούν να συμβαίνουν: ή αντλεί από ένα πλαστό κείμενο, ή -το πιθανότερο- το κείμενο αυτό υπήρχε πράγματι στην ιστοσελίδα (ή σε κάποιο πρώτο Καταστατικό;), αλλά αφαιρέθηκε από τους αιτούντες, ενδεχομένως κατόπιν συμβουλών πως θα προκαλούσε πρόσθετες αντιδράσεις. Είναι πάντως περίεργο η αρθρογράφος, που φαίνεται να γνωρίζει καλά τα δεδομένα της υπόθεσης, να αντικρούει επί μακρόν ακριβώς τους «σκοπούς» του συλλόγου που δεν υπάρχουν σήμερα, χωρίς έστω να αναφέρει πως αφαιρέθηκαν. Σε κάθε περίπτωση, στην αντίκρουση των επιχειρημάτων της  ΒΘ, περιλαμβάνω όλα τα κείμενα στα οποία αναφέρεται, καθώς θεωρώ πως και αν ακόμη ισχύουν, δεν συνιστούν αιτία απαγόρευσης του Κέντρου.

Πώς εμπλέκεται η Συμφωνία των Πρεσπών;

Η αρθρογράφος (στο πρώτο άρθρο της) παραθέτει σειρά διατάξεων της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η ίδια κρατά μια απόσταση από την Συμφωνία, επικρίνοντας εμμέσως ορισμένα σημεία της (περί γλώσσας και ιθαγένειας). Παραθέτει και περιπτώσεις όπου, κατά τη γνώμη της, η γειτονική χώρα την παραβιάζει. Ισχυρίζεται επιπλέον πως «είναι προφανές» πως οι σκοποί του σωματείου «παραβιάζουν ευθέως» τους θεμελιώδεις όρους της Συμφωνίας και τον κυρωτικό νόμο «διότι γίνεται ρητή αναφορά σε ‘μειονοτική γλώσσα και εθνοτική μειονότητα Μακεδόνων’, οι οποίες, όπως είναι κοινώς γνωστό, είναι ανύπαρκτες στην Ελλάδα». Μάλιστα η κατάληξη του άρθρου είναι πως «[ε]ίναι άλλο η καλλιέργεια καλής γειτονίας και άλλο η ανοχή και η υποχώρηση στις προκλητικές διαθέσεις των γειτόνων και η ικανοποίηση ανύπαρκτων δικαιωμάτων τους».

Από πού όμως προκύπτει πως μια πρωτοβουλία, νόμιμη ή παράνομη, Ελλήνων πολιτών, παραβιάζει τη Συμφωνία των Πρεσπών, συμφωνία που αφορά βεβαίως τις ενέργειες των συμβαλλομένων κρατών και όχι πολιτών της κάθε χώρας; Στο δεύτερο άρθρο της, η ΒΘ απαντά με τον ισχυρισμό πως οι ιδρυτές του σωματείου είναι «προφανώς σε συνεννόηση με πολιτικούς – εθνικιστικούς κύκλους και εν γνώσει των Αρχών του Κράτους της Βόρειας Μακεδονίας και ενεργ[ούν] για λογαριασμό και προς το συμφέρον του Κράτους αυτού». Όμως η αρθρογράφος ασφαλώς γνωρίζει  ότι, σε ένα κράτος δικαίου που σέβεται τους πολίτες του, η κατηγορία πως πολίτες του δρουν σε συνεννόηση και για λογαριασμό (και όχι απλά σε γνώση) ξένης δύναμης που με τον τρόπο αυτό παραβιάζει μια διμερή συνθήκη, είναι βαριά και, πέρα από το «προφανές» κατά την κρίση της, χρειάζεται και μια στοιχειώδη τεκμηρίωση. Καμία τέτοια τεκμηρίωση δεν παρατίθεται.

Ας σκεφτούμε τι θα λέγαμε αν κάθε φορά που Έλληνες της Αλβανίας διεκδικούν ένα μειονοτικό δικαίωμα, οι αλβανικές αρχές ισχυρίζονταν, χωρίς καμία τεκμηρίωση πως είναι «προφανώς» πράκτορες των Αθηνών και βάσει αυτού έπαιρναν μέτρα εναντίον τους.

Όπως είναι ευνόητο, το ζήτημα της παραβίασης της Συμφωνίας των Πρεσπών, το οποίο επικαλείται και η εισαγγελέας της Φλώρινας, έχει μεγάλη σημασία, γιατί η όλη εθνικιστική κινητοποίηση κατά της ίδρυσης του σωματείου έχει ως στόχο και τις Πρέσπες. Η καταγγελία της Συμφωνίας αποτελεί, όπως είδαμε, αίτημα που συνοδεύει τις διαμαρτυρίες.

Η απόφαση του Ειρηνοδικείου της Φλώρινας αποτελεί μια νέα εξέλιξη, αφού προηγουμένως τα δικαστήρια απαγόρευαν (παράνομα, όπως έκρινε το Δικαστήριο του Στρασβούργου -βλέπε παρακάτω) την ίδρυση ανάλογων σωματείων, και η χώρα βρισκόταν σε διακρατική διαμάχη για την αναγνώριση ακόμη και της επίσημης μακεδονικής γλώσσας στη Βόρεια Μακεδονία. Αντανακλά ασφαλώς το νέο κλίμα στις σχέσεις με τη γείτονα μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών, Όμως το δικαίωμα Ελλήνων πολιτών να μιλούν και να προωθούν τη μακεδονική γλώσσα δεν εκπορεύεται βέβαια από τις Πρέσπες.

Τα περί «ανύπαρκτης γλώσσας»

Η αρθρογράφος ανασύρει από το χρονοντούλαπο της ιστορίας τη «θεωρία» της ανύπαρκτης μακεδονικής γλώσσας στη χώρα μας. Ήδη το 1959, ο Αβέρωφ έλεγε πως ελάχιστοι στη Βόρειο Ελλάδα μιλούν μια διάλεκτο που καμία σχέση δεν έχει με τη γλώσσα που μιλούν στη γείτονα, αυτήν που τώρα υποχρεωνόμαστε λόγω Πρεσπών να αναγνωρίσουμε ως μακεδονική. Η ΒΘ θεωρεί εξάλλου επιλήψιμη την αναφορά σε «μειονοτική γλώσσα».

Στο δεύτερο μάλιστα άρθρο της, δηλώνει πως «η επίσημη γλώσσα, η οποία ομιλείται από τους πολίτες του Κράτους της Βόρειας Μακεδονίας εντός των ορίων του Κράτους αυτού (Μακεδονική – προέλευσης νοτιοσλαβικής) δεν έχει καμμία σχέση με την Ελληνική γλώσσα […], η οποία έχει ομοιογένεια και αποτελεί αδιαμφισβήτητη συνέχεια της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας». Προσθέτει δε πως η ελληνική γλώσσα «ομιλείται από όλους τους Έλληνες πολίτες, σε όλη την Ελληνική Επικράτεια  και ασφαλώς και στη Δυτική – Κεντρική – Ανατολική Μακεδονία». Αλλά και η εισαγγελέας Φλωρίνης φέρεται να υποστηρίζει πως στην Ελλάδα δεν υπάρχουν “Μακεδόνες” πολίτες, που ομιλούν αυτή́ τη γλώσσα [τη μακεδονική], αλλά́ Έλληνες πολίτες, που ομιλούν την ελληνική́ γλώσσα.

Όμως το ζητούμενο δεν είναι βέβαια το προφανές, ότι η επίσημη γλώσσα του γειτονικού κράτους δεν έχει σχέση με τα ελληνικά και ότι τα ελληνικά ομιλούνται «από όλους» τους έλληνες πολίτες (αν και αυτό το τελευταίο ελέγχεται όσον αφορά λ.χ. κάποιους «μουσουλμάνους» της Θράκης). Το ζητούμενο είναι αν υπάρχουν έλληνες πολίτες που έχουν ως μητρική γλώσσα, ή πάντως μιλούν και μια άλλη, ντόπια γλώσσα. Η απάντηση είναι πως και βέβαια υπάρχουν (αφού το δηλώνουν) Έλληνες πολίτες που δεν έχουν τα ελληνικά ως μητρική γλώσσα και μιλούν μια γλώσσα, που δεν έχει σχέση με την ελληνική, είναι απολύτως υπαρκτή και είναι η ίδια ή εντελώς παραπλήσια με την επίσημη γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας, δηλαδή η μακεδονική. Η δημόσια διακήρυξή του γεγονότος αυτού όπως και η καλλιέργεια της γλώσσας ούτε επιλήψιμη ή παράνομη μπορεί να είναι, ούτε και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Γιατί «λησμονήθηκαν» σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων;

Η ΒΘ επικαλείται πως παρόμοιες αιτήσεις αναγνώρισης σωματείου έχουν κατ’ επανάληψη απορριφθεί από τα ελληνικά δικαστήρια. Περιέργως όμως δεν αναφέρει πως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) καταδίκασε δύο φορές την Ελλάδα για τέτοιες αποφάσεις, και με σκεπτικά που ανατρέπουν όλα τα ουσιαστικά επιχειρήματα των ελληνικών δικαστηρίων και της ίδιας (Σιδηρόπουλος κ.ά. κατά Ελλάδος, 10/7/1998, Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού κατά Ελλάδας, 9/7/2015). Η τελευταία απόφαση του ΕΔΑΔ καταδίκασε την Ελλάδα ακριβώς για την υπόθεση που αναφέρει η αρθρογράφος (σημειώνοντας πως «είχε την τιμή να είναι εισηγήτρια» στον Άρειο Πάγο). Η ΒΘ γνωρίζει ασφαλώς πως η χώρα μας είναι συμβαλλόμενο μέρος στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και πως πρέπει να συμμορφώνεται στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ. Είναι συνεπώς τουλάχιστον απορίας άξιον πως επέλεξε να τις αγνοήσει πλήρως, ενώ μάλιστα στο δεύτερο άρθρο της επικαλείται μια απόφαση του ΕΔΑΔ για άλλο θέμα.

Ειδικότερα, τα σκεπτικά των παραπάνω αποφάσεων του ΕΔΑΔ που καταδικάζουν την Ελλάδα για παραβίαση του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (περί ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι), αναφέρουν, μεταξύ άλλων, πως οι εξαιρέσεις στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι πρέπει να ερμηνεύονται στενά και πως το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι οι στόχοι της διατήρησης της εθνικής ασφάλειας, της πρόληψης αναταραχής και της διατήρησης των πολιτιστικών παραδόσεων και ιστορικών και πολιτιστικών συμβόλων της Ελλάδας που επικαλούνται τα ελληνικά δικαστήρια συνιστούν νόμιμους σκοπούς εξαίρεσης από την ελευθερία αυτή που προβλέπονται από το άρθρο 11. Το Δικαστήριο κρίνει εξάλλου πως η απαγόρευση του σωματείου είναι μέτρο δυσανάλογο προς τους όποιους νόμιμους σκοπούς επικαλούνται τα ελληνικά δικαστήρια.

Παρ’ όλο που οι αιτούντες (σε προηγούμενη υπόθεση) είχαν πράγματι δηλώσει πως έχουν «Μακεδονική» εθνική συνείδηση, τίποτε δεν δείχνει πως είχαν υποστηρίξει τη χρήση βίας ή αντιδημοκρατικών ή αντισυνταγματικών μέσων, αποφαίνεται το Δικαστήριο. Και το Δικαστήριο του Στρασβούργου προσθέτει πως ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ιδρυτές του σωματείου επικαλούνται μειονοτική συνείδηση, το έγγραφο της διάσκεψης της Κοπεγχάγης και η Χάρτα του Παρισίου του 1990 της ΔΑΣΕ, κείμενα που έχει υπογράψει και η Ελλάδα, τους επιτρέπουν να ιδρύουν σωματεία για να προστατεύσουν την πολιτιστική και πνευματική τους κληρονομιά.

Το ΕΔΑΔ απαντά στον ισχυρισμό του Ελληνικού Κράτους ότι οι ιδρυτές του σωματείου έχουν «κρυφή ατζέντα» με παράνομους στόχους, πως δεν αρκούν απλά υποψίες για την απαγόρευση ενός σωματείου και πως εξάλλου η Πολιτεία έχει τα νομικά όπλα για να αντιμετωπίσει παράνομες δραστηριότητες, αν εμφανιστούν εκ των υστέρων.

Όσον αφορά τα περί διατάραξης της κοινωνικής γαλήνης και της πρόκλησης αναταραχής και διχασμού, που επικαλείται και η ΒΘ, ενδιαφέρον παρουσιάζει απόσπασμα μιας άλλης, αλλά σχετικής, απόφασης του ΕΔΑΔ όπου και πάλι καταδικάστηκε η Ελλάδα (Ουράνιο Τόξο κ.ά. κατά Ελλάδας, 20/10/2005):

«Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η επίκληση της συνείδησης του ανήκειν σε μία μειονότητα καθώς και η διατήρηση και η ανάπτυξη του πολιτισμού μιας μειονότητας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά απειλή για την ‘δημοκρατική κοινωνία’, ακόμη και αν τούτο μπορεί να προκαλέσει εντάσεις […]. Πράγματι, η εμφάνιση εντάσεων είναι μία αναπόφευκτη συνέπεια του πλουραλισμού, δηλαδή της ελεύθερης συζήτησης πάνω σε οποιαδήποτε πολιτική ιδέα. Στην περίπτωση αυτή, ο ρόλος των αρχών σε παρόμοιες περιπτώσεις δεν συνίσταται στην εξάλειψη της αιτίας των εντάσεων με την κατάργηση του πλουραλισμού, αλλά στην διασφάλιση [to ensure] ότι οι ανταγωνιστικές πολιτικές ομάδες ανέχονται η μία την άλλη».

Οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ χρησιμοποιούν ελεύθερα τους όρους «μακεδονική γλώσσα» και «μακεδονική μειονότητα».

Αξίζει τέλος να σημειωθεί πως και οι τρεις αποφάσεις του ΕΔΑΑ που αναφέρονται παραπάνω πάρθηκαν ομόφωνα, με τη συμμετοχή και Ελλήνων δικαστών (Ν.Βαλτικός, Χ.Ροζάκης, Λ.-Α.Σισιλιάνος).


• Η λειτουργία του Κέντρου Μακεδονικής Γλώσσας με το Καταστατικό που υποβλήθηκε (ή και με τους πρόσθετους στόχους του «απόκρυφου» κειμένου) είναι νόμιμη, βάσει επανειλημμένων αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που έκρινε ανάλογες υποθέσεις στο παρελθόν και απέρριψε σχεδόν πανομοιότυπα επιχειρήματα με αυτά της κυρίας Θάνου. Το πρόβλημα δεν είναι γιατί το Ειρηνοδικείο Φλώρινας αγνόησε αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων, αλλά γιατί οι προσφεύγοντες σήμερα κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου φαίνεται να αγνοούν τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ.

• Η κινητοποίηση εθνικιστικών κύκλων και στοιχείων του «βαθέως κράτους» για την απαγόρευση του Κέντρου συνιστά επίθεση στα Δικαιώματα του Ανθρώπου και την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, που δεν προκύπτουν από τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά από το Σύνταγμα και τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας.

• Η προσπάθεια εμπλοκής της Βόρειας Μακεδονίας στην υπόθεση προφανώς αποσκοπεί στο να δηλητηριάσει και πάλι τις σχέσεις μας με τη γειτονική χώρα, σε μια στιγμή μάλιστα που η τελευταία δοκιμάζεται από τις πιέσεις που της ασκεί η Βουλγαρία. Στόχος είναι η υπονόμευση του κεκτημένου των Πρεσπών και το φράξιμο του δρόμου της γείτονος προς την ΕΕ.

• Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με τη στάση της εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών ως αντιπολίτευση, αλλά και τη γενικότερη στήριξη σε ακραίες εθνικιστικές δυνάμεις (στο προσφυγικό και τα ελληνο-τουρκικά), βρίσκεται σήμερα σε κατάσταση ομηρείας στις δυνάμεις αυτές που της επιτίθενται για να πετύχουν την ακύρωση στην πράξη της εξομάλυνσης των σχέσεων με τη Βόρεια Μακεδονία και την αναβίωση του κλίματος εθνικιστικής υστερίας στη Βόρεια Ελλάδα.

• Είναι φανερό πως στη χώρα και ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα επικρατεί ένα κλίμα ιδεολογικής (και όχι μόνο) τρομοκρατίας που εμποδίζει την έκφραση και αντίδραση των  δημοκρατικών και αντιεθνικιστικών δυνάμεων και πολιτών της χώρας, και μάλιστα όσων πρωτοστάτησαν ή στήριξαν τη Συμφωνία των Πρεσπών. Δυστυχώς, φαίνεται πως οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις υποκύπτουν σε αυτό το κλίμα, ιδίως ενόψει των επερχόμενων εκλογών, από φόβο απώλειας ψήφων, με αποτέλεσμα μια εκκωφαντική σιωπή απέναντι σε μια εξοργιστική επίθεση κατά των ελευθεριών μας.

• Αποτελεί νομίζω στοιχειώδη υποχρέωση των δυνάμεων και πολιτών που πιστεύουν στις αξίες της δημοκρατίας, του πλουραλισμού και της καλής γειτονίας να υψώσουμε τη φωνή μας εναντίον της επιχειρούμενης απαγόρευσης του Κέντρου Μακεδονικής Γλώσσας. Όσον αφορά δε την Αριστερά, οι προεκλογικές σκοπιμότητες δεν πρέπει να οδηγήσουν σε εγκατάλειψη βασικών αξιών μας και μάλιστα σε εγκατάλειψη του μεγάλου κεκτημένου της διακυβέρνησής μας που ήταν η επίλυση του μακεδονικού. Δεν πρόκειται βέβαια για νομικό, αλλά για απολύτως πολιτικό ζήτημα και επιχειρείται η προώθηση αντιδραστικών πολιτικών στόχων με νομικό μανδύα.


Η «διατριβή» του κ. Μητσοτάκη και ο Π. Δημητράς

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και δίπλα ο Παναγιώτης Δημητράς στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης


Δημήτρης Ψαρράς

Μια δυσάρεστη έκπληξη περιμένει σήμερα τους παντοειδείς «ακολούθους» του Κυριάκου Μητσοτάκη που θριαμβολογούν με την πρωτοφανή δίωξη του Παναγιώτη Δημητρά. Ο πρωθυπουργός αποδεικνύεται ο ίδιος θαυμαστής και «ακόλουθος» του διωκόμενου ιδρυτή του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ).

Oι θαυμαστές της πολιτικής του Κυριάκου Μητσοτάκη θεώρησαν την άσκηση δίωξης εις βάρος του Παναγιώτη Δημητρά ως μια ακόμα απόδειξη για την ορθότητα της κυβερνητικής γραμμής που αντιμετωπίζει συλλήβδην τους πρόσφυγες και τους μετανάστες ως πράκτορες του Ερντογάν. Για την πρωτοφανή αυτή υπόθεση που καταγγέλλεται από τις σημαντικότερες διεθνείς οργανώσεις υπεράσπισης των δικαιωμάτων του ανθρώπου έχει ενημερώσει αναλυτικά η «Εφ.Συν.». Παραπέμπω ενδεικτικά στη συνέντευξη του κ. Δημητρά στον Δημήτρη Αγγελίδη και τον Γιώργο Παγούδη («Π. Δημητράς: “Η δίωξή μου είναι προϊόν αντεκδίκησης μετά από μηνύσεις για επαναπροωθήσεις”», 30.12.2022,

Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τους πρωταγωνιστές της λίστας Πέτσα. Αυτοί θεωρούν ότι με την άσκηση κακουργηματικής δίωξης σε έναν βετεράνο ακτιβιστή θα τρομοκρατηθούν και όλοι οι άλλοι, ενώ βέβαια θα υποδειχτεί ως ποινικά κολάσιμη η αλληλεγγύη στους απόκληρους αυτής της εποχής που καταφεύγουν ικέτες στα σύνορά μας. Αλλά όλοι αυτοί που έσπευσαν να επικροτήσουν την πρωτοφανή δίωξη κάνουν λάθος αν νομίζουν ότι με αυτό τον τρόπο θα ευχαριστήσουν τον Ελληνα πρωθυπουργό. Ασφαλώς αγνοούν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι μελετητής του έργου του Παναγιώτη Δημητρά και τον θεωρεί τρόπον τινά «δάσκαλό» του. Εξηγούμαι.

Είναι γνωστό ότι ο Κυρ. Μητσοτάκης περηφανεύεται για το μοναδικό βιβλίο που έχει γράψει («Οι συμπληγάδες της εξωτερικής πολιτικής. Εσωτερικές και διεθνείς πιέσεις στις ελληνοαμερικανικές διαπραγματεύσεις για τις βάσεις, 1974-1985», μτφρ. Γιώργος Δεμερτζίδης, Αθήνα 2006). Πρόκειται για την πτυχιακή του εργασία που παραδόθηκε το 1990 στο Χάρβαρντ και την οποία ακόμα και σήμερα προβάλλει με κάθε ευκαιρία, όπως έκανε τον περασμένο Μάιο, όταν προθυμοποιήθηκε σε ομιλία του στη Βουλή να την προσφέρει στον Αλέξη Τσίπρα ώστε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ να «ενημερωθεί» για το ιστορικό των ελληνοαμερικανικών διαπραγματεύσεων για τις βάσεις των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Εχω εδώ και μήνες αποδείξει ότι πρόκειται για μια πτυχιακή εργασία γεμάτη λάθη, αυθαιρεσίες, ακόμα και σκόπιμες παραχαράξεις επίσημων ντοκουμέντων. Κανείς από τους θαυμαστές του κ. Μητσοτάκη δεν βρήκε τίποτα να πει για να αντικρούσει αυτή την κριτική.

Ε, λοιπόν, αυτό το περίφημο (ή μάλλον περιβόητο) έργο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε πληροφορίες και θέσεις που έχει αντλήσει ο Μητσοτάκης από τα έργα του Π. Δημητρά. Τον αναφέρει, μάλιστα, μεταξύ των ελάχιστων «ειδικών», από τους οποίους ζήτησε συνέντευξη προκειμένου να συντάξει την εργασία του. Και έτσι ο κ. Μητσοτάκης προβάλλει το όνομα του Παναγιώτη Δημητρά δίπλα στα ονόματα του πατέρα του Κων. Μητσοτάκη, του Αντώνη Σαμαρά, του Γιάννη Καψή, του Ανδρέα Ανδριανόπουλου, από τους οποίους επίσης πήρε συνεντεύξεις.

Το πρώτο κείμενο του Π. Δημητρά που υιοθετεί ο Κυρ. Μητσοτάκης είναι ένα άρθρο σε γαλλικό περιοδικό για τον «ελληνικό αντιδυτικισμό» («L’anti-Occidentalism Grec», «Esprit», Ιούνιος 1984). Από αυτό το κείμενο ο Μητσοτάκης συμπεραίνει ότι «η τάση του αντιδυτικού πνεύματος γνώρισε τη δυναμικότερη έκφρασή της στη μορφή ενός έντονου αντιαμερικανισμού, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούνταν όλο και περισσότερο ως ο ένοχος που ευθύνεται για τα πολιτικά δεινά της χώρας».

Ενδιαφέρον για τον τρόπο που πολιτεύεται ο κ. Μητσοτάκης έχει μια φράση από κείμενο του Π. Δημητρά που παραθέτει στην πτυχιακή του εργασία: «Η Αθήνα είχε γίνει όλο και περισσότερο εξαρτημένη από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια για να αποτρέψει την Αγκυρα» (σ. 84). Αυτό το παράθεμα από άλλο άρθρο του Δημητρά («Greece: A New Danger», περ. «Public Opinion», Φεβρ. 1985) έχει εξαφανιστεί από το βιβλίο, προφανώς επειδή αναφερόταν με μειωτικό τρόπο στην περίοδο διακυβέρνησης της Ν.Δ. και το 2006 που εκδόθηκε το βιβλίο ο Κυρ. Μητσοτάκης ήταν ήδη βουλευτής του κόμματος.

Λίγες σελίδες παρακάτω, η αναφορά στις απόψεις και τη δράση του Π. Δημητρά είναι εκτενής, με αφορμή τα ευρήματα της δικής του δημοσκοπικής εταιρείας «Ευρωδήμ» (σ. 88-89 της πτυχιακής και 158-159 του βιβλίου). Στο μέρος αυτό ο Κυρ. Μητσοτάκης χαρακτηρίζει τις μετρήσεις αυτές ως τις «πρώτες συστηματικές δημοσκοπήσεις» αλλά και σ’ αυτό το σημείο έχει αφαιρέσει από το βιβλίο τις απόψεις του Π. Δημητρά που περιλάμβανε στην πτυχιακή του εργασία, και σύμφωνα με τις οποίες «αν συνδυαστούν τα δημοσκοπικά ευρήματα με τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών του 1981 και του 1985, αποκαλύπτεται ότι ο αντιδυτικισμός είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας για την πρόγνωση των ψήφων στην Ελλάδα μετά το 1980». Προφανώς δεν ταίριαζε αυτή η διαπίστωση με τις πολιτικές του βλέψεις το 2006.

Πώς αισθάνονται άραγε όλοι αυτοί οι φανατικοί ακόλουθοι (followers) του κ. πρωθυπουργού τώρα που μαθαίνουν ότι ο κ. Μητσοτάκης εμπνεόταν και μελετούσε το έργο του Παναγιώτη Δημητρά, του ανθρώπου δηλαδή που αντιμετωπίζει σήμερα όλες αυτές τις βαριές κατηγορίες;

Και κάτι τελευταίο. Στο επίσημο βιογραφικό του που έχει αναρτήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον ιστότοπο της Ν.Δ. και της Βουλής αναφέρεται στην πτυχιακή του εργασία χαρακτηρίζοντάς τη «διατριβή». Είναι βέβαια γνωστό ότι με τη στενή έννοια «διατριβή» ονομάζουμε πλέον μόνο τη διδακτορική διατριβή, το PhD (για να μας καταλαβαίνει και ο ίδιος). Αλλά ο κ. Μητσοτάκης δεν κατέχει PhD. Δεν είχε βέβαια καμιά συμβατική υποχρέωση να αποκτήσει αυτόν τον ανώτατο τίτλο σπουδών, αλλά καλό είναι να μη μας μπερδεύει με την αναφορά σε… πτυχιακή διατριβή. Ο πειρασμός είναι μεγάλος, ειδικά όταν έχει αποδειχτεί ότι μια σειρά στενών συνεργατών του επικαλέστηκαν στο παρελθόν ανύπαρκτους τίτλους σπουδών. Ειρωνεία της τύχης: ο Παναγιώτης Δημητράς κατέχει ήδη από το 1979 πραγματική διδακτορική διατριβή (PhD) και μάλιστα στο Χάρβαρντ!


Greek Helsinki Monitor’s main activities in 2022 [from INACH Annual Report 2022]

(…) IX. Our Members’ Main Activities in 2022 (…)

Greek Helsinki Monitor

It is a difficult period for GHM for a number of accumulated reasons, one of which -the felony charges for organised criminal organisation and smuggling asylum seekers. More information on it can be found here:

At the end of the year, Andrea Gilbert and Panayote Dimitras were convicted for false accusation of a racist bishop, and also referred Panayote to three trials for aggravated defamation of racists because of the complaints against their racist posts. They were also fined 200 euros each time in three other cases for alleged false complaints in pushback cases. More information can be found here:


At the same time though, there were trials where people got convicted for racist crimes following complaints by the Greek Helsinki Monitor or after their acquittals in three trials the prosecutor following their requests filed appeals against them. And many more prosecutors referring persons to trials for racist crimes or in some cases defamation of Mr. Dimitras.

Several new criminal cases were launched for racist crimes following reports by GHM to the prosecutors. While in a large number of cases they were able to secure access to asylum procedures and avoid push backs of groups arriving on the islands. Additionally, two mass reports for 200+ alleged push backs are being investigated by prosecutors, the National Transparency Authority and the Prosecutor of the Naval Court. In two such cases that were archived GHM made applications to the ECtHR.

Greek Helsinki Monitor has had a very wide success mainly with Twitter in removing hundreds of accounts by neo-Nazis and other extreme right persons, or removing racist posts by so many (and not only in the framework of the ME whose results were just published). More information can be found here:

GHM was also allowed to make a third-party submission in 32 pushback applications against Greece. Moreover, they made submissions to the UN CRC and as Humanist Union of Greece to the UN HRC:

• There is a video ( which reviewed Greece, and several submissions to the CoE Committee of Ministers on the execution of ECtHR judgments on minority associations and religious freedom.

Last but not least: on 1 December 2022 the ECtHR will publish its judgment on the application Barmaxizoglou and Others v. Greece, which 324 LGBTI+ people applied against what was then a civil partnership only for different sex couples. This was the second such application; after GHM won the first one and then made this application, the law changed. So we do not know how the ECtHR will rule in this case. More information can be found here:

This is today’s ECtHR judgment in the application of 162 same sex couples against Greece because at the time the civil partnership law excluded them: the Court found a violation of Artiles 14 read with 8, as in the previous Vallianatos et al judgment (Vallianatos was our application as well). GHM claims that it is this mass application which they made public that pushed the government to change the law and extend the civil partnership to same sex couples. More information can be found here:

Moreover, Greek Helsinki Monitor has now published some web pages (mostly in Greek but Google translations are helpful) listing their 2022 activities.

A list of criminal files was launched after GHM complaints for racist speech and racist violence; of related convictions in trials following GHM complaints for racist speech or racist violence; and of appeals against related acquittals in trials after related GHM complaints for racist speech or racist violence, after GHM asked the Prosecutor of the Supreme Court to see that such appeals are filed. More information can be found here:

GHM communications to CoE Committee of Ministers on (non-)execution of ECtHR judgments on minority associations and exemption from religious education and related articles:

26 announcements to the authorities of arrivals of 268 asylum seekers from 18 countries on islands or in the land border with Turkey (a procedure that prevents Greek authorities from claiming that they were never in Greece hence they could more easily pushed them back – in almost all cases these actions helped prevent the pushbacks while the Ombudsman sent formal inquiries about the fate of these persons):

A list of referral to three trials and of one case of pressing of criminal charges against anonymous blogger for defamation of Panayote Dimitras: (…)